ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 4/2019, Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2019

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΓΙΑΛΟΣ

Επανακαθορισμός οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας - Αιτιολογία - Θιγόμενοι ιδιοκτήτες. Ο επανακαθορισμός της οριογραμμής του αιγιαλού, και, κατά συνεκδοχή, των οριογραμμών της παραλίας, πλην της περιπτώσεως μεταβολής του αιγιαλού συνεπεία φυσικών φαινομένων, διενεργείται όταν αποδεδειγμένως, συνεπεία πλάνης περί τα πράγματα, εχώρησε εσφαλμένος καθορισμός της οριογραμμής αυτής (πρβλ. ΣτΕ 1256, 1257/2018, 1042/2017, 2245/2014, 1389/2016). Περαιτέρω, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται αίτηση επανακαθορισμού πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον έλεγχο της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων για τον επανακαθορισμό, να στηρίζεται δε σε εκτίμηση αντικειμενικών δεδομένων και στοιχείων, που συναρτώνται με φυσικά φαινόμενα, καθώς και τεχνικές κρίσεις ως προς το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας, τη μορφολογία και τη βαθυμετρία του θαλάσσιου πυθμένα, τον κυματισμό, ο οποίος επηρεάζει την παράκτια ζώνη και τη γεωμορφολογία του εδάφους όπου περιλαμβάνεται η τυχόν ύπαρξη βλαστήσεως, η οποία αποτελεί κατά τεκμήριο τη φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού. ΣτΕ 661/2019, [παρατ. Φ. Ζυγούρη],

σελ. 629.

ΑΠΟΒΛΗΤΑ

Η διαχείριση και εναπόθεση προϊόντων εκσκαφών (γνωμοδότηση). Η παρούσα γνωμοδότηση απαντάει στα ερωτήματα: α. εάν θεωρούνται απόβλητα οι βράχοι που εξορύσσονται σε εργοτάξιο αδειοδοτημένου έργου και οι μικρότερες πέτρες που προκύπτουν από τη θραύση, οι οποίες χρησιμοποιούνται για επίχωση, β. ποιοι είναι οι όροι και προϋποθέσεις για την προσωρινή μόνιμη απόθεση προϊόντων εκσκαφών, καθώς και γ. εάν η κατάργηση όλων των αδειών εγκρίσεων για τη διαχείριση αποβλήτων έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του κυρίου του έργου από την υποχρέωση να συμβληθεί με σύστημα εναλλακτικής διαχείρησης αποβλήτων. Μελέτες, Γ. Μπάλιας,

σελ. 531.

Αποχαρακτηρισμός αποβλήτων και προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Χρήση βιορευστού ως πηγής τροφοδοσίας σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-212/18,

σελ. 663.

ΔΑΣΗ – ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

Εξαίρεση έκτασης από την αναδάσωση - Αιτιολογία - Οικισμοί. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικώς αναδασωτέα με μόνη την αντικειμενική διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων που προβλέπει η ως άνω συνταγματική διάταξη, η δε απόφαση περί αναδασώσεως πρέπει να αιτιολογείται πλήρως ως προς το χαρακτήρα της έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης, η αιτιολογία, όμως, αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (βλ. ΣτΕ 4553/2015, 3168/2015, 2728/2013, 3428/2011, 4659/2011, κ.ά.). Δεν έχουν, καταρχήν, το χαρακτήρα δάσους και δασικής έκτασης, μεταξύ άλλων, εκτάσεις συμπεριλαμβανόμενες εντός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του 1923. Ως οικισμοί δε προϋφιστάμενοι του έτους 1923 νοούνται όχι μόνον εκείνοι που έχουν νομίμως οριοθετηθεί, αλλά και εκείνοι, για τους οποίους προκύπτει ότι πράγματι προϋπήρχαν του έτους 1923, έστω και αν δεν έχουν νομίμως οριοθετηθεί. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση, η αρμόδια για την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας διοικητική αρχή, σε συνεργασία, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με την πολεοδομική αρχή, οφείλει να εκφέρει δική της αιτιολογημένη κρίση, αφενός μεν ως προς το ζήτημα αν υφίσταται πράγματι στην περιοχή οικισμός προϋφιστάμενος του 1923 και αφετέρου αν το συγκεκριμένο ακίνητο εμπίπτει στα πραγματικά όρια του εν λόγω οικισμού (πρβλ. ΣτΕ 4457/2005, 4454/2005, 282/2005, 1578/2003). ΔΕφΑθ 1475/2019, [παρατ. Φ. Χλύκα],

σελ. 664.

Αναδασωτέα έκταση – Αιτιολογία - Αντιρρήσεις. Εφόσον ορισμένη έκταση έχει ήδη κηρυχθεί ως αναδασωτέα, τα όργανα, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει ο χαρακτηρισμός εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του Ν 998/1979, δεσμευόμενα από την μη ελεγχόμενη πάντως παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και, ως εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Όπως έχει κριθεί, καθ’ερμηνεία του άρθρου 3 του Ν 998/1979 (Α΄ 289), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 1-5 αυτού με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3208/2003 (Α΄ 303) και του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, η απόφαση του δασάρχη και των οικείων επιτροπών σχετικά με το χαρακτήρα ορισμένης εκτάσεως ως δάσους ή δασική εκτάσεως ή μη πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με την περιγραφή της μορφολογίας του εδάφους, του είδους της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 4933/2014, 4436/2014, 2937/2014). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, κρίσιμη για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλαστήσεως (δενδρώδους ή θαμνώδους), η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς η ενότητα αυτή δύναται να συνάγεται από τα χαρακτηριστικά της άγριας ξυλώδους βλαστήσεως, τα οποία περιγράφονται στα στοιχεία του φακέλου (ΑΕΔ 27/1999, ΣτΕ 2937/2014, 4247/2009). ΣτΕ 652/2019, [παρατ. Δ. Μπατσούλας],

σελ. 640.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ

Η θεσμική αξιολόγηση και η τεχνική διαχείριση της ηχορύπανσης: εθνικές διαστάσεις, κοινοτικές και διεθνείς παράμετροι. Ιστορικά, η έννοια του θορύβου ερμηνεύτηκε και αξιολογήθηκε ως επακόλουθο της έννοιας της «οικολογικής γειτνίασης». Η εννοιολογική αυτή προσέγγιση αποτέλεσε εφαλτήριο για την σύζευξη της αναζήτησης των τεχνικών προδιαγραφών με την διερεύνηση ουσιαστικών κανόνων δικαίου, δεκτικών ερμηνειών που υπαγορεύονται από τον κοινωνικό χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. H Ευρωπαϊκή Κοινότητα, στο πλαίσιο της συντρέχουσας αρμοδιότητάς της, επιχείρησε να αντιμετωπίσει το θέμα της διαχείρισης και καταπολέμησης του θορύβου με τη χάραξη μιας κοινής πολιτικής για την καταπολέμηση των εκπομπών θορύβου και με την ευαισθητοποίηση των πολιτών για τις συνέπειες που συνεπάγεται η έκθεσή τους σε ηχητικές οχλήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η ουσιαστική προσπάθεια συνολικής αξιολόγησης και διαχείρισης των περιβαλλοντικών θορύβων και ουσιαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος του θορύβου στην πηγή του, «ενσαρκώθηκε» με την θέσπιση της οδηγίας 2002/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου. Πέραν ωστόσο της θεσμικής ευρωπαϊκής προσέγγισης στο θέμα της ηχορύπανσης, πρωτεύουσα σημασία διαλαμβάνουν οι δικονομικές εγγυήσεις εφαρμογής του περιεχομένου της οδηγίας σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, όπου μείζον ρόλο καταλαμβάνουν, αφενός ο συνδυασμός των κριτηρίων της αποτελεσματικότητας, της αναλογικότητας και της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου η ενεργή συμμετοχή αξίωση της κοινωνίας των πολιτών για μια βιώσιμη ανάπτυξη. Μελέτες, Χ. Πέτρου,

σελ. 560.

Διαχείριση θνησιμότητας παραγωγικών ζώων: Σχεδιασμός, κοστολόγηση και επιλογές χρηματοδότησης ενός εθνικού προγράμματος συλλογής και διάθεσης νεκρών ζώων. Στόχος του άρθρου είναι η ολοκληρωμένη και ορθολογική μελέτη της διαχείριση της θνησιμότητας των παραγωγικών ζώων, με την εφαρμογή ενός εθνικού προγράμματος διαχείρισης νεκρών ζώων, προκειμένου η Ελλάδα και οι κτηνοτρόφοι εντός της επικράτειάς της να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν α) η καταγραφή και αξιολόγηση των διαθέσιμων μεθόδων διαχείρισης της θνησιμότητας των ζώων εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τους υγειονομικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους που συνδέονται με κάθε επιλογή διάθεσης, β) η αναφορά σε διεθνείς πρακτικές και σε ευρωπαϊκά εθνικά σχέδια άλλων κρατών, προκειμένου να διασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς που θέτει η ενωσιακή νομοθεσία ως προς τη διαχείριση της θνησιμότητας των ζώων και γ) η μελέτη ενός εθνικού προγράμματος διαχείρισης της θνησιμότητας των ζώων στη Χώρα μας, αναλύοντας τα διαθέσιμα στοιχεία ζωικού κεφαλαίου και υποδομών διαχείρισης ανά Περιφέρεια, εκτιμώντας το κόστος συλλογής και διάθεσης και τέλος προτείνοντας εναλλακτικές επιλογές χρηματοδότησης. Το παρόν άρθρο ευελπιστεί να συμβάλλει στον καλύτερο σχεδιασμό των προγραμμάτων συλλογής και διαχείρισης νεκρών παραγωγικών ζώων στην Ελλάδα, με τις υπάρχουσες υποδομές σε μονάδες διαχείρισης και με την πρόσφατη αποτύπωση του ζωικού κεφαλαίου ανά Περιφέρεια, προτείνοντας λύσεις βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες για την καλύτερη αξιοποίηση των νεκρών ζώων. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν μπορούν να αξιοποιηθούν από την Ελληνική Πολιτεία για το σχεδιασμό και υλοποίηση ενός εθνικού προγράμματος διαχείρισης της θνησιμότητας των παραγωγικών ζώων καθώς και από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (κτηνοτρόφοι, μεταφορείς, συλλέκτες, διαχειριστές) και τους εν δυνάμει επενδυτές για τις ευκαιρίες και δυνατότητες όλων των εναλλακτικών τρόπων διαχείρισης και αξιοποίησης των ζωικών υποπροϊόντων. Απόψεις - Επικαιρότητα, Δ. Παπανικολάου, Φ. Κωνσταντακοπούλου,

σελ. 607.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων και πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-280/18,

σελ. 664.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Ευφυή κτίρια και ενέργεια: από την κατ’ αποκοπή επιβάρυνση στα ευφυή συστήματα μέτρησης. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την εξέλιξη της μέτρησης της κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια από την κατ’ αποκοπή επιβάρυνση στην δεκαετία του 1970 έως τα σημερινά συστήματα αυτοματισμού και ελέγχου. Η κατανάλωση ενέργειας είναι συνυφασμένη με την ενεργειακή απόδοση γενικά, η οποία αναλύεται από την γέννησή της έως το σημερινό ισχύον νομικό πλαίσιο, και την ενεργειακή απόδοση κτιρίων ειδικά, η οποία επίσης αναλύεται στο παρόν. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στην πολιτική της ασφάλειας ανεφοδιασμού της ΕΕ, καθώς η ενεργειακή απόδοση συνεισφέρει σε αυτήν, ενώ τέλος περιγράφονται κάποια ζητήματα εθνικής ασφάλειας, που συνδέονται άμεσα με τα ευφυή δίκτυα και τα ευφυή κτίρια. Μελέτες, Ν. Χαραμπίδου,

σελ. 540.

Μη εκτέλεση αποφάσεως αναφορικά με την παράλειψη προηγούμενης εκτιμήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την αδειοδότηση και κατασκευή αιολικού πάρκου. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-261/18,

σελ. 665.

Η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στο Ιράν και οι Πετρελαϊκές Διαφορές. Με αφορμή την συμπλήρωση σαράντα ετών από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στο Ιράν, θα συζητηθούν στην παρούσα μελέτη, η οποία συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος, οι πετρελαϊκές διαφορές που ανέκυψαν κατά την διάρκεια αυτή και επιλύθηκαν από το Διεθνές Δικαστήριο της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (εφεξής «ΔΔ-Ιράν/ΗΠΑ»). Αναπόφευκτα, γίνεται αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένης της υπόθεσης του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Διπλωματικό και Προξενικό Προσωπικό των ΗΠΑ στην Τεχεράνη και την διαμεσολάβηση της Αλγερίας, η οποία έλυσε το αδιέξοδο που είχε δημιουργήσει το διάταγμα απαγόρευσης κάθε επικοινωνίας με Αμερικανούς αξιωματούχους του Ayatollah Khomeini. Διεθνείς Διαφορές Ενέργειας,

σελ. 673.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ

Έγκριση Μεταφοράς ΣΔ για ρυμοτομική απαλλοτρίωση ακινήτου – Εξωσυμβατική αστική ευθύνη του Δημοσίου - Αντισυνταγματικότητα. Η διάταξη όμως αυτή του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν 3044/2002 είναι αντισυνταγματική κατά το μέρος που ισχυροποιεί τους συγκεκριμένους τίτλους ΜΣΔ που είχαν εκδοθεί πριν την έναρξη ισχύος του, ως αντίθετη και αυτή προς την ειρημένη διάταξη του άρθρου 24 του Συντάγματος και επομένως οι τίτλοι ΜΣΔ, οι εκδοθέντες υπό την ισχύ των αντισυνταγματικών διατάξεων του Ν 2300/1996, εξακολουθούν να είναι παράνομοι και άκυροι (ΣτΕ 2435/2017). Σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν και όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά, το Δικαστήριο, δεδομένου ότι ο ... ονομαστικός τίτλος ΜΣΔ, καθώς και ο εκδοθείς υπέρ των εναγουσών σε αντικατάστασή του λόγω κληρονομικής διαδοχής … ονομαστικός τίτλος ΜΣΔ, που χορηγήθηκαν, κατά τις διατάξεις του Ν 2300/1995, δυνάμει της ... πράξης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατόπιν ένταξης στο σχέδιο πόλεως Νέας Πεντέλης και χαρακτηρισμού ως κοινόχρηστου χώρου του προαναφερόμενου ακινήτου ήταν αρχήθεν παράνομοι και άκυροι και παρέμειναν παράνομοι και άκυροι και υπό το καθεστώς του Ν 3044/2002, με αποτέλεσμα, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου πρώτου του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που αποκλείουν τη στέρηση ιδιοκτησίας/περιουσίας προσώπου χωρίς την προηγούμενη καταβολή σε αυτόν αποζημίωσης, να μην καταβληθεί αποζημίωση για τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση του ένδικου ακινήτου, κρίνει ότι οι ενάγουσες δικαιούνται αποζημίωσης από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη έγκριση μεταφοράς συντελεστή δόμησης και έκδοσης σχετικού ονομαστικού τίτλου υπέρ αυτών. ΔΠρΑθ 13940/2019, [παρατ. Χ. Καυκά],

σελ. 642.

Κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών εντός δασικής έκτασης. Εξάλλου, στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου “Επείγοντα μέτρα για την εκτέλεση πράξεων κατεδάφισης και την αποκατάσταση ζημιών από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018” (Α΄149/10.8.2018), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του Ν 4576/2018 (Α΄196/27.11.2018), ορίζονται τα εξής: “Άρθρο Πρώτο. Επείγουσες ρυθμίσεις για την εκτέλεση πράξεων κατεδάφισης. 1. α) Η εκτέλεση των πράξεων κατεδάφισης που εκδίδονται κατ΄ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 52 του Ν 4559/2018 (Α΄ 142) μπορεί να πραγματοποιείται, παράλληλα με τα όργανα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, και από το Τμήμα Επιθεώρησης Δόμησης και Κατεδαφίσεων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 6 του ΠΔ 267/1998 (Α΄ 195), με την επίβλεψη του ιδίου Τμήματος. Ειδικά οι πράξεις κατεδάφισης που εκδίδονται κατ΄ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 52 του Ν 4559/2018 και αφορούν αυθαίρετες περιφράξεις και περιτοιχίσεις που έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση του άρθρου 23 του Ν 1337/1983 (Α΄ 33) δύνανται να εκτελούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, κατόπιν διαβίβασής τους από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και με σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών. Για την εκτέλεση των πράξεων κατεδάφισης του παρόντος εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν 4559/2018. β) ... γ) Οι εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές παρέχουν τη συνδρομή τους για την πραγματοποίηση της κατεδάφισης, εφόσον τους ζητηθεί. Υποχρέωση συνδρομής έχει και κάθε άλλη δημόσια αρχή, όπως ιδίως οι κτηματικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των οικείων Ο.Τ.Α., καθώς και κάθε φορέας που εποπτεύεται από την Κεντρική Διοίκηση, με τη διάθεση μηχανικών μέσων και για τη διευκόλυνση με οποιονδήποτε τρόπο του έργου της κατεδάφισης. 2. α) Εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και οι Κτηματικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών υποχρεούνται να διαβιβάσουν στο Τμήμα Επιθεώρησης Δόμησης και Κατεδαφίσεων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας: αα) τις πράξεις κατεδάφισης αυθαίρετων περιφράξεων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και κτισμάτων που βρίσκονται σε ζώνη αιγιαλού και παραλίας και σε εθνικούς δρυμούς, των οποίων εκκρεμεί η εκτέλεση, ββ) τις πράξεις κατεδάφισης αυθαίρετων περιφράξεων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και κτισμάτων για τα οποία έχει συνταχθεί πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής του αρμόδιου δασάρχη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 67Α του Ν 998/1979. ΣτΕ 1725/2019, [παρατ. Φ. Ζυγούρη],

σελ. 649.

Μη εφαρμογή αντισεισμικού κανονισμού. Η αδυναμία της διοίκησης να εκτελέσει διοικητική απόφαση για την εφαρμογή του αντισεισμικού κανονισμού σε κτήριο δίπλα στην οικία της προσφεύγουσας συνιστά παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς σε περίπτωση σεισμού υπάρχει κίνδυνος καταστροφής της οικίας της. Η αγωγή αποζημίωσης των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ δεν συνιστά αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα. Παραβίαση άρθρου 13 ΕΣΔΑ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Υπόθεση Χατζηγιαννάκου και λοιποί κατά Ελλάδας, [μτφρ.-παρατ.: Κ. Παπαδοπούλου],

σελ. 667.

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Έγκριση άδειας εκτέλεσης έργων επί ακινήτου εντός αρχαιολογικού χώρου της Ακρόπολης και πλησίον του Ιερού Βράχου αυτής – Αιτιολογία της έγκρισης άδειας. Για τις επεμβάσεις πλησίον μνημείου ισχύει ο κανόνας του επιτρεπτού τους μόνο κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου συμβουλίου, εν προκειμένω του ΚΑΣ, δεδομένου ότι η Ακρόπολη είναι μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς (άρθ. 50 παρ. 5 περ. γ΄ στοιχ. ββ του Ν 3028/2002). Ειδικά για τις οικοδομικές εργασίες, η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού χορηγείται αν η απόσταση από το ακίνητο μνημείο - στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται πλέον ρητώς και το άμεσο περιβάλλον του - ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη σε αυτό και τον περιβάλλοντα χώρο του (ΣτΕ 3004/2015, 2331/2009, 3824/2007, πρβλ. 3454/2004, 676/2005 Ολομ.). Δεδομένου δε ότι προστατευόμενο στοιχείο του περιβάλλοντος χώρου των μνημείων συνιστά και η ανεμπόδιστη θέαση αυτών, αλλά και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους, πρέπει περαιτέρω να ερευνάται αν η απόσταση του έργου από το μνημείο ή η σχέση του με αυτό, εν όψει των μορφολογικών του στοιχείων, είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζεται η αναλλοίωτη έποψη του μνημείου και η ακεραιότητα του αναγκαίου για την ανάδειξή του σε ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα περιβάλλοντος χώρου (ΣτΕ 3004/2015, 3735/2013). Εν όψει της συνταγματικής επιταγής για τη διηνεκή και αποτελεσματική προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο Υπουργός Πολιτισμού, σε περίπτωση που η εκτέλεση του έργου και συγκεκριμένα η ανέγερση οικοδομής έχει δυσμενείς συνέπειες στο προστατευόμενο μνημείο, δύναται είτε να απαγορεύσει το έργο ή τη δραστηριότητα, είτε, εφ’ όσον οι δυσμενείς επιπτώσεις μπορούν να εξουδετερωθούν με την επιβολή συγκεκριμένων όρων, να επιβάλει, πάντοτε με γνώμονα την αποτελεσματικότερη προστασία του μνημείου, τους κατάλληλους όρους και περιορισμούς στη δόμηση, οι οποίοι κατά την αιτιολογημένη κρίση του θα εξουδετερώσουν τις επιβλαβείς για το μνημείο συνέπειες (βλ. ΣτΕ 919, 618/2018, 4160-61/2015, 168/2012, 2331/2009, 2834/2007 κ.ά.), περιλαμβανομένου και του περιορισμού του ανωτάτου ύψους και του αριθμού των ορόφων που προβλέπονται είτε από τις γενικές διατάξεις (ΣτΕ 2331/2009), είτε από τυχόν ειδικές διατάξεις που έχουν θεσπισθεί για την προστασία αρχαιολογικού χώρου (ΣτΕ 2630/2010 σκ. 9, πρβλ. 872/2004, 2526/2003 Ολομ.). ΣτΕ Ολ 2103/2019, [παρατ. Σ. Κυβέλος],

σελ. 654.

Το νομικό πλαίσιο των διατηρητέων κτιρίων. Στην παρούσα μελέτη γίνεται μία εκτενής προσπάθεια ανάλυσης του προϊσχύοντος (Ν1469/1950 και ΝΔ 8/1973) αλλά και του τωρινού νομικού πλαισίου (Ν 3028/2002 και Ν 1577/1985 νυν Ν 4067/2012) που διέπει τα ακίνητα μνημεία και τα διατηρητέα κτίρια αντίστοιχα. Επίσης, παρουσιάζονται τα οφέλη, τα βάρη και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών αλλά και των υπηρεσιών που απορρέουν από το χαρακτηρισμό των κτιρίων ως ακίνητων μνημείων ή ως διατηρητέων. Ενώ μέσω πλούσιας νομολογίας του ΣτΕ αποτυπώνονται τόσο οι όροι όσο και οι περιορισμοί δόμησης και χρήσης που πιθανόν να διέπουν όχι μόνο τα ακίνητα μνημεία και τα διατηρητέα κτίρια αλλά και τον περιβάλλοντα χώρο αυτών όπως και τα όμορα ακίνητα των διατηρητέων κτιρίων και των ακίνητων μνημείων. Περαιτέρω, παρουσιάζεται ως ξεχωριστή ενότητα η ειδική θεματική των αυθαίρετων διατηρητέων σε αιγιαλό, παραλία ή εντός της θαλάσσης όπως και ο τρόπος αντιμετώπισής τους. Ακόμη, δίνονται απαντήσεις ως προς το τι συμβαίνει σε περίπτωση ανάγκης κατεδάφισης, υποχρέωσης ανακατασκευής ακίνητου μνημείου και διατηρητέου κτιρίου ή αν επιτρέπεται ο αποχαρακτηρισμός αυτών ή η πώληση, μίσθωση ή εν γένει μεταβίβασή τους εν ζωή ή αιτία θανάτου. Συμπερασματικά, προτείνονται τρόποι ορθής αξιοποίησης των ακίνητων μνημείων και των διατηρητέων κτιρίων ώστε να διατηρηθούν αναλλοίωτα στο χρόνο και παράλληλα να είναι πλήρως ενταγμένα στη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα μέσω κινητοποίησης και συνδρομής όχι μόνο των ιδιοκτητών αλλά και των κρατικών φορέων με παράλληλη τόνωση του ενδιαφέροντος για αξιοποίηση αυτών από την ιδιωτική πρωτοβουλία δυνάμει παροχής κρατικών ενισχύσεων. Μελέτες, Μ. Τζούλη,

σελ. 579.

ΥΔΑΤΑ

Ενεργητική νομιμοποίηση ιδιωτών ενώπιων εθνικών αρχών και δικαστηρίων με αντικείμενο αίτημα τους για τροποποίηση των εθνικών προγραμμάτων δράσης στο πλαίσιο της προστασίας των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-197/18,

σελ. 660.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αποτίμηση της συμβολής των ποινικών κυρώσεων στο Ενωσιακό και Διεθνές Δίκαιο για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από ναυτιλιακή ρύπανση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανταποκρινόμενη στη σύγχρονη επιτακτική ανάγκη για αυξημένη προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος (πρόληψη, καταστολή, βιώσιμη ανάπτυξη, περιβαλλοντική ασφάλεια) προχώρησε και στην επιλεκτική ενίσχυση του θεσμικού της πλαισίου με ποινικές κυρώσεις (θαλάσσια ρύπανση-περιβαλλοντικό έγκλημα). Οι ρυθμιστικές όμως αυτές επιλογές, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, είχαν νομοτεχνικά προβλήματα συμβατότητας με γενικότερες ρυθμίσεις που αφορούσαν τις Ιδρυτικές Συνθήκες αλλά και αντίστοιχα ζητήματα με συναφείς ειδικές ρυθμίσεις από τον χώρο του διεθνούς δικαίου του περιβάλλοντος (MAR-POL 73/78). Καθοριστικό ρόλο στην άρση των αντιφάσεων αυτών και στη θεσμική εξομάλυνση των αντιθέσεων διαδραμάτισε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) αλλά και τα αρμόδια όργανα της ΕΕ (Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο Υπουργών), με αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός σαφέστερου και πλέον εφαρμόσιμου κοινοτικού πλαισίου ποινικών κυρώσεων για προσβολές του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ναυτιλία. Μελέτες, Γ. Σαμιώτης, Γ. Δανιήλ,

σελ. 661.

Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας – Καθεστώς αυστηρής προστασίας και άδειες για τη θήρα του λύκου. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-674/17,

σελ. 661.

Επιβολή προσωπικής κράτησης των υπεύθυνων δημόσιων λειτουργών για μη συμμόρφωση με δικαστική απόφαση αναφορικά με την τήρηση των οριακών τιμών του διοξειδίου του αζώτου. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-752/18,

σελ. 665.

Η σημασία, η θέση και η νομολογιακή εφαρμογή των αρχών της προφύλαξης και της πρόληψης στο Ιδιωτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος. Η μελέτη αυτή πραγματεύεται ένα γενικότερο και ένα ειδικότερο θέμα: αφενός εξετάζει γενικά τις γνωστές περιβαλλοντικές αρχές προφύλαξης και πρόληψης, αφετέρου εστιάζει την προσοχή της, αντί να επαναλαμβάνει τα πολλάκις αναπτυχθέντα στη βιβλιογραφία, ειδικά στο Ιδιωτικό Δίκαιο Περιβάλλοντος και στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων εν σχέσει με τις δύο αρχές αυτές. Τοιουτοτρόπως, αντιδιαστέλλει τρόπον τινά τα όσα γίνονται δεκτά στο ενωσιακό, το διεθνές και το δημόσιο δίκαιο περιβάλλοντος με το ιδιωτικό δίκαιο και εξευρίσκει ομοιότητες και διαφορές αυτών με το αντίστοιχο ιδιωτικό, όπου τόσο η στόχευση, όσο και οι κανόνες δικαίου (και κατά συνέπεια και οι αποφάσεις των δικαστηρίων) διαφοροποιούνται, κινούμενα αυτά προς άλλη (αναγκαστικά) κατεύθυνση, την οποία και επιδιώκει η παρούσα να χαρτογραφήσει. Μελέτες, Π. Γαλάνης,

σελ. 598.

Συστηματική και διαρκής υπέρβαση της οριακής τιμής για το διοξείδιο του αζώτου από την 1η Ιανουαρίου 2010. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-636/18,

σελ. 662.