Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 3/2019, Μάρτιος 2019

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ἡ Ὁμοδικία στή Διοικητική Δικονομία. H ὁμοδικία (δυνητική ἤ ἀναγκαστική) εἶναι δικονομικός θεσμός πού ὑπηρετεῖ τήν γενική δικονομική ἀρχή τῆς οἰκονομίας τῆς δίκης καί τῆς δικαστικῆς ἐνέργειας. Γι’ αὐτό, οἱ διατάξεις της πρέπει νά ἑρμηνεύονται καί νά ἐφαρμόζονται μέ τήν ἐπιβαλλομένη εὐρύτητα πρός τόν σκοπό τῆς ὁμοδικίας. Γιά τή δυνητική ὁμοδικία πέραν τῶν προβλεπομένων προϋποθέσεων τοῦ ΚΔΔ δέν ἀπαιτεῖται ἡ ὕπαρξη κοινοῦ συμφέροντος ἤ σκοποῦ τῶν ὁμοδίκων. Ἡ ἐνεργητική νομιμοποίηση καί τό ἔννομο συμφέρον ἀφοροῦν στό τύποις παραδεκτό τοῦ ἐνδίκου βοηθήματος καί ἡ ὕπαρξή τους κρίνεται αὐτοτελῶς γιά κάθε ὁμόδικο, ἡ δέ ἀπουσία τους σέ ἕνα ἐξ αὐτῶν δέν ἐπηρεάζει τήν ὁμοδικιακή σχέση τῶν λοιπῶν ὁμοδίκων. Νομ. Συμβολές Ν. Σοϊλεντάκης,

σελ. 202.

Η σύμφωνη προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία της προϋπόθεσης του παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 (γνωμ.). Ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των αρχών της υπεροχής, της πλήρους αποτελεσματικότητας και της ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, η διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 έχει την έννοια ότι ένας λόγος αναίρεσης, με τον οποίο τίθεται ουσιώδες για την επίλυση της διαφοράς ζήτημα ερμηνείας κανόνα του ενωσιακού δικαίου που δεν έχει επιλυθεί από το ΔΕΕ, δεν καθίσταται απαράδεκτος από το γεγονός και μόνον ότι δεν συνδέεται ρητώς στο εισαγωγικό δικόγραφο με ισχυρισμό περί θεμελίωσης του παραδεκτού, πλην το ζήτημα αυτό εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας του αναιρεσείοντος προς στήριξη της βασιμότητας λόγου αναίρεσης περί παραβίασης του ενωσιακού δικαίου. Αυτό θα πρέπει να ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που με το εισαγωγικό δικόγραφο ο αναιρεσείων διατυπώνει επακριβώς τα προδικαστικά ερωτήματα που θα πρέπει να υποβληθούν στο ΔΕΕ, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του ενωσιακού κανόνα στην εθνική έννομη τάξη. Νομ. Συμβολές Ε. Πρεβεδούρου,

σελ. 193.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Πρακτικά σχηματισμών ΝΣΚ. Εκτελεστότητα. Τα εκδιδόμενα κατ’ ενάσκηση της ρηθείσας αρμοδιότητας πρακτικά των οικείων σχηματισμών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δεν αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, παραδεκτώς προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ή προσφυγή ουσίας, διότι συνιστούν προπαρασκευαστικές ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου εν όψει δικαστικής διενέξεως και δεν μεταβάλλουν την έννομη σχέση ή κατάσταση που συνιστά το αντικείμενο της διενέξεως. Η σύμπραξη του Υπουργού Οικονομικών (ή του αρμοδίου επί ακυρωτικών υποθέσεων Υπουργού ή, για τις υποθέσεις με χρηματικό αντικείμενο μέχρι 60.000 ευρώ, του Προέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους) στην σχετική διαδικασία, ο οποίος δύναται να τροποποιήσει το περιεχόμενο των πρακτικών γνωμοδοτήσεων μόνο προς όφελος του Δημοσίου, είναι αναγκαία προκειμένου να εξασφαλίζεται η απαραίτητη διαφάνεια και να παρέχεται η δυνατότητα εκτιμήσεως, αφ’ ενός, της σκοπιμότητας της ασκήσεως ή μη ενδίκων βοηθημάτων, προς αποφυγή διεξαγωγής ανώφελων δικών εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και, αφ’ ετέρου, της σοβαρότητας των τυχόν συνεπειών τις οποίες ενδέχεται να έχει για τα συμφέροντα του Ελληνικού Κράτους η ενέργεια αυτή. Η έγκριση αυτή από τον Υπουργό Οικονομικών των σχετικών πρακτικών γνωμοδοτήσεως δεν προσδίδει, καθ’ εαυτήν, στην γνωμοδότηση εκτελεστό χαρακτήρα, διότι η δεσμευτικότητα της εγκρίσεως περιορίζεται, κατά την ρητή πρόβλεψη του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 7 παρ. 6 του Ν 3086/2002, σε εσωτερικά ζητήματα και σχέσεις του Δημοσίου, ειδικότερα δε στα όργανα της Διοικήσεως και στα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τα οποία, σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους προς τα γενόμενα δεκτά από τον Υπουργό Οικονομικών (ή τον αρμόδιο για τις ακυρωτικές υποθέσεις Υπουργό ή τον Πρόεδρο του ΝΣΚ) υπέχουν πειθαρχικές ευθύνες, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 39 επ. του ΠΔ/τος 238/2003, λόγω μη τηρήσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως των απορρεουσών από τα άρθρα 6 και 22 του Ν 3086/2002 υποχρεώσεών τους. ΣτΕ Ολ 434/2019 (παρατ. Ε. Πρεβεδούρου),

σελ. 216.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Απολογιστικά στοιχεία διαχείρισης. Πράξη επιβολής χρηματικής ποινής λόγω μη υποβολής στο Ελεγκτικό Συνέδριο των απολογισμών και απολογιστικών στοιχείων διαχειρίσεως ΝΠΔΔ. Παθητικώς νομιμοποιούμενοι στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου. Περιεχόμενο της υποχρέωσης υποβολής απολογισμών ΝΠΔΔ. Εικοσαετής παραγραφή δικαιώματος επιβολής χρηματικής ποινής και χρονικό σημείο έναρξης αυτής. ΕλΣυν 1347/2018,

σελ. 285.

Δημοτικές επιχειρήσεις. Καθεστώς αμιγών δημοτικών επιχειρήσεων που ιδρύονται με διάθεση περιουσιακών στοιχείων ενός ΟΤΑ. Η περιουσία τους συνιστά εν ευρεία εννοία δημόσια-δημοτική περιουσία, η νόμιμη και ορθή διαχείριση της οποίας ελέγχεται από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές. Οι διαφορές που αναφύονται από την έκδοση πράξεων των Οικονομικών Επιθεωρητών υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως συναφείς με αυτές της ευθύνης των δημοσίων υπολόγων, υπό την έννοια ότι δεν αφορούν μεν σε υπό στενή έννοια καταλογισμό, δηλαδή καταλογισμό ελλείμματος σε λογαριασμό δημοσίου αποσκοπούν, όμως, στην αποκατάσταση της ζημίας που ο ελεγχόμενος προκάλεσε με την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του στην ανήκουσα, τελικώς, στον ΟΤΑ περιουσία. Ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης – ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών. ΕλΣυν 1096/2017,

σελ. 277.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Επιδόματα δώρων και αδείας. Περίπτωση συνταξιούχου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Οι περικοπές και οι μειώσεις συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, συνιστούν μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσεως, εν όψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επεβλήθησαν ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν το εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντ. ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων. Περαιτέρω, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επεβλήθησαν εν όψει εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα αλλά και εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. Οι ανωτέρω περικοπές δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του ΠΠΠρωτοκόλλου ΕΣΔΑ εφ’ όσον δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων. Φάκελος: Κοινωνική Ασφάλιση, ΤρΔΠρΑθ 12667/2018 Τμ. 30ο,

σελ. 266.

Περίπτωση συνταξιούχου ΤΣΑΥ (ΕΤΑΑ - ΕΦΚΑ). Δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών. Σκοποί δημοσίου συμφέροντος. Κατοχύρωση από τον νομοθέτη της κοινωνικής ασφάλισης ως υποχρεωτικής. Θεσμοθέτηση για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η επέμβαση του νομοθέτη για την εφεξής μείωση ακόμη και των απονεμηθεισών συντάξεων. Η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 αυτού), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται, μόνον αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη. Άρθρο 932 ΑΚ. Ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να επιδικάσει επί αδικοπραξίας εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Φάκελος: Κοινωνική Ασφάλιση, ΤρΔΠρΑθ 20634/2018 Τμ. 2ο,

σελ. 247.

Περίπτωση συνταξιούχων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ)-ΤΕΑΔ του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) (πρώην Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων-ΕΤΑΑ). Οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος κι ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Οι μειώσεις που επήλθαν στην κύρια σύνταξη εκάστου των εναγόντων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του Ν 4093/2012, είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, κρίνει ότι μη νομίμως περικόπηκαν κατά τα αντίστοιχα, ως άνω αναφερόμενα, ποσά οι κύριες συντάξεις που έλαβαν τόσο ο πρώτος, όσο και η δεύτερη, ενάγοντες από το ΕΤΑΑ και, ακολούθως, από τον Ε.ΦΚΑ, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με το δικόγραφο της αγωγής. Φάκελος: Κοινωνική Ασφάλιση, ΜΔΠρΑθ 391/2019 Τμ. 24ο (παρατ. Π. Ξυλάκη), σελ. 269. Ομοίως Περίπτωση συνταξιούχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Φάκελος: Κοινωνική Ασφάλιση, ΔΠρΑθ 5390/2018 Τμ. 30ο, σελ. 262. Ομοίως Περίπτωση συνταξιούχου ΤΣΜΕΔΕ-ΕΤΑΑ. Φάκελος: Κοινωνική Ασφάλιση, ΜΔΠρΑθ 19157/2018 Τμ. 2ο, σελ. 258.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία. Παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως, στοιχειοθετείται αν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξεως, εφ’ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και υποβληθεί σχετική αίτηση του διοικουμένου ενώπιον του αρμοδίου οργάνου, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφυλάξεως του φυσικού περιβάλλοντος, κατά τα ανωτέρω, εν όψει και του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, επιτρέπεται η λήψη μέτρων συνισταμένων τόσο στη μεταβολή του προορισμού των ακινήτων, όσο και στον περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεών τους ή της έντασης της εκμεταλλεύσεως αυτών. Τα μέτρα αυτά πρέπει να θεσπίζονται με σεβασμό προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, προκειμένου να τηρείται η αρχή της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του λαμβανόμενου περιοριστικού μέτρου και της ανάγκης προστασίας της ιδιοκτησίας, γεννάται αξίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη να του καταβληθεί αποζημίωση ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ανωτέρω στερήσεως. ΣτΕ 2688/2018 Τμ. Ε΄ επταμ. (παρατ. Κ. Παπαδοπούλου),

σελ. 236.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Ζητήματα περὶ τῶν «ἱεροδικείων» τῆς Θρᾴκης. Τα γεννώμενα ζητήματα σχετικά με τα ιεροδικεία της Θράκης. Η συνθήκη της Λωζάνης και η σύγχυση στους χρησιμοποιηθέντες όρους σε σημείο πλήρους αλλοιώσεως των εννοιών. Η ανυπαρξία του δευτέρου βαθμού εκδικάσεως των υποθέσεων κατά το ισλαμικό δίκαιο. Η επιλογής της γλώσσας για την έκδοση των αποφάσεων των ιεροδικείων. Η μη χρήση της αραβικής και η απ’ αυτής πρόκριση της οθωμανικής γεννά προβλήματα περί την φύση της μειονότητας. Νομ. Συμβολές Κ. Νικολάου-Πατραγάς,

σελ. 213.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Υπολογισμός φόρου των κτωμένων λόγω δωρεάς μη εισηγμένων μετοχών. Ως φορολογητέα αξία για τον υπολογισμό του φόρου των κτωμένων λόγω δωρεάς μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών ελαμβάνετο η αγοραία αξία αυτών κατά τον χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρεώσεως, για τον προσδιορισμό της οποίας αγοραίας αξίας ελαμβάνοντο υπ’ όψη και συνεκτιμώντο πράξεις μεταβιβάσεως μετοχών της επιχειρήσεως μέσα στο τελευταίο πριν από το χρόνο σύνταξης του εγγράφου της δωρεάς εξάμηνο, καθώς επίσης και η εσωτερική αξία τους, εξευρισκομένη με διαίρεση της καθαρής θέσεως της επιχειρήσεως δια του αριθμού των μετοχών, που μπορούσε να αυξομειώνεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, εν όψει ιδίως των κερδών που διανεμήθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, της φήμης και πελατείας της επιχειρήσεως και κάθε άλλου πρόσφορου στοιχείου, ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην διαμόρφωση της αγοραίας αξίας τους, ενώ, ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών κάθε δωρεοδόχου, σε σχέση με το σύνολο των μετοχών της εταιρίας, μπορούσε ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας να αυξομειώνει ανάλογα την συνολική αξία αυτών. Δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν 3091/2002, καθ’ ό μέρος παρέσχε στον Υπουργό Οικονομικών εξουσιοδότηση να ορίσει τον χρόνο ενάρξεως της αποφάσεώς του, με την οποία θα καθοριζόταν ειδικότερα ο τρόπος προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των δωρουμένων μη εισηγμένων μετοχών. ΣτΕ 107/2019 Τμ. Β΄ (παρατ. Α. Αρχοντάκη),

σελ. 230.