Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 12/2018, Δεκέμβριος 2018

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Θητεία Γενικού Επιθεωρητού Δημόσιας Διοίκησης - Άσκηση προσφυγής για την επιβολή μείζονος πειθαρχικής ποινής. Προσφυγή Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κατ’ απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου. Παραδεκτό άσκησης προσφυγής μετά τη λήξη της θητείας του. Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ανήκει στην κατηγορία των μετακλητών ανώτατων διοικητικών υπαλλήλων των εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας θέσεων, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από τη μονιμότητα δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 5 του Συντάγματος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να επιβάλει, το πρώτον αυτό, την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, αφού εκτιμήσει εξυπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Γενικού Επιθεωρητή και τις απόψεις του διωκόμενου υπαλλήλου. Η σιωπηρή παράταση της θητείας μπορεί να συνάγεται και από το γεγονός ότι το αρμόδιο για την επιλογή ανώτατο όργανο, δηλαδή το Υπουργικό Συμβούλιο απέχει, προφανώς ενεπιγνώτως, από την επιλογή νέου προσώπου, εκτιμώντας ότι δεν συντρέχει, προς το παρόν, λόγος μεταβολής. Τούτο, ενόψει και της ανάγκης να μην παραμένει κενή η θέση, λόγω των σημαντικών αρμοδιοτήτων, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη θέση κατέχει και η αρμοδιότητα ασκήσεως προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας με αίτημα την επιβολή μείζονος πειθαρχικής ποινής σε παρανομούντα υπάλληλο. Η αρμοδιότητα αυτή, υπαγορευόμενη από την ανάγκη συνεχούς εποπτείας της ασκήσεως του προσήκοντος πειθαρχικού ελέγχου σε δημόσιους υπαλλήλους, όχι μόνο δεν επιβάλλει την στενή ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, αλλ’ αντιθέτως, αναγόμενη σε μείζονα σκοπό δημοσίου ενδιαφέροντος για κάθε οργανωμένη κοινωνία, όπως είναι η καταπολέμηση φαινομένων κακοδιοίκησης και διαφθοράς, επιτάσσει, από την φύση της, την εν προκειμένω ευρεία ερμηνεία της, προκειμένου να μην διακόπτεται για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα η άσκησή της. (αντίθ. μειοψ., ειδικ. γνωμ.) ΣτΕ Ολ 2350/2017 (περίλ.) (παρατ. Θ. Ξηρός),

σελ. 1192.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Η ανάθεση των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Δημοσιοποίηση του καθεστώτος των ΝΠΙΔ; Στη μελέτη αναπτύσσεται ο προβληματισμός αναφορικά με το κατά πόσον η δημοσιοποίηση του δικαιοδοτικού forum αρχικώς διά του Ν 3886/2010 και πλέον με τον Ν 4412/2016 δύναται να επιφέρει πιο δομικές και ουσιαστικές εκδηλώσεις δημοσίου δικαίου σε νομικά μορφώματα, τα οποία αν και οργανωμένα υπό το ιδιωτικό δίκαιο, είναι οντολογικώς συγγενή με τα ΝΠΔΔ. Νομ. Συμβολές Ρ. Παρλάτζα,

σελ. 1096.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

Σύγχρονες προκλήσεις της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Στη σύγχρονη εποχή, η κατάσταση αναφορικά με το δικαίωμα έννομης προστασίας και ειδικά τη σύνδεσή του με την παγκόσμια οικονομική πρόοδο και ανάπτυξη, είναι αρκετά πολύπλοκη. Τα τελευταία χρόνια, περισσότερο από ποτέ, λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης, της οικονομικής ανάπτυξης και των συναλλαγών, αλλά και άλλων παραγόντων, οι σημερινές έννομες σχέσεις και καταστάσεις δεν εξαντλούνται στο εσωτερικό μιας εθνικής έννομης τάξης, αλλά παράγουν έννομα αποτελέσματα και πέραν των εθνικών συνόρων. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον Δ. Ράικος,

σελ. 1209.

Τα όρια του πολιτικού ανταγωνισμού υπό το πρίσμα των αρχών της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και της κρατικής ουδετερότητας και αντικειμενικότητας. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον Η περίπτωση της Bundesverfassungsgericht 27.2.2018, 2 ΒνΕ 1/16 (παρατ. Σ. Μπισχινιώτη),

σελ. 1223.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

Αποδοχή από δικηγόρους μέσων πληρωμής με κάρτα. Θέσπιση υποχρέωσης των ασκούντων νομικές δραστηριότητες να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα. Με την κανονιστική απόφαση επιβάλλεται στους δικηγόρους η σύναψη συμβάσεων με αδειοδοτημένους Παρόχους Υπηρεσιών Πληρωμών καθώς και η υποχρεωτική αποδοχή των μέσων πληρωμής με κάρτα για ποσά κάτω των πεντακοσίων ευρώ. Η ρύθμιση της οργάνωσης επαγγέλματος ή της άσκησης οικονομικής ελευθερίας ή ατομικού δικαιώματος εν γένει πρέπει καταρχήν να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, όμως τα εν λόγω ζητήματα μπορούν να ρυθμιστούν και με υπουργική απόφαση, εφόσον η ουσιαστική ρύθμιση του θέματος διαγράφεται, έστω σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή σε άλλη διάταξη. Η μνησθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 65 παρ. 3 του Ν 4446/2016 είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. ΣτΕ 2457/2018 (παρατ. Σ. Κυβέλος / Α. Ιωσηφίδου),

σελ. 1149.

Διοίκηση δικηγορικών συλλόγων. Σωματειακός χαρακτήρας. Αναγωγή επαγγελματικών οργανώσεων όπως είναι και οι δικηγορικοί σύλλογοι σε ΝΠΔΔ. Άρθρα 5 παρ. 1 και 3 και 12 παρ. 1 Συντ. Ο επίμαχος, περιορισμός στην δυνατότητα επανεκλογής σε θέση προέδρου δικηγορικού συλλόγου για τρίτη συνεχόμενη θητεία ή σε θέση μέλους του διοικητικού του συμβουλίου για τέταρτη συνεχόμενη θητεία, ο οποίος προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 97 παρ. 5 του Ν 4194/2013, δεν αντίκειται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις ούτε στην αρχή της αναλογικότητας. Δικαιολογητικοί λόγοι για την παραπάνω κρίση αποτελούν η ανάγκη εναλλαγής προσώπων στην διοίκηση επαγγελματικών οργανώσεων με έντονα δημόσιο χαρακτήρα, η αποφυγή φαινομένων δημιουργίας ισχυρών προσωπικών δεσμών μεταξύ των ασκούντων διοίκηση και των μελών τους, απότοκα της μακροχρονίου παραμονής των ίδιων προσώπων στην διοίκηση, με συνέπεια να απομειώνεται σοβαρά, κατά την κοινή πείρα, η αποτελεσματικότητα της ασκούμενης διοικήσεως, αλλά και να δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς τον σύννομο και χρηστό χαρακτήρα της άσκησής της. ΣτΕ 2519/2018 Τμ. Γ΄ (παρατ. M.-Χ. Βλάχου Βλαχοπούλου),

σελ. 1131.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πληρεξουσιότητα και νομιμοποίηση αλλοδαπού νομικού προσώπου, κατά τον ΚΔΔ. Το τδδ θα πρέπει πάντοτε να αναζητήσει το αλλοδαπό δίκαιο νομιμοποιήσεως (ήτοι πρώτο στάδιο εκπροσωπήσεως και δεύτερο στάδιο πληρεξουσιότητας), υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 25 παρ. 3, 30 παρ. 4 και 114 παρ. 4 ΚΔΔ. Απαγορεύεται η απόρριψη ένδικου βοηθήματος ως απαραδέκτου πριν εφαρμοσθεί με απόλυτη συνέπεια και στα δύο στάδια το άρθρο 144 παρ. 4 ΚΔΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 25 παρ. 3 και 30 παρ. 4 ΚΔΔ. Νομ. Συμβολές Π. Λαζαράτος,

σελ. 1073.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Συμφωνία των Πρεσπών. Κυβερνητική πράξη. Κρίση ότι η βλάβη παρίσταται μελλοντική και αβέβαιη διότι από την ανωτέρω διάταξη δεν προκύπτει ότι επίκειται οπωσδήποτε η αναθεώρηση των σχολικών εγχειριδίων. Προβάλλεται ότι ήδη από τη γνωστοποίηση προς το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση του ότι η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει την ένταξη της πΓΔΜ στους οργανισμούς αυτούς, θα δημιουργηθεί μια κατάσταση, η οποία θα φέρει το ελληνικό κοινοβούλιο προ τετελεσμένου γεγονότος, όταν κληθεί να κυρώσει τις οικείες πράξεις ένταξης, διότι θα ελλοχεύει ο κίνδυνος της διεθνούς ευθύνης της χώρας, αν δεν το πράξει. Δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω διαδικασίες θα έχουν ολοκληρωθεί, πριν από τη θέση της συμφωνίας σε ισχύ κατά τους όρους του άρθρου 20 παρ. 3 ούτε ότι θα έχουν δημιουργηθεί μη αντιστρεπτές νομικές καταστάσεις. ΣτΕ ΕΑ 199/2018 (παρατ. Χ. Χρυσανθάκης),

σελ. 1145.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Η αρχή της χρηστής διοίκησης υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης από τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως επίσης και η σχέση της με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου. Από την ανάλυση των προϋποθέσεων που έχει θέσει το Ελεγκτικό Συνέδριο με τη νομολογία του για την εφαρμογή της αρχής της χρηστής διοίκησης σε υποθέσεις καταλογισμού αχρεωστήτως λαβόντων αναδεικνύεται ως τελικό συμπέρασμα η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αρχής για την προστασία των καλόπιστων διοικουμένων. Νομ. Συμβολές Ι. Κούρτης,

σελ. 1089.

Τα όργανα και ο τρόπος διενέργειας του δημόσιου ελέγχου. Η σχέση του ελέγχου που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο με παράλληλες ελεγκτικές αρμοδιότητες και τις αρμοδιότητες άλλων δικαστηρίων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, ως εξωτερικός ανώτατος θεσμικός ελεγκτής του δημοσιονομικού συστήματος της Χώρας μας, ασκεί τον εξωτερικό έλεγχο, ενώ παρακολουθεί ελέγχει και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα και επάρκεια των Υπηρεσιών Εσωτερικού Ελέγχου και των εσωτερικών δικλείδων όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Οι μορφές του ελέγχου που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο και η σχέση του ελέγχου αυτού με παράλληλες ελεγκτικές αρμοδιότητες καθώς και με τις αρμοδιότητες άλλων δικαστηρίων. Η σχέση ποινικής-δημοσιονομικής δίκης. Το τεκμήριο αθωότητας στο δίπολο «ποινική–δημοσιονομική» δίκη. Νομ. Συμβολές Ε. Κουλουμπίνη,

σελ. 1081.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Αναγκαιότητα αναλογιστικής βάσης. Προστασία κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων. Σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και δεν υφίσταται η δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα και δεν αποκλείεται μέσα στο πλαίσιο του άρθρου 22 παρ. 5 Συντ. η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση των απονεμηθεισών συντάξεων εφεξής. Η δυνατότητα αυτή του νομοθέτη οροθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να παραβιάζεται ο συνταγματικός πυρήνας του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος δηλαδή την χορήγηση στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνον της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων). Με δεδομένο τον πολύπλοκο και τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, η έλλειψη αναλογιστικής μελέτης, και μάλιστα διατυπωμένης με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο από τον δικαστή κατά τις βασικές της θέσεις, θα καθιστούσε κατ’ ουσίαν ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο των οικείων νομοθετικών μέτρων με κανόνα αναφοράς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις. ΜΔΠρΘεσ 3037/2018 (παρατ. Θ. Ψήμμας),

σελ. 1169.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Συνταγματικότητα συμφώνου συμβίωσης. Ο άνθρωπος αναγνωρίζεται ως υπέρτατη αξία, χάριν της οποίας υφίσταται και οργανώνεται η έννομη τάξη. Η συνταγματική προστασία της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας και των επί μέρους ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων δεν κωλύει τον νομοθέτη ή την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση να θεσπίζουν, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορισμούς που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι εν λόγω περιορισμοί τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας, είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπού δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, στην εξυπηρέτηση του οποίου αποβλέπουν και δεν παραβιάζουν την κατοχυρούμενη από το ως άνω άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. ΣτΕ 2003/2018 Τμ. Γ ΄επταμ. (παρατ. Σ. Βλαχόπουλος / Στ. Χριστοφορίδου),

σελ. 1115.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αναδρομική εφαρμογή ευνοϊκότερης κύρωσης.Προϋποθέσεις εφαρμογής της σε εκκρεμείς υποθέσεις. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, παραδεκτώς, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης κυρώσεως, προβάλλοντας ότι, δυνάμει αυτής, εφαρμοστέα τυγχάνει, εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 περ. ζ΄ του Ν 4337/2015, η οποία άγει σε ελαφρύτερη γι’ αυτήν κύρωση και ότι η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 54 του Ν 4174/2013, όπως προκύπτει με σαφήνεια από την σχετική αιτιολογική έκθεση, υπαγορεύθηκε από την ανάγκη εξορθολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που αφορούν στην τήρηση των προβλεπόμενων στον νόμο βιβλίων και στοιχείων, ενώ, και η ρύθμιση της ως άνω μεταγενέστερης μεταβατικής διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 περ. ζ΄ του Ν 4337/2015, δεν προκύπτει, από την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, ότι υπαγορεύθηκε από λόγους μη σχετιζομένους με τη νεώτερη αξιολόγηση από τον νομοθέτη των οικείων παραβάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εν προκειμένω, τυγχάνει εφαρμοστέα η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης κυρώσεως του άρθρου 7 παρ. 3 περ. ζ΄ του Ν 4337/2015. ΜΠρΣυρ 1136/2018 Τμ. 2ο,

σελ. 1199.