ΜΠρΘεσ 20465/2012

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 2/2013, Μάιος - Ιούνιος - Ιούλιος - Αύγουστος

Περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς

Εκδίδεται από το 2007

Διατίθεται μέσω του περιοδικού ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Δικαστής: Ε. Αρβανίτου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Α. Αρβανιτίδου, Α. Ευστρατιάδης, Ν. Σύρμας,
Σ. Γεωργούλας, Χ. Κοσματόπουλος

Διατάξεις: άρθρα 200, 281, 288, 361, 847, 873, 914 ΑΚ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ. ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑ.

Η διαφορά μεταξύ της εγγύησης και της εγγυοδοσίας συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, ανεξάρτητη (αυτοτελής) και όχι επικουρική. Στην εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγύησης και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της σύμβασης κατ’ άρθρο 361 ΑΚ. Βάσει των αρχών της καλής πίστης, ιδρύεται υποχρέωση της τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, των οποίων αναδέχθηκε τη διαχείριση, ενημερώνοντας αυτούς με ακρίβεια για τα όρια, μέχρι τα οποία μπορεί να εκτεθεί η διαχείρισή της και να αρνείται ρητώς την εκτέλεση των εντολών, τις οποίες δεν μπορεί να διεξαγάγει. Αποταμιευτικό πρόγραμμα 15ετούς διάρκειας καλυπτόμενο από εγγυοδοτική σύμβαση ευθύνης. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα της εγγυοδοτικής σύμβασης αποτελεί η έγγραφη κατάρτισή της και η διατύπωση ρητής και σαφούς προς τούτο υπόσχεσης. Περαιτέρω, για την εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ απαιτείται η ύπαρξη ενοχικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Η γενική και αόριστη αναφορά περί υποχρέωσης των εναγομένων να ενημερώσουν σχετικά τον ενάγοντα περί της οικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας, προκειμένου να ασκήσει το συμβατικό δικαίωμα εξαγοράς του ασφαλιστηρίου και να εισπράξει το εγγυημένο κεφάλαιο πέραν της υπεραπόδοσης δεν δύναται να ληφθεί ως αδικοπρακτική συμπεριφορά, τελούμενη με παράλειψη άνευ άλλου τινός ενισχυτικού γεγονότος, ήτοι ότι πράγματι οι εναγόμενες γνώριζαν και παρέλειψαν να τον ενημερώσουν αποτρέποντας τη σε βάρος του δημιουργηθείσα κατάσταση.

[…] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη. Με βάση τα ανωτέρω, η σύμβαση της εγγυήσεως διαφέρει από την εγγυοδοσία, δηλαδή την εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεόγραφα κ.λπ. από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του. Η εγγυοδοτική σύμβαση αποτελεί ένα ιδιαίτερο είδος εξασφαλιστικής σύμβασης, η οποία περιέχει υπόσχεση τρίτου (εγγυοδότη) προς το δανειστή («δικαιούχο τρίτο», «λήπτη ή δέκτη της εγγυοδοσίας») για την επέλευση ενός από το νόμο επιτρεπομένου αποτελέσματος ή για την επέλευση μιας απειλούμενης ζημίας του κυρίως με την άμεση καταβολή του οφειλομένου ποσού χωρίς την προσφυγή στη δικαστική οδό για το σκοπό αυτό.

Η εγγυοδοσία είτε καθορίζεται από το νόμο ή επιβάλλεται από δικαστική απόφαση (αναγκαστική εγγυοδοσία), είτε προβλέπεται από τη συγκεκριμένη σύμβαση (συμβατική εγγυοδοσία). Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, ανεξάρτητη (αυτοτελής) και όχι επικουρική. Έτσι, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της συμβάσεως κατ’ άρθρο 361 ΑΚ (βλ. Μάρκου, «Η αιτία στις εγγυοδοτικές συμβάσεις», ΕλλΔνη 35,267, ΑΠ 1261/2004 Nomos, ΕφΘεσ 1350/2000 Αρμ 2001,216, ΕφΑθ 2249/1986 ΕλλΔνη 27,693). Εξάλλου η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, όπου η ευθύνη του οφειλέτη (εγγυοδότη) έχει αυτόνομο -μη παρεπόμενο-χαρακτήρα λ.χ. στην περίπτωση της εγγυοδοτικής σύμβασης προς εξασφάλιση απαίτησης, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης (και άρα ο εγγυοδότης δεν έχει σχετικά την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού), διότι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση είναι η εξασφάλιση του εγγυολήπτη με την παροχή σε αυτόν μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης από το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης αξίωσης. Ερευνάται μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει σαφώς η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση, για τη δυνατότητα του εγγυολήπτη να στραφεί κατά του εγγυοδότη (βλ. Γεωργιάδη, «Η εξασφάλιση των Πιστώσεων», 2001, σελ. 124-5 και 131-2). Εξάλλου η αυτοτέλεια και το αναιτιώδες είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αφηρημένης υπόσχεσης χρέους κατά την 873 ΑΚ. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω όταν οι συμβαλλόμενοι της εγγυητικής σχέσης θέλησαν να καταρτίσουν όχι απλά ένα είδος εγγύησης του ΑΚ, όπως π.χ. συμβαίνει, όταν θέλησαν τα μέρη απλώς να αποκλείσουν την εφαρμογή της ένστασης δίζησης, οπότε η οφειλή του εγγυητή διατηρεί τον παρεπόμενο χαρακτήρα της, αλλά όταν τα μέρη θέλησαν με την εγγυοδοτική σύμβαση να δημιουργήσουν μια αυτοτελή και αναιτιώδη υποχρέωση του τρίτου (εγγυητή), πρέπει να γίνει δεκτό, ότι στην περίπτωση αυτή θα πρόκειται κατά κανόνα για υποχρέωση , η οποία αποτελεί αφηρημένη ενοχή κατά την έννοια του 873 ΑΚ. Για να είναι όμως η εγγυοδοτική αυτή σύμβαση έγκυρη ως αφηρημένη ενοχή πρέπει επιπλέον η υπόσχεση του εγγυοδότη να γίνει εγγράφως (βλ. Μάρκου, ό.π. ΕλλΔνη 35,269).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, αναγκαστικού δικαίου κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», αφορά στην εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις. Η προαναφερόμενη αρχή λειτουργεί, τόσο ως συμπληρωματική, όσο και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων και χωρίς απαραίτητα τη συνδρομή ειδικών συνθηκών εξ αιτίας των οποίων να μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να εκπληρωθούν στο συμφωνημένο μέτρο οι συμβατικές παροχές, αλλά αρκεί ότι απαιτεί τη συμπλήρωση ή διόρθωση η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1801/2011 Nomos). Εξ άλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση της τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, των οποίων αναδέχθηκε τη διαχείριση, ενημερώνοντας αυτούς με ακρίβεια για τα όρια, μέχρι τα οποία μπορεί να εκταθεί η διαχείριση της, και να αρνείται ρητώς την εκτέλεση εντολών, τις οποίες δεν μπορεί να διεξαγάγει. Έτσι, η παράλειψη της τράπεζας να προβεί σε μια τέτοια ενημέρωση, όταν αυτή είναι αναγκαία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης κατά την καλή πίστη ενέργειας, η οποία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιποί όροι, ανάγεται σε αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως. Εξάλλου, στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και συνεπώς υποχρεώσεως του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος, περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας, και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ζημίας. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Ως ζημία νοείται κάθε μείωση ή μη επαύξηση της περιουσίας του προσώπου χωρίς τη θέλησή του. Για να είναι ο υπαίτιος υπόχρεος προς ανόρθωση της ζημίας, πρέπει αυτή να είναι είτε βεβαία και ενεστώσα, δηλαδή να έχει επέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είτε και μέλλουσα. Το αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων εκθέτει ότι περί των τελών του έτους 1996 μετέβη σε κατάστημα της 2ης των εναγομένων στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να πραγματοποιήσει τραπεζικές συναλλαγές ενόψει του ότι διατηρούσε σ’αυτήν λογαριασμό καταθέσεων, ότι επ’ ευκαιρία της ως άνω επίσκεψης του ενημερώθηκε από υπάλληλο της δεύτερης των εναγομένων περί της δημιουργίας από την τελευταία σε συνεργασία με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία *** ενός αποταμιευτικού προγράμματος με την ονομασία *** δεκαπενταετούς διάρκειας, ότι σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ του ιδίου και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας καταρτισθείσας ασφαλιστικής σύμβασης η τελευταία υποχρεούτο κατά την λήξη του εν λόγω προγράμματος να καταβάλει στον υιό του ενάγοντος, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου θα καταρτιζόταν το συμβόλαιο, το ποσόν των 12.592,00 € εφάπαξ ή το ποσόν των 35,00€ περίπου μηνιαίως, εφ’ όρου ζωής πέραν δε των ποσών αυτών θα αποδίδονταν και το ποσόν των 6.803,67 ευρώ, ότι προσήλθε στην υπογραφή του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό τις διαβεβαιώσεις του υπαλλήλου της δεύτερης των εναγομένων ότι το εν λόγω πρόγραμμα καλυπτόταν με το κύρος και την αξιοπιστία της προστήσασας αυτόν τραπεζικής εταιρίας, ότι αγνοούσε την ύπαρξη της πρώτης των εναγομένων περί της οποίας πληροφορήθηκε σε μεταγενέστερο της κατάρτισης της ως άνω σύμβασης χρόνο από την επισκόπηση του περιεχομένου αυτής ως και των σχετικών συνοδευτικών εγγράφων, όπου αναφερόταν ρητώς αυτή και όχι η δεύτερη των εναγομένων, ως θεωρούσε.

Περαιτέρω, ο ενάγων εκθέτει ότι τηρούσε ανελλιπώς τις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει δυνάμει της σύμβασης αυτής καταβάλλοντας, μηνιαίως, τα ορισθέντα ασφάλιστρα, ότι το Φεβρουάριο του 2009 διεπίστωσε ότι η αντισυμβαλλόμενη αυτού και εκδότρια του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου απορροφήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία *** προ επταετίας δίχως να ενημερωθεί προς τούτο αρμοδίως και επισήμως, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, ότι στις 25.2.2010 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ως άνω καθολικής διαδόχου λόγω έλλειψης αξιοπιστίας και αφερεγγυότητάς της ως ανήκουσα στον όμιλο *** και τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης, ότι ένεκα της εξέλιξης αυτής αναστέλλεται η πληρωμή των ασφαλίστρων του χαρτοφυλακίου ζωής ως και η ικανοποίηση από τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με συνέπεια να μη δύναται να υποβληθεί αίτημα πρόωρης εξαγοράς του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων επικαλούμενος ότι καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και των εναγομένων, ανωνύμων εταιρειών, εγγυοδοτική σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβαν οι τελευταίες να καλύπτουν τον κίνδυνο μη συνέχισης του προγράμματος με την ονομασία ***, γι’ οιαδήποτε αιτία, δηλώνοντας η πρώτη αυτών με τις απευθυνόμενες σ’αυτόν επιστολές της ότι «το εν λόγω ασφαλιστικό πρόγραμμα αποτελεί προϊόν της πρώτης των εναγομένων και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ***, ότι φέρει την εγγύηση ποιότητα της *** και ότι οτιδήποτε και αν συμβεί το πρόγραμμα θα συνεχισθεί μέχρι τη λήξη του ή το 25° έτος της ηλικίας του παιδιού, επιβραβεύοντας δε τον για την επιλογή του και ευχαριστώντας τον για την επιδειχθείσα σ’ αυτήν εμπιστοσύνη, ότι οι ανωτέρω δηλώσεις των εναγομένων δηλώνουν τη βούληση των εναγομένων ανάληψης έναντι αυτού της εγγυοδοτικής ευθύνης για την καλή λειτουργία της ως άνω σύμβασης, με την καταβολή σ’ αυτόν του οφειλόμενου ποσού της εξαγοράς, το οποίο το έτος 2010 ανήρχετο στο ποσόν των 13.550,00€.

Επικουρικά δε ζητεί, κατ’ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι οι εναγόμενες γνώριζαν ή άλλως όφειλαν να γνωρίζουν την οικονομική κατάσταση της καθολικής διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας και να ενημερώσουν αυτόν άμεσα, με τον οποίο διατηρούσαν μακροχρόνια συνεργασία, προκειμένου να ασκήσει αυτός έγκαιρα το συμβατικό του δικαίωμα εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στις αρχές του 2009. Κατόπιν τούτων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες ευθυνόμενες σ’ ολόκληρον να του καταβάλουν το ποσόν των 13.500,00 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής επικαλούμενος τη μεταξύ αυτών εγγυοδοτική σύμβαση, άλλως το ποσόν των 11.207,57 ευρώ, επικαλούμενος την παραβίαση εκ μέρους των εναγομένων των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ με το νόμιμο τόκο από τότε που όφειλαν να τον ενημερώσουν, άλλως από 1.4.2009, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν στη δικαστική του δαπάνη.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, η σωρευθείσα στο υπό κρίση δικόγραφο αγωγή, η θεμελίωση της οποίας επιχειρείται στις διατάξεις περί εγγυοδοτικής σύμβασης τυγχάνει μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, ο ενάγων δεν ισχυρίζεται, ως όφειλε, προς θεμελίωση της απορρέουσας από την απ’ αυτόν επικαλούμενη μεταξύ των διαδίκων εγγυοδοτική σύμβαση ευθύνης, ότι αυτή καταρτίστηκε εγγράφως, και ότι αμφότερες των εναγομένων διατύπωσαν ρητώς και σαφώς την υπόσχεση για τη μη επέλευση απειλούμενης ζημίας με την άμεση καταβολή χρηματικού ποσού, το οποίο άλλωστε ουδόλως προσδιορίζεται, χωρίς προσφυγή στη δικαστική οδό για το σκοπό αυτό. Οι αναφορές στο υπό κρίση δικόγραφο περί χρήσης από μέρους της πρώτης των εναγομένων στις απευθυνόμενες σ’ αυτόν επιστολές, των πανηγυρικών εκφράσεων «συγχαρητήρια για την απόφασή σας να αποκτήσετε το παιδικό αποταμιευτικό πρόγραμμα ***, που ετοίμασαν η *** insurance services SA και η ***», «έτσι ο,τιδήποτε και να συμβεί το πρόγραμμα θα συνεχιστεί μέχρι τη λήξη του ή μέχρι το 25°ετος του παιδιού και η εγγύηση ποιότητας της *** εξασφαλίζει την άμεση επιστροφή των χρημάτων σας, εφόσον μας επιστρέψετε το συμβόλαιο σε 15 ημέρες από την ημερομηνία ταχυδρόμησής του», ουδόλως δύναται να εκληφθούν ως απευθυντέα στον ενάγοντα δήλωση βούλησης εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων, την οποία αυτός αποδέχθηκε, προκειμένου να συναφθεί μεταξύ αυτής και του ενάγοντος εγγυοδοτική σύμβαση.

Εξάλλου, ο ενάγων ενώ επικαλείται ότι μεταξύ αυτού και της πρώτης των εναγομένων καταρτίστηκε εγγυοδοτική σύμβαση με τον ως άνω τρόπο και μάλιστα ταυτόχρονα με την κατάρτιση της κύριας -ασφαλιστικής- σύμβασης, ο ίδιος αναφέρει ρητά στο υπό κρίση δικόγραφο ότι αγνοούσε την ύπαρξη αυτής, την οποία μάλιστα πληροφορήθηκε το πρώτο όταν σε μεταγενέστερο χρόνο διέκρινε το λογότυπο αυτής στο συνοδευτικό της ασφαλιστικής σύμβασης έντυπο υλικό, όπου αναφερόταν αυτή και όχι η δεύτερη των εναγομένων, γεγονός μάλιστα που του προκάλεσε εντύπωση. Οσο αφορά δε στη δεύτερη των εναγομένων, επικαλείται ότι αυτή ανέλαβε έναντι αυτού τη δέσμευση για την καλή λειτουργία της κύριας σύμβασης διότι ο προστηθείς αυτής, ο οποίος παρουσίασε σ’ αυτόν (ενάγοντα) το εν λόγω πρόγραμμα, και τους όρους αυτούς, παρείχε διαβεβαιώσεις περί της καλής λειτουργίας αυτού (προγράμματος), επικαλούμενος το κύρος της προστήσασας αυτόν εταιρείας και ήδη δεύτερης εναγόμενης, χωρίς περαιτέρω να επικαλείται ότι η τελευταία ανέλαβε με έγγραφη συμφωνία ρητώς και σαφώς τη δέσμευση, να καταβάλει σ’ αυτόν (ενάγοντα) οιοδήποτε ποσό σε περίπτωση επέλευσης ζημιάς ή μη επιτρεπτού από το νόμο αποτελέσματος.

Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή δεν μπορεί να θεμελιωθεί αυτοτελώς στη διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ. Και τούτο, διότι, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η ύπαρξη ενοχικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, η οποία, κατά τα γενόμενα δεκτά παραπάνω, δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, ο ενάγων, επικαλείται ότι τηρεί λογαριασμό καταθέσεων στη δεύτερη των εναγομένων δηλαδή συνδέεται μ’ αυτήν με σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ως προς την οποία, όμως, σύμβαση δεν επικαλείται πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της δεύτερης εναγόμενης αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την ευθύνη αυτής και σ’ άλλα προϊόντα» μη τραπεζικά προϊόντα, επικαλούμενος ότι όφειλε, αυτή, στα πλαίσια της εμπιστευτικού χαρακτήρα σχέσης, που δημιουργήθηκε μεταξύ αυτής και του ιδίου - πελάτη της και ως μεγάλος τραπεζικός οργανισμός, με θέση οικονομικά πολύ πλεονεκτικότερη από εκείνη του ιδίου, ως και η πρώτη των εναγομένων υπό την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα να τον ενημερώσουν περί τις αρχές του 2009 για την κατάσταση και την εξέλιξη της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ***, την οποία γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν λόγω των ως άνω ιδιοτήτων τους. Εν προκειμένω δε, ο ενάγων αναζητά τη θεμελίωση ευθυνών στις εναγόμενες για γεγονότα, που συνέβησαν δεκατρία (13) χρόνια μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ήτοι για την παράλειψη, ως επικαλείται, παροχής σ’ αυτόν πληροφοριών, που δεν άπτονται του περιεχομένου της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης αλλά της οικονομικής κατάστασης και της εν γένει εξέλιξης της καθολικής διαδόχου της αρχικής συμβαλλόμενης αυτού.

Περαιτέρω δε, δεν επικαλείται, ότι οι εναγόμενες προέβησαν στην εν λόγω συμπεριφορά προτάσσοντας τα δικά τους συμφέροντα σε βάρος του ατομικού συμφέροντος του ενάγοντος - πελάτη τους, ενεργώντας ενάντια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και γι΄ αυτό το λόγο η εν λόγω συμπεριφορά της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν οι ως άνω αρχές, καθόσον ούτε και ο ίδιος αποδίδει με το υπό κρίση δικόγραφο συγκεκριμένη συμπεριφορά σε προστηθέντα υπάλληλο αυτών, η οποία συνέτεινε στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος. Η γενική και αόριστη αναφορά περί υποχρέωσης των εναγομένων να τον ενημερώσουν έγκαιρα περί της οικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία *** ήτοι στις αρχές του 2009 προκειμένου να ασκήσει το συμβατικό δικαίωμα εξαγοράς του ασφαλιστηρίου και να εισπράξει το εγγυημένο κεφάλαιο πέραν της υπεραπόδοσης δεν δύναται να ληφθεί ως αδικοπρακτική συμπεριφορά, τελούμενη με παράλειψη άνευ άλλου τινός ενισχυτικού γεγονότος ήτοι ότι πράγματι οι εναγόμενες γνώριζαν και παρέλειψαν να τον ενημερώσουν αποτρέποντας τη σε βάρος του δημιουργηθείσα κατάσταση. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, τα δε δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν στο σύνολο τους κατ’ εφαρμογή του άρθρου 179 ΚΠολΔ δεδομένου ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίων που εφαρμόσθηκαν οι οποίοι αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και τα προς επίλυση νομικά θέματα αναφορικά με τις σωρευόμενες βάσεις της ένδικης αγωγής και τον αριθμό των αγωγικών αιτημάτων, ιδιαίτερα περίπλοκα. Απορριπτόμενης δε της αγωγής, παρέλκει η εξέταση της προσεπίκλησης των εναγομένων της ως άνω κύριας αγωγής, με την οποία ανακοινώνουν στην τελούσα σ’ εκκαθάριση ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ***, τη μεταξύ αυτών και της κυρίως ενάγουσας εκκρεμή δίκη, στην οποία την προσεπικαλούν να παρέμβει, στην οποία εκθέτουν ότι σε βάρος τους ασκήθηκε η κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν αυτολεξεί και ότι περαιτέρω αυτή (καθής η προσεπίκληση) τυγχάνει ο φορέας των υποχρεώσεων που απορρέουν από το εν ισχύ επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που έχει ενταχθεί στον ενδεικτικό κατάλογο του ενεργού χαρτοφυλακίου ατομικών συμβολαίων ζωής της καθής η προσεπίκληση, διότι αυτή (προσεπίκληση) έχει επικουρικό χαρακτήρα και εξετάζεται μόνο σε περίπτωση αποδοχής της κύριας αγωγής (ΑΠ 1206/1989 ΕΕΝ 1980,481).

[Απορρίπτει την αγωγή.]