Ευρετήρια Δεκεμβρίου 2002*

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 12/2002, Δεκέμβριος

Νομοθεσία, Νομολογία, Θεωρία & Πράξη του Ποινικού Δικαίου

Εκδίδεται από το 1998 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €130.00
ΝΠ €190.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ

Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου «η οποία μπορεί να αφορά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης- αποκλείεται μετά την παρέλευση 6 μηνών από το χρόνο τέλεσης της πράξης ή της παράλειψης, υπό την προϋπόθεση ότι ο παθών είχε λάβει γνώση αυτών και της εντεύθεν ζημίας. ΣυμβΑΠ 1168/2002 (περίλ.), σελ. 1332.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού ή αρκείται στην παραπομπή σ’ αυτό ή το κατηγορητήριο για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. ΑΠ 1103/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

Αναιρείται η απόφαση που στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω του ότι το σκεπτικό της αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της και δεν εκτίθενται σ’ αυτό τα περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη, και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. ΑΠ 1100/2002 (περίλ.) σελ. 1324.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών είναι επιτρεπτή η αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αναφερομένων στην πρόταση αποδεικτικών μέσων. ΣυμβΑΠ 1174/2002 (περίλ.), σελ. 1334.

Δεδομένου ότι αντικείμενο της αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά της πράξεως, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι λόγοι για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. ΑΠ 1102/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης που απορρίπτει αίτημα περί εκπροσώπησης του εκκαλούντος από συνήγορο κατ’ άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ, συντρέχει όταν δεν περιέχονται σε αυτήν μεταξύ άλλων- όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την απόρριψη του αιτήματος, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3 ΚΠΔ. ΑΠ 1204/2002 (περίλ.), σελ. 1339.

Ενόψει του θεσπιζομένου στο άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα στα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. ΑΠ 1217/2002 (περίλ.), σελ. 1341.

Με ειδική αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα υποβληθέν από τον κατηγορούμενο περί μαγνητοφώνησης της δίκης, δεχόμενο ότι εφ’ όσον ο πολιτικώς ενάγων εναντιώθηκε σε τούτο και εφ’ όσον πρόκειται για απλό πλημμέλημα, αφορών αποκλειστικά τους δύο, μη συνδεόμενο με τη δημόσια ζωή, αρκεί η τήρηση των πρακτικών της δίκης από το γραμματέα. ΑΠ 1199/2002 (περίλ.), σελ. 1339.

Το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, συνακόλουθα δε δεν απαιτείται γι’ αυτόν ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή όταν έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. ΑΠ 1196/2002 (περίλ.), σελ. 1337.

Υπάρχει όταν στην απόφαση περιλαμβάνονται εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ακροαματική διαδικασία, οι αποδείξεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή. ΑΠ 1139/2002 (περίλ.), σελ. 1329.

ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ

Συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου για υπεράσπιση η απόφαση του κατ’ έφεση δικάζοντος δικαστηρίου να μην επιτρέψει στον συνήγορο του κατηγορουμένου να τον εκπροσωπήσει με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε το ανυπέρβλητο κώλυμα που εμπόδιζε τον ίδιο να εμφανισθεί. ΑΠ Ολ 9/2002 (παρατ. Α. Κονταξής), σελ. 1236.

Απόλυτη ακυρότητα δεν γεννά η μη ανάγνωση επ’ ακροατηρίου εγγράφων όπως η έκθεση της έφεσης του κατηγορουμένου και των πρακτικών της ποινικής δίκης, διότι πρόκειται περί διαδικαστικών εγγράφων, μη αναφερομένων στην ενοχή ή στην αθωότητα του κατηγορουμένου. ΑΠ 1099/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Ακυρότητα της διαδικασίας επέρχεται για έλλειψη ακρόασης, όταν ο κατηγορούμενος ζήτησε από το Δικαστήριο την καταχώριση στα πρακτικά δηλώσεώς του, από την οποία εξαρτά συμφέρον του και αυτό αρνήθηκε ή απέρριψε, παρά το νόμο, σχετικό του αίτημα. ΑΠ 1199/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα επειδή «το Συμβούλιο Εφετών δεν παρήγγειλε στην εισαγγελική αρχή να ασκήσει ποινική δίωξη για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, αν και είχε υπόψη του το έγγραφο, από το οποίο τούτο προέκυπτε», ενόψει του ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έχει την εξουσία να παραγγείλει στον Εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, για την οποία δεν έχει ασκηθεί από αυτόν ποινική δίωξη, διότι άλλως επέρχεται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος. ΣυμβΑΠ 1165/2002 (περίλ.), σελ. 1331.

Δεν στοιχειοθετείται ο κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 Α΄ λόγος αναίρεσης γι’απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής σύνθεσης του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, όταν αναπληρώνεται Αναθεωρητής Δικαστής που κωλύεται ή απουσιάζει από Στρατιωτικό Δικαστή, χωρίς να καθορίζεται ειδικώς ο τρόπος αναπλήρωσης του Αναθεωρητή Δικαστή. ΑΠ 1113/2002 (περίλ.), σελ. 1326.

Επήλθε απόλυτη ακυρότητα, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 περ. α΄ ΚΠΔ, όταν το Συμβούλιο Πλημ/κων απέρριψε σιωπηρά και χωρίς καμία αιτιολογία το αίτημα των κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή οποιασδήποτε εξηγήσεως. ΣυμβΑΠ 1130/2002 (περίλ.), σελ. 1328.

Η ακυρότητα που γεννάται από την ανάγνωση επ΄ ακροατηρίου - και εάν ακόμη ζητηθεί αυτή - των ανωμοτί καταθέσεων της προδικασίας είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί από τον Εισαγγελέα και τον έχοντα έννομο συμφέρον διάδικο μέχρι της οριστικής στον τελευταίο βαθμό απόφασης επί της κατηγορίας. ΑΠ 1209/2002 (περίλ.), σελ. 1339.

Επί καθορισμού συνολικής εκτιτέας ποινής που προσδιορίζεται από το δικαστήριο, πρέπει προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα λόγω απόλυτης ακυρότητας. ΑΠ 1111/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Βλ. ΑΝΑΙΡΕΣΗ

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Η απόφαση με την οποία το Δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. 137954/2000 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ. 7 Ν 1975/1991, διατάσσει την προσωρινή παραμονή στη χώρα με περιοριστικούς όρους καταδικασμένου αλλοδαπού, του οποίου έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση η απέλαση από την ελληνική επικράτεια, η οποία όμως για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθεί αμέσως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ώστε δεν υπόκειται σε αναίρεση. ΑΠ 1180/2002 (περίλ.), σελ. 1335.

ΑΜΕΛΕΙΑ Βλ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

ΑΝΑΒΟΛΗ ΔΙΚΗΣ

Είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η παραδοχή του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, λόγω υποβολής του σε θεραπευτική αγωγή ψυχικής απεξάρτησης από την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. ΑΠ 1187/2002 (περίλ.), σελ. 1336.

ΑΝΑΙΡΕΣΗ Βλ. και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ, ΒΟΥΛΕΥΜΑ

Η προθεσμία άσκησης της αναίρεσης επί ανέκκλητης για τον κατηγορούμενο απόφασης αλλά εκκλητής για τον Εισαγγελέα, αρχίζει από τη δημοσίευσή της και όχι από την καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο. ΑΠ 1144/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

Η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως αρχίζει αδιακρίτως για όλους τους ενδιαφερόμενους (διαδίκους και εισαγγελείς), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο και όχι από τη δημοσίευσή της. ΑΠ 2024/2002 σελ. 1284.

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, δοθέντος ότι η περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. ΑΠ 1096/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης όταν ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει πιστοποιητικό του διευθυντή των φυλακών ότι ήταν κρατούμενος όταν άσκησε την αναίρεση, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας αν έχει ανασταλεί ή αναβληθεί η εκτέλεση της ποινής ή αν αποτίθηκε η χρηματική ποινή ή αν συντρέχει άλλος λόγος μη εκτελέσεως της ποινής. ΑΠ 1084/2002 (περίλ.), σελ. 1322.

Απαράδεκτη, όταν ασκείται από εκείνον που καταδικάσθηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας και δεν αποδεικνύεται με πιστοποιητικό του διευθυντή των φυλακών ότι κρατείτο όταν άσκησε την αναίρεση ή αντίστοιχα ότι πλήρωσε για την τυχόν μετατροπή της ποινής. ΑΠ 1141/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η ασκηθείσα με δήλωση, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αίτηση αναίρεσης, με την οποία πλήσσεται από τον κατηγορούμενο η απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεσή του, ήτοι απόφαση που δεν έχει χαρακτήρα καταδικαστικής τοιαύτης, ώστε να συγχωρείται η άσκηση αναίρεσης κατ’ αυτής υπό τις ανωτέρω διατυπώσεις. ΣυμβΑΠ 1243/2002 (περίλ.), σελ. 1342.

Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της απόφασης της εκδοθείσας επί αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας, ήτοι απόφασης μη υποκείμενης σε αναίρεση. ΑΠ 1228/2002 (περίλ.), σελ. 1342.

Απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναίρεσης, όταν επικαλείται ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καθόλου να προσδιορίζεται σ’αυτήν σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη αυτή και από ποιες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης προκύπτει τούτο. ΑΠ 1114/2002 (περίλ.), σελ. 1326.

Απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και οι πρόσθετοι λόγοι, που κατέθεσε ο αναιρεσείων με ιδιαίτερο δικόγραφο, αφού προϋποθέτουν την ύπαρξη παραδεκτής αναίρεσης. ΑΠ 1146/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

Ασκείται εκπρόθεσμα η αναίρεση όταν ασκείται μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας που τάσσει το άρθ. 473 και δεν επικαλείται ο αναιρεσείων λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος για την εκπρόθεσμη άσκησή της. ΑΠ 1097/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, δεν αρκεί η περιγραφική απλώς αναφορά λόγου που προβλέπεται από το νόμο, όπως η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, αλλά πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της προσβαλλόμενης ελλείψεως και να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίασή της σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, άλλως απαράδεκτη. ΑΠ 1098/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Δεν είναι απαραίτητη η επίδοση της απόφασης στην οποία δεν παρέστη ο κατηγορούμενος σε πλήρες αντίγραφο, αλλά αρκεί σε απόσπασμα, προκειμένου να αρχίσει η νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. ΑΠ 1140/2002 (περίλ.), σελ. 1329.

Η δεκαήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το δικαιούχο κατ’ αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή για άλλον διάδικο ή τον Εισαγγελέα, αρχίζει από τη δημοσίευση ή την επίδοση αυτής, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ και όχι από την τυχόν καταχώρισή της στο ειδικό, τηρούμενο στη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου, βιβλίο, στο οποίο καταχωρίζονται αποκλειστικά οι τελεσίδικες αποφάσεις. ΑΠ 1210/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

Η μη αναγραφή του άρθρου του ποινικού νόμου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ δ΄ ΚΠΔ, μόνο όσον αφορά στα παραπεμπτικά βουλεύματα και όχι στα απαλλακτικά ή εκείνα, με τα οποία απορρίπτεται από το Συμβούλιο Εφετών η έφεση ως απαράδεκτη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος. ΣυμβΑΠ 1175/2002 (περίλ.), σελ. 1334.

Η παραδοχή περισσοτέρων του ενός από τους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, εφ’ όσον αλληλοαναιρούνται, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή και να παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ. Ομως δεν δημιουργείται αντίφαση όταν αναφέρονται μεν οι δύο πρώτοι τρόποι τέλεσης του εγκλήματος, αλλά προκύπτει ότι η πράξη τελέσθηκε με τον πρώτο και η αναφορά του δεύτερου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη, δηλαδή τη γνώση ότι οι παραστάσεις ήσαν ψευδείς. ΣυμβΑΠ 1171/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

Η απόφαση με την οποία το Δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. 137954/2000 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ. 7 Ν 1975/1991, διατάσσει την προσωρινή παραμονή στη χώρα με περιοριστικούς όρους καταδικασμένου αλλοδαπού, του οποίου έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση η απέλαση από την ελληνική επικράτεια, η οποία όμως για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθεί αμέσως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ώστε δεν υπόκειται σε αναίρεση. ΑΠ 1180/2002 (περίλ.), σελ. 1335.

Η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος -διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση αναίρεσης- οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφ’ όσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο. ΑΠ 1201/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

Ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ’ έφεση για καθυστέρηση καταβολής στο ΙΚΑ ασφαλιστικών (εργατικών και εργοδοτικών) εισφορών συνολικού ύψους 19.487.200 δρχ. σε ποινή φυλάκισης 14 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, η δε αίτηση αναιρέσεώς του απορρίπτεται ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν απέδειξε μέχρι τη συζήτησή της, με πιστοποιητικό του διευθυντή των φυλακών, ότι κατά την άσκηση της αναίρεσης είχε κρατηθεί, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, εάν είχε ανασταλεί ή αναβληθεί η εκτέλεση της ποινής ή ότι έχει αποτιθεί η χρηματική ποινή ή αν συντρέχει άλλος λόγος μη εκτέλεσής της. Η κύρωση της απόρριψης της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης δεν είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς τη μη συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς τη διάταξη του άρθρου 508 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ ΚΠΔ και δεν είναι ιδιαιτέρως επαχθής, αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και 20 παρ. 1 Σ, δεδομένου ότι πρόκειται για καταδίκη σε μεγάλη ποινή και για αξιόποινες πράξεις, που έχουν ιδιαίτερη απαξία. ΑΠ 1256/2002 (περίλ.), σελ. 1343.

Ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α΄ ΚΠΔ λόγος γεννάται εάν το Δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όμως για το παραδεκτό του αναιρετικού λόγου αυτού, είναι απαραίτητο -πλην άλλων- να μνημονεύονται στοιχεία, από τα οποία να προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό και δεν είναι αρκετό να διαλαμβάνεται μόνο ότι δεν αναγνώσθηκε. ΑΠ 1213/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

ΑΝΑΛΥΣΗ DNA

Διατάσσεται η ταυτοποίηση βιολογικού υλικού με τη μέθοδο ανάλυσης DNA με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, κατόπιν σχετικής αίτησης του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ΣυμβΕφΑθ 2031/2002, σελ. 1240.

ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ Βλ. και ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Ενδεχόμενος δόλος. Υπάρχει ενδεχόμενος δόλος ανθρωποκτονίας επί μεταφοράς λαθρομεταναστών με ακατάλληλη θαλαμηγό, εφόσον από τα περιστατικά εξακριβώνεται ότι οι δράστες αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αποτέλεσμα, που προέβλεψαν ως πιθανό. ΑΠ 1630/2002 (παρατ. Κρ. Κοκκινάκης), σελ. 1256.

ΑΝΤΕΦΕΣΗ

Κατά της έφεσης εναντίον απόφασης που άσκησε ο κατηγορούμενος, επιτρέπεται να ασκήσει αντέφεση ο πολιτικώς ενάγων για τις ιδιωτικές του απαιτήσεις, η αντέφεση δε αυτή μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση, με προφορική δήλωση. ΣυμβΑΠ 1127/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

ΑΠΑΤΗ

Απάτη συντελείται και ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη προβαίνει σε ψευδείς, εν γνώσει, ισχυρισμούς, τους οποίους υποστηρίζει με επίκληση και προσαγωγή εγγράφων, στα οποία περιέχονται μη νόμιμες αξιώσεις του και παραπλανά έτσι το δικαστή στην έκδοση απόφασης υπέρ των απόψεών του και σε βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του. ΑΠ 1150/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

Η παραδοχή περισσοτέρων του ενός από τους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, εφ’ όσον αλληλοαναιρούνται, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή και να παραβιάζεται εκ πλαγίου η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ. Όμως δεν δημιουργείται αντίφαση όταν αναφέρονται μεν οι δύο πρώτοι τρόποι τέλεσης του εγκλήματος, αλλά προκύπτει ότι η πράξη τελέσθηκε με τον πρώτο και η αναφορά του δεύτερου δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης, αλλά προσδιορίζει το δόλο του δράστη, δηλαδή τη γνώση ότι οι παραστάσεις ήσαν ψευδείς. ΣυμβΑΠ 1171/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

Κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, εφόσον από την τέλεση της πράξης έως την εκδίκασή της ίσχυσαν δύο νόμοι, πρέπει να εφαρμοσθεί αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τους κατηγορουμένους διατάξεις, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εκείνος που αποδίδει στην πράξη της απάτης το χαρακτήρα πλημμελήματος κι όχι κακουργήματος, δηλαδή η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν 2408/1996 και όχι η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 περ. β΄ ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν 2721/1999. ΣυμβΑΠ 1131/2002 (περίλ.), σελ. 1328.

Το γεγονός ότι το Συμβούλιο για την πρώτη μερικότερη πράξη της απάτης δέχεται ότι τελέσθηκε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ενώ παράλληλα κάνει αναφορά σε απόκρυψη αντιθέτων αληθών γεγονότων, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά αποσκοπεί στο να τονίσει το ψευδές των γεγονότων, που παρέστησαν οι δράστες και τον άμεσο δόλο τους, χωρίς έτσι να δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση στην αιτιολογία του βουλεύματος. ΣυμβΑΠ 1171/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

ΑΠΕΛΑΣΗ

Η απόφαση με την οποία το Δικαστήριο, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. 137954/2000 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, εκδοθείσας κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 27 παρ. 7 Ν 1975/1991, διατάσσει την προσωρινή παραμονή στη χώρα με περιοριστικούς όρους καταδικασμένου αλλοδαπού, του οποίου έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση η απέλαση από την ελληνική επικράτεια, η οποία όμως για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να εκτελεσθεί αμέσως, δεν είναι τελειωτική επί της κατηγορίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ, ώστε δεν υπόκειται σε αναίρεση. ΑΠ 1180/2002 (περίλ.), σελ. 1335.

ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Ορθώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η ένσταση περί ακυρότητας του κατηγορητηρίου, δεδομένου ότι αναφέρονται σε αυτό ο ακριβής χρόνος κατάρτισης όλων των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχε συνάψει ο κατηγορούμενος με τον εργαζόμενο, οι καθυστερούμενες αποδοχές, το ακριβές ποσό και το είδος αυτών (επιδόματα αδείας και δώρα), καθώς και ο χρόνος, για τον οποίο οφείλονταν. Δεν ήταν ανάγκη να καθορίζεται το ημερομίσθιο ή ο μηνιαίος μισθός, με βάση τον οποίο υπολογίζονται τα οφειλόμενα πιο πάνω επιδόματα, ούτε η ημέρα καταβολής τους, αφού όλα αυτά τα στοιχεία προβλέπονται στις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζονται από το νόμο. ΑΠ 1151/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ Βλ. ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Διατάχθηκε η άρση του απορρήτου των επιστολών και της τηλεφωνικής και κάθε άλλης μορφής τηλεπικοινωνιακής ανταπόκρισης ή επικοινωνίας των κατηγορουμένων και των προσώπων που σχετίζονται με την υπόθεση, με σκοπό την εξακρίβωση του τόπου διαμονής μη συλληφθέντος κατηγορουμένου και τη διερεύνηση της υπόθεσης. ΣυμβΕφΑθ 1953/2002 (παρατ. Γ. Νούσκαλης), σελ. 1243.

Αίρεται το τραπεζικό απόρρητο με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για τους συμμετέχοντες σε εγκλήματα τρομοκρατίας εφόσον οι σχετικές πληροφορίες κρίνονται απόλυτα αναγκαίες για την ανίχνευση των σχετικών εγκλημάτων. ΣυμβΕφΑθ 1801/2002, σελ. 1242.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Δεν απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το Δικαστήριο περιστατικά, από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. ΑΠ 1217/2002 (περίλ.), σελ. 1341.

ΑΡΧΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην - αναγνωριζόμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄ Σ - αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης νόμου. ΑΠ 1256/2002 (περίλ.), σελ. 1343.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ Βλ. και ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Για τη στοιχειοθέτηση του (γνησίου παραλείψεως) εγκλήματος του άρθρου 1 ΑΝ 86/1967 απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζομένους σε αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφ’ ότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. ΑΠ 1267/2002 (περίλ.), σελ. 1344.

Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτιδας τις εισφορές εταιρίας, στοιχειοθετεί υποχρέωσή του για την πληρωμή των εισφορών αυτών. ΑΠ 1109/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

Συντρέχει λόγος αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών για υποστήριξη της έφεσής του κατά βουλέυματος που τον παραπέμπει για κακουργηματική εκβίαση και απάτη με συρρέοντα πλημμελήματα, ενώ αντίθετα απαγορεύεται τόσο αυτή όσο και η άσκηση έφεσης από συγκατηγορουμένους του που παραπέμπονται μόνο για αδικήματα πλημμεληματικού χαρακτήρα. ΣυμβΕφ Θεσ 1823/2002, σελ. 1262.

ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Περί χορηγήσεως αναστολής υπό όρο λόγω μη ανακλήσεως ούτε άρσεως της για άλλο έγκλημα χορηγηθείσας παλαιότερα αναστολής υπό όρο (: άρθρο 102 παρ. 2 Ποινικού Κώδικα). Δικόγραφο (παρατ. Λ. Μαργαρίτης), σελ. 1289.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί αυτοί που οδηγούν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης, στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του δράστη ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. ΑΠ 157/2002 (παρατ. Κ. Χαρίσης), σελ. 1278.

Το δικαστήριο οφείλει να απαντά ειδικά και εμπεριστατωμένα μόνο σε αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και μόνο αν αυτοί προβάλλονται με τρόπο όχι αόριστο, αλλά με επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που τους στηρίζουν. ΑΠ 1143/2002 (περίλ.), σελ. 1330.

ΒΟΥΛΕΥΜΑ Βλ. και ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του απαλλακτικού βουλεύματος του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Συμβούλιο Εφετών, με τις σκέψεις ότι η τελευταία δεν απέκτησε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας, αφού κατά το χρόνο δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής η αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε αποσβεσθεί, λόγω παρέλευσης εξαμήνου από το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων και της εκ μέρους της γνώσης αυτών και της εντεύθεν ζημίας της. ΣυμβΑΠ 1168/2002 (περίλ.), σελ. 1332.

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Θυματολογία και θύματα εγκλημάτων στο Internet. Internet και Ποινική Δικαιοσύνη (επιμ. Χρ. Τσουραμάνης), σελ. 1287.

ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΑΛΛΟΤΡΙΑΣ ΑΚΟΛΑΣΙΑΣ

Αναιρείται για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο η απόφαση, με την οποία καταδικάσθηκε κατ’ έφεση για διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας ο αναιρεσείων, για τον οποίο δέχθηκε το Δικαστήριο ότι «την 26.11.1998 διευκόλυνε κατ’ επάγγελμα την ασέλγεια των δύο αναφερόμενων στην απόφαση γυναικών, οι οποίες διάγουσες σε πορνεία, κατόπιν δικής του υποδείξεως, ήλθαν σε συνουσία η μεν πρώτη με άνδρα με το όνομα Γιάννης αγνώστων λοιπών στοιχείων και η δεύτερη με άγνωστο άνδρα». Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, δεδομένου ότι δεν περιέχονται σε αυτήν καθόλου περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το αναγκαίο για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος στοιχείο της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων με την επανειλημμένη τέλεση ή την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, απέβλεπε σε πορισμό εισοδήματος. ΑΠ 1254/2002 (περίλ.), σελ. 1343.

ΔΙΚΑΣΤΕΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ Βλ. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ, ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ

Η άσκηση αστυνομικής εξουσίας από μέρους των δικαστικών επιμελητών ως βοηθητικών οργάνων απονομής της δικαιοσύνης. Περιγραφή των ορίων εξουσίας και των καθηκόντων των δικαστικών επιμελητών, έτσι όπως προσδιορίζονται από το Ν 2318/1995. Μελ. Λ. Σοφουλάκης, σελ. 1299.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ Βλ. και ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ

Οι διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1, 4, 5 ΕισΝΚΠολΔ που θεσπίζουν το θεσμό της προσωπικής αστικής ευθύνης των αναφερομένων εκεί προσώπων, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι, προϋποθέτουν πράξη ή παράλειψη αυτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ήτοι προϋποθέτουν, προκειμένου περί δικηγόρου, σχέση εντολής μεταξύ αυτού και του αδικηθέντος και δεν έχουν εφαρμογή στην περίπτωση ζημίας προξενούμενης υπ’ αυτών, κατά την εκτέλεση της εντολής, σε τρίτα πρόσωπα στην αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης των οποίων ενέχονται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. ΑΠ 1199/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

ΔΟΛΟΣ

Προκειμένου περί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυασφήμησης, στα οποία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως ότι η πράξη έχει τελεσθεί εν γνώσει ορισμένου γεγονότος, η ύπαρξη τέτοιου δόλου στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο. ΑΠ 1216/ 2002 (περίλ.), σελ. 1340.

Το γεγονός ότι το Συμβούλιο για την πρώτη μερικότερη πράξη της απάτης δέχεται ότι τελέσθηκε με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ενώ παράλληλα κάνει αναφορά σε απόκρυψη αντίθετων αληθών γεγονότων, δεν διαφοροποιεί τον τρόπο τέλεσης της πράξης, αλλά αποσκοπεί στο να τονίσει το ψευδές των γεγονότων, που παρέστησαν οι δράστες και τον άμεσο δόλο τους, χωρίς έτσι να δημιουργείται καμία ασάφεια ή αντίφαση στην αιτιολογία του βουλεύματος. ΣυμβΑΠ 1171/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

Το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, συνακόλουθα δε δεν απαιτείται γι’ αυτόν ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή όταν έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. ΑΠ 1196/2002 (περίλ.), σελ. 1337.

ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της δυσφήμησης (απλής ή συκοφαντικής) ο φερόμενος ως δυσφημιστικός ισχυρισμός μπορεί να γίνει και με την κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου δικογράφων αγωγής, αιτήσεων ή εγγράφων προτάσεων επ’ ονόματι του δράστη, οπότε γνώση του ισχυρισμού αυτού του περιεχόμενου στα δικόγραφα τούτα, λαμβάνουν οι υπάλληλοι της γραμματείας του Δικαστηρίου, οι δικαστές ή άλλα πρόσωπα. ΑΠ 1203/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

Προκειμένου περί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, στα οποία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως ότι η πράξη έχει τελεσθεί εν γνώσει ορισμένου γεγονότος, η ύπαρξη τέτοιου δόλου στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο. ΑΠ 1216/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

ΕΓΓΡΑΦΑ

Απόλυτη ακυρότητα δεν γεννά η μη ανάγνωση επ’ ακροατηρίω εγγράφων όπως η έκθεση της έφεσης του κατηγορουμένου και των πρακτικών της ποινικής δίκης, διότι πρόκειται περί διαδικαστικών εγγράφων, μη αναφερομένων στην ενοχή ή στην αθωότητα του κατηγορουμένου. ΑΠ 1099/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Η αναγραφή στα πρακτικά των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο του δικαστηρίου εγγράφων, όχι με όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς τους αλλά μόνο με εκείνα τα στοιχεία, τα οποία είναι αρκετά για τον προσδιορισμό τους, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και συνεπώς δεν ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ. ΑΠ 1122/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

Ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος γεννάται εάν το Δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, όμως για το παραδεκτό του αναιρετικού λόγου αυτού, είναι απαραίτητο -πλην άλλων- να μνημονεύονται στοιχεία, από τα οποία να προσδιορίζεται το έγγραφο αυτό και δεν είναι αρκετό να διαλαμβάνεται μόνο ότι δεν αναγνώσθηκε. ΑΠ 1213/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

ΕΓΚΛΗΜΑ

Πρόληψη του εγκλήματος στην τοπική κοινότητα. Που θα οδηγήσει; Επιστημονική ανακοίνωση του συγγραφέως, που έγινε στην Θεσσαλονίκη στις 13.11.2002. Την απόδοση από τη Γερμανική στην Ελληνική γλώσσα επιμελήθηκε η επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας - Σωφρονιστικής κα Αγγελική Πιτσελά. Άρθρο M. Walter, σελ. 1304.

ΕΓΚΛΗΣΗ

Εφ’ όσον πρόκειται για (κατ’ έγκληση διωκόμενη) πράξη κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσας συκοφαντικής δυσφήμησης, οπότε το έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες, χρονικά χωριστές και αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις, συνδεόμενες με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης, η συνδρομή λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου ως προς ορισμένες μόνο μερικότερες πράξεις, λόγω του ότι παρήλθε η κατ’ άρθρο 117 ΠΚ τρίμηνη προθεσμία υποβολής της έγκλησης, κρίνεται χωριστά και αυτοτελώς ως προς αυτές μόνο. ΑΠ 1203/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ Βλ. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

ΕΚΒΙΑΣΗ

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή άνοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου, ο δε εξαναγκασμός γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του τελευταίου, β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπάρχει δε τέτοιος σκοπός όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το σκοπούμενο περιουσιακό όφελος δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησής του ή όταν η πράξη ή η παράλειψη του εξαναγκαζόμενου δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 Σ και 361 ΑΚ. ΑΠ 1184/2002 (περίλ.), σελ. 1336.

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

Για την έγκυρη έναρξη της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων, ως επίδοση της απόφασης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, θεωρείται όχι μόνο η επίδοση στο δικαιούμενο στην άσκηση του ενδίκου μέσου πλήρους αντιγράφου της απόφασης, αλλά και η επίδοση αποσπάσματος αυτής, το οποίο περιέχει τον αριθμό της απόφασης, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται αριθμητικώς, είτε με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της και την ποινή που έχει επιβληθεί. ΑΠ 1160/2002 (περίλ.), σελ. 1331.

Η έκθεση άσκησης του ενδίκου μέσου, η οποία συντάσσεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 148-153 ΚΠΔ και υπογράφεται από τον δηλούντα και τον γραμματέα, αποτελεί συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου, που κηρύσσεται από το αρμόδιο Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), αλλά και αυτεπαγγέλτως. ΣυμβΑΠ 1163/2002 (περίλ.), σελ. 1331.

Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου κατά καταδικαστικής απόφασης, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην -αναγνωριζόμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β΄ Σ- αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διάταξης νόμου. ΑΠ 1256/2002 (περίλ.), σελ. 1343.

Η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνεται και σιωπηρά, αρκεί να συνάγεται σαφώς από συγκεκριμένες πράξεις του δικαιούμενου στην άσκησή του. ΑΠ 1255/2002 (περίλ.), σελ. 1343.

ΕΞΥΒΡΙΣΗ

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εξύβρισης απαιτείται προσβλητική, κατ’ αντικειμενική κρίση, εκδήλωση ανθρώπινης σκέψης (γραπτή ή προφορική) που δεν συνιστά δυσφήμηση για την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, η οποία ενέχει κατά την κοινή αντίληψη, είτε αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου, είτε περιφρόνηση προς αυτόν από τον ίδιο το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με μία τέτοια ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή, ως ατόμου και μέλους της κοινωνίας εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται. ΑΠ 1260/2002 (περίλ.), σελ. 1344.

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Για να είναι παραδεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του αμετακλήτως καταδικασθέντος για κακούργημα και επικαλούμενου νέα γεγονότα ή αποδείξεις άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές, θα πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία τα σχετικά με την πράξη, για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να μπορεί να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης. ΑΠ 1219/2002 (περίλ.), σελ. 1341.

Δεν υφίσταται ο λόγος επανάληψης της διαδικασίας του άρθ. 525 παρ. 1, περιπτ. 1 όταν δύο άνθρωποι έχουν καταδικασθεί για διαφορετικές πράξεις και όχι για την ίδια (π. χ. ο ένας για έκδοση ακάλυπτων επιταγών και ο άλλος για κακουργηματική απάτη). ΑΠ 1096/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

ΕΠΙΔΟΣΗ

Απορρίπτεται ως εκπρόθεσμη η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου που του επιδόθηκε έγγραφο της γραμματείας του δικαστηρίου της εκδοθείσας απόφασης και όχι πλήρους αντιγράφου αυτής, αφού άσκησε την αίτηση αναίρεσης μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας από την εν λόγω επίδοση. ΑΠ 1094/2002 (περίλ.), σελ. 1323.

Για τη νόμιμη επίδοση της απόφασης (κατ’ άρθ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ) που εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο και για την κίνηση της προθεσμίας της αναιρέσεως δεν απαιτείται να επιδοθεί στον απόντα διάδικο πλήρες αντίγραφο της αποφάσεως, αλλά αρκεί απόσπασμα αυτής, εφόσον βεβαίως έχει προηγηθεί η καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του δικαστηρίου. ΑΠ 1097/2002 (περίλ.), σελ. 1324.

Για την έγκυρη έναρξη της προθεσμίας άσκησης ενδίκων μέσων, ως επίδοση της απόφασης κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, θεωρείται όχι μόνο η επίδοση στο δικαιούμενο στην άσκηση του ενδίκου μέσου πλήρους αντιγράφου της απόφασης, αλλά και η επίδοση αποσπάσματος αυτής, το οποίο περιέχει τον αριθμό της απόφασης, την παραβιασθείσα διάταξη, η οποία μπορεί να αναφέρεται αριθμητικώς, είτε με τον προσδιοριστικό του εγκλήματος χαρακτηρισμό της και την ποινή που έχει επιβληθεί. ΑΠ 1160/2002 (περίλ.), σελ. 1331.

Η παράλειψη του ενεργούντος την επίδοση να σημειώσει στο επιδιδόμενο έγγραφο τη χρονολογία της επίδοσης, αφού δεν αναγράφεται στο νόμο με ποινή ακυρότητας, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της επιδόσεως. ΣυμβΑΠ 1175/2002 (περίλ.), σελ. 1334.

Ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία που (επί απόρριψης έφεσης ως ανυποστήρικτης, επειδή δεν παρεστάθη ο εκκαλών) περιέχει μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεως και χρονολογία, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας της κλήτευσης. ΑΠ 1072/2002 (περίλ.), σελ. 1321.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ Βλ. ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

ΕΠΙΤΑΓΗ Βλ. και ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Για τη στοιχειοθέτηση του τυπικού εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής απαιτείται μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη και, αφ’ ετέρου, έλλειψη των αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. ΑΠ 1192/2002 (περίλ.), σελ. 1337.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ο αναιρεσείων είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και είχε ορισθεί ως χρόνος παύσης πληρωμών προγενέστερος εκείνου της έκδοσης των επιταγών, ώστε υφίστατο αδυναμία του σχετικά με την εξόφλησή τους. Το γεγονός όμως της παύσης των πληρωμών πριν από την έκδοση των επιταγών, δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα του εγκλήματος, ούτε εξαλείφει το αξιόποινό του. ΑΠ 1263/2002 (περίλ.), σελ. 1344.

ΕΡΓΑΣΙΑ Βλ. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ

ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ

Επί εκπρόθεσμης καταβολής μισθού, υπάρχει ειδική αιτιολογία όταν περιέχεται στην απόφαση η ιδιότητα του εργοδότη, το ποσό και ο χρόνος των οφειλομένων καθώς και οι νομικές σκέψεις της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική διάταξη. ΑΠ 1135/2002 (περίλ.), σελ. 1329.

ΕΤΑΙΡΙΕΣ Βλ. και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ

Σε αξιόποινη πράξη που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία, μόνο η εταιρία αυτή δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στη σχετική ποινική διαδικασία, όχι δε και οι μέτοχοι αυτής, που εμμέσως ζημιώθηκαν ή υπέστησαν ηθική βλάβη από την εις βάρος της εταιρίας τελεσθείσα αξιόποινη πράξη. ΣυμβΑΠ 1173/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

ΕΦΕΣΗ Βλ. και ΒΟΥΛΕΥΜΑ

Η έφεση της αναιρεσείουσας κατά του απαλλακτικού βουλεύματος του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη από το Συμβούλιο Εφετών με τις σκέψεις ότι η τελευταία δεν απέκτησε την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας, αφού κατά το χρόνο δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής η αξίωσή της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε αποσβεσθεί, λόγω παρέλευσης εξαμήνου από το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων και της εκ μέρους της γνώσης αυτών και της εντεύθεν ζημίας της. ΣυμβΑΠ 1168/2002 (περίλ.), σελ. 1332.

Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, που συνεπάγεται η άσκηση έφεσης περιορίζεται μόνο κατά το μέρος, που με τους λόγους αυτής έχει προσβληθεί το πρωτόδικο βούλευμα. ΣυμβΑΠ 1169/2002 (περίλ.), σελ. 1332.

Ο αναιρετικός έλεγχος σε περίπτωση άσκησης αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, περιορίζεται μόνο στην ορθότητα της κρίσης αυτής, ενώ αποκλείεται η έρευνα κάθε άλλου λόγου. ΣυμβΑΠ 1123/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ

Διεθνές συμπόσιο θυματολογίας: Προβλήματα και προοπτικές. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η πορεία της Θυματολογίας, ενός νέου επιστημονικού κλάδου, και η βοήθεια που μπορεί να προσφέρει σε κάποιες ομάδες ανθρώπων - π.χ. γυναίκες, παιδιά, πρόσφυγες - στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν το φόβο που τους διακατέχει, ως συνέπεια της ατομικής ή συλλογικής βίας που υπέστησαν και να επανενταχθούν στην κοινωνία. Άρθρο Α. Μαγγανάς, σελ. 1310.

ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ

Για τη στοιχειοθέτηση του -κατ’ έγκληση διωκόμενου- εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν δόλος, περιέχων τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του υπαιτίου έχει αξίωιση κατ’ αυτού, από συγκεκριμένη νομική αιτίαση, και θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικώς ή μερικώς, αντικειμενικώς δε ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, ελλείψει άλλων επαρκών στοιχείων του οφειλέτη, με μία από τις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 397 ΠΚ πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία ψευδών δικαιοπραξιών, όπως είναι και εικονικές, που δεν έγιναν σπουδαίως, αλλά μόνο κατά φαινόμενο. ΑΠ 1073/2002 (περίλ.), σελ. 1321.

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ Βλ. και ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Η άρση της διατάσσεται από τον αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών, μόνο αν αυτή ή ο διορισμός ως μεσεγγυούχου του κατόχου των πραγμάτων δεν δημιουργεί δυσχέρειες στην εξακρίβωση της αλήθειας. ΣυμβΕφΑθ 2047/2002, σελ. 1241.

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Συνιστά κατάχρηση εξουσίας η με άμεσο δόλο παράλειψη εισαγγελικού λειτουργού να ασκήσει ποινική δίωξη κατά των επαρκώς πιθανολογουμένων ως υπαιτίων εγκληματικών πράξεων και η συνακόλουθη προσπάθεια αρχειοθέτησης της υπόθεσης. ΣυμβΠλημΒόλου 26/2002 (παρατ. Σ. Τζαφάλιας), σελ. 1267.

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ Βλ. και ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΒΟΛΗ ΔΙΚΗΣ, ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

Απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο λόγος αναίρεσης, που επικαλείται ο αναιρεσείων, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και κατά τον οποίο δεν δόθηκε, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, τελευταίος ο λόγος στο συνήγορο του αναιρεσείοντος, διότι ούτε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ούτε ο συνήγορός του ζήτησαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να λάβουν εκ νέου το λόγο και ο Πρόεδρος τους το αρνήθηκε. ΑΠ 1120/2002 (περίλ.), σελ. 1326.

Δεν απαιτείται όμως για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το Δικαστήριο περιστατικά, από τα οποία να πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. ΑΠ 1217/2002 (περίλ.), σελ. 1341.

Με ειδική αιτιολογία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα υποβληθέν από τον κατηγορούμενο περί μαγνητοφώνησης της δίκης, δεχόμενο ότι εφ’ όσον ο πολιτικώς ενάγων εναντιώθηκε σε τούτο και πρόκειται για απλό πλημμέλημα, αφορών αποκλειστικά τους δύο, μη συνδεόμενο με τη δημόσια ζωή, αρκεί η τήρηση των πρακτικών της δίκης από τον γραμματέα. ΑΠ 1199/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

Αναιρείται εν μέρει η απόφαση, κατά το μέρος που επιβλήθηκε στους κατηγορουμένους ενιαία χρηματική ποινή ίση με την αξία CIF, προσαυξημένη με τις δασμολογικές επιβαρύνσεις, που αναλογούσαν στο δημευθέν αντικείμενο της λαθρεμπορίας, ενώ θα έπρεπε να τους επιβληθεί χρηματική ποινή ίση με μόνη την αξία του δημευθέντος αντικειμένου, χωρίς την πιο πάνω προσαύξηση, κατ’ εφαρμογή του εν τω μεταξύ τεθέντος σε ισχύ Ν 2960/2001 («Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»), οι διατάξεις των άρθρων 157 και 160 παρ. 1, 2 του οποίου τυγχάνουν εφαρμοστέες εν προκειμένω, ως επιεικέστερες. ΑΠ 1183/2002 (περίλ.), σελ. 1335.

ΛΗΣΤΕΙΑ Βλ. ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ

ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ - ΟΠΤΙΚΟΓΡΑΦΗΣΗ ΔΙΚΗΣ

Βλ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Επιτρέπεται μεταβολή της κατηγορίας από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη εφόσον υπάρχει ταυτότητα στη μονάδα του προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού, ταυτότητα στην ενέργεια και ταυτότητα στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. ΣυμβΕφΙωαν 127/2001 (παρατ. Λ. Μαργαρίτης), σελ. 1258.

Μη ούσης επιτρεπτής της μεταβολής της κατηγορίας για κακουργηματική υπεξαίρεση σε παραβίαση κατάσχεσης, διότι το τελευταίο έγκλημα συγκροτείται από πραγματικά περιστατικά διάφορα εκείνων της υπεξαίρεσης, μεταβαλλομένης έτσι της ταυτότητας της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης. ΣυμβΑΠ 1176/2002 (περίλ.), σελ. 1334.

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ Βλ. και ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ

Συνοπτική παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του ΕΚΠΝΤ σχετικά με την κατάσταση του προβλήματος των ναρκωτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2001. Άρθρο Κ. Ηλιού, σελ. 1307.

Η θέση των σπόρων της κάνναβης σε ειδικές συνθήκες για την προβλάστηση και η εν συνεχεία φύτευση αυτών και καλλιέργεια, με σκοπό τη συγκομιδή της ναρκωτικής ουσίας, συνιστά πρόσφορη απόπειρα καλλιέργειας καννάβεως, δοθέντος ότι αυτή η πράξη μπορεί να οδηγήσει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της καλλιέργειας καννάβεως. ΑΠ 1138/2002, σελ. 1329.

Η τοξικομανία από μόνη της δεν οδηγεί ούτε σε άρση ούτε σε μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, για πράξη του κοινού ποινικού δικαίου, αν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις των άρθρων 34 ή 36 ΠΚ, επομένως δεν οφείλει το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι ο τοξικομανής κατηγορούμενος στερείται ικανότητας προς καταλογισμό εξ αιτίας και μόνο της τοξικομανίας του. ΑΠ 157/2002 (παρατ. Κ. Χαρίσης), σελ. 1278.

Είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο η παραδοχή του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, λόγω υποβολής του σε θεραπευτική αγωγή ψυχικής απεξάρτησης από την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών. ΑΠ 1187/2002 (περίλ.), σελ. 1336.

ΝΟΜΟΣ Βλ. ΑΝΑΙΡΕΣΗ, ΑΠΑΤΗ, ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚεΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ - ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ

Το έγκλημα της παραβίασης των κανόνων της οικοδομικής και η προβληματική του. Οι σεισμοί των τελευταίων ετών και ο ολοένα αυξανόμενος κίνδυνος κατάρρευσης οικοδομημάτων κατέστησε αναγκαία την εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν από τη διάταξη του άρθρου 286 ΠΚ. Μελ. Ό. Παπακωνσταντίνου, σελ. 1293.

ΟΠΛΟΦΟΡΙΑ

Σχέδιο νόμου, αιτιολογική έκθεση και παρατηρήσεις της Ε. Συμεωνίδου - Καστανίδου για την «Οπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς και εκπαίδευσή τους σε αυτά». Νομοθεσία, σελ. 1227.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ Βλ. και ΑΝΑΙΡΕΣΗ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Όταν οι μερικότερες όμοιες πράξεις υπεξαίρεσης που αφορούν αντικείμενο όχι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος, υπόκεινται (η καθεμία) στην πενταετή παραγραφή που αρχίζει από το χρόνο τέλεσής της. Η παραγραφή εξετάζεται αυτεπάγγελτα και από τον ΑΠ. ΣυμβΑΠ 1124/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο και παύει οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης από αμέλεια, διότι το αξιόποινο των πιο πάνω πλημμελημάτων, εξαλείφθηκε με παραγραφή, αφού από τον παραπάνω χρόνο τελέσεώς τους, πέρασε οκταετία και δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω κατηγορουμένου περιέχει έναν τουλάχιστο παραδεκτό λόγο αναίρεσης. ΑΠ 1122/ 2002 (περίλ.), σελ. 1327.

Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική διάταξη με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης 8 μηνών για πλημμεληματική πράξη και παύει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον του διότι από την τέλεση κάθε μιας μερικότερης πράξης παρήλθε οκταετία και έτσι το αξιόποινο αυτών έχει παραγραφεί. ΑΠ 1133/2002 (περίλ.), σελ. 1328.

Η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος -διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση αναίρεσης- οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφ’ όσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο. ΑΠ 1201/2002 (περίλ.), σελ. 1338.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε΄ ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, διατάζει την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο. ΣυμβΑΠ 1132/2002 (περίλ.), σελ. 1328.

ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ Βλ. και ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι: Ανακριτική κυριαρχία και Εισαγγελική Υποταγή. Απόψεις Λ. Μαργαρίτη, σελ. 1291.

ΠΟΙΝΗ Βλ. και ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ, ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει αιτιολογημένα στο υποβληθέν εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου αίτημα περί μετατροπής σε χρηματική της συνολικής ποινής των 2 ετών και 6 μηνών, που επεβλήθη στον τελευταίο, καθόσον υποβλήθηκε με τρόπο παντελώς αόριστο, χωρίς να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελίωναν τους λόγους, για τους οποίους η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ήταν αρκετή για την αποτροπή του δράστη από την τέλεση και άλλων αξιόποινων πράξεων. ΑΠ 1209/2002 (περίλ.), σελ. 1339.

Δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ πλημμέλεια το Μονομελές Πλημ/κείο, το οποίο προκειμένου να εκτελεσθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος συγκεκριμένες καταδικαστικές αποφάσεις, καθόρισε με την αναιρεσειβαλλόμενη απόφασή του συνολική ποινή φυλάκισης με βάση τη βαρύτερη ποινή φυλάκισης που επέβαλε άλλη απόφαση και χωριστά συνολική χρηματική ποινή με βάση τη μεγαλύτερη χρηματική ποινή, που επέβαλε άλλη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. ΑΠ 1211/2002 (περίλ.), σελ. 1390.

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ Βλ. ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΙΡΕΣΗ, ΑΝΤΕΦΕΣΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ Βλ. και ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Αν η αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά υπό κρίση δήλωση πολιτικής αγωγής, έχει υποκύψει σε παραγραφή, και το Συμβούλιο Εφετών, στο οποίο θα εισαχθεί η υπόθεση μετά την ανάκριση, παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, οπότε δεν συντρέχει περίπτωση να ασχοληθεί το δικαστήριο με την ως άνω πολιτική αγωγή, εκείνοι που δήλωσαν παράσταση γι’ αυτήν δεν έχουν έννομο προς τούτο συμφέρον. ΣυμβΕφΑθ 2479/2002, σελ. 1247.

Σε περίπτωση που η αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά η υπό κρίση δήλωση πολιτικής αγωγής, έχει υποκύψει σε παραγραφή, η δήλωση για παράσταση πολιτικής αγωγής κηρύσσεται, κατά το στάδιο της προδικασίας, απαράδεκτη από το Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, κατ’ άρθρο 87 του ΚΠΔ. ΣυμβΕφΑθ 2142/ 2002, σελ. 1246.

Το Συμβούλιο απέχει από το να αποφασίσει για το παραδεκτό της πολιτικής αγωγής του παθόντος κατά πράξης οργανωμένου εγκλήματος, μέχρι να διαπιστωθεί αν έχει σχηματισθεί δικογραφία για την πράξη, αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και αν έχει αυτή διαβιβασθεί στην Εισαγγελία Εφετών. ΣυμβΕφΑθ 2131/2002, σελ. 1244.

Το Εφετείο, με το να επιδικάσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στους πολιτικώς ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως προς τον οποίο όμως αυτοί δεν είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, ούτε πρωτοδίκως, ούτε κατ’έφεση, υπερέβη κατά τούτο την εξουσία του και έτσι υπέπεσε στην υπό το άρθρο 510 παρ. 1 Θ΄ πλημμέλεια και γι’αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο. ΑΠ 1122/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

Για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που γίνεται στην προδικασία πρέπει κατά το χρόνο που γίνεται αυτή ο δικαιούμενος ως παθών από την αξιόποινη πράξη να έχει αγώγιμη αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την έννοια ότι είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη και ικανοποίηση αυτής και ότι η αξίωση δεν έχει παραγραφεί ή αποσβεσθεί. ΣυμβΑΠ 1168/2002 (περίλ.), σελ. 1332.

Σε αξιόποινη πράξη που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, όπως είναι και η ανώνυμη εταιρία, μόνο η εταιρία αυτή δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στη σχετική ποινική διαδικασία, όχι δε και οι μέτοχοι αυτής, που εμμέσως ζημιώθηκαν ή υπέστησαν ηθική βλάβη από την εις βάρος της εταιρίας τελεσθείσα αξιόποινη πράξη. ΣυμβΑΠ 1173/2002 (περίλ.), σελ. 1333.

ΠΟΡΝΕΙΑ Βλ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραλείψεως του ανακριτή ή του προανακριτικού υπαλλήλου να γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο το ονοματεπώνυμο του πραγματογνώμονα, που διόρισε κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως, όταν αυτός αναθέτει κατ’ άρθρο 184 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε εργαστήριο που ιδρύθηκε από το νόμο, όπως είναι το τμήμα εργαστηρίου Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας. Συμβ ΕφΑθ 2466/2002, σελ. 1251.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ

Αποτελούν νομίμως μέρος της δικογραφίας οι απολογίες των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, όταν η εξέταση των κατηγορουμένων έγινε τηρουμένων των δικαιωμάτων τους κατ’ άρθρο 105 ΚΠΔ. ΣυμβΕφΑθ 2466/2002, σελ. 1251.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ Βλ. ΑΓΩΓΗ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ, ΑΝΑΙΡΕΣΗ

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

Απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, γιατί από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του, αφού και ο ίδιος ομολογεί μερικές από τις αξιόποινες πράξεις που διέπραξε, και αφού οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι βαρύτατες και υπάρχει υπόνοια ότι αν αφεθεί ελεύθερος θα προσπαθήσει να διαφύγει. ΣυμβΕφΑθ 2467/2002, σελ. 1248.

Επιβάλλεται προσωρινή κράτηση από το Συμβούλιο Πλημ/κών, που ήρε τη διαφωνία εισαγγελέα και ανακριτή υπέρ του δεύτερου, στον κατηγορούμενο, λόγω της ιδιαίτερης βαναυσότητας και επικινδυνότητας με την οποία διαπράχθηκε το έγκλημα και λόγω της μεγάλης πιθανότητας, σε παρόμοιες περιστάσεις, ο κατηγορούμενος να αντιδράσει με τον ίδια τρόπο. ΣυμβΠλημΧαλκιδ 319/2002 σελ. 1285.

Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι: Ανακριτική κυριαρχία και Εισαγγελική Υποταγή. Απόψεις Λ. Μαργαρίτης, σελ. 1291.

ΠΡΟΤΕΡΟΣ ΕΝΤΙΜΟΣ ΒΙΟΣ

Δεν αίρεται ο πρότερος έντιμος χαρακτήρας του κατηγορουμένου αν είχε καταδικασθεί πριν για ήσσονος σημασίας πράξη ή σε ποινή που ανεστάλη μετά την πάροδο του χρόνου αναστολής. ΑΠ 1091/2002 (περίλ.), σελ. 1323.

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ Βλ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ

ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ

Άμεση η συνέργεια του αναιρεσείοντος κατά τη διάπραξη της ληστείας, καθώς εκείνος απειλούσε τα θύματα και ο αυτουργός αφαιρούσε τα ξένα πράγματα. ΑΠ 1089/2002 (περίλ.), σελ. 1323.

Αποτελεί απλή συνέργεια στην κατοχή και μεταφορά ινδικής κάνναβης, η παραχώρηση προς τούτο σκάφους της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος στους φυσικούς αυτουργούς. Το ίδιο ισχύει και όταν αυτός που παραχωρεί το μεταφορικό σκάφος στους αυτουργούς, το έχει, έστω και προσωρινά, στην κατοχή του στο όνομα τρίτου, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι και ιδιοκτήτης του σκάφους. ΑΠ 1108/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Είναι επιτρεπτή η αναπλήρωση στο Τριμελές Πλημ/κείο δικάζον ως Εφετείο ενός πλημμελειοδίκη από πάρεδρο Πρωτοδικών ή ειρηνοδίκη, μόνο εφ’ όσον η σύνθεση είναι ανέφικτη άλλως και όχι όταν απλώς το κώλυμα αναφέρεται στους τρεις επί της έδρας δικαστές, διότι εάν υπάρχει διαθέσιμος πλημμελειοδίκης δεν πρέπει να αναπληρώνεται ο κωλυόμενος της έδρας, το γεγονός δε τούτο πρέπει να βεβαιώνεται στην απόφαση, ενώ για το κώλυμα κρίνει ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, χωρίς να επιτρέπεται ο έλεγχος στους διαδίκους. ΑΠ 1077/2002 (περίλ.), σελ. 1321.

ΣΥΡΡΟΗ

Η υπεξαίρεση του άρθρου 147 παρ. 1 ΣΠΚ ανάγεται από το νομοθέτη σε στρατιωτικό έγκλημα, ενόψει της στρατιωτικής ιδιότητας αυτουργού και θύματος και ανεξάρτητα από το αν τα υπεξαιρεθέντα κινητά ανήκουν στην αποκλειστική χρήση ή προσιδιάζουν στην στρατιωτική ιδιότητα του παθόντος, με αποτέλεσμα, η εν λόγω διάταξη, ως ειδική να επικρατεί εκείνης του άρθρου 375 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ μεταξύ των διατάξεων αυτών υφίσταται φαινομενική κατ’ ιδέαν συρροή και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 147 παρ 1 ΣΠΚ δανείζεται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ. ΑΠ 1113/2002 (περίλ.) σελ. 1326.

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ Βλ. ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Ενόψει του θεσπιζομένου στο άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε περί της ενοχής του κατηγορουμένου από τα αναφερόμενα στα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. ΑΠ 1217/2002 (περίλ.), σελ. 1341.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ Βλ. και ΑΝΑΛΥΣΗ DNA, ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ, ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Αναγκαία κρίνεται από την Ολομέλεια των Εφετών η εφαρμογή του συνόλου των διατάξεων του άρθρου 29 ΚΠΔ για παραπομπή του θέματος στους λειτουργούς του Εφετείου Αθηνών. ΣυμβΕφΑθ Ολ 4/2002, σελ. 1236.

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ Βλ. και ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Η υπεξαίρεση του άρθρου 147 παρ. 1 ΣΠΚ ανάγεται από το νομοθέτη σε στρατιωτικό έγκλημα, ενόψει της στρατιωτικής ιδιότητας αυτουργού και θύματος και ανεξάρτητα από το αν τα υπεξαιρεθέντα κινητά ανήκουν στην αποκλειστική χρήση ή προσιδιάζουν στην στρατιωτική ιδιότητα του παθόντος. ΑΠ 1113/2002 (περίλ.), σελ. 1326.

Δεν αποτελεί υπεξαίρεση, αλλά αστική διαφορά, η εκποίηση από συνδιαχειριστή ΕΠΕ αντικειμένου της εταιρείας, το αντάλλαγμα του οποίου εισφέρθηκε σε άλλη κοινή εταιρεία τους λόγω αναγκών ρευστότητας, με την εκ των υστέρων γνωστοποίηση της πράξης στον συνδιαχειριστή. ΣυμβΑΠ 1125/2002 (περίλ.), σελ. 1327.

ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε έφεση ως ανυποστήρικτη, αντί να την κηρύξει απαράδεκτη, εξαιτίας μη νόμιμης κλητεύσεως του κατηγορουμένου, για υπέρβαση εξουσίας. ΑΠ 1092/2002 (περίλ.), σελ. 1323.

Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, διότι απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης του απόντος εκκαλούντος με εντελώς γενική και αόριστη αιτιολογία και εν συνεχεία απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη. ΑΠ 1110/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

Ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την πάροδο της οριζομένης από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών, ενώ η εκκαλούμενη απόφαση νομίμως του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής , κατ’ άρθρο 156 ΚΠΔ, επομένως με το ν’ απορρίψει το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη, καθ’ ό εκπροθέσμως ασκηθείσα, δεν υπερέβη την εξουσία του. ΑΠ 1116/2002 (περίλ.), σελ. 1326.

Το δικαστήριο δεν υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να αποφασίσει , πριν από κάθε μετατροπή της ποινής, για την αναστολή της, αλλά μόνο κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος. Οπότε, αν το δικαστήριο αποφασίσει τη μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποκλείσει την αναστολή της, για τη χορήγηση της οποίας, όμως, δεν υπήρχε σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, δεν υπερβαίνει την εξουσία του. ΑΠ 1083/2002 (περίλ.), σελ. 1322.

Μέχρι την 23.12.1999 που έληξε εξαιτίας των σεισμών της Αττικής της 7.9.1999 η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 22 παρ. 2 Ν 2721/1999 (18 Ν 2742/1999), από τους παθόντες μία εταιρία υπέβαλε δήλωση ότι επιθυμεί την ποινική του δίωξη, για 6 από τις συνολικά 39 επιταγές, για τις οποίες είχε καταδικαθεί. Επομένως, το Δικαστήριο όφειλε παρά την απουσία του εκκαλούντος, να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για τις 33 υπόλοιπες επιταγές, μη πράξαν δε τούτο υπερέβη την εξουσία του. ΑΠ 1242/2002 (περίλ.), σελ. 1342.

ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΗ

Προκειμένου περί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυασφήμησης, στα οποία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως ότι η πράξη έχει τελεσθεί εν γνώσει ορισμένου γεγονότος, η ύπαρξη τέτοιου δόλου στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο. ΑΠ 1216/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

ΨΕΥΔΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 22 παρ. 6 Ν 1599/1986 (ψευδής υπεύθυνη δήλωση) απαιτείται α) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή άρνηση ή απόκρυψη αληθών γεγονότων, τα οποία αφορούν τον δηλούντα και έχουν έννομες συνέπειες γι’ αυτόν, β) η δήλωση να είναι συνταγμένη επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και γ) να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή ή υπηρεσία του δημοσίου τομέα, νοουμένης ως τέτοιας αρχής του οργάνου του Κράτους, το οποίο ασκεί κατ’ ιδίαν αυτού ελεύθερη κρίση σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, προβλεπόμενη από τους οργανικούς του νόμους. ΑΠ 1181/2002 (περίλ.), σελ. 1335.

ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ

Προκειμένου περί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυασφήμησης, στα οποία για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται άμεσος δόλος που περιλαμβάνει αναγκαίως ότι η πράξη έχει τελεσθεί εν γνώσει ορισμένου γεγονότος, η ύπαρξη τέτοιου δόλου στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται ειδικά με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο. ΑΠ 1216/2002 (περίλ.), σελ. 1340.

Στοιχειοθετείται όταν ο μάρτυρας, γνωρίζοντας την αναλήθεια των περιστατικών που καταθέτει, λόγω του ότι έχει ιδία αντίληψη περί της πραγματικής κατάστασης που ισχύει, εν τούτοις προβαίνει στην κατάθεσή τους. ΑΠ 1107/2002 (περίλ.), σελ. 1325.

Υποσημειώσεις

* Στα ευρετήρια συμπεριλαμβάνονται και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου που παρατίθενται στο τέλος σε περιληπτική μορφή. Βλ. ειδικότερα και προοδευτικά, από 1.1.2002, ευρετήρια ΑΠ, σελ. 1318.