ΣτΕ 4600/2005 Τμ. Δ΄ επταμ.

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 4/2009, Απρίλιος

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Από τις διατάξεις του Ν 1975/1991 και της υπ’ αριθ. 4803/13/4κγ/18.6.1992 κοινής υπουργικής απόφασης, συνάγεται ότι η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών γίνεται, μεταξύ άλλων, και όταν συντρέχουν στο πρόσωπο του αλλοδαπού λόγοι που θα δικαιολογούσαν την απέλασή του, όταν, δηλαδή έχει παραβεί τη νομοθεσία περί εισόδου και παραμονής αλλοδαπών ή έχει καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης ή εμφανίζεται με διαφορετική κατά καιρούς ιθαγένεια ή κρίνεται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. Προκειμένου, εν τούτοις, περί αλλοδαπού, ο οποίος, κατά την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του ΠΔ 358/1997, παρέμενε παρανόμως στη Χώρα, αλλά υπέβαλε, κατά τα προβλεπόμενα στο εν λόγω ΠΔ, αίτηση για τη χορήγηση της «λευκής κάρτας», η εγγραφή του στον κατάλογο ανεπιθυμήτων, μετά την ανωτέρω ημερομηνία, είναι μεν, κατ’ αρχήν, δυνατή. Δεν μπορεί, όμως, να εύρει νόμιμο αιτιολογικό έρεισμα στο γεγονός και μόνον ότι, κατά την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του ΠΔ 358/1997, ο ανωτέρω βρισκόταν παρανόμως στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το τελευταίο αυτό ΠΔ, εκδόθηκε με σκοπό, ακριβώς, την τακτοποίηση των αλλοδαπών που ευρίσκοντο παρανόμως στη Χώρα την παραπάνω ημερομηνία. Εάν, αντιθέτως, η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθυμήτων ενός αλλοδαπού, ο οποίος ανήκει στην ανωτέρω κατηγορία, γίνει κατ’ επίκληση ενός από τους άλλους λόγους που προβλέπονται στο νόμο (όπως, λόγου χάρη, κατ’ επίκληση του ότι ο ενδιαφερόμενος είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), τούτο μπορεί να αποτελέσει, έρεισμα για την έκδοση πράξεως περί μη χορηγήσεως στον ενδιαφερόμενο της «λευκής κάρτας» και, περαιτέρω, για την έκδοση πράξης απέλασής του από τη Χώρα. Εξάλλου, προκειμένου το Συμβούλιο της Επικρατείας να ασκήσει την κατά το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α’ Συντ. ακυρωτική αρμοδιότητά του και να παράσχει στους διοικουμένους (ημεδαπούς ή αλλοδαπούς) έννομη προστασία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ., είναι αναγκαία η εξασφάλιση της απρόσκοπτης συλλογής όλων, ανεξαιρέτως, των πραγματικών στοιχείων, τα οποία είναι απαραίτητα για την αντιμετώπιση των προβαλλομένων λόγων και την εν γένει κρίση επί του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος. Για τους λόγους, ακριβώς, αυτούς, το ΠΔ 18/1989 προβλέπει ότι ο εισηγητής της υπόθεσης μεριμνά για τη συγκέντρωση κάθε στοιχείου κρίσιμου για τη διερεύνησή της και θεσπίζει αντίστοιχη υποχρέωση της διοίκησης για έγκαιρη διαβίβαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας όλων των στοιχείων, τα οποία ζητά ο εισηγητής ή το δικαστήριο με προδικαστική απόφασή του. Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει και έγγραφα, τα οποία η διοίκηση έχει χαρακτηρίσει απόρρητα, επικαλουμένη λόγους προστασίας της κρατικής ασφαλείας ή της δημόσιας τάξης. Και τούτο, διότι λόγοι τέτοιας φύσης μπορούν μεν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσουν περιορισμό στην αρχή της ελεύθερης πρόσβασης του διαδίκου στα στοιχεία του διαβιβασθέντος στο δικαστήριο φακέλου, δεν μπορούν, όμως, επ’ ουδενί να δικαιολογήσουν τη μη διαβίβαση στο δικαστήριο των στοιχείων που η διοίκηση χαρακτηρίζει απόρρητα. Αντίθετη εκδοχή θα υπερακόντιζε τον σκοπό του χαρακτηρισμού ορισμένων στοιχείων ως απορρήτων, θα ισοδυναμούσε με πλήρη αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου σε σημαντικούς τομείς της διοικητικής δράσεως και θα συνιστούσε δραστικό περιορισμό, μη ανεκτό υπό το Σύνταγμα, του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας. Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία η αιτιολογία της προσβληθείσας με αίτηση ακυρώσεως διοικητικής πράξης ερείδεται επί απόρρητων στοιχείων, η διοίκηση δεν υποχρεούται μεν να αναφέρει στο σώμα της προσβαλλομένης πράξης τα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν από τα ανωτέρω απόρρητα στοιχεία, υποχρεούται, όμως (περιλαμβανομένων και των περιπτώσεων, κατά τις οποίες η προσβαλλομένη πράξη αφορά εγγραφή αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθυμήτων αλλοδαπών ή απέλαση αλλοδαπού από την Ελλάδα), να θέσει υπ’ όψη του Συμβουλίου της Επικρατείας τα εν λόγω απόρρητα στοιχεία, κατά τρόπο, βεβαίως, συμβατό με τον χαρακτηρισμό τους ως απορρήτων. Και εάν μεν το δικαστήριο, εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά εν συμβουλίω, κρίνει ότι ο χαρακτηρισμός των ως απορρήτων δικαιολογείται, εν όψει της φύσεώς των και των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται συναφώς η διοίκηση, χωρεί, περαιτέρω, σε κρίση περί της νομιμότητος της αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως χωρίς να θέσει τα στοιχεία αυτά υπ’ όψη του αιτούντος και χωρίς να εκθέσει, στην απόφασή του, το περιεχόμενό τους. Σε αντίθετη περίπτωση, αναβάλλει, με προδικαστική απόφασή του, την οριστική κρίση επί της υπόθεσης, προκειμένου ο αιτών να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών και να διατυπώσει τις επ’ αυτών απόψεις του. Αντίθετη μειοψηφία σύμφωνα με την οποία: ναι μεν η μη γνωστοποίηση στον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό των συγκεκριμένων λόγων, για τους οποίους κρίνεται επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια, καθώς και των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, συνεπάγεται περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, αφού δεν του παρέχεται η δυνατότητα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου, όσον αφορά την επάρκεια ή άλλο ελάττωμα της αιτιολογίας, ωστόσο ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται από υπέρτερους λόγους επιτακτικού, όχι απλώς δημόσιου, αλλά εθνικού συμφέροντος, οι οποίοι συνάπτονται με την εθνική ασφάλεια, ενδεχομένως δε και με τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας και ειδικότερα με τη διατήρηση ομαλών σχέσεων με άλλα κράτη της διεθνούς κοινότητας. Διάφορο δε είναι το ζήτημα του μη επιτρεπτού της απέλασης του αλλοδαπού, έστω και αν επιβάλλεται για λόγους εθνικής ασφάλειας, εφόσον, εξ αιτίας αυτής, ο απελαυνόμενος θα διέτρεχε σοβαρό και επαληθεύσιμο κίνδυνο απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Τη συνδρομή, πάντως, του κινδύνου αυτού οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενδιαφερόμενος ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών αρχών. […] Η κατά την κρατήσασα γνώμη, κρίση του δικαστηρίου περί του εάν ο χαρακτηρισμός των στοιχείων που έλαβε υπ’ όψη του ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης ως απορρήτων, «δικαιολογείται, εν όψει της φύσεώς των και των λόγων δημοσίου συμφέροντος που επικαλείται συναφώς η διοίκηση», δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίση ελέγχου νομιμότητας, αλλά αποτελεί ουσιαστική, κατ’ εξοχήν, εκτίμηση, τόσο ως προς τη φύση και τις πηγές στοιχείων αναφερόμενων στην εθνική ασφάλεια της Χώρας όσο και ως προς την προσφορότητα του μέτρου της απέλασης αλλοδαπού, δηλαδή ουσιαστικά πρόκειται για εκτίμηση εάν συντρέχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ικανός να δικαιολογήσει την απέλαση αλλοδαπού. Τοσούτο δε μάλλον καθόσον η κρίση όσον αφορά την ύπαρξη απειλής για την εθνική ασφάλεια από την παρουσία αλλοδαπού στη Χώρα και η επιλογή του μέτρου της απέλασης ως κατάλληλου για την αντιμετώπισή της απειλής αυτής μέσου, προϋποθέτουν πολιτική εκτίμηση και αξιολογικές κρίσεις συναπτόμενες και με τις διεθνείς σχέσεις αλλά και τα γενικότερα συμφέροντα της Χώρας και ως εκ τούτου η απέλαση αλλοδαπού για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν συνιστά άσκηση διοικητικής απλώς αρμοδιότητας αλλά κυβερνητικής, κατ’ ουσίαν, πολιτικής.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.