ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 8, Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2019

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΕΙ

Η ανάδειξη των Πρυτανικών Αρχών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται ο τρόπος ανάδειξης των πρυτανικών αρχών από τα ΑΕΙ, μετά και τις τελευταίες αλλαγές που επέφερε ο Ν 4589/2019 στο καθεστώς του Ν 4485/2017. Παρουσιάζεται με κριτικό τρόπο σχετική διαδικασία, επισημαίνονται ορισμένα ερμηνευτικά ζητήματα που ενδέχεται να ανακύψουν από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων στην πράξη και προτείνεται κατά περίπτωση η αναθεώρησή τους. Νομ. Συμβολές Χ. Χρυσανθάκης,

σελ. 680.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Η αφαίρεση της ιθαγένειας ως μέσο καταπολεμήσεως της διεθνούς τρομοκρατίας. Η έκπτωση από την ιθαγένεια εμφανίζεται ως κύρωση στο δίκαιο πολλών κρατών, με εφαρμογή σε περιπτώσεις δραστηριότητος αντίθετης στο δημόσιο συμφέρον και, τελευταία, ιδίως σε περιπτώσεις τρομοκρατικών ενεργειών. Η αφαίρεση της ιθαγένειας παρουσιάζει ποικιλομορφία ως προς προϋποθέσεις επιβολής της στις διάφορες έννομες τάξεις. Ωστόσο, οι αρνητικές συνέπειές της ενδέχεται να είναι δυσανάλογα έντονες για το υποκείμενο, η αποτελεσματικότητά της συχνά είναι αμφίβολη, ενώ μπορεί να αντιβαίνει σε υπερνομοθετικής ισχύος αρχές και κανόνες του διεθνούς και του ενωσιακού δικαίου. Φάκελος Αλλοδαποί, Χ. Τσούκα,

σελ. 720.

Πρόσφυγες. Δικαιολογημένος φόβος ατομικής δίωξης. Αιτιολογία. Ο αλλοδαπός, ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα, οφείλει να εκθέσει στη διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή πολιτικών πεποιθήσεων. Για την απόρριψη σχετικού αιτήματος αλλοδαπού, απαιτείται ειδικώς αιτιολογημένη, ενόψει των προβληθέντων ισχυρισμών, κρίση της αρμόδιας αρχής ότι δεν διαπιστώνεται, στην περίπτωσή του, αντικειμενικώς δικαιολογημένος φόβος ατομικής δίωξης στη χώρα του, για έναν από τους αναφερόμενους στην ως άνω διάταξη λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξάλλου, τυχόν ανυπαρξία προηγούμενης ατομικής δίωξης του αιτούντος αλλοδαπού δεν αποκλείει, άνευ ετέρου την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, εάν πάντως διαπιστώνεται, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς δικαιολογημένος φόβος ατομικής δίωξης στη χώρα του. Μη νομίμως δεν εξετάσθηκε ο προβληθείς ενώπιον της Επιτροπής ουσιώδης λόγος της αποδιδόμενης σε αυτόν ιδιότητας του ομοφυλόφιλου από τις κρατικές αρχές ή την οργανωμένη ομάδα που τον καταδιώκει, έστω και αν ο ίδιος δεν προσδιορίζεται ατομικώς ως ομοφυλόφιλος. Η Επιτροπή αναιτιολογήτως με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξέφερε αυτοτελή κρίση, βάσει του προβαλλόμενου ισχυρισμού του αιτούντος, αν η εν λόγω αποδιδόμενη στο πρόσωπό του ιδιότητα είναι ικανή από μόνη της, χωρίς τη συμβολή οποιουδήποτε άλλου λόγου, να προκαλέσει σε αυτόν αντικειμενικά δικαιολογημένο φόβο δίωξής του στην πατρίδα του, ώστε να υπαχθεί στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα. Φάκελος Αλλοδαποί, ΔΕφΠειρ 401/2019 Τμ. Α1 (ακυρωτικός σχηματισμός), (παρατ. Δ.-Β. Αναστασίου)

σελ. 734.

Προσφυγικό δίκαιο. Δίωξη λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Θεμελίωση αξιοπιστίας. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος όπως αυτοί εκτέθηκαν και αξιολογήθηκαν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών καθόλα τα χρόνια που έζησε στο Ιράν πότε δεν αντιμετώπισε πρόβλημα και κάποιο κίνδυνο λόγο του σεξουαλικού του προσανατολισμού, καθώς ο ίδιος επιμελώς απέκρυπτε την ταυτότητα του αυτή τόσο από την οικογένεια του, την κοινωνία και το κράτος προστατεύοντας τον εαυτό του από οποιαδήποτε πιθανή απειλή εναντίον του. Ποτέ δεν παραδέχτηκε την ταυτότητά του και ο τρόπος ζωής του ήταν μετρημένος και προσεκτικός. Η φυγή του από το Ιράν δεν οφειλόταν σε κάποια απειλή που δέχτηκε για την ταυτότητά του, αλλά στην ντροπή που ο ίδιος ένιωθε απέναντι στον εαυτό του και στην οικογένεια του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι κινδυνεύει η ζωή του λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού δε θα πρέπει να γίνει δεκτός ως αξιόπιστος. Επομένως δεν πληρούται το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου και ο φόβος του δεν κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος κατά τα όσα ορίζονται στο άρθρο 1 Α (2) της Σύμβασης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων. Από το ιστορικό και τους ισχυρισμούς του αιτούντος δεν προκύπτει ότι ο αιτών κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά τα όσα ορίζονται στο άρθρο 15 του ΠΔ 141/2013. Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία κρίνει ότι ο αιτών, βάσει όσων έχουν αναφερθεί παραπάνω, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Φάκελος Αλλοδαποί, Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου Πειραιά (αρ. πρωτ.) 19990/2018 (παρατ. Σ. Ζησάκου),

σελ. 740.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Αναγραφή θρησκεύματος και ιθαγένειας στους τίτλους σπουδών. Αρχή της αναλογικότητας. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους και σαφείς σκοπούς. Θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. Αρχή της αναλογικότητας. Εάν τα δεδομένα δεν είναι συναφή προς τους σκοπούς της επεξεργασίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας και της ποσοτικής ισορροπίας των δεδομένων προς τους σκοπούς της επεξεργασίας. Για να είναι νόμιμη η συγκατάθεση ως νομική βάση επεξεργασίας θα πρέπει να έχει δοθεί ελεύθερα. Θεωρείται ότι δεν έχει δοθεί ελεύθερα όταν υπάρχει σαφής ανισότητα μεταξύ του υποκειμένου των δεδομένων και του υπευθύνου επεξεργασίας όπως κατά κανόνα συμβαίνει όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι δημόσια αρχή. Όσον αφορά στο θρήσκευμα συλλέγεται και υφίσταται επεξεργασία στους τίτλους σπουδών και στα πιστοποιητικά σπουδών της β βάθμιας εκπαίδευσης. Η αναγραφή του θρησκεύματος στο Ατομικό Δελτίο Μαθητή και στο Μητρώο Μαθητή καθώς και στους απολυτήριους τίτλους και στους λοιπούς τίτλους και αποδεικτικά σπουδών των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παραβιάζει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Το θρήσκευμα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την επίδοση του μαθητή, ούτε με τη διαγωγή του που και αυτή βεβαιώνεται στον τίτλο. Η αναγραφή του θρησκεύματος στο απολυτήριο όπως άλλωστε και η μη συμπλήρωση του σχετικού πεδίου εάν υπάρχει θα μπορούσε να εκθέσει τον κάτοχό του απολυτηρίου σε διακρίσεις με βάση τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις σύμφωνα και με την παρ. 1 του άρθρου 13 Συντ. Αντίθεση στην θεμελιώδη αρχή της αναγκαιότητας και προς την αρχή της ελαχιστοποίησης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου το σχετικό πεδίο θα πρέπει να διαγραφεί. Η δήλωση απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 Συντ. και το άρθρο 9 ΕΣΔΑ, διότι αντιβαίνει στην αρνητική θρησκευτική ελευθερία των μαθητών και των γονέων τους. Συνεπώς θα αρκούσε η επίκληση στη δήλωση λόγων συνείδησης και όχι η αναφορά της πίστης ή της μη πίστης σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Η αναγραφή της ιθαγένειας δεν συνδέεται με τους σκοπούς που εξυπηρετεί ο απολυτήριος τίτλος και θα μπορούσε να απαλειφθεί χωρίς να θίγονται οι εξυπηρετούμενοι σκοποί. Η αναγραφή του θρησκεύματος και της ιθαγένειας στα στοιχεία που τηρούνται στο σχολείο στους τίτλους και στα πιστοποιητικά σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στο πληροφοριακό σύστημα «myschool» καθώς και η ύπαρξη αντίστοιχων πεδίων στα σχετικά έντυπα και η δήλωση ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης για την απαλλαγή του από το μάθημα των θρησκευτικών δεν είναι νόμιμες. ΑΠΔΠΧ 28/2019 (παρατ. Γ. Καραβοκύρης),

σελ. 824.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Η παρέμβαση επί της προδικαστικής προσφυγής κατά το στάδιο ανάθεσης δημόσιας σύμβασης. Η παρούσα μελέτη εξετάζει τη «δικονομική» λειτουργία του δικαιώματος άσκησης παρέμβασης κατά το ενδοδιοικητικό στάδιο της προδικαστικής προσφυγής, όπως προβλέφθηκε το πρώτον με το Ν 4412/2016, για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων, και τούτο ιδίως από την σκοπιά της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του ενδοδιοικητικού σταδίου και της ταχύτητας της διαγωνιστικής διαδικασίας. Επικαιρότητα, Σ. Μαυρίδης,

σελ. 714.

Προδικαστική προσφυγή. Νέα αιτιολογία. Υπόμνημα. Κατά το στάδιο εξέτασης της προδικαστικής προσφυγής από την ΑΕΠΠ δεν προβλέπεται μεν δημόσια συζήτηση, με παράσταση των μερών ενώπιόν της, πρέπει, όμως, να παρέχεται η δυνατότητα στον ασκήσαντα την προσφυγή να λαμβάνει γνώση των απόψεων της αναθέτουσας αρχής επί της προσφυγής, καταθέτοντας, εάν το κρίνει σκόπιμο, υπόμνημα ενώπιον της ΑΕΠΠ (πριν από την ορισθείσα ημέρα εξέτασης της προσφυγής), με το οποίο να προβάλει αιτιάσεις κατά των εν λόγω απόψεων και της διαλαμβανομένης σ’ αυτές αρχικής ή συμπληρωματικής αιτιολογίας, ώστε να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις ουσιαστικής αντιμωλίας. Σε περίπτωση καταθέσεως εκ μέρους του προσφεύγοντος υπομνήματος κατά της ανωτέρω νέας αιτιολογίας της προσβαλλομένης με την προδικαστική προσφυγή πράξεως, δεν απαιτείται κοινοποίηση αυτού στην αναθέτουσα αρχή (όπως απαιτείται για την προσφυγή στην περίπτωση που αυτή κατατίθεται στην ΑΕΠΠ, κατ’ άρθρο 365 παρ. 1 του Ν 4412/2016 και 9 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΔ 39/2017), διότι με το υπόμνημα που κατατίθεται ενώπιον της ΑΕΠΠ επί των απόψεων της αναθέτουσας αρχής, ο προσφεύγων δύναται να προβάλει παραδεκτώς μόνο ισχυρισμούς προς αντίκρουση της τυχόν νέας αιτιολογίας της προσβαλλομένης στο πλαίσιο των ήδη προβληθέντων με την προδικαστική προσφυγή λόγων, όχι όμως και νέους λόγους προσφυγής. Δεν απαιτείται κοινοποίηση του υπομνήματος αυτού στην αναθέτουσα αρχή. ΣτΕ ΕΑ 159/2019 (παρατ. Γ. Σταμολέκας),

σελ. 812.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Η ιστορία της ίδρυσης της Εταιρίας Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες. Οι απαιτήσεις της κοινωνίας από το δικαστικό σώμα και οι θεσμικές δεσμεύσεις που του επιβάλλονται είναι συχνά υπέρμετρα περιοριστικές της ελευθερίας του. Τα τελευταία τριάντα χρόνια λειτουργεί η Εταιρία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες, ένα σωματείο δικαστικών λειτουργών εν ενεργεία και συνταξιούχων, με σκοπούς, μεταξύ άλλων, τον εκδημοκρατισμό της Δικαιοσύνης και την ενίσχυση της ελευθερίας έκφρασης και των δικαιωμάτων ατομικής και συλλογικής δράσης των δικαστών και των εισαγγελέων. Στο πλαίσιο αυτό, το έργο της Εταιρίας έχει υπάρξει σημαντικό και πολύπλευρο, σε ένα ευρύ φάσμα θεματολογίας που άπτεται της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Νομ. Συμβολές, Γ. Σταυρόπουλος,

σελ. 677.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έφεση. Παραδεκτό της έφεσης. Μείωση ποσοστού πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού. Κατ’ άρθρο 74 παρ. 1 του παλαιού ΚΦΕ, οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων αποτελούν τίτλο βεβαίωσης του φόρου που προκύπτει βάσει αυτών, με αποτέλεσμα, επί απορρίψεως της προσφυγής του φορολογουμένου, να είναι αμέσως καταβλητέο το σύνολο του φόρου. Η ρύθμιση της παραγράφου 3 του άρθρου 22 του Ν 3900/2010 ότι ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει μέρος του οφειλόμενου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, διότι άλλως η ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη, δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντ. και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή το μεν αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση, αφ’ ετέρου δε διότι κατά το άρθρο 209 ΚΔΔ, παρέχεται η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως της πρωτόδικης απόφασης αν το ένδικο μέσο της εφέσεως κρίνεται προδήλως βάσιμο ή υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη του εκκαλούντος από την εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης. Εξάλλου, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται, ούτε ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Εξάλλου, τα ως άνω ισχύουν αναφορικώς και με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 37 παρ. 2 του Ν 4446/2016, διά της οποίας μειώθηκε το ποσοστό του καταβλητέου φόρου κ.λπ. από το ποσοστό 50% του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν 3900/2010 σε ποσοστό 20%. (αντίθ. μειοψ., ειδικ. γνωμ.) ΔΕφΑθ 562/2018 Τμ. 19ο τριμελές (παρατ. Χ. Πόνη),

σελ. 798.

Τοκοφορία οφειλών υπό τον Ν 4607/2019. Επιδίκαση αποζημίωσης για ιατρικό σφάλμα σε συγγενείς θανόντος ασθενούς. Για το τμήμα της αξίωσης που ανάγεται μετά από την 1η Μαΐου 2019, δηλαδή ένα μήνα μετά από την έναρξη ισχύος του Ν 4607/2019, ο νόμιμος τόκος υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 του ενλόγω νόμου που εφαρμόζεται και σε υποθέσεις εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο. ΔΕφΠειρ 1110/2019 Τμ. Β΄ Τριμελές (παρατ. Ε. Παυλίδου),

σελ. 805.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Αυτοδιοίκηση Ιερών Ναών. Θέσπιση Κανονισμού. Άρθρο 32 παρ. 2 ΠΔ 18/1989. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία εφαρμόζεται και επί κανονιστικών πράξεων, οι τυχόν βλαπτικές για τον αιτούντα διοικητικής φύσης συνέπειες -τις οποίες έχει προκαλέσει η προσβαλλόμενη πράξη και οι οποίες διατηρούνται και μετά τη λήξη της ισχύος της- δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης, αν ο αιτών τις επικαλεσθεί και τις αποδείξει, προκειμένου να επιτύχει με την ακύρωση της πράξης, την άρση των ενλόγω συνεπειών που δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν με την άσκηση άλλων προβλεπόμενων ενδίκων βοηθημάτων. Με τις ανωτέρω διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 32 του ΠΔ 18/1989 θεσπίζεται ειδική περίπτωση συνεχίσεως της ακυρωτικής δίκης, πέραν αυτής της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, σε περίπτωση παύσεως της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως που οφείλεται στο ότι αυτή ήταν περιορισμένης χρονικής ισχύος και μετά τη λήξη της εκδόθηκε νεώτερη πράξη ομοίου περιεχομένου ή στο ότι τροποποιήθηκε αυτή ή αντικαταστάθηκε εφεξής με πράξη που εξακολουθεί να είναι δυσμενής για τον αιτούντα. Άρθρο 39 Ν 590/1977. Καθιέρωση συστήματος αυτοδιοίκησης των ιερών μονών που λειτουργούν στην Εκκλησία της Ελλάδος, ουσιώδη στοιχεία του οποίου αποτελούν ο χαρακτήρας των μονών ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η κατάρτιση εσωτερικού κανονισμού από το οικείο ηγουμενοσυμβούλιο και η ειδική οριοθέτηση από το νόμο της ασκούμενης επί των μονών εποπτείας από τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η εποπτεία αυτή αφορά τόσο σε ζητήματα πνευματικά, όσο και διοικητικά (έγκριση κουράς μοναχών, ανάκριση κανονικών παραπτωμάτων, μέριμνα για την κατά τους ιερούς κανόνες λειτουργία της μονής, έλεγχος της οικονομικής διαχειρίσεως αυτής), τα οποία καθορίζονται ρητώς από το νόμο (άρθρο 39 παρ. 2 και 6 του Ν 590/1977). Ως προς το ζήτημα της θέσπισης εσωτερικού κανονισμού ιεράς μονής, η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 4 του Ν 590/1977 δεν προβλέπει καμία ανάμιξη της Ιεράς Συνόδου στη διαδικασία της καταρτίσεώς του. Η διάταξη αυτή, όπως ίσχυε πριν τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 51 παρ. 3 του Ν 4301/2014, δεν προέβλεπε οποιαδήποτε τέτοια ανάμιξη ούτε μετά την κατάρτιση του εσωτερικού κανονισμού και πριν ή, πολύ περισσότερο, μετά τη δημοσίευσή του στο Δελτίο «Εκκλησία». (Αντιθ. μειοψ.) ΣτΕ 1075/2019 Τμ. Γ΄ επταμ. (παρατ. Ε. Παλιούρα/ Μ.-Ω. Κουτσουπιά),

σελ. 778.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Και πάλι για τον Αριθμό Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ). Η υποχρεωτική αναγραφή του από τους συνταγογραφούντες ιατρούς στην απόφαση ΣτΕ 517/2018 (Τμ. Δ΄). Ο ΑΜΚΑ, ως στοιχείο προσδιορισμού του κατόχου του, συνιστά απλό προσωπικό δεδομένο. Η αναγραφή του από τον ιατρό που συνταγογραφεί τη χορήγηση φαρμάκων σε ασφαλισμένο ή συνταξιούχο, όπως και από τον φαρμακοποιό που εκτελεί τη συνταγή, συνιστά, ακόμη και χωρίς να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους, επιτρεπτή επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Επειδή η επιβολή της σχετικής υποχρέωσης συνέχεται ευθέως με τη βιωσιμότητα του εθνικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων και του εθνικού συστήματος υγείας, κρίθηκε, στην απόφαση 517/2018 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, συμβατή προς την ισχύουσα, εθνική και ευρωπαϊκή νομική τάξη. Επικαιρότητα, Θ. Ξηρός,

σελ. 707.

ΠΑΙΓΝΙΑ

Κανονισμός Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων.Αναρμοδιότητα. Έννομο συμφέρον αιτούσης. Η εν λόγω επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται ως καζίνο βλάπτεται από ρυθμίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες ρυθμίζεται με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους η διεξαγωγή στα πρακτορεία της παρεμβαίνουσας παιγνίων με παιγνιομηχανήματα τύπου VLT, με συνέπεια τη διαρροή της πελατείας του καζίνο προς τα εν λόγω πρακτορεία. Η κρινόμενη αίτηση ασκείται με έννομο συμφέρον από την πρώτη αιτούσα, καθόσον μεταξύ της επιχειρήσεώς της και της επιχειρήσεως της παρεμβαίνουσας υφίσταται σχέση ανταγωνισμού στον τομέα της διεξαγωγής τυχερών παιγνίων μέσω μηχανημάτων. Η ιδιότητα δε του ανταγωνιστή που δραστηριοποιείται, έστω και ενμέρει, στον ίδιο τομέα παροχής υπηρεσιών, αρκεί για την θεμελίωση εννόμου συμφέροντος για την προσβολή κανονιστικής πράξης που κατατείνει, κατά τα προβαλλόμενα, στη λειτουργία της ανταγωνιστικής επιχείρησης υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους περιεχομένους στην πράξη αυτή, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, η δεύτερη και η τρίτη αιτούσα, ως μέλη της προαναφερθείσας κοινοπραξίας, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση, εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη θίγει τα συμφέροντα της κοινοπραξίας. Ρυθμίσεις του Κανονισμού Παιγνίων. Σε ό,τι αφορά ειδικώς τα τυχερά παίγνια με παιγνιομηχανήματα, οφείλουν να διασφαλίζουν ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση στην ΟΠΑΠ ΑΕ του σχετικού αποκλειστικού δικαιώματος και επιπλέον, να διασφαλίζεται η συμβατότητα του κανονιστικού πλαισίου που διέπει τα τυχερά παίγνια μέσω παιγνιομηχανημάτων με το ενωσιακό δίκαιο και τις αρχές της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΣτΕ 632/2019 Τμ. Δ΄επταμ.,

σελ. 764.

Ρύθμιση της αγοράς των παιγνίων. Κανονισμός Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Για την προσβολή κανονιστικής πράξης, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον γεννάται, κατ’ αρχήν, από την έναρξη της ισχύος της, από την οποία επέρχεται μεταβολή στην έννομη τάξη. Η ύπαρξη δε του έννομου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες (όπως συμβαίνει επί κανονιστικών πράξεων), από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής καταστάσεως ή ιδιότητος, στην οποία ευρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται. Αποκλειστικό δικαίωμα εγκατάστασης και λειτουργίας παιγνιομηχανημάτων. Οι αιτούσες εταιρίες βλάπτονται από ρυθμίσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως με τις οποίες ρυθμίζεται με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους η διεξαγωγή στα πρακτορεία της παρεμβαίνουσας παιγνίων με παιγνιομηχανήματα τύπου VLT, με συνέπεια τη διαρροή της πελατείας των ανωτέρω καζίνο προς τα εν λόγω πρακτορεία. Οι ενλόγω επιχειρήσεις (καζίνο και ΟΠΑΠ ΑΕ) απευθύνονται, στον τομέα των τυχερών παιγνίων μέσω μηχανημάτων, στον ίδιο κύκλο προσώπων για την παροχή των προσφερομένων από αυτές υπηρεσιών, είναι δε αδιάφορο αν τα ανωτέρω καζίνο είναι εγκατεστημένα σε περιοχές που κείνται εκτός των πλησιεστέρων αστικών κέντρων, στα οποία λειτουργούν πρακτορεία της ΟΠΑΠ ΑΕ. Ομοδικία αιτούντων. ΣτΕ 633/2019 Τμ. Δ΄ επταμ. (παρατ. Α. Αρχοντάκη),

σελ. 773.

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΙ

Αναλογικά δικαιώματα συμβολαιογράφου και κρατικά συμβόλαια (γνωμ.). Η διενέργεια επανελέγχου ήδη ελεγχθέντων συμβολαίων συμβολαιογράφου, για τα οποία είχε διαπιστωθεί στο πλαίσιο προγενέστερων ελέγχων η συμμόρφωσή του με τις διατάξεις του Ν 2830/2000 για τα κρατικά συμβόλαια, αντίκειται προς τις αρχές της νομιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και του κράτους δικαίου, της χρηστής διοίκησης και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Το δικαίωμα του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου για επιβολή σε βάρος συμβολαιογράφων αναλογικών δικαιωμάτων προερχομένων από τη σύνταξη κρατικών κατά την έννοια του άρθρου 115 του Ν 2830/2000 συμβολαίων, αποδοτέων στον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, παραγράφεται μετά παρέλευση δέκα ετών από το τέλος του έτους εντός του οποίου καταρτίστηκαν οι σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Νομ. Συμβολές, Π. Λαζαράτος / Α. Βασιλείου,

σελ. 687.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Αποτίμηση της πορείας του Συμβουλίου της Επικρατείας τα τελευταία 40 χρόνια. Μία ενδοσκόπηση. Το 1979 το Συμβούλιο της Επικρατείας συμπλήρωνε 50 χρόνια λειτουργίας. Έκτοτε έχουν αλλάξει πολλά ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του θεσμού, τόσο από δικαστές και δικηγόρους όσο και από την κοινωνία. Με το κείμενο αυτό επιχειρείται συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών απονομής της δικαιοσύνης τότε και τώρα, δίνεται απάντηση στο ερώτημα για ποιο λόγο δεν επιβεβαιώθηκαν οι δυσοίωνες προβλέψεις για «δύση του θεσμού» το 1979 και γίνεται μια συνολική αποτίμηση και πρόβλεψη της πορείας του Συμβουλίου της Επικρατείας προς το μέλλον. Νομ. Συμβολές, Αθ. Ράντος,

σελ. 673.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Επισκόπηση Νομολογίας για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα 2019-2019. ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ [ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ σελ. 841, ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ σελ. 841, 842, 843, ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ σελ. 844, ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ σελ. 844, 845, ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ σελ. 846, ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ σελ. 847, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ - ΤΥΠΟΣ - ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ σελ. 847, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΖΕΣΘΑΙ σελ. 848, ΕΡΓΑΣΙΑ σελ. 848, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σελ. 849, ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ - ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ σελ. 850, 851, ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ - ΑΣΥΛΟ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ σελ. 851, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ σελ. 852, ΟΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΠΥΚΝΩΣΕΙΣ σελ. 853, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ σελ. 854, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ - ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σελ. 854, 855, 856, 857, 858, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ σελ. 859, ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ σελ. 860, ΥΓΕΙΑ σελ. 860]. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ [ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ σελ. 861, 862, 863, ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΩΝ σελ. 864, ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ σελ. 865, ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ σελ. 865, ΚΥΡΩΣΗ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ σελ. 866, ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ σελ. 866, 867]. ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ [ΑΓΩΓΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ σελ. 867, ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ σελ. 867, ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ σελ. 868, ΕΚΤΑΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ σελ. 868, 869, ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ σελ. 869, ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ σελ. 869, ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ σελ. 870, ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ σελ. 871, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ σελ. 872]. Αφιέρωμα [επιμ.: Στ. Χριστοφορίδου], σελ. 839.

Κατάργηση δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας. Άρθρο 1 του Ν 3900/2010 (Α΄ 213/17.12.2010). Θεσμός της «δίκης-πιλότου». Ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ Ολ 481/2018, 668/2012, σκ. 35). Από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ’ ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. ΣτΕ Ολ 1308/2019 (παρατ. Π. Παπαρρηγοπούλου),

σελ. 753.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΒΣ. Μεταβιβαστικό συμβόλαιο πωλήσεως αυτοκινήτου. Αποκρυβείσα συναλλαγή. Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 16 του άρθρου 12 του ΚΒΣ, όταν επί αγοραπωλησίας αυτοκινήτου μεταξύ επιτηδευματιών συντάσσεται σχετικό μεταβιβαστικό συμβόλαιο, τότε, κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα που τίθεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, δεν εκδίδεται τιμολόγιο πωλήσεως· ούτε και προβλέπεται η έκδοση άλλου φορολογικού στοιχείου. Στην περίπτωση αυτή, για την διασφάλιση του φορολογικού ελέγχου της εν λόγω συναλλαγής αρκεί, κατά την αντίληψη του νομοθέτη, το μεταβιβαστικό συμβόλαιο· τούτο δε, λόγω της φύσεώς του και των ειδικών κανόνων περί κυριότητας αυτοκινήτων (Ν 722/1977, Α΄ 299, ιδίως άρθρα 1, 2 και 6). Όταν, επομένως, συντρέχει τέτοια περίπτωση, σύνταξης μεταβιβαστικού συμβολαίου πωλήσεως αυτοκινήτου, και τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο ως προς τα στοιχεία και την αξία της πώλησης δεν αμφισβητούνται, παράλληλα δε έχει εκδοθεί για την ίδια πώληση και τιμολόγιο του πωλητή με αναγραφή σε αυτό ανακριβώς μικρότερης αξίας, το τιμολόγιο αυτό, έστω κι αν στήριξε την αντίστοιχη εγγραφή στα βιβλία του επιτηδευματία, ακόμη δε κι αν θεμελιώνει παράβαση του ΚΒΣ λόγω της μη προβλεπόμενης έκδοσης και της ανακρίβειας του περιεχομένου του, δεν μπορεί, πάντως, άνευ άλλου, να θεωρηθεί ότι «είχε ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής», κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 10 περ. α του Ν 2523/1997, ώστε να επισύρει την επιβολή του κατά την διάταξη αυτή ισόποσου της «αποκρυβείσας συναλλαγής» προστίμου. Και τούτο, διότι λόγω της συντάξεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου, το οποίο, περιέχοντας την ακριβή αξία, αρκεί, κατά τ’ ανωτέρω, για την απόδειξη της πώλησης από την άποψη του ΚΒΣ, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι η συναλλαγή έχει εξ αντικειμένου εκφύγει του θεσμικού πεδίου του φορολογικού ελέγχου, προϋπόθεση υπό την οποία τελεί, η επιβολή του εν λόγω προστίμου. (αντίθ. μειοψ.). ΣτΕ 1020/2017 Τμ. Β΄ (παρατ. Μ. Πετροπούλου),

σελ. 791.

Φόρος κληρονομίας. Αδυναμία εξόφλησης με μετρητά. Με τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 6 Ν 2961/2001 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 184 παρ. 9 Ν 4261/2014 και την τροποποίησή της με άρθρο 52 παρ. 15 Ν 4276/2014, προβλέπεται η διαδικασία εξόφλησης του φόρου κληρονομιάς από οφειλέτη, ο οποίος βρίσκεται σε αδυναμία καταβολής αυτού με μετρητά. Παρέχεται δε εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Οικονομικών όπως με την έκδοση σχετικής κανονιστικής πράξης, καθορίσει τη διαδικασία εξόφλησης του φόρου και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. Με την διάταξη του άρθρου 184 παρ. 9 του Ν 4261/2014 διατηρήθηκε μεν η δυνατότητα των κληρονόμων προς εξόφληση του φόρου διά της μεταβιβάσεως ακινήτων στο Δημόσιο, όπως, όμως, προκύπτει από την οικεία αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, επήλθε μεταβολή στους όρους ασκήσεως της δυνατότητας αυτής, χάριν, παραλλήλως προς την διευκόλυνση των κληρονόμων, της μεγαλύτερης διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου. Ως εκ τούτου και λαμβανομένου υπ’ όψη ότι οι εν μέρει διαφορετικές προδιαγραφές που θέσπισε η ως άνω διάταξη, όσον αφορά το δυνάμενο να μεταβιβασθεί στο Δημόσιο ακίνητο, χρήζουν εξειδικεύσεως, προκύπτει υποχρέωση του κανονιστικού νομοθέτη, να εκδώσει την προβλεπομένη στην διάταξη αυτή απόφαση, η οποία παρίσταται αναγκαία για την ενεργοποίηση της παρεχομένης ως άνω από το νόμο δυνατότητας καταβολής φόρου κληρονομίας δια μεταβιβάσεως ακινήτου. Στο μέτρο που η ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της παρεχόμενης από τον νόμο δυνατότητας καταβολής φόρου κληρονομιάς δια της μεταβιβάσεως ακινήτου, η διάταξη του άρθρου 82 παρ. 6 Ν 2961/2001 (όπως ισχύει) εισάγει υποχρέωση του Υπουργού Οικονομικών προς έκδοση της εκεί προβλεπόμενης κανονιστικής πράξης, γεγονός που καθιστά την από μέρους του αδράνεια έκδοσης αυτής παράνομη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. ΣτΕ 1057/2019 Τμ. Β΄ επταμ. (παρατ. Κ. Σιδερωμένου),

σελ. 786.