Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 10/2018, Οκτώβριος 2018

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Αναστολή εκτέλεσης απόφασης ΑΕΠΠ. Έννομο συμφέρον. Έννοια βλάβης. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως απόφασης ΑΕΠΠ. Η αιτούσα δεν αναφέρει ούτε και προκύπτει ποιά είναι η συγκεκριμένη βλάβη που υφίσταται από τις προβαλλόμενες πλημμέλειες της διακηρύξεως, αφού δεν προσδιορίζει, για κάθε πληττόμενο όρο, τα συγκεκριμένα πραγματικά εκείνα στοιχεία που χρειάζονται, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν οι πλημμέλειες αυτές θα καθιστούσαν ανέφικτη ή, πάντως, ουσιωδώς δυσχερή τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό· ούτε, άλλωστε, αρκεί προς τούτο, μόνη η περαιτέρω αναφορά στο δικόγραφο, προκειμένου περί του ως άνω όρου της διακήρυξης για την εμπειρία σε δίκτυα ύδρευσης, ότι ο όρος αυτός αποτρέπει από τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό ικανούς οικονομικούς φορείς, όπως η αιτούσα, οι οποίοι διαθέτουν εμπειρία σε παρόμοιες εφαρμογές αλλά σε άλλου είδους έργα ή ότι οι, κατά την αιτούσα, ασάφειες και αμφισημίες της διακήρυξης δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση της προσφοράς. ΣτΕ ΕΑ 86/2018 (παρατ. Π. Σφηκάκης / Ε. Μπαρογιάννη),

σελ. 952.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η σχέση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και ενδικοφανούς προσφυγής υπό το καθεστώς του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (άρθρα 28 και 63 του Ν 4174/2013). Το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου αφενός και η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής αφετέρου, αποτελούν ένα δίπολο νομικών εγγυήσεων και άμυνας του διοικουμένου γενικότερα και του φορολογουμένου ειδικότερα, το οποίο άλλοτε εμφανίζει μία σχέση παραπληρωματικότητας και άλλοτε μία σχέση αλληλοεπικάλυψης. Πρόκειται για ένα ζήτημα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και το οποίο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Νομικές Συμβολές Στ. Μαυρίδης,

σελ. 893.

Σκέψεις περί της ταυτότητας των λόγων ενδικοφανούς προσφυγής και ένδικου βοηθήματος ιδίως σε περίπτωση νομολογιακής μεταστροφής ως προς τη συνταγματικότητα διατάξεων (Με αφορμή την ΔΕφΠειρ 2889/2017). Η κύρωση του απαραδέκτου αιτιάσεων που προβάλλονται το πρώτον με την προσφυγή ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων χωρίς να έχουν περιληφθεί προηγουμένως στην ενδικοφανή προσφυγή, δεν προβλέπεται ρητώς από τις διατάξεις του άρθρου 63 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, επομένως, δεν μπορεί ερμηνευτικά να επιβληθεί τέτοιος περιορισμός. Πολύ περισσότερο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί το απαράδεκτο σε περίπτωση προβολής, το πρώτον με την προσφυγή ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, αιτίασης αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα των εφαρμοσθεισών διατάξεων, ούτε βεβαίως σε περίπτωση μεταστροφής της νομολογίας, ιδίως επί της συνταγματικότητας των εφαρμοσθεισών διατάξεων. Νομικές Συμβολές Κ. Παναγούλιας,

σελ. 886.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καταβολή παραβόλου. Άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που ασκείται (με κοινό δικόγραφο) από περισσότερα του ενός πρόσωπα, ακόμα και αν αυτά συνδέονται μεταξύ τους με τον δεσμό της ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι οι αιτούντες, η δε κρίση του Δικαστηρίου επί καθεμίας από αυτές διενεργείται αυτοτελώς, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση μπορεί, αφενός, να απορριφθεί ως προς ορισμένους από τους αιτούντες και, αφετέρου, να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από άλλους. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989, σε περίπτωση άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Σε μία τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ένδικου βοηθήματος (ενδεχομένως, δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υπόθεσης, και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ένδικων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. Μειοψ. ΣτΕ 1354/2018 Τμ. Β΄ επταμ. (παρατ. Χ. Χρυσανθάκης),

σελ. 898.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Προνομιακό καθεστώς ιδρύσεως ναών και μετοχίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δημόσια λατρεία. Ίδρυση και λειτουργία ναών και μετοχίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ναός που ευρίσκεται στην εδαφική περιφέρεια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών αλλά δωρήθηκε σε μονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεν προϋποθέτει διοικητική άδεια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών η θέση στη δημόσια λατρεία του ναού αυτού. Ειδικό προνομιακό καθεστώς ιδρύσεως μετοχίων των πατριαρχικών και σταυροπηγιακών μονών Βλατάδων και Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας. Ο οικουμενικός χαρακτήρας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και η ιδιαίτερη θέση του στην ελληνική δικαιοταξία, συνεπάγεται την αναγνώριση σε αυτό «υπερόριων» εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων. Μειοψ. ΣτΕ 1999/2018 Τμ. Δ΄ επταμ. (παρατ. Κ. Παπαγεωργίου),

σελ. 939.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η έννοια της σιωπής της Διοίκησης και η υποχρέωση συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης (με αφορμή την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, C-246/17, Ibrahima Diallo κατά Βελγίου). Στην έννομη τάξη της Ένωσης, το Δικαστήριο δεν έχει αναγνωρίσει γενική αρχή ως προς την έννοια της σιωπής των θεσμικών και λοιπών οργάνων, η οποία καταλήγει να κρίνεται κατά περίπτωση. Ομοίως, η σιωπή των εθνικών διοικητικών αρχών όταν επιλαμβάνονται αιτήσεων που στηρίζονται στο ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια που της αποδίδει η έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Τέλος, η προθεσμία, εντός της οποίας η διάδικος διοίκηση οφείλει να συμμορφωθεί σε δικαστική απόφαση που ακυρώνει πράξη, η οποία απέρριψε στηριζόμενο στο δίκαιο της Ένωσης αίτημα, δεν πρέπει να υπερβαίνει το εύλογο μέτρο, κρίνεται δε και αυτή κατά περίπτωση. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον Ε. Πρεβεδούρου,

σελ. 961.

Ηλικιακά όρια στην πρόσληψη. Οδηγία 2000/78/ΕΚ. Η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την ηλικία, στην οποία αποβλέπει η εν λόγω Οδηγία που, σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και για την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση, τυγχάνει εφαρμογής σε όλα τα πρόσωπα, στο σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και έχει αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης. Κατά το ως άνω άρθρο του Ν 3051/2002, εφόσον και για την πρόσληψη εκκλησιαστικών υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 3812/2009, εφαρμόζεται η διαδικασία μέσω ΑΣΕΠ, θα έπρεπε η οικεία προκήρυξη να περιλαμβάνει ειδικό ανώτατο όριο ηλικίας, μετά από γνώμη του οικείου φορέα και απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Τέτοιο όριο ελλείπει (και ορθώς) στην υπ’ αριθ. 4Κ/2014 προκήρυξη του ΑΣΕΠ, με βάση την οποία προσλήφθηκε ο αιτών, η προσβαλλόμενη απόφαση ανάκλησης του διορισμού του είναι μη νόμιμη, λόγω παράβασης του Κοινοτικού Δικαίου περί απαγορευμένης διακριτικής μεταχείρισης λόγω ηλικίας, καθώς και του άρθρου 10 παρ. 11 και 25 παρ. 1 του Ν 3051/2002. ΔΕφΠειρ 327/2018 (Τμήμα Ακυρωτικό) (παρατ. Μ. Νταγγίνης),

σελ. 919.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ

Οδικά δίκτυα. Η υπουργική απόφαση με την οποία κατατάσσεται το εθνικό οδικό δίκτυο σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 1 του ΠΔ 209/1998, είναι κανονιστικού χαρακτήρα, διότι έχει ως συνέπεια την υπαγωγή των οδών που κατατάσσονται στο αντίστοιχο κανονιστικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ 2925/2014, που αφορά στην κατάταξη του επαρχιακού οδικού δικτύου). Λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό των εφαρμοστέων διατάξεων, το γεγονός ότι με την εν λόγω κατάταξη δεν χαρακτηρίζεται το πρώτον οδός ως ανήκουσα στο Εθνικό ή Επαρχιακό οδικό δίκτυο, το οποίο έχει ήδη καθορισθεί με εφάπαξ εκδοθέντα βασιλικά διατάγματα (από 9.8.1955 ΒΔ, Α΄ 222, για το Εθνικό δίκτυο και περισσότερα από 6.2.1956 ΒΔ, Α΄47, για το Επαρχιακό δίκτυο), και συνεπώς δεν καθίστανται το πρώτον οικοδομήσιμα τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο σε αυτήν, καθώς και ότι οι αποστάσεις των κτιρίων από τον άξονα της οδού, κατά περίπτωση, προβλέπονται στο προαναφερθέν προεδρικό διάταγμα, η εν λόγω κατάταξη δεν συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού. ΣτΕ 684/2018 (παρατ. Ζ. Θεοδωρικάκου),

σελ. 910.

Ορθολογικός Πολεοδομικός Σχεδιασμός. Το σύστημα, και συγκεκριμένα το πλαίσιο που θέτει το άρθρο 26 του Ν 2831/2000, δεν αντιστρατεύεται τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, διότι αφορά είτε σε νομικές είτε σε πραγματικές καταστάσεις που έχουν ήδη δημιουργηθεί με το υφιστάμενο καθεστώς και τις οποίες ο τυπικός νομοθέτης, ενεργώντας στο πλαίσιο των αρχών της ασφάλειας του δικαίου, θεμιτώς επιθυμεί, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, να κατοχυρώσει. Το μέτρο της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών, που, όντως, διευκολύνει τον πολεοδομικό σχεδιασμό, εφαρμοζόμενο εντός ανεκτώς συνταγματικώς ορίων, ουδόλως επηρεάζεται από τις ανωτέρω παραδοχές, ενώ ούτε το μέτρο της αναστολής εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών δυνάμει προεκδοθεισών οικοδομικών αδειών παρεμποδίζεται, δεδομένου ότι η τελική αποτελεσματικότητά του δεν θα κριθεί γενικά και αφηρημένα αλλ’ ενόψει των πολεοδομικών ρυθμίσεων και των μεταβατικών περιόδων που τελικώς θα θεσπισθούν. H πρόβλεψη εφαρμογής προεκδοθεισών οικοδομικών αδειών, συνεπαγόμενη, ενδεχομένως, την δόμηση ακινήτων, που καθίστανται ήδη οικόπεδα, με τις προϊσχύουσες στην περιοχή χρήσεις γης, περί του οποίου και μόνον πρόκειται, δεν συναρτάται με τον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό, ούτε με την τυχόν κατάληψη ρυμοτομουμένων τμημάτων του νέου οικοπέδου, που διέπεται από άλλες διατάξεις. ΣτΕ 1121/2018 Τμ. Ε΄ επταμ. (παρατ. Ι. Κανταρτζή),

σελ. 900.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

ΑΜΚΑ. Ημερομηνία γέννησης. Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Αποστολή στοιχείων φακέλου της υπόθεσης. Συναγωγή τεκμηρίου ομολογίας. Χορήγηση ΑΜΚΑ, με τον αριθμό του οποίου δύναται να αποκαλυφθεί η ηλικία του κατόχου του κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Νόμιμη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων για σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Συγκατάθεση υποκειμένου. Η χρήση της ημερομηνίας γέννησης στον αριθμό του ΑΜΚΑ χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου συνιστά θεμιτή επεξεργασία. Περαιτέρω, τρόπος σύνθεσης του ΑΜΚΑ, κατά το επίμαχο πρώτο μέρος του, δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 518/2018 Τμ. Δ΄ (παρατ. Ο. Αγγελοπούλου),

σελ. 927.

Αντιρρησίες συνείδησης. Μη νόμιμη αιτιολογία. Για να αναγνωρισθεί ο στρατεύσιμος ως αντιρρησίας συνείδησης, πρέπει, είτε να ασπάζεται τεκμηριωμένα γνωστό ιδεολογικό ή θρησκευτικό δόγμα, που είναι αντίθετο στην ένοπλη εκπλήρωση στρατιωτικής υποχρέωσης, είτε να αποδείξει, με συγκεκριμένα στοιχεία, την ειλικρίνεια και τη σοβαρότητα των λόγων συνείδησής του, εκθέτοντας πειστικά και αιτιολογημένα τη γενική αντίληψη περί ζωής (όπως για παράδειγμα ότι κατά το παρελθόν είχε αναπτύξει σχετική με τη μη χρήση βίας και όπλων κοινωνική ή άλλης μορφής δραστηριότητα), η οποία του απαγορεύει την ανάληψη ένοπλης στρατιωτικής υπηρεσίας. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία η απαλλαγή από τη στράτευση ζητείται για θρησκευτικούς λόγους, πρέπει ο ενδιαφερόμενος να αποδείξει ότι έχει πλήρως ενστερνισθεί τα δόγματα της οικείας θρησκευτικής κοινότητας, μεταξύ των οποίων και η μη στράτευση. Η διοίκηση απέρριψε το επίμαχο αίτημα υπαγωγής του αιτούντος στο καθεστώς του αντιρρησία συνείδησης, δεχόμενη, κατ’ ουσίαν, τη βάπτιση, ως μοναδικό μέσο απόδειξης του γεγονότος ότι ο στρατεύσιμος ασπάζεται το δόγμα τον Μαρτύρων του Ιεχωβά, χωρίς να διερευνήσει, ως όφειλε, κατ’ εκτίμηση των περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και, ιδίως, του περιεχομένου σχετικής βεβαίωσης της Εκκλησίας των Μαρτύρων του Ιεχωβά - κατά την οποία ο αιτών ανήκει στο παραπάνω δόγμα και συμμετέχει στις σχετικές λατρευτικές δραστηριότητες της Εκκλησίας, εάν ο αιτών έχει πράγματι ενστερνισθεί το δόγμα αυτό. ΣτΕ 1045/2018 (παρατ. Μ.-Ω. Κουτσουπιά / Ε. Παλιούρα),

σελ. 935.

Tο έργο και την προσωπικότητα του Προέδρου της Γερμανίας κ. Frank-Walter Steinmeier. Γραπτή απόδοση της παρουσίασης του έργου και της προσωπικότητας του Προέδρου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κ. Frank-Walter Steinmeier κατά την τελετή ανακήρυξής του ως επίτιμου διδάκτορα της Νομικής Σχολής Αθηνών στις 11 Οκτωβρίου 2018. Νομικές Συμβολές Γ. Δρόσος,

σελ. 881.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Προσδιορισμός αμφισβητούμενης αγοραίας αξίας ακινήτου. Ενδικοφανής διαδικασία. Θέσπιση αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, στην πραγματική αγοραία αξία αυτού, δηλαδή στην ελάχιστη εύλογη αξία αγοραπωλησίας που θα συμφωνούσαν δύο καλά ενημερωμένοι και επιμελείς συναλλασσόμενοι, που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 41 του Ν 1249/1982, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 4 του Ν 4223/2013, συνάδουν προς το Σύνταγμα, καθόσον δεν θεσπίζουν αμάχητο τεκμήριο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας των ακινήτων, δεδομένου ότι ο φορολογούμενος μπορεί με δική του πρωτοβουλία να αποστεί από την εφαρμογή του τεκμαρτού/αντικειμενικού τρόπου προσδιορισμού της αγοραίας αξίας, ζητώντας από το δικαστήριο, κατά την παρ. 6 του άρθρου 41, τον προσδιορισμό της αξίας αυτής (πρβλ. ΣτΕ Ολ 4003/2014, 86/2015 επταμ.), εάν θεωρεί ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου του είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία αξία του. Εφόσον ισχύει η οικεία κανονιστική ρύθμιση περί τιμής ζώνης, στην οποία ερείδεται η πράξη διοικητικού προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ, ο καθού φορολογούμενος, ο οποίος επιδιώκει να αποστεί από την τεκμαρτή αξία που ορίζει η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους του ΕΝΦΙΑ που οφείλει, δεν αρκεί να αμφισβητήσει με την ενδικοφανή και, περαιτέρω, με την ένδικη προσφυγή του τη νομιμότητα της ως άνω κανονιστικής ρύθμισης περί τιμής ζώνης των ακινήτων στην περιοχή στην οποία βρίσκεται η περιουσία του, αλλά βαρύνεται να προβάλει, με συγκεκριμένο ισχυρισμό, ότι η εφαρμοσθείσα τιμή ζώνης είναι (ουσιωδώς) μεγαλύτερη από την πραγματική αγοραία τιμή του ακινήτου του, καθώς και να διατυπώσει συγκεκριμένο αίτημα ως προς το ύψος στο οποίο πρέπει να καθοριστεί η επίμαχη αγοραία αξία, συνοδευόμενο, μάλιστα, από έγγραφα στοιχεία τεκμηρίωσής της, δεδομένου ότι, σε τέτοια περίπτωση, αντικείμενο της διοικητικής (ενδικοφανούς) διαδικασίας και της αντίστοιχης διοικητικής δίκης είναι ο προσδιορισμός της αμφισβητούμενης αγοραίας αξίας του ακινήτου και, συνακόλουθα, του φόρου ο οποίος αναλογεί κατά το νόμο στην αξία αυτή. ΣτΕ 1357/2018 Τμ. Β΄ επταμ. (παρατ. Σ. Κυβέλος),

σελ. 915.