Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 8-9, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2020

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ανεξάρτητες Ρυθμιστικές Αρχές και Επιτροπή Αντα­γωνισμού. Το άνοιγμα των αγορών κοινής ωφέλειας στον ανταγωνισμό. Ρυθμιστικές αρχές και Επιτροπή Ανταγωνισμού. Προβλήματα Θεσμικού Σχεδιασμού η θεωρία της “ρυθμιστικής υποτέλειας”και ο “κίνδυνος ρυθμιστικής άλωσης” κατά το δίκαιο της ΕΕ. Προτάσεις μεταρρύθμισης. Νομική Συμβολή Α. Ψάρρας,

σελ. 685.

ΔΑΣΗ - ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

Δασικοί χάρτες. Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων. Αρμοδιότητες. Απόρριψη αντιρρήσεων. Εκτελεστότητα. Αιτιολογία. Δασικοί χάρτες. Εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι πράξεις με τις οποίες κυρώνονται αναρτηθέντες δασικοί χάρτες. Αντιρρήσεις. Δεν συνιστούν ενδικοφανή προσφυγή κωλύουσα την αίτηση ακυρώσεως. Η απόφαση επί των αντιρρήσεων δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και τυχόν απόρριψή τους αμφισβητείται με αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης κύρωσης του δασικού χάρτη. Έναρξη προθεσμίας από τη δημοσίευση της κυρωτικής πράξης στην ΕτΚ. Οι κατά τα άρθρα 15 και 16 του ίδιου νόμου αντιρρήσεις, οι οποίες δεν στρέφονται κατά διοικητικής πράξης, αλλά κατά αναρτηθέντων δασικών χαρτών που υπόκεινται σε κύρωση, δεν συνιστούν, προεχόντως για το λόγο αυτό, ενδικοφανή προσφυγή, κωλύουσα, κατά το άρθρο 45 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8) την αίτηση ακυρώσεως. Άνευ εννόμου συμφέροντος η αίτηση ακυρώσεως όσον αφορά έκταση χαρακτηρισθείσα ως «άλλης μορφής», ενόψει μη πρόκλησης βλάβης από τον χαρακτηρισμό αυτό. Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων. Αρμοδιότητες. Διαχρονικό δίκαιο. Ανεξάρτητα αν η ανάρτηση δασικού χάρτη έχει γίνει πριν ή μετά το 2012, η ΕΠΕΑ, όταν δεν είναι σε θέση να διατυπώσει βέβαιη κρίση για το αν η επίμαχη έκταση έχει ή όχι εμπέσει στα όρια εκτάσεως που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, οφείλει προηγουμένως να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, ζητώντας εν ανάγκη πρόσθετα στοιχεία από τη δασική υπηρεσία. Πλημμελώς αιτιολογημένη η απόρριψη των αντιρρήσεων, διότι η ΕΠΕΑ, πριν εξετάσει τον χαρακτήρα των υπό αντίρρηση εκτάσεων, παρέλειψε να ελέγξει αν αυτές εμπίπτουν ή όχι στα όρια της αναδάσωσης. ΣτΕ 775/2020 (παρατ. Π. Γαλάνης),

σελ. 782.

Εξαγορά – Έγκριση επέμβασης και αλλαγή χρήσης δασικών εκτάσεων. Άρθρο 24 παρ. 1 Συντ.. Προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Αρχή της αειφορίας. Από το άρθρο 24 παρ. 1 Συντ. καθιερώνεται υποχρέωση των κρατικών οργάνων να λαμβάνουν, στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Ειδική συνταγματική κατοχύρωση των δασών και των δασικών εκτάσεων. Δυνατότητα να επιτραπεί κατ΄ εξαίρεση, η αλλοίωση της μορφής τους, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, υπό τον όρο, πάντως, ότι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται προηγουμένως από τα αρμόδια όργανα ότι η θυσία της δασικής βλάστησης είναι πράγματι επιβεβλημένη και δεν υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού δημοσίου συμφέροντος. Άρθρο 117 παρ. 3 Συντ. Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ρυθμίσεων, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να εγκριθεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις δημοσίου συμφέροντος, επέμβαση σε έκταση που έχει κηρυχθεί αναδασωτέα, ακόμη και πριν αυτή ανακτήσει τη δασική μορφή της, προκειμένου να εκτελεσθεί έργο το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση ανάγκης με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, αν η εκτέλεση του έργου στην έκταση αυτή είναι απολύτως αναγκαία και επιτακτική, με αποτέλεσμα η παρέλευση του απαιτούμενου για την πραγματοποίηση της αναδάσωσης χρονικού διαστήματος να οδηγούσε σε ματαίωση του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού. ΣτΕ Ολ 710/2020,

σελ. 772.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Ο ρόλος των αποφάσεων της AΕΠΠ στην αναγνώριση έννομου συμφέροντος αποκλεισθέντος οικονομικού φορέα. Στην παρούσα μελέτη επιχειρείται μία συνολική επισκόπηση της μεταστροφής της νομολογίας του ΔΕΕ, αναφορικά με το ζήτημα της διατήρησης του έννομου συμφέροντος οικονομικού φορέα, ο οποίος κατ’ αρχήν αποκλείστηκε με απόφαση της αναθέτουσας αρχής, να εξακολουθήσει να επιδιώκει την απόρριψη των προσφορών και των υπολοίπων υποψηφίων, ακόμα και αν αυτό οδηγήσει ενδεχομένως στη ματαίωση της διαγωνιστικής διαδικασίας και την επαναπροκήρυξή της. Ειδικότερα, παρουσιάζεται η νομολογιακή διαδρομή μέσα από τις αποφάσεις Fastweb, PFE, Bietergemeinschaft, Archus and Gama και Lombardi. Νομική Συμβολή Μ. Σειραδάκης,

σελ. 706.

Πρότυπος οδηγός για τις προγραμματικές συμβάσεις άρθρο 100 N 3852/2010 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 179 N 4555/2018 και το άρθρο 96 N 4604/2019). Οι Προγραμματικές Συμβάσεις αποτελούν ειδική μέθοδο συνεργασίας για την επίτευξη αναπτυξιακών σκοπών μεταξύ των διάφορων νομικών προσώπων του Δημοσίου, εκφεύγουν από τις ρυθμίσεις του νόμου περί κοινών Δημοσίων Συμβάσεων (N 4412/2016) και ρυθμίζονται από ειδικό θεσμικό πλαίσιο (ήδη άρθρο 100 N 3852/2010). Αποτελούν συμφωνίες που θέτουν το γενικό πλαίσιο για την οργάνωση και διαχείριση δημοσίων υπηρεσιών και την άσκηση συγκεκριμένης κάθε φορά δραστηριότητας αναπτυξιακού χαρακτήρα, διά μέσου των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται μία ολοκληρωμένη επισκόπηση της διαδικασίας, των προϋποθέσεων και του ελαχίστου περιεχομένου για τη νόμιμη σύναψη προγραμματικής σύμβασης. Νομικές Συμβολές Π. Ζυγούρης / Ζ. Ζυγούρη,

σελ. 724.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Τι γνωρίζει ο δικαστής; (πέραν των αποδεδειγμένων). Οι πραγματολογικές κρίσεις στον δικανικό συλλογισμό. Τα πραγματολογικά δεδομένα που συνθέτουν το πλαίσιο της εκάστοτε υπόθεσης, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, συνιστούν συχνά κρίσιμο παράγοντα στο δικανικό συλλογισμό. Η αναγωγή στα δεδομένα αυτά λαμβάνει χώρα συνήθως μέσα από συγκεκριμένες αόριστες νομικές έννοιες ή με την αναφορά στις περιστάσεις της υπόθεσης. Και κάθε όμως στοιχείο του δικανικού συλλογισμού παρίσταται διαπερατό στην πραγματικότητα και προσδιορίζεται από την αντίληψη του δικαστή για την τελευταία. Η αναγωγή σε πραγματολογικά δεδομένα λαμβάνει χώρα στη νομολογία ενίοτε επισφαλώς και αόριστα, χωρίς τη δέουσα, από άποψη πληρότητας της αιτιολογίας, αποσαφήνιση των δεδομένων αυτών στην απόφαση. Νομική Συμβολή, Η. Κουβαράς,

σελ. 673.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λόγοι αναστολής της θέσης σε αργία ιατρού – Επίκληση της ανάγκης αντιμετώπισης της νόσου του covid-19. Αυτοδίκαιη θέση του αιτούντος σε αργία με την προσβαλλομένη απόφαση του Υφυπουργού Υγείας. Αρμοδιότητα επί της αιτήσεως ακυρώσεως έχει κατ’ αρχήν το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Λόγω όμως του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτής της πράξης προς την επιβληθείσα πειθαρχική ποινή από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ, το ΣτΕ μπορεί να διακρατήσει και να εκδικάσει το σχετικό ένδικο μέσο της αιτούσας και κατά το μέρος του αυτό (67 § 2 ΠΔ 18/1989, 34 § 1 Ν 1968/1991). Λόγω της εμπρόθεσμης από τον αιτούντα προσφυγής κατά της απόφασης επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης από το Κεντρικό Πειθαρχικό Συμβούλιο Ιατρών ΕΣΥ, η εκτέλεση της πειθαρχικής αυτής απόφασης τελεί ήδη σε αναστολή (άρθρο 142 ΥΚ). Απορρίπτεται η κρινόμενη αίτηση αναστολής, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πειθαρχικής αυτής ποινής. Υπηρεσιακή ή ηθική βλάβη του αιτούντος απορρέουσα από την επίδικη αργία ως λόγος αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν υφίσταται υπηρεσιακή ή ηθική βλάβη του αιτούντος, διότι η επίδικη αργία είναι προσωρινό διοικητικό μέτρο που συνδέεται με πειθαρχική δίωξη και δεν έχει τον χαρακτήρα πειθαρχικής ποινής, μετά δε τη λήξη της πειθαρχικής δίωξης με την απαλλαγή του υπαλλήλου δεν καταλείπει καμία συνέπεια ή ηθική απαξία για τον πειθαρχικώς απαλλαγέντα υπάλληλο. Η υπηρεσιακή και ηθική βλάβη δε, την οποία εν προκειμένω επικαλείται ο αιτών, θα αποκατασταθεί πλήρως σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως ακυρώσεως και δεν δικαιολογεί την κατ’ εξαίρεση χορήγηση της αιτούμενης αναστολής. Ανάγκη αντιμετώπισης της νόσου του covid-19 ως λόγο δημόσιου συμφέροντος για την χορήγηση της επίδικης αναστολής στον αιτούντα ιατρό, στον οποίο, όπως ισχυρίζεται, στερείται η δυνατότητα να συμμετάσχει ως εθελοντής ιατρός στην υγειονομική προσπάθεια αντιμετώπισης του covid-19, είτε επιστρέφοντας στο ΚΑΤ ή σε άλλη υγειονομική δομή και μέχρι το τέλος της υγειονομικής κρίσης. Απόρριψη του ως άνω λόγου, διότι αρμόδιο να επικαλεσθεί λόγο δημόσιου συμφέροντος για την ανάγκη αντιμετώπισης της νόσου ως λόγο είτε επιβάλλοντα είτε κωλύοντα την αναστολή της εκτέλεσης διοικητικής πράξης είναι το Δημόσιο και όχι ο αιτών. ΣτΕ EA 103/2020 (παρατ. Ε. Παυλίδου),

σελ. 751.

Φορολογικές διαφορές - Πράξη προσδιορισμού φόρου φιλανθρωπικού σωματείου - Ενδικοφανής προσφυγή - Αναστολή εκτέλεσης διοικητικής πράξης. Προσωρινή δικαστική προστασία. Λήψη του κατάλληλου μέτρου για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα. Ενδικοφανής διαδικασία. Άσκηση της προσφυγής πριν από τη συντέλεση της τεκμαιρόμενης απόρριψης. Δεν καθίσταται προδήλως απαράδεκτη η προσφυγή και απορριπτέα η κρινόμενη αίτηση, εφόσον πιθανολογείται ότι η συντέλεση θα είχε επέλθει κατά τη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής. Περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ενδίκου βοηθήματος συντρέχει, ιδίως, όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του. Δεν δικαιολογείται εν προκειμένω η χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων, λόγω πρόδηλης βασιμότητας της προσφυγής-ανακοπής, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών ως αβάσιμων, ότι η προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση είναι μη νόμιμη, ως ερειδόμενη επί παρανόμου, εκδοθέντος κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, του δεδικασμένου της 2691/2019 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, αλλά, και λόγω μη οριστικοποιηθέντος τίτλου. Καθόσον και ότι τα προβαλλόμενα δεν βασίζονται σε πάγια νομολογία ή νομολογία της Ολομελείας του ΣτΕ και σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτουν ενδελεχή έρευνα και νομολογιακή επεξεργασία των διατάξεων του Ν 4223/2013, σχετικά με την εξαίρεση των δασών και των δασικών εκτάσεων από τον ΕΝΦΙΑ και δεν αρκεί η έκδοση μίας τελεσίδικης απόφασης επί του ιδίου θέματος, για να θεωρηθούν οι λόγοι αυτοί της προσφυγής - ανακοπής προδήλως βάσιμοι. ΔΕφΑθ 122/2019 (Σε Συμβ.) (παρατ. Π. Λαζαράτος),

σελ. 745.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Αποστολή Υπουργείου Παιδείας. Έλεγχος συνταγματικότητας και συμβατότητας ΕΣΔΑ του Οργανισμού του Υπουργείου. Έλεγχος συνταγματικότητας και συμβατότητας με την ΕΣΔΑ του ΠΔ 18/2018 «Οργανισμός Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων». Θρη­σκευ­τική αγωγή νέων. Ορθόδοξη Εκκλησία. Συντα­γμα­τική κατοχύρωση αποκλειστικά των ιερών κανόνων και παραδόσεων. Μη επέκταση (της κατοχύρωσης) σε ζητήματα διοικητικής φύσεως τα οποία λόγω της μεταβλητότητάς τους ρυθμίζονται από τον κοινό νομοθέτη. Συνταγματική κατοχύρωση της αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας. Έννοια. Εξουσία της Εκκλησίας ν’ αποφασίζει για τις υποθέσεις της με δικά της όργανα. Αδυναμία του νομοθέτη να προχωρήσει μέχρι και τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας. Συνταγματική αρχή της ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης. Μη μεταβολή των βασικών σκοπών του Υπουργείου με κανονιστική πράξη. Διατύπωση της αποστολής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου Οργανισμού του υπουργείου αυτού, χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά στην διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης. Δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 16 παρ. 2 Συντ., ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 54 του Ν 4178/2013.(Μειοψ.). Κύρια αποστολή οργανισμών Υπουργείου. Καθορισμός νέων αρμοδιοτήτων με ΠΔ μόνο εφόσον παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση. Ορθολογική οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης. Καθοριζόμενες με ΠΔ/τα αρμοδιότητες οργανωτικής μονάδας. Τίθενται νομίμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι ήδη θεσμοθετημένες και όχι νέες. Έννοια του δημοσίου τομέα κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν 1256/1982. Θέσπιση εποπτείας του Υπουργού Παιδείας στην εργασιακή σχέση (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) μεταξύ εκκλησιαστικών υπαλλήλων και εκκλησιαστικών ΝΠΔΔ. Μισθοδοσία θρησκευτικών λειτουργών μεταξύ των οποίων και των εφημερίων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Μη παραβίαση της αρχής της ισότητας. Η άσκηση εποπτείας στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους, η οποία διασφαλίζει το κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 13 παρ. 3 Συντ. και 9, 11 και 14 ΕΣΔΑ. ΣτΕ Ολ 210/2020,

σελ. 788.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Αρμοδιότητα ΕλΣυν. Διαφορές από πράξεις ανάκτησης κατά ιδιωτών διαχειριστών χρηματικών ενισχύσεων. Επιχειρησιακά προγράμματα. Κάθε δικαιούχος δημόσιας ενίσχυσης προς εκτέλεση πράξεως ενταγμένης σε επιχειρησιακό πρόγραμμα οφείλει και αν ακόμη είναι ιδιωτικός οργανισμός, φορέας ή επιχείρηση, να τηρεί τη «διαδρομή ελέγχου», ήτοι ένα αναλυτικό σύστημα καταγραφής των ενεργειών και των δαπανών του με τα οικεία δικαιολογητικά που να επιτρέπει την απόδοση από αυτόν λογαριασμού για τη δημόσια ενίσχυση που έλαβε. Οι ως άνω οργανισμοί, φορείς και επιχειρήσεις, αν και είναι ιδιωτικοί, είναι υπόλογοι δημόσιας λογοδοσίας, αφού με την ένταξή τους στο καθεστώς ενίσχυσης ανέλαβαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την αξιοποίηση της ενίσχυσης αυτής, για την τήρηση των λογαριασμών τους προς λογοδοσία, ενώ υπόκεινται και στη διαδικασία ανάκτησης του εισπραχθέντος απ’ αυτούς ποσού κατά το μέτρο που διαπιστωθεί παρατυπία στις ενέργειές τους κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων τους. Στη δικαιοδοσία του ΕλΣυν υπάγεται κάθε καταλογιστική πράξη Υπουργού ή άλλης διοικητικής αρχής όταν η πράξη εκδίδεται επί διαχείρισης υλικού, αξιών ή χρημάτων που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε εξομοιούμενους μ’ αυτό φορείς, χωρίς να απαιτείται ο καταλογιζόμενος να είναι υπόλογος, κατά την τυπική έννοια του όρου. Η διάταξη του άρθρου 80 του Κώδικα Νόμων για το ΕλΣυν δεν εξαρτά τη δικαιοδοσία του ΕλΣυν που καθιδρύει εκ του εάν ο καταλογιζόμενος είναι δημόσιο νομικό πρόσωπο, δημόσιος υπάλληλος ή ιδιώτης, αρκούμενη μόνο σε δύο προϋποθέσεις, ήτοι πρώτον να εκδίδεται η καταλογιστική πράξη από Υπουργό ή άλλη διοικητική αρχή και δεύτερον να αφορά διαχείριση Δημοσίου ή φορέα εξομοιούμενου μ’ αυτό. Δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή διάκρισης στηριζόμενη στη φύση του καταλογιζομένου προσώπου. Η δημοσιονομική διόρθωση συμμετοχής σε έργο ή πράξη διακρίνεται σαφώς από την ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών. Οι δύο ως άνω αποφάσεις συνέχονται κατά τρόπο αλληλένδετο, ώστε η δεύτερη (απόφαση ανάκτησης) να αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πρώτης (απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης). Παρά τον αλληλένδετο χαρακτήρα τους η δημοσιονομική διόρθωση διατηρεί πλήρως την κανονιστική της αυτοτέλεια, η οποία διαλαμβάνει το επιστρεπτέο ποσό και μπορεί από μόνη της, χωρίς να εκδοθεί απόφαση ανάκτησης να εκτελεσθεί από τον αχρεωστήτως ή παρανόμως λαβόντα. Ο προσβάλλων την δεύτερη απόφαση (απόφαση ανάκτησης), ενώ έχει απωλέσει το δικαίωμα παραδεκτής προσβολής της πρώτης (απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης), δικαιούται, κατά το πρότυπο των ισχυόντων επί σύνθετης διοικητικής διαδικασίας, να επικαλεσθεί λόγους μη νομιμότητας αναφερόμενους ειδικώς στη δημοσιονομική διόρθωση. Αναιρετέα η απόφαση του Τμήματος με την οποία κρίθηκε ότι η απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης συνιστά προπαρασκευαστική πράξη ως μέρος της εισήγησης στον οικείο διατάκτη για την έκδοση απόφασης ανάκτησης, αφού αυτή παράγει αυτοτελώς έννομες συνέπειες που επιφέρουν άμεση μεταβολή στη νομική κατάσταση του αποδέκτη της, όχι μόνο ως προς την υποχρέωση αυτού να επιστρέψει τα ποσά της ενίσχυσης που έλαβε αλλά και ως προς την συνέχιση της ενίσχυσης που δικαιούται να λαμβάνει. ΕλΣυν Ολ 1951/2020,

σελ. 803.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Τυχερά παίγνια μέσω διαδικτύου. Μεταβατικό καθεστώς μέχρι την αδειοδότηση των παρόχων. Συνέχιση παροχής υπηρεσιών. Συμβατότητα με Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Παροχή υπηρεσιών τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου. Διαχρονικό δίκαιο. Μεταβατικό καθεστώς μέχρι την αδειοδότηση των παρόχων. Δυνατότητα συνέχισης παροχής υπηρεσιών στοιχημάτων και τυχερών παιγνίων μέσω διαδικτύου, από εταιρείες οι οποίες είναι νόμιμα εγκατεστημένες σε κράτη μέλη της ΕE και του ΕΟΧ και κάτοχοι αδειών λειτουργίας και παροχής τέτοιων υπηρεσιών, υπό τον όρο άμεσης και οικειοθελούς υπαγωγής αναδρομικά στο θεσπιζόμενο φορολογικό καθεστώς. Υπουργική απόφαση, με την οποία ορίστηκε προθεσμία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στο φορολογικό καθεστώς. Ακυρωτικός έλεγχος. Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Συμβατή με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών η προβλεπόμενη χορήγηση, από ελληνική αρχή, ειδικής άδειας για την παροχή υπηρεσιών τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Κρίση ότι επιτρεπτώς ο νομοθέτης έκρινε ότι οι άδειες των οικείων επιχειρήσεων που είχαν χορηγηθεί από αρχές κρατών-μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ, αποτελούσαν βάση για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και της δημόσιας τάξης, ώστε να καταστήσει εφεξής νόμιμη την επιχειρηματική δραστηριότητά τους εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Μη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και της ισότητας έναντι των επιχειρήσεων καζίνο. (Αντιθ. μειοψ.). Η προθεσμία υποβολής της αίτησης, δεν συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. (Αντιθ. μειοψ.). Αίτηση ακυρώσεως. Έννομο συμφέρον εταιρείας εκμετάλλευσης καζίνο. Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως. ΣτΕ Ολ 1161/2020,

σελ. 797.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ-ΛΑΤΡΕΙΑ

Δημόσια λατρεία - Συνταγματική προστασία - Ιδιωτικοί Ναοί. Ιδιωτικοί ναοί είναι όσοι ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Καλύπτουν αποκλειστικά τις θρησκευτικές ανάγκες των ίδιων και των οικογενειών τους ή του προσωπικού, των μελών και των τροφίμων (άρθ. 13 Καν. 8/1979). Σφραγίζονται από την αστυνομία με εντολή του οικείου επισκόπου (και) αν αποδοθούν στη δημόσια λατρεία. ΣτΕ 598/2020 (σημ. Κ. Παπαγεωργίου),

σελ. 767.

Λειτουργία θρησκευτικών χώρων - Περιορισμένος αριθμός εισερχομένων. Αρμοδιότητα 25.2.2020 πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Η αρμοδιότητα του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου για την εκδίκαση «αντιρρήσεων» δηλαδή ενδίκου βοηθήματος πλήρους δικαιοδοσίας. Αναλογική εφαρμογή διατάξεων ΚΔΔ. Αφορά στην εφαρμογή σε ατομικές περιπτώσεις των κατά το ως άνω άρθρο υγειονομικών μέτρων και όχι στην ευθεία προσβολή των κανονιστικών πράξεων με τις οποίες θεσπίζονται τα μέτρα αυτά. Οι εν λόγω πράξεις - οι οποίες ως κανονιστικές δεν μπορούν, ενόψει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών, να ελεγχθούν δικαστικώς κατά πλήρη δικαιοδοσία, υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 32 παρ. 3 ΠΔ 18/1989. Δικόγραφο συνέχισης της δίκης. Ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης κατά την παρ. 2 του άρθρου 32 ΠΔ 18/1989 που συνίσταται στην «ηθική βλάβη» που τους έχουν προξενήσει οι ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις, πλήττοντας τον πυρήνα του δικαιώματός τους στην άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας/λατρείας. Συμβατότητα του άρθρου 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 με τα άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η εν λόγω, πάντως, ειδική περίπτωση συνεχίσεως της δίκης της παρ. 3 του άρθρου 32 δεν συντρέχει κατά την έννοια του νόμου, όταν η νεότερη πράξη διαφέρει ουσιωδώς από την πράξη που έπαυσε να ισχύει, διότι στην περίπτωση αυτή εισάγεται εντελώς διαφορετικό, από νομική ή πραγματική άποψη, αντικείμενο δίκης και δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω εξαιρετική περίπτωση διευρύνσεως του αντικειμένου αυτού, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή κινήσεως διαδοχικών δικών με όμοιο, ως προς τα βασικά στοιχεία του, αντικείμενο. Η δίκη δεν μπορεί να συνεχισθεί κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 ως προς την κοινή υπουργική απόφαση που αναφέρεται υπό το στοιχείο iii στη σκέψη 6, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή, η οποία ισχύει από 17.5.2020 έως 5.6.2020 και δεν συνιστά αντικατάσταση ή τροποποίηση της αμέσως προηγούμενης πράξεως, η ισχύς της οποίας είχε λήξει στις 16.5.2020, διαφέρει, εν πάση περιπτώσει, ουσιωδώς κατά περιεχόμενο από τις προηγούμενες αποφάσεις, καθόσον δεν απαγορεύει τη λειτουργία των θρησκευτικών χώρων, αλλά την επιτρέπει υπό όρους σχετικούς, κυρίως, με τον αριθμό των προσώπων που μπορούν να εισέρχονται και να παραμένουν στους χώρους λατρείας κατά τη λειτουργία τους, με συνέπεια το αντικείμενο της δίκης να διαφοροποιείται ουσιωδώς από το αρχικό ως προς τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του. Μειοψ. ΣτΕ 1294/2020 (παρατ. Β. Καψάλη),

σελ. 755.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Δεκαετής παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ. Η παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων με αντίστοιχες αξιώσεις κατά των οφειλετών τους δεν υπόκεινται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του κοινού νομοθέτη, αλλά υποβάλλεται χρονικώς σε ανώτατο όριο που υπαγορεύεται από την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, ως ειδικότερη έκφραση της αρχής του Κράτους Δικαίου, ώστε να μην εκκρεμεί απεριορίστως σε βάρος των οφειλετών η απειλή ενεργοποίησης της αξίωσης και δεύτερον σε κατώτατο όριο που υπαγορεύεται από την αρχή της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, ώστε να μην παραιτείται προώρως και επομένως χαριστικώς το Δημόσιο των αξιώσεων του που θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν. Με τη ρύθμιση του άρθρου 93 παρ.1 του Κώδικα Νόμων για το ΕλΣυν, όπως αντικ. με το άρθρο 39 του Ν 4509/2017 και ισχύει από τη δημοσίευσή της ήτοι από τις 22.12.2017 θεσπίζεται από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου δημιουργήθηκε το διαχειριστικό έλλειμμα γενική δεκαετής παραγραφή για την αξίωση του δικαιούχου για την αναπλήρωση από τον υπόχρεο του ελλείμματος για το οποίο ο τελευταίος ευθύνεται. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται παράταση του κατά του ανωτέρω χρόνου φύλαξης των δικαιολογητικών αν εντός της δεκαετίας συντάχθηκαν φύλλα μεταβολών και ελλείψεων και εκκρεμεί διαδικασία καταλογισμού, κατά συνεκδοχή, η ως άνω παράταση δεν αφορά μόνο την φύλαξη των δικαιολογητικών αλλά και αυτήν την ίδια την παραγραφή της αξίωσης αναπλήρωσης του ελλείμματος που αναγκαίως συνδέεται με την εν λόγω φύλαξη. Η διάταξη του άρθρου 93 παρ.1 του Ν 4129/2013 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει αντικατέστησε, υπό την επιφύλαξη της παράτασης του χρόνου της δεκαετούς παραγραφής, αν έχουν συνταχθεί φύλλα μεταβολών και ελλείψεων και εκκρεμεί η διαδικασία καταλογισμού, την κατά το άρθρο 249 ΑΚ ισχύουσα για τις απαιτήσεις αυτές γενική εικοσαετή παραγραφή. Η αντικατάσταση αυτή ισχύει και για τις αξιώσεις που ήδη υφίσταντο κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος της και όχι μόνο για εκείνες που γεννώνται από της ισχύος της και εφεξής. Η ρύθμιση αυτή δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία καταλογισμού έχει ολοκληρωθεί με κατάληξη την έκδοση καταλογιστικής πράξης. Καταλογισμός ελλείμματος με απόφαση οργάνου εντασσόμενου στο ΕλΣυν, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο συντελέστηκε, δεν υπόκειται στη ρύθμιση περί παραγραφής που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ.1 όπως ισχύει του Κώδικα Νόμων για το ΕλΣυν. Εν προκειμένω, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ρύθμιση περί παραγραφής των αξιώσεων σε βάρος τους δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή τους, διότι η ρύθμιση αυτή προβλέπει την παραγραφή απαίτησης για την αναπλήρωση ελλείμματος με έκδοση καταλογιστικής πράξης, όχι δε και απαίτησης που αναγνωρίστηκε ήδη με την έκδοση καταλογιστικής απόφασης και μάλιστα από το ΕλΣυν κατά την άσκηση της συνταγματικής του αρμοδιότητας για τον έλεγχο των δημόσιων λογαριασμών και των οικείων αυτού υπολόγων. ΕλΣυν Ολ 2000/2020,

σελ. 812.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Επισκόπηση Νομολογίας για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα 2019-2020. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ - ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ - ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ [ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ - ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ σελ. 4, ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ σελ. 5, ΔΑΣΗ - ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ σελ. 8, ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ σελ. 11]. ΑΙΓΙΑΛΟΣ σελ. 12. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ σελ. 13. ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ σελ. 14. ΙΣΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΑΡΗ σελ. 15. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ σελ. 15. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σελ. 17. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΝΟΜΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ σελ. 19. ΑΡΧΗ ΙΣΟΤΗΤΑΣ σελ. 29. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΕΧΝΗΣ σελ. 31. ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ σελ. 32. ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ σελ. 34. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ σελ. 34. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ σελ. 35. ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ σελ. 38. ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σελ. 38. ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ σελ. 40. Αφιέρωμα [επιμ.: Μ. Θεοδωρίδου], σελ. 825.

Η άδεια επέμβασης, σε αντίθεση με την άρση της αναδάσωσης, δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα της αναδασωτέας έκτασης, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επέμβασης, με την υποχρέωση αποκατάστασης του δασικού χαρακτήρα της έκτασης, μετά την παύση λειτουργίας της δραστηριότητας, κατά τρόπον ώστε να διατηρείται ο προστατευτικός χαρακτήρας της αναδάσωσης. Ν 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας». Η εξαγορά δασών/δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν προ του 1975 αυτογνωμόνως, προκειμένου να καλλιεργηθούν, και η μεταβίβαση κυριότητας, έναντι τιμήματος, στους κατόχους αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι η αγροτική χρήση συνεχίζεται έως την έκδοση της πράξης εξαγοράς και θα συνεχισθεί και στο μέλλον (άρθρο 47 παρ. 5 επ. του Ν 998/1979), αντίκεινται προς τα άρθρα 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος. Η αντίθεση προς το Σύνταγμα της γενικευμένης «νομιμοποίησης» αυθαίρετων εκχερσώσεων χιλιάδων στρεμμάτων δασικής γης δεν θεραπεύεται από την υποχρέωση συνέχισης της αγροτικής καλλιέργειας στο διηνεκές, επί ποινή ανάκλησης της παραχώρησης, ή από την καταβολή, πέραν του τιμήματος απόκτησης της έκτασης (που καθορίσθηκε σε ιδιαιτέρως χαμηλά επίπεδα και μειώθηκε, μάλιστα, στο 1/4 της αντικειμενικής αξίας της, έναντι του 1/3 που ίσχυε πριν), χρηματικού ανταλλάγματος που θα χρησιμοποιηθεί για την «αναδάσωση» ή «δάσωση» αντίστοιχων εκτάσεων, που βρίσκονται στην ίδια ή σε όμορη περιοχή, άλλως, εντός της ίδιας διοικητικής ενότητας ή όμορης αυτής, ελλείψει δε αυτών, σε άλλη έκταση που θα υποδειχθεί από τη δασική υπηρεσία, κατά το άρθρο 45 παρ. 8 του Ν 998/1979. Οι διατάξεις α/ του άρθρου 47 παρ. 5 επ. του Ν 998/1979, κατά το μέρος που αφορούν εξαγορά ή έγκριση επέμβασης και αλλαγή χρήσης δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως προ της ισχύος του Συντάγματος του 1975 και καλλιεργούνται έκτοτε αγροτικώς, και β/ του άρθρου 47Β του Ν 998/1979 [το οποίο αναφέρεται, εξ ορισμού, σε εκχέρσωση δασικών εκτάσεων «χωρίς άδεια»] είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα. ΣτΕ Ολ 710/2020,

σελ. 772.