ΑΠ 32/2017 [Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου - Ιατρική ευθύνη - Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης - Απόλυτη ακυρότητα] (παρατ. O. Μπαρπάκη)

ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τεύχος 2, Φεβρουάριος 2018

Νομοθεσία, Νομολογία, Θεωρία & Πράξη του Ποινικού Δικαίου

Εκδίδεται από το 1998 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €130.00
ΝΠ €190.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας ιατρού (μαιευτήρα-γυναικολόγου) για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ’ υποχρέου. Συγκεκριμένα, αυτή ενώ βρισκόταν σε ενεργό εφημερία σε Γενικό Νοσοκομείο, ανέθεσε τη διενέργεια τοκετού της επιτόκου-πολιτικώς ενάγουσας σε ειδικευόμενο μαιευτήρα ιατρό, χωρίς να ευρίσκεται η ίδια εντός της αίθουσας τοκετού και να εποπτεύει αυτόν αδιαλείπτως, με αποτέλεσμα τη μη ομαλή εξέλιξη αυτού και συγκεκριμένα την εμφάνιση δυστοκίας ώμων του νεογνού, επιπλοκή την οποία ο ειδικευόμενος μαιευτήρας, αν και ειδοποίησε την ειδική ιατρό —επικοινωνία που δεν κατέστη όμως δυνατή—, ανέλαβε να αντιμετωπίσει μόνος του, με αποτέλεσμα τη γέννηση του νεογνού με παράλυση του βραχιόνιου πλέγματος (ΔΕΞΙΑ) και τραυματική βλάβη της πέμπτης και της έκτης αυχενικής ρίζας και την υποχρεωτική υποβολή του σε φυσικοθεραπείες και εργοθεραπείες προς αποκατάσταση της βλάβης της υγείας του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης δεν ήταν αναγκαίο: α) να περιέχεται περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων που επέβαλλαν την άμεση και προσωπική παρακολούθηση της επιτόκου από την αναιρεσείουσα κατά τη διάρκεια του τοκετού, β) να προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο δεν στάθηκε δυνατό να ειδοποιηθεί τηλεφωνικά η αναιρεσείουσα από τον ειδικευόμενο ιατρό και τη μαία μόλις εμφανίστηκε η επιπλοκή και γ) να διευκρινίζεται αν ο ειδικευόμενος ιατρός εφάρμοσε ή όχι το πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση της επιπλοκής. Περαιτέρω, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο, για να θεμελιώσει ενοχή της αναιρεσείουσας, δέχεται ως ιατρικώς ακατάλληλες τις ενέργειες του ειδικευόμενου ιατρού, χωρίς να λάβει υπόψη την πρωτόδικη απόφαση που αθώωσε τον τελευταίο, αφού δέχτηκε ότι αυτός ενήργησε όλες τις ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις. Η αιτίαση αυτή όμως είναι αβάσιμη, καθόσον η κρίση της πρωτόδικης απόφασης ως προς τη μη ενοχή του ειδικευόμενου ιατρού δεν αποτελεί δεδικασμένο ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας για την ίδια πράξη και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις ουσιαστικές παραδοχές και τη σχετική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά μπορεί να θεμελιώνει την κρίση του για ενοχή ή μη σε διαφορετικές ουσιαστικές παραδοχές μετά από στάθμιση της αποδεικτικής αξίας και βαρύτητας όλων των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, ως προς την οποία (στάθμιση) η κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, αναιρείται εν μέρει ως προς τις διατάξεις που αφορούν την ποινή η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.