ΣυμβΠλημΧαν 195/2016 [Προϋποθέσεις εκκρεμοδικίας - Απαράδεκτο συμπληρωματικής ποινικής δίωξης λόγω εκκρεμοδικίας - Απάτη κατ’ εξακολούθηση - Συρροή]

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 4, Απρίλιος 2019

Νομοθεσία, Νομολογία, Θεωρία & Πράξη του Ποινικού Δικαίου

Εκδίδεται από το 1998 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €130.00
ΝΠ €190.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Κατά την εισαγγελική πρόταση, όταν ο δράστης της απάτης, διά της παράστασης των αυτών ψευδών γεγονότων ως αληθών, παραπλανώντας περισσότερα του ενός πρόσωπα, προκαλεί την αυτή ζημία στην περιουσία τρίτου με σκοπό την αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους, τελεί περισσότερες πράξεις της εξακολουθητικής απάτης. Τούτο διότι παρά την προσβολή του αυτού εννόμου αγαθού (του ιδίου φορέα) με περισσότερες απατηλές πράξεις του δράστη, πραγματώνονται περισσότερα εγκλήματα συρρέοντα αληθώς. Στο πλαίσιο της άποψης αυτής, η προσκομιδή πλαστής διαθήκης ενώπιον δικαστή και η προσκομιδή αυτής ενώπιον συμβολαιογράφου είναι υλικές πράξεις - γεγονότα πλήρως διάφορα και αυτοτελή, καθώς λείπει η προϋπόθεση της ταυτότητας τόπου και χρόνου. Συνεπώς δεν υφίσταται εκκρεμοδικία υπό την έννοια του αυτού γεγονότος. Περαιτέρω, κατά την κρίση του βουλεύματος, ο ανακριτής δικαιούται να μην ενδώσει στην εισαγγελική πρόταση, αμφισβητώντας τη νομιμότητά της στις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 247 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η ύπαρξη λόγων που κωλύουν την άσκηση της ποινικής δίωξης, όπως είναι και η εκκρεμοδικία. Για τη σχετική διαφωνία ανακριτή και εισαγγελέα αποφασίζει το δικαστικό συμβούλιο. Η εκκρεμοδικία επέρχεται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης που της έχει προσδοθεί με την άσκηση της (πρώτης) ποινικής δίωξης. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου εκκρεμοδικία, όταν τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα αυτοτελές έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, η ταυτότητα της πράξης περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από αυτήν. Η απάτη ως έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (σκοπού) ολοκληρώνεται τυπικά μόλις επέλθει η περιουσιακή βλάβη. Η επίτευξη του παράνομου περιουσιακού οφέλους ως στοιχείο της ευρύτερης υποκειμενικής υπόστασης δεν λαμβάνεται υπόψη για την αντικειμενική στοιχειοθέτηση της απάτης. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και όχι για άλλη έστω και συναφή, άλλως δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Επιλύεται η κατ’ άρθρο 247 παρ. 1 ΚΠΔ διαφωνία μεταξύ Ανακρίτριας και Αντεισαγγελέως ως προς τη νομιμότητα της εισαγγελικής παραγγελίας, υπέρ της πρώτης, καθώς τα περιστατικά για τα οποία ασκήθηκε η δίωξη για απάτη συνιστάμενη στη χρήση πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου δεν συνιστούν νέα πράξη απάτης διάφορης της τελεσθείσας ενώπιον του δικαστηρίου αλλά ουσιαστική αποπεράτωση της τελευταίας, οπότε η συμπληρωματική ποινική δίωξη είναι δεύτερη για το ίδιο έγκλημα και ως εκ τούτου απαράδεκτη, καθώς προσκρούει στην εκκρεμοδικία που έχει παραχθεί από την προηγούμενη άσκηση της ποινικής δίωξης για απάτη στο δικαστήριο.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.