ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 3-4, Μάρτιος-Απρίλιος 2020

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΕΙ

Προθεσμία διενέργειας ελέγχου νομιμότητας Υπουργού Παιδείας στην περίπτωση ακύρωσης της προαγωγής μέλους ΔΕΠ. Στην περίπτωση ακύρωσης πράξης εκλογής ή εξέλιξης μέλους ΔΕΠ η οποία είναι, κατά το νόμο, δημοσιευτέα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δημο­σιεύεται στην εν λόγω Εφημερίδα και η υπουργική απόφαση που την ακυρώνει, εντός της αποκλειστικής εξάμηνης προθεσμίας (άρθρο 20 παρ. 2 Ν 4009/2011). Η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία διενεργήθηκε από τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ο έλεγχος νομιμότητας της επίδικης εξέλιξης του αιτούντος στη θέση Ε.Π. βαθμίδας Καθηγητή, τελειώθηκε με την δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι, εν προκειμένω, χρονικό σημείο μετά την πάροδο της εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας από την περιέλευση του σχετικού φακέλου σ’ αυτόν. Έκδοση προσβαλλόμενης πράξης αναρμοδίως κατά χρόνο. ΣτΕ 1949/2019 (παρατ. Μ. Παναγοπούλου),

σελ. 353.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Αντιρρήσεις κατά διοικητικής κράτησης. Γίνονται δεκτές οι αντιρρήσεις κατά της διοικητικής κράτησης πολίτη Τουρκίας, αιτούντος άσυλο, κρα­τού­μενου στο ΠΡΟΚΕΚΑ Φυλακίου, του οποίου η αίτηση χορήγησης διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη, και όχι ως απαράδεκτη δυνάμει του Κανο­νισμού «Δουβλίνο ΙΙΙ». Κατά της απορριπτικής απόφασης ασκήθηκε προσφυγή, η εξέταση της οποίας προσδιορίστηκε σε χρόνο μεταγενέστερο του ανώτατου κατ’ άρθρ. 46 Ν 4375/2016 χρονικού ορίου της διοικητικής κράτησης. Ο αντιλέγων δεν είναι ύποπτος φυγής. Επιβάλλονται εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. ΔΠρΑλεξ 145/2018 (Προεδρ. Διαδ.) (παρατ. Δ. Κόρος),

σελ. 365.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΕΕΤΤ - Πρόωρη λήξη θητείας μέλους. Για την κάλυψη κενού στη νομοθεσία της ΕΕΤΤ, όσον αφορά την κάλυψη κενούμενης θέσης, σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας μέλους της, εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν 3051/2002 για τις συνταγματικώς κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, κατά την οποία το νέο μέλος διορίζεται για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους που εξέλιπε και όχι για πλήρη θητεία. Απορρίπτεται αίτηση ακυρώσεως του πρώην Προέδρου της ΕΕΤΤ, που εξέτισε θητεία 17 μηνών, κατά της Πράξεως Υπουργικού Συμβουλίου με την οποία ορίστηκε νέος Πρόεδρος (μειοψ.). ΣτΕ 2818/2019 επταμ. (παρατ. Α. Οικονόμου),

σελ. 309.

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Αστική ευθύνη Δημόσιου Νοσοκομείου-Δέσμευση από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξης αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενεργείας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημόσιου οργάνου και της επελθούσης ζημίας. ΤρΔΠρΑθ 3634/2018 (παρατ. Α. Πεφτίνας),

σελ. 358.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Βλάβη από τον αποκλεισμό της, κατά το στάδιο αξιολόγησης των τεχνικών προσφορών, από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Έννοια οριστικώς αποκλεισθέντος. Οριστικώς αποκλεισθείς δεν θεωρείται, ο διαγωνιζόμενος του οποίου η προδικαστική προσφυγή απερρίφθη μεν με απόφαση της ΑΕΠΠ, πλην δεν έχει παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση κατ’ αυτής αιτήσεως ακυρώσεως ή αιτήσεως αναστολής του άρθρου 372 του Ν 4412/2016. Μη οριστικώς αποκλεισθείς. Έννοια. Δεν θεωρείται, ο διαγωνιζόμενος, του οποίου αίτηση για την αναστολή της απορριπτικής της προδικαστικής του προσφυγής απόφασης της ΑΕΠΠ απερρίφθη, καθ’ ον χρόνο δεν έχει απολέσει το δικαίωμα να ασκήσει κατά της πράξης αυτής αίτηση ακυρώσεως και δεν έχει δημοσιευθεί οριστική απόφαση απορριπτική τυχόν ασκηθείσης αιτήσεως ακυρώσεως. ΣτΕ ΕΑ 235/2019 (παρατ. Μ. Αλεξοπούλου),

σελ. 332.

Διεθνής διαγωνισμός. Έννομο συμφέρον αποκλεισθέντος συμμετέχοντος. Διεθνής ηλεκτρονικός διαγωνισμός στο πλαίσιο της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ και του Ν 4412/2016. Έννομο συμφέρον αποκλεισθέντος συμμετέχοντος να επιδιώξει τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών του και την ματαίωση της ανάθεσης της σύμβασης. Κρίση της Επιτροπής ότι δεν βρίσκει εν προκειμένω εφαρμογή η νομολογία του ΔΕΕ (αποφάσεις στις υποθέσεις Fastweb και PFE, BTG&CÖ, Archus και Gama), περί αναγνώρισης έννομου συμφέροντος του μη οριστικώς αποκλεισθέντος διαγωνιζομένου για την άσκηση προσφυγής, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει και στη ματαίωση του διαγωνισμού, καθόσον επίδικη δεν είναι η ίδια η πράξη ανάθεσης της σύμβασης, αλλά πράξη προηγούμενου, αυτοτελούς και διακριτού σταδίου της διαγωνιστικής διαδικασίας, όπως, το στάδιο αξιολόγησης των τεχνικών προσφορών. ΣτΕ ΕΑ 180/2019,

σελ. 332.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

Γαλλικό αστικό και γαλλικό διοικητικό δίκαιο: το ίδιο δογματικό πρότυπο. Σε μια συνοπτική παρουσίαση της θεματικής του βιβλίου των Christophe Jamin και Fabrice Melleray, Droit civil et droit administratif: Dialogue(s) sur un modèle doctrinal, Dalloz, 2018, ο καθηγητής F. Melleray αναλύει τη σχέση των δύο βασικών κλάδων του δικαίου, αναδεικνύοντας τις κυριότερες ομοιότητες και τις σημαντικότερες διαφορές τους. Στις πρώτες εντάσσει την έμφαση που απέδωσαν, αρχικά, και οι δύο κλάδοι στον νομικό θετικισμό, απαξιώνοντας τις κοινωνικές επιστήμες καθώς και το απόλυτο προβάδισμα στη νομολογία, έναντι του γραπτού δικαίου, ακόμη και του γηρασμένου αστικού κώδικα. Όσον αφορά τις διαφορές, επισημαίνεται ο κομβικός ρόλος του Conseil d’État στη συστηματοποίηση της νομολογίας του και, εν τέλει, στη διαμόρφωση της νομικής δογματικής του διοικητικού κλάδου, ρόλο που ο πολιτικός δικαστής αφήνει αποκλειστικά στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Τέλος, παρά τη σημασία της νομολογίας, ο κώδικας αποτελεί το επίκεντρο της έρευνας των αστικολόγων και το σημείο αναφοράς για όλους τους κανόνες δικαίου, ενώ οι δημοσιολόγοι εξακολουθούν να εστιάζουν στις αποφάσεις του διοικητικού δικαστή. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον, F. Melleray,

σελ. 375.

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και ευρωπαϊκά πρότυπα. Αντικείμενο της εισηγήσεως είναι η παρουσίαση των ευρωπαϊκών προτύπων που έχουν τεθεί από όργανα ιδίως του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη σύνθεση και τις αρμοδιότητες του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ), στα οποία έχει αρχίσει να εναρμονίζεται και η νομολογία του ΕΔΑΔ και του ΔΕΕ. Περιγράφονται οι αδυναμίες του ελληνικού ΑΔΣ, που έχουν επισημανθεί από την ελληνική και αλλοδαπή θεωρία και προτείνονται μέτρα για τη βελτίωση της διακυβέρνησης της δικαιοσύνης στη χώρα μας. Νομικές Συμβολές Γ. Βαλμαντώνης,

σελ. 193.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επιλογή αιτούσας για πλήρωση θέσης Γενικού Επι­τρό­που της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνε­δρίου με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα (άρθρο 90 παρ. 5 Συντ.). Απαραδέκτως προσβάλλεται η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ως προπαρα­σκευα­στική και μη εκτελεστή πράξη της οικείας διαδικασίας, που τελειούται με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος. ΣτΕ Ολ 435/2019 (παρατ. Δ. Μπατσούλας),

σελ. 354.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων. Έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών, καθώς και την αφαίρεση παράνομων υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών και την επιβολή σχετικών προστίμων. Η ένδικη διαφορά κατά τον κρίσιμο χρόνο αποτελούσε διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου και επομένως, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 34 Α του ΠΔ/τος 18/1989, σε Σχηματισμό Διαφορών Ουσίας του Διοικητικού Εφετείου Θεσσα­λονίκης, ως αρμόδιου για την εκδίκασή της. ΔΕφΘεσ 152/2018 (Ακυρωτικός Σχηματισμός) Σε Συμβούλιο (Άρθρο 34 Α ΠΔ 18/1989) (παρατ. Φ.-Ε. Γεωργαλής),

σελ. 371.

Ενδοστρεφής δίκη. Προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατ’ αποφάσεως της ΤΔΕ. Αν πρόκειται για διαφορά που δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο ή για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ ή για διαφορά που ανακύπτει κατόπιν ασκήσεως προσφυγής ουσίας και αφορά περιοδικές παροχές ή την θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή την θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3, ενώ αν πρόκειται για χρηματικού αντικειμένου διαφορά το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ, η αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή η τυχόν προβολή ισχυρισμών με το ως άνω περιεχόμενο. Προϋποθέσεις άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως. Διαφορά σχετικά με την αναγνώριση χρόνου ασφαλίσεως, δηλαδή διαφορά η οποία δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο και άγεται παραδεκτώς κατ’ αναίρεση, εφόσον προβληθούν βασίμως ισχυρισμοί περί ανυπαρξίας νομολογίας ή περί αντιθέσεως προς τη νομολογία. Oργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Θεωρούνται διοικητικές αρχές. Προθεσμία προς άσκηση προσφυγής εκ μέρους του ασφαλιστικού οργανισμού κατά των πράξεων των οργάνων του ήταν ενενήντα (90) ημέρες και είχε ως αφετηρία την έκδοση ή τη δημοσίευση της πράξεως, αν επιβαλλόταν κατά νόμο δημοσίευσή της. ΣτΕ 386/2019 (παρατ. Χ. Διαλεκτός),

σελ. 320.

Νομιμοποίηση ανωνύμων εταιρειών στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Νομιμοποίηση και παράσταση ανωνύμων εταιρειών ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η προσκόμιση ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου περί παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο προσφυγής δικηγόρο αρκεί για την νομιμοποίηση ανώνυμης εταιρείας ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Προϋπόθεση να βεβαιώνεται στο εν λόγω πληρεξούσιο η ύπαρξη των λοιπών νομιμοποιητικών στοιχείων (καταστατικού, αποφάσεων Γ.Σ. ή Δ.Σ. εταιρείας), από τα οποία προκύπτει ότι το πρόσωπο που χορήγησε την πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο ήταν όντως το, κατά το νόμο και το καταστατικό, αρμόδιο για την εκπροσώπηση της εταιρείας όργανο. Δεν απαιτείται για το παραδεκτό της προσφυγής η επιπλέον προσκόμιση των στοιχείων αυτών στο δικαστήριο. ΣτΕ Ολ 209/2020 (παρατ. Α. Αμπάτης),

σελ. 328.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Αδικαιολογήτως αποκτηθέν περιουσιακό όφελος πρώην Υπουργού από μη νόμιμες πηγές. Καταλογισμός σε βάρος του αναιρεσείοντος, πρώην Υπουργού και βουλευτή, ποσού που αντιστοιχεί σε αδικαιολογήτως αποκτηθέν περιουσιακό όφελος, λόγω της προέλευσης αυτού από μη εμφανείς πηγές. Δεν λαμβάνεται υπόψη δικόγραφο πρόσθετων λόγων εάν δεν τηρηθεί η οριζόμενη από τον νόμο προδικασία. Εκτίμηση τούτου μόνο ως υπομνήματος για την ανάπτυξη των λόγων αναιρέσεως, χωρίς τη δυνατότητα προβολής νέων, τους οποίους δεν υποχρεούται να εξετάσει το Δικαστήριο. Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Μη δικαιοδοτών δικαστικός λειτουργός. Εκπροσωπεί το δημόσιο συμφέρον. Δεν ομοδικεί μετ’ ουδενός, διότι δεν διεκδικεί ίδιον δικαίωμα, παρίσταται προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι του ειδικότερου συμφέροντος του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου. Αίτηση καταλογισμού από Γενικό Επίτροπο κατά προσώπου, η ευθύνη του οποίου προέκυψε ύστερα από έλεγχο διενεργηθέντα από διοικητική αρχή. Ασκεί την αίτηση ως απλός διαμεσολαβητής μεταξύ της Διοικήσεως και του Δικαστηρίου, αλλά μόνον εφόσον υιοθετήσει το εκ του διοικητικού ελέγχου συνταχθέν πόρισμα, το οποίο δύναται να τροποποιήσει ή συμπληρώσει ή αναπέμψει προς περαιτέρω διερεύνηση. Φύση αίτησης ως καταψηφιστικού ένδικου βοηθήματος. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 705/2019,

σελ. 253.

Δέσμευση Τμήματος ως δικαστηρίου παραπομπής από παραπεμπτική απόφαση Ολομέλειας. Καταλογιστική απόφαση Επιθεωρητή Οικονομικής Επιθεώ­ρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας. Αναιρε­τική απόφαση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου. Παρα­πομπή υπόθεσης στο εκδόν την αναιρεθείσα απόφαση Τμήμα, ως δικαστηρίου παραπομπής, μόνο στην έκταση που εξαφανίσθηκε η τελευταία αυτή απόφαση. Εξέταση υπόθεσης από το Τμήμα μόνο μέσα στα διαγραφόμενα από την αναιρετική απόφαση όρια. Δέσμευση Τμήματος από τα ζητήματα που κρίθηκαν με την αναιρετική απόφαση. Μη δυνατότητα να αποστεί αυτών και υποχρέωση εφαρμογής των διατάξεων που κρίθηκαν ως εφαρμοστέες στην επίδικη περίπτωση, με την ίδια ακριβώς έννοια που τους προσέδωσε και η Ολομέλεια με την παραπεμπτική της απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 115 εδαφ. β΄ του ΠΔ/τος 1225/1981 και η οικεία απόφαση καθίσταται αναιρετέα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Η εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, όπως ίσχυε μέχρι τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, το 2013, δηλαδή πριν από την προσθήκη του άρθρου 17 του Ν 4446/22.12.2016 (Α΄ 240), αφορά στη δέσμευση του Τμήματος μόνον από (προηγούμενη) αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και όχι, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, αθωωτική απόφαση, το αμετάκλητο άλλωστε της οποίας δεν προέκυπτε ενώπιον του Τμήματος. Κατ’ επέκταση δεν υπάρχει παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, απορρέοντος κατ’ αυτόν από την παραπάνω αθωωτική ποινική απόφαση, που οδηγεί στην απαλλαγή του από το ποσό του επίμαχου καταλογισμού, αφού δεν ήταν γνωστή στο δικάσαν Τμήμα η ύπαρξη της ποινικής διαδικασίας ως αμετακλήτως περατωθείσας, ώστε να γεννηθούν υποχρεώσεις του δικαστηρίου που πηγάζουν από το τεκμήριο αυτό. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 1853/2019,

σελ. 239.

Έλλειμμα στη διαχείριση νομικού προσώπου λόγω μισθοδοσίας παρανόμως προσληφθέντος προσωπικού. Ευθύνη Αντιπροέδρου ΔΣ ως υπολόγου. Δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ. Ο αναιρεσείων, ως Αντι­πρόεδρος του ΔΣ δημοτικής επιχείρησης, συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων περί σύναψης («ανανέωσης») των επίμαχων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και φέρει, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του υπολόγου και όχι του διατάκτη. Ενήργησε κατά παράβαση των ειδικών διατάξεων του άρθρου 21 του Ν 2190/1994 και κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης διαδικασίας ελέγχου των επίμαχων προσλήψεων από το ΑΣΕΠ, γεγονός που, κατά λογική ακολουθία, επάγεται περαιτέρω την έγκριση της αντίστοιχης δαπάνης της μισθοδοσίας, ως γενεσιουργός αιτία αυτής, με συνέπεια να φέρει, κατά την ως άνω ρητή απαίτηση του νομοθέτη, αυξημένη ευθύνη υπολόγου, ακόμη και για ελαφρά αμέλεια και επομένως νομίμως καταλογίστηκε με το σύνολο των αντίστοιχων αποδοχών των παρανόμως απασχοληθεισών υπαλλήλων. Τυχόν αντίθετη ερμηνευτική παραδοχή περί απόδοσης της ευθύνης υπολόγου αποκλειστικά σε αυτούς που, σε εκτέλεση των προηγηθεισών παράνομων προσλήψεων, εγκρίνουν μεταγενέστερα τη σχετική πίστωση και την εκταμίευση των αντίστοιχων ποσών μισθοδοσίας, κατ’ αποκλεισμό εκείνων που φέρουν την προέχουσα ευθύνη για το προκληθέν έλλειμμα, μέσω της δημιουργίας της σχετικής υποχρέωσης της δημοτικής επιχείρησης για την καταβολή της αντίστοιχης δαπάνης, αντίκειται, κατά τα ανωτέρω, ευθέως στη βούληση και στον σκοπό του νομοθέτη, στερούμενη επαρκούς δικαιολογητικού λόγου. (Μειοψ.) Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 741/2018,

σελ. 275.

Έλλειμμα στη διαχείριση νομικού προσώπου λόγω μισθοδοσίας παρανόμως προσληφθέντος προσωπικού. Ευθύνη μέλους ΔΣ ως υπολόγου. Δημόσιοι υπόλογοι ή υπόλογοι ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ. Για την πρόσληψη από τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ, προσωπικού με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου ή με μίσθωση έργου, κατ’ εξαίρεση του μέτρου της αναστολής των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, απαιτείται η τήρηση της διαγραφόμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις διαδικασία, καθώς και η προηγούμενη έγκριση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας. Μέλη Δ.Σ. δημοτικής επιχείρησης, ανεξαρτήτως ευθύνης ως όργανα διοίκησης και οικονομικής διαχείρισης των δημοτικών επιχειρήσεων, ειδικά στην περίπτωση που κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν 2190/1994 και δη κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης διαδικασίας ελέγχου από το ΑΣΕΠ, προβαίνουν σε παράνομες προσλήψεις προσωπικού, με αυτόθροη συνέπεια την μεταγενέστερη έγκριση των αντίστοιχων δαπανών φέρουν αυξημένη ευθύνη υπολόγου. Μη παραβίαση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. Κοινοποίηση στον αναιρεσείοντα πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης, της έκθεσης του ΑΣΕΠ. Ο αναιρεσείων ως μέλος ΔΣ δημοτικής επιχείρησης συμμετείχε στη λήψη της σχετικής απόφασης περί καταρτίσεως της σχετικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και φέρει, ως εκ τούτου, την ιδιότητα του υπολόγου. Ενήργησε κατά παράβαση των ειδικών διατάξεων του άρθρου 21 του Ν 2190/1994 και κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης διαδικασίας ελέγχου της επίμαχης πρόσληψης από το ΑΣΕΠ, γεγονός που κατά λογική ακολουθία επάγεται περαιτέρω την έγκριση της αντίστοιχης δαπάνης της μισθοδοσίας, ως γενεσιουργός αιτία αυτής, με συνέπεια να φέρει, κατά ως άνω ρητή απαίτηση του νομοθέτη, αυξημένη ευθύνη υπολόγου, ακόμη και για ελαφρά αμέλεια και επομένως νομίμως καταλογίστηκε με το σύνολο των αντίστοιχων αποδοχών της παρανόμως απασχοληθείσας υπαλλήλου. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 740/2018,

σελ. 264.

Καταλογισμός εις βάρος Δημάρχου. Έλλειμμα στη διαχείριση Δήμου. Καταλογιστική απόφαση εις βάρος αναιρεσείοντος υπό της ιδιότητας του ως Δημάρχου για έλλειμα στη διαχείριση του Δήμου. Για τη θεμελίωση της ιδιότητας του υπολόγου αρκεί το πραγματικό γεγονός της διενέργειας διαχειριστικών πράξεων, το οποίο, ακόμη και όταν λαμβάνει χώρα καθ’ υπέρβαση των περιγραφόμενων στον νόμο καθηκόντων του δημόσιου λειτουργού ή υπαλλήλου, τον καθιστά αφενός υπόχρεο σε λογοδοσία, ήτοι απόδοση λογαριασμού για την προσήκουσα και σύμφωνη με τον καθορισθέντα δημόσιο σκοπό διάθεση των χρημάτων, αξιών ή υλικού των ως άνω νομικών προσώπων, αφετέρου υποκείμενο καταλογισμού σε περίπτωση διαπίστωσης ελλείμματος στη διαχείρισή του. Ευθύνη υπολόγου για κάθε πταίσμα (μαχητό τεκμήριο). Μη δημιουργία μεταξύ δημοσιονομικής και ποινικής δίκης του «εμφανούς» συνδέσμου, προκειμένου να καταστεί δεσμευτική η σχετική αθωωτική ποινική απόφαση για το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό την έννοια της «αυτόματης» απαλλαγής του αναιρεσείοντος από τη δημοσιονομική ευθύνη του ως υπολόγου για την αναπλήρωση του ελλείμματος. Μη παραβίαση τεκμηρίου αθωότητας από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ορθώς κρίθηκε ότι η επίμαχη αθωωτική απόφαση δεν δεσμεύει ως προς τη δημοσιονομική ευθύνη του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, αλλά συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία της υπόθεσης. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 1824/2019,

σελ. 243.

Καταλογιστική πράξη λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ιατρού - Εφαρμογή τεκμηρίου αθωότητας. Καταλογισμός σε βάρος του αναιρεσίβλητου ιατρού χρηματικού ποσού αντίστοιχου της ζημίας που φέρεται ότι προκλήθηκε στον ΟΓΑ λόγω πλασματικής συνταγογράφησης φαρμάκων σε βιβλιάρια ασφαλισμένων του. Καταλογιστική πράξη επιβαλλόμενη από τον Διοικητή του ΟΓΑ, βάσει του άρθρου 2 του προεδρικού διατάγματος 67/2000, για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Δεδομένου ότι οι αποδοθείσες στον αναιρεσίβλητο πράξεις στο πλαίσιο της κατηγορίας που του απαγγέλθηκε για το αδίκημα της απάτης είναι όμοιες με εκείνες που αποτέλεσαν την πραγματική βάση του επίδικου καταλογισμού, δεν δύναται το ΕλΣυν, εκτιμώντας τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, να παραγνωρίσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσίβλητου που καθιερώνει η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και να αποστεί από την κρίση περί της μη τέλεσης των πράξεων αυτών. Το τεκμήριο αθωότητας λαμβάνεται υπόψη σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, οποιασδήποτε φύσης και όχι μόνο ποινικής (κυρωτικής). Δεν προσκρούει στα άρθρα 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντ. η εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας. (Μειοψ.) Η ακύρωση καταλογιστικών πράξεων παράτυπης συνταγογράφησης του αναιρεσίβλητου εκ μόνου του λόγου ότι δεν αποδεικνύεται ότι οφείλονται σε «πρόθεση» αυτού, χωρίς να εξεταστεί αν μπορούν να αποδοθούν και σε αμέλεια, περιορίζει ανεπίτρεπτα την έκταση της αστικής ευθύνης σε βαθμό δόλου, τούτο δε ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης υποχρέωσης της διοίκησης να αιτιολογεί ειδικώς τις προβλεπόμενες καταλογιστικές πράξεις (άρθρο 2 Γ του προεδρικού διατάγματος 67/2000). Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 271/2019,

σελ. 262.

Πόθεν έσχες. Δημοσιογράφοι. Non bis in dem. Κατα­λο­γισμός εις βάρος του αναιρεσείοντος δημοσιογράφου και μετόχου εταιρειών που εκδίδει έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας για περιουσιακό όφελος, του οποίου η νόμιμη προέλευση δεν δύναται να δικαιολογηθεί (Ν 3213/2003). Δικαιοδοτούν Δικαστήριο ως προς τις εκ του «πόθεν έσχες» αναφυόμενες διαφορές είναι το Ελεγκτικό Συνέδριο. Διοικητική η φύση της διαφοράς που προκύπτει από την ενάσκηση από ιδιώτη δραστηριότητας που εκτείνεται πέραν της ιδιωτικής σφαίρας, εξικνούμενης στην άσκηση οικονομικής εξουσίας, λειτουργήματος ή υποχρέωσης που σχετίζεται με την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος και, ως συνέπεια αυτών, θεσπίζεται έλεγχος από δημόσια αρχή της λογοδοσίας του. Ως συνακόλουθο ενός συστήματος δημόσιας παρακολούθησης και ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπευθύνων των μέσων ενημέρωσης, δύναται περαιτέρω να θεσπισθεί από τον κοινό νομοθέτη ότι τα εν λόγω πρόσωπα τότε μόνον είναι νόμιμοι φορείς των περιουσιακών στοιχείων των οποίων εμφανίζονται ως δικαιούχοι, όταν είναι σε θέση να δικαιολογήσουν επαρκώς την πηγή προέλευσης αυτών και τον τρόπο περιέλευσής τους στην περιουσία τους, έτσι ώστε αν δεν μπορούν να ικανοποιήσουν αυτήν την προϋπόθεση, να μη δικαιούνται να κατέχουν στοιχεία αντίστοιχης περιουσιακής αξίας, τα οποία, συνεπώς, υποχρεούνται να αποχωρισθούν από την περιουσία τους, προκειμένου αυτά να περιέλθουν στην περιουσία της Πολιτείας. Ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός στο δικαίωμα υπευθύνου μέσου ενημέρωσης να προσκτάται περιουσιακά στοιχεία εξυπηρετεί κατά τρόπο πρόσφορο τον θεμιτά κατά το Σύνταγμα σκοπό της διασφάλισης της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Δεν είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα οι νομοθετικές διατάξεις που επιβάλλουν στους δημοσιογράφους τόσο την υποχρέωση ετήσιας υποβολής δηλώσεως περί της περιουσιακής τους κατάστασης, όσο και τον καταλογισμό τους για το περιουσιακό τους όφελος, του οποίου η νόμιμη προέλευση δεν δύναται να δικαιολογηθεί (Μειοψ.). Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 390/2017,

σελ. 263.

Το τεκμήριο αθωότητας και η αρχή του ne bis in idem στην δημοσιονομική δίκη. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διαδικαστικής εγγύησης του τεκμηρίου της αθωότητας στην δημοσιονομική δίκη. Η εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικής φύσης. Το κομβικό στοιχείο της ύπαρξης συνδέσμου - συνάφειας ανάμεσα στην προηγηθείσα ποινική και μη ποινική διαδικασία. Η ενότητα της έννομης τάξης ως επιδιωκόμενος στόχος της νομολογίας. Η ιδιαίτερη φύση της δημοσιονομικής δίκης. Άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η αρχή ne bis in idem. Ο καταλογισμός δεν έχει τον χαρακτήρα της ποινής. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, Ε.-Ε. Κουλουμπίνη,

σελ. 222.

Το τεκμήριο αθωότητας στη δημοσιονομική δίκη. Το τεκμήριο αθωότητας δεν παραβιάζεται, όταν η μεταγενέστερη της αθωωτικής απόφασης διαφορετική δικαστική κρίση στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση και αφορά σε άλλη μορφή ή άλλο χαρακτήρα ευθύνης του αθωωθέντος, με συνέπεια να παρουσιάζει αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική δίκη. Βασικό επιχείρημα για την αυτονόμηση της δημοσιονομικής δίκης έναντι της ποινικής είναι ότι ο υπόλογος που αθωώθηκε σε ποινική δίκη φέρει δημοσιονομική ευθύνη για το έλλειμμα που διαπιστώθηκε στην διαχείρισή του και η ευθύνη θεμελιώνεται σε διαφορετικές προϋποθέσεις αυτοτελείς σε σχέση με αυτές της ποινικής ευθύνης. Η δημοσιονομική δίκη δεν έχει κατασταλτικό σκοπό, αλλά αποσκοπεί στην αποκατάσταση του ελλείμματος που έχει δημιουργηθεί. Η δέσμευση του ΕλΣυν από την αθωωτική ποινική απόφαση συντρέχει αποκλειστικά και μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία διώχθηκε ποινικά το προτεινόμενο προς καταλογισμό πρόσωπο, αλλά αθωώθηκε έστω λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται πλήρως με αυτά, στα οποία στηρίζεται ο καταλογισμός του. Ορθώς έκρινε το Τμήμα δοθέντος ότι, ο καταλογισμός της αναιρεσίβλητης στηρίχθηκε αποκλειστικά στο ότι αυτή παραποίησε με πρόθεση τις αποδείξεις πληρωμής ταχυδρομικών τελών, αποκτώντας παράνομο περιουσιακό όφελος, παραδοχή η οποία ανατράπηκε στην συνέχεια από το ποινικό δικαστήριο με την αθώωσή της, έστω λόγω αμφιβολιών. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων. Αντίθ. Μειοψ. Φάκελος Τεκμήριο Αθωότητας, ΕλΣυν Ολ 124/2017 (παρατ. Μ. Ζυμής),

σελ. 230.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Προς ένα θεσμικό αποτύπωμα αντίστοιχο της υγειονομικής επιτυχίας. Η ραγδαία εξάπλωση του θανατηφόρου ιού SARS-COV-2 και η ανάγκη ανάσχεσής της έφερε την εθνική έννομη τάξη αντιμέτωπη με μία πρωτόγνωρη διάσταση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Το δικαιϊκό στοίχημα πλέον αφορά στην διαχείριση της πανδημίας κατά τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται αφενός στο επίπεδο κοινωνικής πολιτικής που δικαιολογημένα αναμένουν οι πολίτες και αφετέρου στις εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου που συγκροτούν το κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Με το παρόν, επιχειρείται η αναζήτηση των βέλτιστων διαδικαστικών όρων της κρατικής παρέμβασης για την επίτευξη της λεπτής αυτής ισορροπίας. Εν πρώτοις, εξετάζεται αν η λήψη μέτρων από την κυβέρνηση αποτελεί ή όχι οφειλόμενη ενέργεια. Στη συνέχεια, αναζητείται ο ενδεδειγμένος τρόπος θέσπισής τους, και τέλος, αναδεικνύονται οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας ως κριτήρια επιλογής των επιβαλλόμενων περιορισμών. Επικαιρότητα Σ. Τσεβάς / Β. Γκούμας,

σελ. 212.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Η παραγραφή εν επιδικία στις φορολογικές διαφορές. Με την παρούσα μελέτη εξετάζεται καταρχήν η παραγραφή του δι­καιώματος του Δημοσίου να επιβάλει φόρο ή πρόστιμο για παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας. Επιπλέον, μελετάται το ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου, το οποίο έχει απασχο­λήσει την πρόσφατη νομολογία των Δικαστηρίων της ουσίας και του ΣτΕ. Μεταξύ των ζητημάτων της παραγραφής εξετάζεται και το πλέον κρίσιμο της εν επιδικία παραγραφής που συνδέεται στενώς με το συναφές ζήτημα της νομιμότητος της διαδι­κασίας έκδοσης νέας καταλογιστικής πράξης μετά την ακύρωση, με δικαστική απόφαση, της αρχικώς εκδοθεί­σας. Νομικές Συμβολές Γ. Μέντης,

σελ. 203.

Η φορολογική απαλλαγή κληρικών και μοναχών κατά το ισλαμικόν δίκαιον. Εξετάζονται οι λόγοι, για τους οποίους κατά το ισλαμικόν δίκαιο υφίσταται απαλλαγή τόσων των αλλοθρήσκων μονοθεϊστών κληρικών δηλαδή χριστιανών και μοναχών από την καθολική υποχρέωση καταβολής φορολογίας. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον, Κ. Πατραγάς,

σελ. 382.

Φορολογικό πιστοποιητικό.Περαίωση φορολογικών υποθέσεων. Φορολογικοί έλεγχοι από ΦΠ ή ΝΠΙΔ που διαθέτουν αποδεδειγμένα τα αναγκαία προς τούτο προσόντα και την κατάλληλη εξειδίκευση και εμπειρογνωμοσύνη, όπως οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία. Ανάθεση καθηκόντων συλλογής, επεξεργασίας και εκτίμησης στο πλαίσιο φορολογικών ελέγχων. Η άσκηση από ιδιώτες τέτοιου έργου, προκειμένου να είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 2, 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 Συντ. πρέπει να τελεί υπό τον έλεγχο της φορολογικής διοίκησης (μειοψ.). Με τις ρυθμίσεις της ΑΥΟ ΠΟΛ 1159/2011 δεν τροποποιήθηκε ο οριζόμενος στο άρθρο 84 παρ. 1 Ν 2238/1994 κανόνας περί πενταετούς παραγραφής, αλλά προσδιορίσθηκε κατά χρόνο και κατ’ είδος η έκταση του φορολογικού ελέγχου και καθιερώθηκε περίπτωση υπό προϋποθέσεις περαίωσης φορολογικών υποθέσεων (μειοψ.). H νομοθετική εξουσιοδότηση της παρ. 8α του άρθρου 82 του Ν 2238/1994 αφορούσε στον καθορισμό των επί μέρους φορολογικών αντικειμένων του ελέγχου που διενεργούν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία του Ν 3693/2008, το ειδικότερο περιεχόμενο του πιστοποιητικού που εκδίδουν, τον τρόπο, τον χρόνο και τη διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Δοθέντος, όμως, ότι ως τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί η, διά της κατάργησης των ρυθμίσεων περί της κατά χρόνο και κατ’ είδος έκτασης του φορολογικού ελέγχου, ανατροπή των αποτελεσμάτων περαίωσης των φορολογικών υποθέσεων χρήσεων, η οποία συντελέσθηκε σύμφωνα με τους όρους των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 8 του Ν 4110/2013 και της περίπτωσης 20 της υποπαρ. Δ.2 του άρθρου πρώτου του Ν 4254/2014, η τροποποίηση των ρυθμίσεων αυτών που επιχειρήθηκε με την ΠΟΛ. 1034/31.12.2015 απόφαση δεν ήταν νόμιμη ως κείμενη εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. ΣτΕ 320/2020 επταμ. (παρατ. Π. Πανταζόπουλος),

σελ. 288.