Ευρετήρια

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Τεύχος 12/2007, Δεκέμβριος

Νομοθεσία, Μελέτες και Νομολογία εμπορικού, οικονομικού, αστικού οικονομικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου

Εκδίδεται από το 1995 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €140.00
ΝΠ €200.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΓΩΓΗ

Αοριστία αγωγής και για το λόγο ότι ενσωματώνονται στην αγωγή έγγραφα, που προσδιορίζουν τα στοιχεία πελατών, τα πωληθέντα είδη και τις τιμές, συντεταγμένα στην αγγλική γλώσσα. ΠΠρΠειρ 3496/2007, σελ. 1329.

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα αν το άυλο αγαθό της επιχείρησης ως σύνολο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατασχέσεως ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔ. Εάν δηλαδή η κατάσχεση θα περιλαμβάνει τα κατ’ ιδίαν δικαιώματα και τα δικαιώματα επί άυλων αγαθών. ΑΠ 1323/2007, σελ. 1295.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΑΘΕΜΙΤΟΣ

Πότε συμβατική παράβαση μπορεί να συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό. ΠΠρΠειρ 3496/2007, σελ. 1329.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Συμφωνίες ανταμοιβής πελατειακής πίστης και κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση C-95/2004 P “British Airways” του ΔΕΚ. Η εφαρμογή της απαγόρευσης κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης (άρθρο 82 της ΣυνθΕΚ) στις συμφωνίες ανταμοιβής πελατειακής πίστης έδωσε αφορμή σε μια πλούσια νομολογιακή διαδρομή των κοινοτικών δικαστηρίων. Αυτή χαρακτηρίζεται από μια περιπτωσιολογική διαβάθμιση μεταξύ «per se απαγορεύσεων» και «ασφαλών θυλάκων». Η αναπόφευκτη ανασφάλεια δικαίου που προκύπτει συνιστά το αναγκαίο τίμημα μιας πραγματιστικής πολιτικής ανταγωνισμού. Μελ. Β. Καραγιάννης, σελ. 1271.

ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ

Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία οι αξιώσεις του μισθωτού στηρίζονται σε διάφορους αναγκαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν τέτοιες αξιώσεις τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. ΑΠ 364/2006, σελ. 1365.

ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

Εκτοκισμός των οφειλομένων στα πιστωτικά ιδρύματα τόκων. Οι σχετικές διατάξεις διέπουν τον εκτοκισμό των απαιτήσεων και μετά το οριστικό κλείσιμο τυχόν υπάρχοντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφ’ όσον υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού των τόκων υπερημερίας και μετά το κλείσιμό του. Οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν 2601/1998 δεν επιδρούν στις διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν πριν από τη δημοσίευσή του και συνεπώς δεν επιβάλλεται αναδρομικά εξάμηνος ανατοκισμός των τόκων, σε περίπτωση έλλειψης σχετικής συμφωνίας των μερών. ΕφΑθ 8187/2006 (σημ. Μ. Βαρελά), σελ. 1303.

ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ

Ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί μετά τη συζήτηση της υπόθεσης είναι καταρχήν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ενώ λαμβάνονται υπόψη μόνον προς ανταπόδειξη αυτοτελών ισχυρισμών που προβλήθηκαν στο ακροατήριο. ΜΠρΑθ 1042/2006 (σημ. Γ. Θεοδόσης), σελ. 1359.

ΕΠΙΤΑΓΗ

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δικαιούχος αποζημίωσης είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφάνισής της αλλά και κάθε εξ αναγωγής υπόχρεος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Ο κομιστής αυτός μπορεί να ασκήσει με έγκληση και ποινική δίωξη κατά του εκδότη κατά την παρ. 3 άρθρο 15 του Ν 3472/2006. ΑΠ 1482/2007, σελ. 1322.

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Συρροή αξιώσεων του κομιστή κατά του εκδότη από το νόμο περί επιταγής και κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Ο κομιστής δικαιούται να ζητήσει και την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη. Πληρωμή της επιταγής στον κομιστή της από εξ αναγωγής υπόχρεο. Εκχώρηση των δικαιωμάτων του κομιστή στον καταβαλόντα προηγούμενο οπισθογράφο και αναγγελία της εκχώρησης από τον οπισθογράφο στον εκδότη με την επίδοση της αγωγής. ΜΠρΑθ 2282/2007, σελ. 1323.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ

Εφαρμοστέες διατάξεις επί ανακοπών κατά πινάκων που συντάσσονται κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων κατά τα άρθρα 9 και 10 του Ν 1386/1983. Δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά αποφάσεως του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα στις παραπάνω εκκαθαρίσεις, ανεξάρτητα από το εάν η απόφαση εκδόθηκε πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν 2702/1999. ΑΠ 987/2007, σελ. 1300.

Προϋποθέσεις σύναψης συμφωνίας κατ’ άρθρο 44 παρ. 1 Ν 1892/1990. Εξασφάλιση κάλυψης οφειλομένων εισφορών σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Περιεχόμενο έρευνας του Εφετείου. Συνταγματικότητα σχετικών διατάξεων. ΕφΠειρ 546/2007, σελ. 1301.

ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

Επί εργατικού ατυχήματος από βίαιο συμβάν, ο εργάτης ή ο υπάλληλος, ο οποίος υπέστη πλήρη διαρκή ανικανότητα και περιήλθε σε απόλυτη αδυναμία να ασκεί όχι μόνο το επάγγελμά του, αλλά και οποιοδήποτε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο, δικαιούται την προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση. Για τον καθορισμό της αποζημίωσης και στην περίπτωση της πλήρους διαρκούς ανικανότητας, ο υπολογισμός των μισθών γίνεται με βάση το σύνολο των καταβαλλομένων αποδοχών του εργαζομένου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όλα τα συμβατικά και νόμιμα επιδόματα, οι προσαυξήσεις και αποζημιώσεις λόγω παροχής υπερεργασίας και νόμιμης υπερωριακής εργασίας, τα επιδόματα εορτών, Κυριακών και άδειας, η αποζημίωση άδειας και το αντίτιμο τροφής. ΑΠ 131/2007, σελ. 1351.

ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. ΑΠ 804/2006, σελ. 1349.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ

Προσύμφωνο σύστασης ανωνύμου εταιρίας. Πρέπει να διαλαμβάνει το ουσιώδες περιεχόμενο της σύμβασης και να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. ΕφΑθ 1505/2007, σελ. 1298.

ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΦΑΝΗΣ

Έννοια και λειτουργία. Λύση της με καταγγελία, παρά τη μη ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Επακολουθεί εκκαθάριση αν το έχουν συμφωνήσει οι εταίροι ή αν το δικαστήριο την κρίνει απαραίτητη. Υποχρέωση λογοδοσίας του διαχειριστή αφανούς εταιρίας. Απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής. ΑΠ 1324/2007, σελ. 1297.

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Επί ανώνυμης εταιρίας, η καταγγελία πρέπει να γίνει από το διοικητικό συμβούλιό της, το οποίο ενεργεί συλλογικά ή από άλλο πρόσωπο στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε την εκπροσώπηση ή την ενέργεια ορισμένων πράξεων, μεταξύ των οποίων και την καταγγελία. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο είναι ανυπόστατη και συνεπώς το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού για την πληρωμή μισθού υπερημερίας. Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρει την παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία. Η εκ των υστέρων έγκριση της καταγγελίας δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά υπέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας. ΕφΑθ 2664/2007, σελ. 1353.

Καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος για καταγγελία σύμβασης εργασίας φορέα AIDS αποκλειστικά και μόνον για το λόγο αυτό. Ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού παρά μόνον εάν ο μισθωτός εξαιτίας της μη πραγματικής απασχόλησής του μετά την αναγνώριση μιας καταγγελίας ως άκυρης υφίσταται ηθική βλάβη. ΜΠρΑθ 1042/2006 (σημ. Γ. Θεοδόσης), σελ. 1359.

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

To δικαίωμα ακροάσεως στο πεδίο των διοικητικών φορολογικών κυρώσεων. Παρατηρήσεις με αφορμή τη ΣτΕ Ολ 2370/2007. Υποχρέωση ακροάσεως του φερόμενου ως παραβάτη πριν από την επιβολή προστίμου ΚΒΣ, εφόσον με την εν λόγω πράξη του αποδίδεται υπαίτια συμπεριφορά ή αυτή εκδίδεται κατόπιν επιμετρήσεως του ποσού του προστίμου. Περιορισμένη εμβέλεια της νομολογιακής μεταβολής υπό το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού των προστίμων Ν 2523/97. Δυνατότητα επεκτάσεως σε άλλες φορολογίες. Αυτεπάγγελτος έλεγχος τηρήσεως του εν λόγω τύπου. Μελ. Δ. Τσαρούχας, σελ. 1290.

Αντισυνταγματική η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 36 του ΚΒΣ, κατά την οποία το σημείωμα που εκδίδεται μετά το πέρας του ελέγχου, δεν αποτελεί στοιχείο της διαδικασίας για την σύνταξη της έκθεσης ελέγχου ή της πράξης επιβολής προστίμου. ΣτΕ Ολ 2370/2007 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1367.

Η έκδοση φορολογικού στοιχείου στο οποίο δεν έχουν αναγραφεί ουσιώδη στοιχεία, όπως το όνομα του παραλήπτη, η ώρα ενάρξεως της αποστολής, ο τόπος προορισμού των εμπορευμάτων, η μονάδα μετρήσεως, η ποσότητα αριθμητικώς και ολογράφως, η τιμή μονάδας και η αξία, καθώς και ο αναλογούν ΦΠΑ και το συνολικό ποσό της συναλλαγής, αποτελεί παράβαση των άρθρων 11 παρ. 5 και 12 παρ. 9, 10 και 11 του ΚΒΣ. Η ύπαρξη τόσο σημαντικών ελλείψεων οδηγεί σε αδυναμία διακρίβωσης της ταυτότητας της συναλλαγής και η έκδοσή του ισοδυναμεί με μη έκδοση ή ανακριβή έκδοση του στοιχείου αυτού. ΣτΕ 542/2006, σελ. 1372.

ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΟΙΝΟΣ

Κοινός λογαριασμός. Σχέσεις μεταξύ καταθετών και τράπεζας. Εάν αποβιώσει κάποιος από τους καταθέτες, οι κληρονόμοι του μπορούν να αξιώσουν από τους επιζώντες και όχι από την τράπεζα, το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους. Εάν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, το τμήμα της κατάθεσής του περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπολοίπους και οι κληρονόμοι του ουδεμία απαίτηση έχουν κατ’ αυτών. ΕφΑθ 2292/2007 (Μελ. Α. Μήτσου), σελ. 1306.

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΟΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής σύμβασης, δεν συνεπάγεται τη λύση της, αλλά παρέχει στον υπάλληλο που δεν αποδέχεται τη μεταβολή το δικαίωμα είτε να την θεωρήσει ως καταγγελία της σύμβασης από τον εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, είτε να εμμείνει στη σύμβαση και να αξιώσει την τήρηση των συμβατικών όρων, οπότε αν ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει τους αντίστοιχους μισθούς. ΕφΑθ 2664/2007, σελ. 1353.

ΜΙΣΘΟΣ

Μισθός σε ποσοστό επί των εισπράξεων είναι ο υπολογιζόμενος βάσει των εισπράξεων είτε της επιχειρήσεως, είτε του συγκεκριμένου ποσοστού προμήθειας. Ο περιορισμός του τύπου και τομέα δράσεως του μισθωτού με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση της προμήθειάς του, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, όπως και η μονομερής μείωση των αποδοχών του. ΑΠ 2056/2006, σελ. 1347.

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ). Έννοια. Περιεχόμενο. Χαρακτηριστικά. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Κριτήρια ελέγχου καταχρηστικότητας. Καταχρηστικός ο ΓΟΣ με τον οποίο: α) Κατά την κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα ταμεία, η Τράπεζα χρεώνει τον συμβαλλόμενο καταναλωτή με ποσό το οποίο προβλέπεται σε σχετικό κατάλογο προμηθειών. β) Η Τράπεζα χρεώνει τον καταναλωτή που καταθέτει μετρητά σε λογαριασμό που τηρεί τρίτος - πελάτης της με σχετική προμήθεια κατάθεσης μετρητών. γ) Κατά την κατάρτιση των συμβάσεων στεγαστικών δανείων, στην περίπτωση της εφάπαξ εκταμίευσης αλλά και της κατάθεσης του δανείου σε δεσμευμένο λογαριασμό, εισπράττει από τους δανειολήπτες συμβαλλομένους της τοκοχρεωλύσιο για το σύνολο του δανείου χωρίς όμως ο δανειολήπτης να δύναται να χρησιμοποιεί αυτό. Δεν είναι καταχρηστικοί οι όροι με τους οποίους η Τράπεζα επιβάλλει στους πελάτες της -καταναλωτές χρέωση για ανάκληση πληρωμής επιταγών τους, για επεξεργασία και σφράγιση ακάλυπτων επιταγών τους και για διαγραφή δυσμενών δεδομένων στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ». ΠΠρΑθ 711/2007, σελ. 1336.

ΠΤΩΧΕΥΣΗ

Μετά την κήρυξη της πτώχευσης μόνον ο πτωχός νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του. ΑΠ 1006/2007, σελ. 1300.

ΣΗΜΑ

Κατασκευή και εμπορία ρολογιών χειρός από γαλλική εταιρία, που φέρουν σήμα κατοχυρωμένο στη Γαλλία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παραγγελία από ελληνική εταιρία κατασκευής απομιμητικών αντιγράφων, χαμηλής ποιότητας των ρολογιών αυτών στην Κίνα και πώλησή τους στην Ελλάδα. Προσβολή της φήμης της κατασκευάστριας εταιρίας λόγω πρόκλησης σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό και προσβολή της διακριτικής δύναμης του σήματός της. ΕφΑθ 4407/2007, σελ. 1296.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

Σε περίπτωση σύμβασης αποκλειστικής διανομής χαρακτηριστική είναι η παροχή του αποκλειστικού διανομέα. Άρα, εάν αυτός έχει την επαγγελματική του εγκατάσταση στην Ελλάδα, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο. Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου και διαφορά του από τον αποκλειστικό διανομέα. Προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί εμπορικής αντιπροσωπείας στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Αποζημίωση πελατείας. Άκαιρη καταγγελία διαρκούς αορίστου χρόνου σύμβασης. ΠΠρΠειρ 3496/2007, σελ. 1329.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ

Έννοια σύμβασης franchising. Σύμβαση πλαίσιο. Κύριες υποχρεώσεις συμβαλλομένων. Λύση σύμβασης ορισμένου χρόνου με έκτακτη καταγγελία. Έννομες συνέπειες. Η ρήτρα περί αποκλειστικής προμήθειας από το δότη όλων ανεξαιρέτως των προϊόντων που θα χρησιμοποιεί ο λήπτης δεσμεύει υπερβολικά την επιχειρηματική του ελευθερία και είναι εν μέρει άκυρη. ΕφΑθ 2817/2007 (σημ. Δ. Κωστάκης), σελ. 1327.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, ο οποίος έχει δικαίωμα να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει πρωτοβουλίες στον εργαζόμενο, εφόσον η άφεση αυτή δεν καταλύει την υποχρέωση υπακοής στον εργοδότη και δεν δημιουργεί δικαίωμα ελεύθερης από τον έλεγχο αυτού, υπηρεσιακής δράσης. Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη. ΑΠ 1855/2007, σελ. 1344.

ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

Αυτοκινητικό ατύχημα - Χρηματοδοτική μίσθωση (leasing) αυτοκινήτου - Ζημίες αυτοκινήτου στο ατύχημα. Επί αυτοκινητικού ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου επέρχονται ζημίες σε αυτοκίνητο-μίσθιο στο πλαίσιο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, ο μισθωτής έχει κατά του ζημιώσαντος (και του ασφαλιστή του) αξιώσεις και για την αποκατάσταση της βλάβης και για την μείωση της αξίας του αυτοκινήτου. Γνωμ. Ι. Σπυριδάκης, σελ. 1268.

Χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτου. Σε περίπτωση ζημίας ή ολικής καταστροφής του από υπαιτιότητα τρίτου, την αξίωση αποζημίωσης έχει ο μισθωτής, ο οποίος από πλευράς υποχρεώσεων και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως κάτοχος κατά την έννοια του άρθρου 4 Ν ΓΝ/1911. ΑΠ 1661/2007 (σημ. Β. Οικονομίδης), σελ. 1325.

ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΗ

Ο τριτεγγυητής ευθύνεται εις ολόκληρον παράλληλα προς τον οφειλέτη υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε, όχι όμως έναντι αυτού. Εάν δεν καθορίζεται το πρόσωπο του υπέρ ου η τριτεγγύηση, η εικαζομένη βούληση του τριτεγγυητή αναζητείται με βάση τον ειδικό κανόνα του άρθρου 31 παρ. 4 εδ. β΄ του Ν 5325/1932 και όχι με προσφυγή στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Επί τριτεγγύησης χωρίς σημείωση του υπέρ ου, σε συναλλαγματική που έχει εκδοθεί ονομαστική, έχει κατ’ ανάγκη δοθεί υπέρ του αποδέκτη, αφού ο εκδότης θα είναι πάντοτε κομιστής της. ΑΠ 1403/2007, σελ. 1321.

ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Ενέχυρο απαίτησης άρθρων 39 και 44 ΝΔ από 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» για εξασφάλιση απαίτησης τράπεζας από ανοικτό λογαριασμό. Η τράπεζα με την είσπραξη της ενεχυριασθείσας χρηματικής απαίτησης αποκτά ενέχυρο σε χρήματα, δικαιούμενη απλώς και μη υποχρεούμενη να συμψηφίσει μ’ αυτά την ασφαλιζόμενη απαίτησή της. ΠΠρΞάνθης 92/2005 (σημ. Π. Μάζης), σελ. 1309.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η φορολογική αρχή οφείλει σύμφωνα με το συνταγματικά κατοχυρωμένο κατ’ άρθρο 20 Σ δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, να διασφαλίζει στον φερόμενο ως παραβάτη την ευχέρεια να εκθέσει τις απόψεις του επιδίδοντας σε αυτόν σχετικό σημείωμα με κλήση για παροχή εξηγήσεων, εκτός εάν είναι ιδιαιτέρως δυσχερής η επίδοση του παραπάνω σημειώματος, γεγονός που πρέπει να βεβαιώνεται με ειδική αιτιολογία. ΣτΕ Ολ 2370/2007 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1367.

Επί προσφυγής κατά πράξεως καταλογιστικής φόρου ή επιβολής χρηματικής κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, χωρεί, αντιστοίχως, αίτηση αναστολής εκτέλεσης, εφόσον (και καθ’ ο μέρος) η προσβαλλόμενη πράξη δεν αναστέλλεται από μόνη της ασκήσεως της προσφυγής. Η χορήγηση όμως της εν λόγω αναστολής αποκλείεται, αν, κατά το χρόνο που ζητείται, έχει ήδη εκτελεσθεί η προσβαλλόμενη πράξη. ΣτΕ Ολ 2040/2007 (σημ. Ι.Γ. Φωτόπουλος), σελ. 1369.

ΦΟΡΟΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Ο φόρος αυτομάτου υπερτιμήματος έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τη φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων με συνέπεια η νομιμότητα των φύλλων ελέγχου φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων να επηρεάζει τη νομιμότητα των φύλλων ελέγχου αυτομάτου υπερτιμήματος και ως εκ τούτου οι σχετικές πράξεις επιβολής των κύριων φόρων καθώς και οι παρεπόμενες των προστίμων λόγω υποβολής ανακριβών δηλώσεων να παρίστανται συναφείς. ΔΕφΑθ 270/2006, σελ. 1374.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ

Το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο ως μηχανισμός προστασίας του επενδυτή στην περίπτωση οριστικής αδυναμίας της ΕΠΕΥ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της. Στην παρούσα μελέτη διατυπώνεται η άποψη ότι οι διατάξει των άρθρων 63 επ. του Ν 2533/1997 σχετικά με την λειτουργία του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου θα πρέπει να ερμηνεύονται από τα ελληνικά δικαστήρια, που καλούνται να κρίνουν αγωγές επενδυτών κατά του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, υπό το πρίσμα των διατάξεων της Κοινοτικής Οδηγίας 93/7/ΕΚ που ενσωματώνουν, η οποία αναγνωρίζει την κάλυψη από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο και των αξιώσεων των επενδυτών που απορρέουν από την απώλεια ή την υπεξαίρεση των κεφαλαίων των επενδυτών τα οποία κατατέθηκαν σε ΕΠΕΥ προς μελλοντική παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Μελ. Α. Μήτσου, σελ. 1282.

Οδηγία 89/592/ΕΟΚ. Πράξεις προσώπων που είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών. Έννοιες της «εμπιστευτικής πληροφορίας» και της «χρήσεως εμπιστευτικής πληροφορίας». Προσυνεννοημένες χρηματιστηριακές πράξεις. Τεχνητή αύξηση της τιμής πωληθεισών μετοχών. ΔΕΚ Υπόθ. C-391/2004, απόφ. της 10.5.2007 (σημ. Ν. Βερβεσός), σελ. 1313.