ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ (Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013)

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 8-9/2013, Αύγουστος-Σεπτέμβριος

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΕΙ

Σύστημα ταξινομικής ψήφου. Διαδικασία εκλογής των καθηγητών-εσωτερικών μελών Συμβουλίου ΑΕΙ. Πρόβλεψη εκλογής μελών Συμβουλίων ΑΕΙ με τη μέθοδο των Οργανωτικών Επιτροπών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 1 του Ν 4009/2011, κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Κατάργηση των ως άνω οργανωτικών Επιτροπών και ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο πρυτανικό συμβούλιο με το άρθρο 2 παρ. 2 του νεότερου Ν 4076/2012. Αναβολή της δίκης λόγω επιρροής επί του αντικειμένου της υπό κρίση αιτήσεως των νεότερων νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. ΣτΕ Ολ 1467/2013 (παρατ. Β. Τσιγαρίδας),

σελ. 778.

Φυσιογνωμία και νομική θέση του ειδικού τεχνικού ερευνητικού προσωπικού. Παρουσίαση του νομικού καθεστώτος και της φυσιογνωμίας του κλάδου του ΕΤΕΠ υπό το προϊσχύον δίκαιο καθώς και υπό τον ισχύοντα Ν 4009/2011. Η διαμορφωθείσα σχετική «νομολογία» και διοικητική πρακτική. Νομ. Συμβολές Χ. Χρυσανθάκης,

σελ. 673.

ΒΙΟΗΘΙΚΗ

Association for Molecular Pathology κ.ά. (προσφεύγοντες) κατά Myriad Genetics, Inc. κ.ά. Το δίκαιο της ευρεσιτεχνίας ισορροπεί ανάμεσα αφ’ ενός στην παροχή κινήτρων που ωθούν στη δημιουργία και αφ’ ετέρου στην παρακώλυση της ελεύθερης διακίνησης των πληροφοριών που καθιστούν εφικτή τη δημιουργία. Από την επιδεκτικότητα κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εξαιρούνται τα προϊόντα της φύσης. Τμήμα μορίου DNA συνιστά προϊόν της φύσης, παρά την απομόνωσή του από το φυσικό μόριο DNA. Αντίθετα, τεχνητά κατασκευασμένο μόριο DNA με γενετική αλληλουχία διακριτή από αυτήν του φυσικού μορίου DNA δεν συνιστά προϊόν της φύσης και είναι καταρχήν επιδεκτικό ευρεσιτεχνιακής κατοχύρωσης. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον (επιμ. Ν. Παναγής),

σελ. 833.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ (βλ. και λ. Διοικητική Σύμβαση)

Ανοικτός διαγωνισμός. Προσδιορισμός εύλογου διοικητικού κι εργολαβικού κέρδους. Από τις ρήτρες της ένδικης διακήρυξης, με την οποία προκηρύχτηκε ανοιχτός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου παροχής υπηρεσιών ασφάλειας της λιμενικής εγκατάστασης του ΟΛΘ, συνάγεται ότι απορρίπτεται ως απαράδεκτη οικονομική προσφορά διαγωνιζόμενου, η οποία δεν καλύπτει το ελάχιστο εργατικό κόστος για την παροχή των προς ανάθεση υπηρεσιών. Όπως δε έχει κριθεί, η οικονομική προσφορά διαγωνιζόμενου δεν μπορεί, κατά κοινή αντίληψη, να συντίθεται μόνο από το κόστος της μισθοδοσίας του προσωπικού που θα απασχοληθεί στην παροχή των ένδικων υπηρεσιών φύλαξης, αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει και το λειτουργικό (διοικητικό) κόστος, καθώς επίσης και να καταλείπει και κάποιο περιθώριο κέρδους, ώστε να μη θέτει σε κίνδυνο την εκτέλεση της σχετικής σύμβασης. Από τις διατάξεις του Ν 3863/2010 και της ως άνω διακήρυξης δεν προβλέπεται υποχρέωση του αναδόχου για πρόβλεψη και θέσης αναπληρωτή του Αναπληρωτή του Υπευθύνου Ασφαλείας Λιμενικών Εγκαταστάσεων και, συνεπώς, η παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία αναδείχτηκε προσωρινή ανάδοχος, δεν όφειλε να συνυπολογίσει στην οικονομική της προσφορά κόστος αντικατάστασης του εν λόγω Αναπληρωτή. ΣτΕ ΕΑ 328/2013 (παρατ. Σ. Κυβέλος),

σελ. 759.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης. Ανάλυση της έννοιας του δημοσιονομικού συμφέροντος ως ειδικής μορφής δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με το δίκαιο της ανάγκης το οποίο αποτελεί δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων. Σύμφωνα με αυτό, επιβάλλεται να υπάρχουν αυξημένες εγγυήσεις ως προς τον έλεγχο της προσφορότητας του σκοπούμενου περιορισμού, ενώ η αναγκαιότητα των μέτρων ανάγκης κρίνεται επί τη βάσει κριτηρίων, όπως η αιτιολογία του νόμου ως προς το ύψος, το είδος και τη διάρκεια του περιορισμού, η δυνατότητα ηπιότερων μέτρων, η εκπόνηση σχετικών οικονομικών ή αναλογιστικών μελετών κ.λπ. Εξέταση των ορίων της εξουσίας του δικαστή κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας και νομιμότητας του δικαίου της ανάγκης. Νομ. Συμβολές Π. Λαζαράτος,

σελ. 686.

ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

Διεύρυνση πεδίου εφαρμογής άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Επιδίκαση «επαρκούς» αποζημίωσης. Το αναγνωριζόμενο από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα αναφέρεται, κατά την διατύπωση του άρθρου αυτού, σε υποθέσεις που αφορούν σε «αμφισβητήσεις επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως» ή «κατηγορίες ποινικής φύσεως». Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τους όρους αυτούς, οι οποίοι, κατά τη νομολογία του, αποδίδουν «αυτόνομες» έννοιες, διευρύνει διαρκώς το πεδίον εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, ακόμη και αναθεωρώντας προηγούμενη νομολογία του, έχοντας υπαγάγει μέχρι σήμερα στο πεδίον εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως τις περισσότερες κατηγορίες των, κατά την ελληνική έννομη τάξη, διοικητικών διαφορών, χαρακτηρίζοντας αυτές ως υποθέσεις είτε «αστικής» είτε «ποινικής» φύσεως. Μεταξύ των βασικών κριτηρίων που επιτρέπουν να εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητα των προσφυγών αποζημιωτικής φύσεως, ως προς την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών, περιλαμβάνεται, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ο καθορισμός αποζημιώσεων «επαρκών» εν σχέσει προς τα ποσά που θα επεδίκαζε το ΕΔΔΑ σε παρόμοιες περιπτώσεις. ΣτΕ 2879/2013, Τμ. Δ΄ Μονομ.,

σελ. 799.

Δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Παρουσίαση του ειδικού ένδικου βοηθήματος της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης (άρθρα 53 - 60 Ν 4055/2012). Εξετάζονται ειδικότερα οι προϋποθέσεις του παραδεκτού, τα στάδια εξέτασης του βασίμου, η διαδικασία εκδίκασης καθώς και οι συνέπειες αποδοχής της αίτησης. Σκέψεις και κριτική για την αποτελεσματικότητά του προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης απονομής της δικαιοσύνης και αποκατάστασης της βλάβης των διαδίκων. Νομ. Συμβολές Δ. Ράικος,

σελ. 693.

Κριτήρια εκτίμησης εύλογης χρονικής διάρκειας διοικητικής δίκης. Η εκτέλεση της αποφάσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, πλην, εν προκειμένω, η προαναφερόμενη απόφαση, ως απορριπτική, δεν έθετε ζήτημα εκτελέσεως, ούτε απαιτούσε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ώστε να διασφαλισθεί η εκτέλεσή της ως προς τον αιτούντα. Ως εκ τούτου, ο αιτών, ο οποίος άλλωστε, με την δημοσίευση της επίμαχης αποφάσεως, έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου της, δεν υπέστη, ούτε άλλωστε επικαλείται, οποιαδήποτε βλάβη από την πάροδο του τριμήνου που μεσολάβησε μεταξύ, αφενός, της δημοσιεύσεως της αποφάσεως και, αφετέρου, της καθαρογραφής αυτής και της θέσεως της υποθέσεως στο αρχείο (βλ ΣτΕ 2974, 2975/2013).- Στον χρόνο που μεσολαβεί από την κατάθεση του ενδίκου βοηθήματος μέχρι την δημοσίευση της αποφάσεως υπολογίζονται και τα διαστήματα των δικαστικών διακοπών. - Ο αιτών δεν συνέβαλε στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως, έστω και εάν κατέθεσε δικόγραφο προσθέτων λόγων ακυρώσεως. Εφόσον δε το διακύβευμα της διαφοράς για τον αιτούντα είναι ήσσονος εμβέλειας κρίνεται η επιδίκαση ποσού ύψους 4.800 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Εν μέρει δεκτή η αίτηση. ΣτΕ 4467/2012, Τμ. Γ΄ Μονομ.,

σελ. 792.

Μη εφαρμογή άρθρ. 53-58 Ν 4055/2012 σε μη αστικής ή ποινικής φύσεως υποθέσεις - Δικαίωμα ιθαγένειας. Οι διατάξεις των άρθ. 53 -58 του Ν 4055/2012 δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση υπερβάσεως της εύλογης χρονικής διάρκειας μιας διοικητικής δίκης που δεν συναρτάται με αστικής ή ποινικής φύσεως υποθέσεις κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ήτοι μιας δίκης που θεσμοθετείται από την εθνική νομοθεσία χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση από την ΕΣΔΑ. Στην περίπτωση δε αυτή η αίτηση, η οποία τυχόν ασκείται κατ’ επίκληση των διατάξεων των άρθρων 53 επ. του Ν 4055/2012, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.- Η αοριστία του εισαγωγικού δικογράφου δεν θεραπεύεται με την υποβολή υπομνήματος. - Αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως με την οποία είχε ανακληθεί η διαπιστωτική της ιθαγένειας των αιτούντων πράξη. Διάρκεια διαδικασίας: επτά (7) έτη. Η εν λόγω υπόθεση δεν συναρτάται με υποθέσεις αστικής ή ποινικής φύσεως, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή σε διαδικασίες καθορισμού ή απονομής ιθαγενείας. Το δικαίωμα στην ιθαγένεια δεν αποτελεί δικαίωμα αστικής φύσης και ως εκ τούτου δεν κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ. ΣτΕ 1/2013, Τμ. Δ΄ Μονομ.,

σελ. 797.

Περισσότεροι αιτούντες τη δίκαιη ικανοποίηση. Καταβολή παραβόλου. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 55 παρ. 4 του Ν 4055/2012, αν οι αιτούντες τη δίκαιη ικανοποίηση είναι περισσότεροι του ενός και ζητούν ο καθένας αυτοτελώς την καταβολή ενός συγκεκριμένου ποσού, τότε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της, συναφούς εν προκειμένω, διατάξεως του άρθρου 277 παρ. 8 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999), καταβάλλεται από καθέναν από αυτούς ολόκληρο το κατά νόμο παράβολο των 200 ευρώ. Σε περίπτωση δε μερικής αποδοχής της σχετικής αίτησης, αποδίδεται το παράβολο κατά ένα μόνο μέρος, το οποίο και καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη επίσης εφαρμογή της σχετικής συναφούς προβλέψεως της παρ. 9 του άρθρου 77 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Επομένως, αιτήσεις που δεν συνοδεύονται από το κατά τα ανωτέρω εμπροθέσμως καταβληθέν παράβολο πρέπει να απορρίπτονται για το λόγο αυτό. Δεδομένου όμως ότι το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται με σαφή διάταξη του Ν 4055/2012, πρέπει, με βάση τις αρχές της δίκαιης δίκης, να μην απορρίπτονται αιτήσεις, για τις οποίες έχει καταβληθεί μόνο το ενιαίο παράβολο, αν αυτές έχουν κατατεθεί πριν από την έκδοση της παρούσης αποφάσεως, με την οποία διαμορφώνεται η σχετική νομολογία, και για έναν εύλογο χρόνο μετά το εν λόγω χρονικό σημείο. ΣτΕ 3017/2013 Τμ. Στ΄ Μονομ.,

σελ. 805.

Προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση. Αφετήριο σημείο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του Ν 4055/2012, η προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, και ειδικότερα της δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι εξάμηνη και αρχίζει τρέχουσα από την επομένη της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη, για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, δεν αποτελεί αφετήριο χρονικό σημείο της ως άνω προθεσμίας η ημερομηνία ολοκληρώσεως της διαδικασίας καθαρογραφής και υπογραφής της αποφάσεως, οπότε και είναι δυνατή η χορήγηση στον αιτούντα επικυρωμένου αντιγράφου της. ΣτΕ 1856/2013 Τμ Δ΄, Μονομ.,

σελ. 804.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Διακοπή επιχορήγησης. Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Για το λυσιτελές της προβολής από τον διοικούμενο λόγου ακυρώσεως περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν πράξης απαιτείται και παράλληλη αναφορά και των ισχυρισμών που αυτός θα προέβαλε ενώπιον της διοίκησης εάν είχε κληθεί. Όταν βάσει της συγκεκριμένης ειδικής νομοθεσίας που διέπει την έκδοση της δυσμενούς διοικητικής πράξης προβλέπονται πέραν της αρχικής προηγούμενης ακρόασης και ένα ή περισσότερα στάδια ενδικοφανούς διαδικασίας ενώπιον ανωτέρων οργάνων, η μη τήρηση του προβλεπόμενου τύπου της προηγούμενης ακρόασης κατά τη διαδικασία έκδοσης της αρχικής πράξης καλύπτεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ασκήσει την ή τις ενδικοφανείς προσφυγές και προβάλλει τους κρίσιμους, κατ’ αυτόν, ισχυρισμούς που δεν προέβαλε πριν από την έκδοση της αρχικής πράξης. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη η τελικώς εκδιδομένη, μετά την άσκηση από τον ενδιαφερόμενο της ή των ενδικοφανών προσφυγών, διότι ως οριστική διοικητική πράξη είναι η τελικώς εκδιδόμενη μετά την εξάντληση της ενδικοφανούς διαδικασίας (συγκλ. γνώμ., μειοψ.). ΣτΕ Ολ 4447/2012 (περίλ.),

σελ. 733.

Δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης. Η υποχρέωση των ασφαλιστικών οργάνων να καλέσουν τον εργοδότη προς παροχή εξηγήσεων πριν από την έκδοση ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ, η επιβολή των οποίων συνδέεται κατά νόμον με την υποκειμενική συμπεριφορά του, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη δυνατότητα που παρέχεται σ’ αυτόν να ζητήσει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθόσον η ακρόαση του ενδιαφερομένου πρέπει να λαμβάνει χώρα οπωσδήποτε προ της λήψεως του δυσμενούς εις βάρος του μέτρου, προ της εκδόσεως, δηλαδή, της αρχικής εκτελεστής αποφάσεως από το αρμόδιο διοικητικό όργανο. Εφόσον ο αναιρεσίβλητος προέβαλε με την προσφυγή του ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου λόγο περί μη τηρήσεως του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως, -δεν εχώρησαν, τα δικαστήρια της ουσίας σε ανεπίτρεπτο αυτεπάγγελτο έλεγχο της τηρήσεως του τύπου αυτού- και ανέφερε, παράλληλα, και τους ισχυρισμούς που θα προέβαλε ενώπιον της διοίκησης αν είχε προηγουμένως κληθεί, οι οποίοι δεν παρίστανται κατ’ αρχάς αλυσιτελείς, ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, κρίθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι δεν τηρήθηκε εν προκειμένω ο αναγκαίος ουσιώδης τύπος της προηγουμένης ακρόασης. ΣτΕ 2180/2013 Τμ. Α΄ επταμ.

Η δικονομική αλυσιτέλεια ως έκφραση μεθοδολογικής αμηχανίας. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ 4447/2012. Ειδικό Θέμα Β. Καψάλη,

σελ. 817.

Οι αλυσιτελώς προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης στο μεταίχμιο της συνταγματικής νομιμότητας. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 2180/2013. Ειδικό Θέμα Β. Τσιγαρίδας,

σελ. 826.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βάρος απόδειξης. Το βάρος απόδειξης για τη νομιμότητα απόκτησης του περιουσιακού οφέλους έχει ο ίδιος ο ελεγχόμενος, ο οποίος υποχρεούται να αποδείξει, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα της προέλευσης τόσο των κεφαλαίων που εντοπίζονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς του, όσο και αυτών που διατίθενται για την αγορά κινητών ή ακίνητων περιουσιακών στοιχείων και τα οποία (κεφάλαια) δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από τα εισοδήματα και την ενγένει οικονομική του κατάσταση. Προς τον σκοπό δε αυτόν, πρέπει να προσκομίζει στις αρμόδιες διοικητικές και δικαστικές αρχές κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει με σαφήνεια ο ακριβής τρόπος απόκτησης των κεφαλαίων αυτών καθώς και η προέλευσή τους από νόμιμες πηγές. Η επίκληση δε από τον ελεγχόμενο ορισμένης αποταμιευτικής δυνατότητας αυτού με βάση τα ετήσια οικογενειακά εισοδήματα παρελθόντων ετών, χωρίς να αποδεικνύει ταυτόχρονα την ύπαρξη αντίστοιχου, πράγματι υφιστάμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο κτήσης ορισμένου περιουσιακού στοιχείου, αποταμιευτικού υπολοίπου, το οποίο να προκύπτει με σαφήνεια ότι αποτέλεσε την πηγή προέλευσης των σχετικών κεφαλαίων, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την κτήση του αμφισβητούμενου περιουσιακού οφέλους, ως προερχόμενου από εμφανείς νόμιμες πηγές. ΕλΣυν 2173/2013 Τμ. V,

σελ. 808.

ΕΕΤΤ - Μεταφορά υποθέσεων στο Διοικητικό Εφετείο ως ουσιαστικών. Η μεταφορά στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με το άρθρο 67 παρ. 1 του Ν 3431/2006, των υποθέσεων που αναφέρονται στην αρμοδιότητα της ΕΕΤΤ να επιβάλλει, στους οργανισμούς που διαπιστώθηκε ότι παραβιάζουν τους κανόνες κοστολογήσεως και τιμολογήσεως των παρεχομένων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, την υποχρέωση να επιφέρουν συγκεκριμένες τροποποιήσεις στις μεθόδους αυτές, με σκοπό την άρση των παραβάσεων, κείται εντός των ορίων της συνταγματικώς θεμιτής δράσης του νομοθέτη. Οι διαφορές αυτές επιτρεπτώς, μεταφέρονται ως ουσιαστικές και όχι ως ακυρωτικές, διότι η ΕΕΤΤ, εφόσον διαπιστώσει παράβαση των οικείων διατάξεων, οφείλει να επιβάλει στον παραβάτη την άρση των παραβάσεων, για την έκδοση δε της σχετικής πράξεως αρκεί η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την επίμαχη παράβαση. Το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, στρεφόμενο κατά πράξεως της ΕΕΤΤ, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα εταιρεία να άρει παραβάσεις του συστήματος κοστολόγησης και τιμολόγησης των υπηρεσιών της, αποτελεί προσφυγή ουσίας και πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. (μειοψ.) ΣτΕ Ολ 693/2013,

σελ. 743.

Η δικαιοδοσία επί ακύρου καί προφορικής διοικητικής συμβάσεως. Το κύρος ή η ακυρότητα της διοικητικής σύμβασης δεν αποτελεί κριτήριο για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας και δη της αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία και περαιτέρω η αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που θα κρίνει τη διαφορά, καθορίζεται από τη φύση της αγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, ως ιδιωτικής διαφοράς ή διοικητικής διαφοράς ουσίας, όπως αυτή προβάλλεται από τον προσφεύγοντα. Αντίθετες σκέψεις από τις υπ’ αριθμ. 3/2012 και 28/2011 αποφάσεις του ΑΕΔ, το οποίο έκρινε ότι επί προφορικής σύμβασης, ανεξαρτήτως εάν το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και η σύμβαση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, εφόσον δεν προκύπτει η ύπαρξη εξαιρετικών ρητρών, η σύμβαση είναι ιδιωτική, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Νομ. Συμβολές Ν. Σοϊλεντάκης,

σελ. 676.

Η δικονομική αλυσιτέλεια ως έκφραση μεθοδολογικής αμηχανίας. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ Ολ 4447/2012. Ειδικό Θέμα Β. Καψάλη,

σελ. 817.

Ισχύς απόφασης διαιτητικού δικαστηρίου - Εξουσία διοικητικού δικαστηρίου. Όταν κατά την εκδίκαση διαφοράς ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου προσκομίζεται απόφαση προβλεπόμενου από σύμβαση διαιτητικού δικαστηρίου επιλύουσα μεταξύ των ίδιων διαδίκων ζήτημα που τίθεται και ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου και αφορά την ερμηνεία όρων της ανωτέρω συμβάσεως και την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, το διοικητικό δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ελέγξει το ζήτημα της λήξεως της ισχύος της ανωτέρω συμβάσεως, διότι το ζήτημα αυτό συνεπάγεται ακυρωσία της διαιτητικής αυτής απόφασης απαγγελλόμενη μόνον με δικαστική απόφαση από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο κατόπιν ασκήσεως αγωγής ακυρώσεως κατά τον ΚΠολΔ, ελλείψει της οποίας παρεμπίπτουσα κρίση του δεν είναι επιτρεπτή. ΣτΕ 2623/2013 Τμ. Β΄ επταμ. (παρατ. Χ. Φλώρου),

σελ. 736.

Οι αλυσιτελώς προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης στο μεταίχμιο της συνταγματικής νομιμότητας. Σκέψεις με αφορμή την απόφαση ΣτΕ 2180/2013. Ειδικό Θέμα Β. Τσιγαρίδας,

σελ. 826.

Περισσότεροι αιτούντες τη δίκαιη ικανοποίηση. Καταβολή παραβόλου. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 55 παρ. 4 του Ν 4055/2012, αν οι αιτούντες τη δίκαιη ικανοποίηση είναι περισσότεροι του ενός και ζητούν ο καθένας αυτοτελώς την καταβολή ενός συγκεκριμένου ποσού, τότε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της, συναφούς εν προκειμένω, διατάξεως του άρθρου 277 παρ. 8 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999), καταβάλλεται από καθέναν από αυτούς ολόκληρο το κατά νόμο παράβολο των 200 ευρώ. Σε περίπτωση δε μερικής αποδοχής της σχετικής αίτησης, αποδίδεται το παράβολο κατά ένα μόνο μέρος, το οποίο και καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη επίσης εφαρμογή της σχετικής συναφούς προβλέψεως της παρ. 9 του άρθρου 77 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Επομένως, αιτήσεις που δεν συνοδεύονται από το κατά τα ανωτέρω εμπροθέσμως καταβληθέν παράβολο πρέπει να απορρίπτονται για το λόγο αυτό. Δεδομένου όμως ότι το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται με σαφή διάταξη του Ν 4055/2012, πρέπει, με βάση τις αρχές της δίκαιης δίκης, να μην απορρίπτονται αιτήσεις, για τις οποίες έχει καταβληθεί μόνο το ενιαίο παράβολο, αν αυτές έχουν κατατεθεί πριν από την έκδοση της παρούσης αποφάσεως, με την οποία διαμορφώνεται η σχετική νομολογία, και για έναν εύλογο χρόνο μετά το εν λόγω χρονικό σημείο. ΣτΕ 3017/2013 Τμ. Στ΄ Μονομ.,

σελ. 805.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Η δικαιοδοσία επί ακύρου καί προφορικής διοικητικής συμβάσεως. Το κύρος ή η ακυρότητα της διοικητικής σύμβασης δεν αποτελεί κριτήριο για τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας και δη της αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία και περαιτέρω η αρμοδιότητα του δικαστηρίου, που θα κρίνει τη διαφορά, καθορίζεται από τη φύση της αγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, ως ιδιωτικής διαφοράς ή διοικητικής διαφοράς ουσίας, όπως αυτή προβάλλεται από τον προσφεύγοντα. Αντίθετες σκέψεις από τις υπ’ αριθμ. 3/2012 και 28/2011 αποφάσεις του ΑΕΔ, το οποίο έκρινε ότι επί προφορικής σύμβασης, ανεξαρτήτως εάν το ένα συμβαλλόμενο μέρος είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και η σύμβαση αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, εφόσον δεν προκύπτει η ύπαρξη εξαιρετικών ρητρών, η σύμβαση είναι ιδιωτική, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Νομ. Συμβολές Ν. Σοϊλεντάκης,

σελ. 676.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Δήλωση πόθεν έσχες. Αδικαιολόγητο περιουσιακό όφελος. Σε υποβολή ετήσιας δήλωσης περί της περιουσιακής τους κατάστασης υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, οι υπουργοί και οι βουλευτές, οι οποίοι υπάγονται, ως εκ τούτου, στις ρυθμίσεις του εκάστοτε ισχύοντος περί πόθεν έσχες νόμου. Σε περίπτωση δε που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι κατά τη διάρκεια ή και εντός τριετίας από τη λήξη της θητείας του ελεγχομένου στις εν λόγω κρίσιμες θέσεις αποκτήθηκε από τον ίδιο ή τα ως άνω μέλη της οικογενείας του περιουσιακό όφελος, η προέλευση του οποίου δεν δύναται να δικαιολογηθεί, με βάση τις γνωστές στα ελεγκτικά όργανα νόμιμες πηγές εσόδων του ιδίου και των υπόλοιπων ως άνω προσώπων, προβλέπονται σε βάρος του ελεγχομένου ποινικές και χρηματικές (αστικής φύσης) κυρώσεις. Οι χρηματικές κυρώσεις συνίστανται στον έχοντα το χαρακτήρα αποζημιωτικού μέτρου καταλογισμό του ελεγχομένου, κατόπιν απόφασης του αρμόδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με χρηματικό ποσό ισάξιο του αδικαιολόγητου περιουσιακού οφέλους, το οποίο τεκμαίρεται μαχητά ότι προέρχεται από την κατ’ εκμετάλλευση της θέσης του διάπραξη αθέμιτων σε βάρος και επί ζημία του Δημοσίου συναλλαγών. ΕλΣυν 2173/2013 Τμ. V,

σελ. 808.

ΕΣΔΑ (βλ. και λ. Δίκαιη Δίκη)

Δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Παρουσίαση του ειδικού ένδικου βοηθήματος της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης (άρθρα 53 - 60 Ν 4055/2012). Εξετάζονται ειδικότερα οι προϋποθέσεις του παραδεκτού, τα στάδια εξέτασης του βασίμου, η διαδικασία εκδίκασης καθώς και οι συνέπειες αποδοχής της αίτησης. Σκέψεις και κριτική για την αποτελεσματικότητά του προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης απονομής της δικαιοσύνης και αποκατάστασης της βλάβης των διαδίκων. Νομ. Συμβολές Δ. Ράικος,

σελ. 693.

Διεύρυνση πεδίου εφαρμογής άρθρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Επιδίκαση «επαρκούς» αποζημίωσης. Το αναγνωριζόμενο από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα αναφέρεται, κατά την διατύπωση του άρθρου αυτού, σε υποθέσεις που αφορούν σε «αμφισβητήσεις επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως» ή «κατηγορίες ποινικής φύσεως». Το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τους όρους αυτούς, οι οποίοι, κατά τη νομολογία του, αποδίδουν «αυτόνομες» έννοιες, διευρύνει διαρκώς το πεδίον εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, ακόμη και αναθεωρώντας προηγούμενη νομολογία του, έχοντας υπαγάγει μέχρι σήμερα στο πεδίον εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως τις περισσότερες κατηγορίες των, κατά την ελληνική έννομη τάξη, διοικητικών διαφορών, χαρακτηρίζοντας αυτές ως υποθέσεις είτε «αστικής» είτε «ποινικής» φύσεως. Μεταξύ των βασικών κριτηρίων που επιτρέπουν να εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητα των προσφυγών αποζημιωτικής φύσεως, ως προς την υπερβολική διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών, περιλαμβάνεται, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ο καθορισμός αποζημιώσεων «επαρκών» εν σχέσει προς τα ποσά που θα επεδίκαζε το ΕΔΔΑ σε παρόμοιες περιπτώσεις. ΣτΕ 2879/2013, Τμ. Δ΄ Μονομ.,

σελ. 799.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Έννομο συμφέρον εργοδότη για την επίκληση λόγων προς το συμφέρον των ασφαλισμένων. Στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας, η οποία δεν έχει ασκηθεί, ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω πράξης ή παράλειψης από το δικαστήριο της αγωγής αποζημίωσης γίνεται εντός των ορίων που καθορίζουν οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι οποίες ρυθμίζουν την προσφυγή. Σε περίπτωση που ο ασκών την αγωγή αποζημίωσης δεν είχε το έννομο συμφέρον, που απαιτείται, κατά την έννοια του άρθρου 64 παρ. 1 του ΚΔΔ, όχι μόνον για την κατ’ αρχήν άσκηση προσφυγής, αλλά και για την προβολή συγκεκριμένων λόγων κατά της πράξης ή της παράλειψης ,από την οποία ισχυρίζεται με την αγωγή ότι υπέστη παρανόμως, ζημία, δεν νομιμοποιείται να προβάλει τους λόγους αυτούς με την αγωγή, επιδιώκοντας την αναγνώριση της παρανομίας της πράξης ή της παράλειψης για λόγους, τους οποίους δεν μπορούσε να προβάλει με την προσφυγή. ΣτΕ Ολ 2262/2013,

σελ. 787.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Μεταβολή νομικής μορφής υπαχθείσας εταιρείας σε νομοθεσία επενδυτικών κινήτρων. Επιστροφή επιχορήγησης. Η μεταβολή της νομικής μορφής εταιρείας που έχει υπαχθεί στην περί επενδυτικών κινήτρων νομοθεσία ενεργείται νομίμως μόνο κατόπιν παροχής εγκρίσεως από τον αρμόδιο Υπουργό επί σχετικού αιτήματος της εταιρείας, προς εκπλήρωση του νομοθετικού σκοπού καταβολής κρατικών επιχορηγήσεων και παροχής εν γένει επενδυτικών κινήτρων, μετά από έλεγχο της Διοίκησης, αποκλειστικά σε επιχειρήσεις με σοβαρή πρόθεση να αναπτυχθούν και να συμβάλουν στην παραγωγική δραστηριότητα. Μόνον, όμως, επί μη παροχής υπουργικής εγκρίσεως επί αιτήματος εταιρείας για τη μεταβολή της νομικής της μορφής δύναται να διαταχθεί η επιστροφή ήδη χορηγηθείσας επιχορήγησης, καθόσον στην περίπτωση αυτή πιστοποιείται η αδυναμία της εταιρείας να εξυπηρετήσει τους αναπτυξιακούς σκοπούς για τους οποίους επιλέχθηκε προς υπαγωγή στον επενδυτικό νόμο. ΣτΕ 4357/2012 Τμ. ΣΤ΄,

σελ. 766.

ΟΤΑ

ΕΥΔΑΠ - Τέλη χρήσης διέλευσης υπεδάφους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 του Ν 679/1977, 15 παρ. 8 του Ν 1561/1985 και 5 του Ν 2744/1999 συνάγεται ότι υπέρ της ΕΥΔΑΠ θεσπίστηκε ρητή απαλλαγή αυτής, ως ανώνυμης εταιρείας, που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας και παρέχει ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες στον τομέα της ύδρευσης και αποχέτευσης, από την υποχρέωση καταβολής τελών χρήσης διέλευσης υπεδάφους για την εκτέλεση υπόγειων εργασιών ή όσων έργων έχουν ήδη εκτελεστεί προς κατασκευή αγωγών και πάσης φύσεων έργων ύδρευσης και αποχέτευσης αρμοδιότητας αυτής επί δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων και κοινόχρηστων χώρων των ΟΤΑ. Εξάλλου, εφ’όσον η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή της ΕΥΔΑΠ χωρεί δυνάμει της παρ. 9 του άρθρου 13 του ΒΔ της 24.9/20.10.1958, δεν ασκεί επιρροή η παρ. 4 του άρθρου 82 του ΒΔ της 24.9/20.10.1958, που καταργεί τις ειδικές διατάξεις που θεσπίζουν απαλλαγές από δημοτικούς κ.λπ. φόρους, όχι όμως και εκείνη της εν λόγω παρ. 9 του άρθρου 13 του ίδιου ΒΔ, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδική, εφόσον δεν ορίζει ότι η ΕΥΔΑΠ απαλλάσσεται των ατελειών από δημοτικούς φόρους, τέλη κ.λπ. ΔΕφΠειρ 1961/2013 Τμ. Ζ΄ τριμελές ,

σελ. 775.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ειδικά χωροταξικά σχέδια. Ζώνες Ειδικής Προστασίας. Εγκατάσταση αιολικού πάρκου. Η ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 3 του εγκριθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση χωροταξικού πλαισίου, είναι σύμφωνη προς τις προαναφερόμενες οδηγίες, κατά το μέρος που προβλέπεται ότι για τη χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων εντός των Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) της ορνιθοπανίδας επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης, επιπροσθέτως της προβλεπομένης από τη νομοθεσία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, κατά τη διαδικασία της οποίας μπορεί να επιβληθούν και πρόσθετοι περιορισμοί ή να κριθεί μη επιτρεπτή η χωροθέτηση ενόψει της φύσης των εγκαταστάσεων και των χαρακτηριστικών της περιοχής. Περαιτέρω, όμως, ενόψει της αυστηρής προστασίας που απολαύουν, κατά την οδηγία 79/409/ΕΟΚ, και οι τόποι εκτός ΖΕΠ που χαρακτηρίζονται ως Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ), επιβάλλεται η σύνταξη ειδικής ορνιθολογικής μελέτης και για τις περιοχές αυτές. Επομένως μη νομίμως δεν προβλέπεται με την διάταξη του προσβαλλόμενου χωροταξικού σχεδίου η υποχρέωση σύνταξης ειδικής ορνιθολογικής μελέτης για την χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων στις ως άνω περιοχές. Το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, κρίνοντας ότι για την αποκατάσταση της νομιμότητας δεν είναι αναγκαίο να ακυρωθεί η ανωτέρω διάταξη του χωροταξικού πλαισίου ως προς την ως άνω παράλειψη, δεδομένου ότι η πλημμέλεια αυτή είναι δυνατόν να καλυφθεί εκ των υστέρων, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του αιτούντος σωματείου. ΣτΕ 1422/2013 Τμ. Ε’ (περίλ.) (παρατ. Χ. Χρυσανθάκης / Χ. Διβάνη / Η. Κουβαράς),

σελ. 749.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Κωδικοποίηση διατάξεων Κανονισμού ΣτΕ (απόφ. 19/2013, ΦΕΚ Β΄ 2462). Πρακτικά θέματα. Παρουσίαση των κυριότερων σημείων που αφορούν δικηγόρους. Επίκαιρη Νομοθεσία (επιμ. Θ. Κανελλοπούλου),

σελ. 844.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ακίνητα ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Δημοσίου ΑΕ (ΤΑΙΠΕΔ) ανεξαρτήτως της φύσης του ως ΝΠΙΔ λειτουργεί προδήλως προς εξυπηρέτηση υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, για τον λόγο δε αυτό θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τη μεταβίβαση στο Ταμείο των ακινήτων και λοιπών στοιχείων της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ήτοι η διαδικασία εκδόσεως των σχετικών αποφάσεων της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (ΔΕΑΑ), οι οποίες είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις και υπόκεινται στον κατ’ άρθρο 95 παρ. 1 α΄ του Συντάγματος ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. ΣτΕ 1415/2013 Τμ. Δ΄ επταμ.,

σελ. 712.

Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης. Ανάλυση της έννοιας του δημοσιονομικού συμφέροντος ως ειδικής μορφής δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με το δίκαιο της ανάγκης το οποίο αποτελεί δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων. Σύμφωνα με αυτό, επιβάλλεται να υπάρχουν αυξημένες εγγυήσεις ως προς τον έλεγχο της προσφορότητας του σκοπούμενου περιορισμού, ενώ η αναγκαιότητα των μέτρων ανάγκης κρίνεται επί τη βάσει κριτηρίων, όπως η αιτιολογία του νόμου ως προς το ύψος, το είδος και τη διάρκεια του περιορισμού, η δυνατότητα ηπιότερων μέτρων, η εκπόνηση σχετικών οικονομικών ή αναλογιστικών μελετών κ.λπ. Εξέταση των ορίων της εξουσίας του δικαστή κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας και νομιμότητας του δικαίου της ανάγκης. Νομ. Συμβολές Π. Λαζαράτος,

σελ. 686.

Τέλος επιτηδεύματος. Συνταγματικότητα. Ο νομοθέτης, εξαιρώντας από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος κάποιες κατηγορίες φορολογουμένων, τις οποίες θεωρεί οικονομικά ασθενέστερες λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται επαγγελματικά, τεκμαίρει ότι οι λοιποί κερδίζουν από την άσκηση του επαγγέλματός τους κατ’ έτος ένα ελάχιστο ποσό εισοδήματος, το οποίο φορολογεί ετησίως με ένα, αντίστοιχα, ελάχιστο πάγιο ποσό φόρου (400 ή 500 ευρώ) ανάλογα με τον πληθυσμό ή τον χαρακτήρα (τουριστικό) της πόλης στην οποία βρίσκεται η έδρα του επιτηδευματία. Αντικείμενο, συνεπώς, της επίμαχης φορολογικής επιβάρυνσης είναι το ελάχιστο εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, το οποίο αποκτά όποιος ασκεί εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, υπό τις οποίες και υποχρεούται στην καταβολή τέλους αναλόγου ύψους. Με τα δεδομένα αυτά, προσδιορίζεται εν προκειμένω το αντικείμενο του φόρου, όπως απαιτείται από το άρθρο 78 παρ. 1 Συντ., από το νόμο (ειδικ. γνωμ., αντιθ. μειοψ.). Τα ως άνω κριτήρια, που αποτελούν τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης, δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη του καθοριζόμενου χαμηλού ύψους του τέλους και των εξαιρέσεων που θεσπίζονται από την επιβολή του και στηρίζουν, ενόψει αυτών, το συμπέρασμα του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, η επιβολή του ενλόγω φόρου βάσει των ως άνω κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών), δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 και 78 παρ. 1 και τις αρχές της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. ΣτΕ Ολ 2527/2013 (παρατ. Κ. Πέρρου),

σελ. 722.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αναστολή δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών. Η αιτούσα δεν αποδεικνύει κατ’ αρχήν την ύπαρξη αναγκαστικών μέτρων (κατάσχεση, πλειστηριασμό κ.λπ.) επί συγκεκριμένων στοιχείων της ιδίας ή των μελών της, όπως επιτάσσει το άρθρο 202 παρ. 2 ΚΔΔ, για να είναι δυνατή η χορήγηση αναστολής των πράξεων επιβολής των σχετικών προστίμων ΚΒΣ σε αυτή. Το Δικαστήριο ως προς το μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών της ιδίας και των μελών της, σταθμίζοντας αφενός μεν τον βαθμό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου που πιθανολογείται ότι θα επιτευχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και αφετέρου τη βλάβη που πιθανολογείται ότι θα υποστεί η αιτούσα από τη λήψη του μέτρου αυτού, η οποία σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης κρίνεται δυσχερώς επανορθώσιμη- καθώς αυτή έχει υψηλά λειτουργικά έξοδα, ενώ κατά τα κοινώς γνωστά οι εμπορικές συναλλαγές με τους προμηθευτές της και τρίτα πρόσωπα διεκπεραιώνονται μέσω Τραπεζών και όχι τοις μετρητοίς και συνεκτιμώντας περαιτέρω ότι η αιτούσα δεν διαθέτει σύμφωνα με τα λογιστικά της δεδομένα την απαραίτητη ταμειακή ρευστότητα ώστε να καταβάλει το 70% των καταλογιστικών πράξεων, χωρίς ταυτόχρονα να διακινδυνεύσει άμεσα τη βιωσιμότητα της, κρίνει ότι προκειμένου αυτή να συνεχίσει την οικονομική της δραστηριότητα και να μην τεθεί σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο η βιωσιμότητα η δική της και των μελών της πρέπει να ανασταλεί το μέτρο αυτό κατά το μέρος που η δέσμευση αυτή αφορά ποσοστό 50% των εν λόγω λογαριασμών. ΔΕφΘεσ/κης 67/2013 Τμ. Ε΄ τριμελές ως συμβούλιο,

σελ. 770.

Τέλος επιτηδεύματος. Συνταγματικότητα. Ο νομοθέτης, εξαιρώντας από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος κάποιες κατηγορίες φορολογουμένων, τις οποίες θεωρεί οικονομικά ασθενέστερες λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιούνται επαγγελματικά, τεκμαίρει ότι οι λοιποί κερδίζουν από την άσκηση του επαγγέλματός τους κατ’ έτος ένα ελάχιστο ποσό εισοδήματος, το οποίο φορολογεί ετησίως με ένα, αντίστοιχα, ελάχιστο πάγιο ποσό φόρου (400 ή 500 ευρώ) ανάλογα με τον πληθυσμό ή τον χαρακτήρα (τουριστικό) της πόλης στην οποία βρίσκεται η έδρα του επιτηδευματία. Αντικείμενο, συνεπώς, της επίμαχης φορολογικής επιβάρυνσης είναι το ελάχιστο εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, το οποίο αποκτά όποιος ασκεί εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, υπό τις οποίες και υποχρεούται στην καταβολή τέλους αναλόγου ύψους. Με τα δεδομένα αυτά, προσδιορίζεται εν προκειμένω το αντικείμενο του φόρου, όπως απαιτείται από το άρθρο 78 παρ. 1 Συντ., από το νόμο (ειδικ. γνωμ., αντιθ. μειοψ.). Τα ως άνω κριτήρια, που αποτελούν τη βάση του τεκμηρίου απόκτησης εισοδήματος είναι γενικά και αντικειμενικά, τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης, δεν αφίστανται των δεδομένων της κοινής πείρας, λαμβανομένου υπόψη του καθοριζόμενου χαμηλού ύψους του τέλους και των εξαιρέσεων που θεσπίζονται από την επιβολή του και στηρίζουν, ενόψει αυτών, το συμπέρασμα του τεκμηρίου. Ως εκ τούτου, η επιβολή του ενλόγω φόρου βάσει των ως άνω κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών), δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων και, κατ’ ακολουθίαν, δεν παραβιάζει τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 και 78 παρ. 1 και τις αρχές της φορολογικής δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. ΣτΕ Ολ 2527/2013 (παρατ. Κ. Πέρρου),

σελ. 722.