ΕΝΙΑΙΟ ΛΗΜΜΑΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ & ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Τεύχος 2/2018, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2018

ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Νέα έκδοση – Εξαμηνιαίο επιστημονικό περιοδικό

Μελέτη & επιστημονικός διάλογος σχετικά με ζητήματα διαιτησίας, διαμεσολάβησης & λοιπών εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών

ΜΕΛΕΤΕΣ | ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ | ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ | ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ | VARIA

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΚΥΡΩΣΗ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η ακυρωθείσα διαιτητική απόφαση. Jurisdictio Facit Arbitrum. Η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης από τα δικαστήρια της έδρας της διαιτησίας εγείρει το ερώτημα εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί η απόφαση αυτή να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί σε άλλα κράτη, παρά τη δικαστική απόφαση περί ακύρωσής της. Η απάντηση άπτεται θεμελιωδών ζητημάτων της διεθνούς διαιτησίας, όπως -ιδίως- το αν η διαιτησία έχει κάποιο forum (αυτό της έδρας της διαιτησίας) σε αναλογία προς τον εθνικό δικαστή ή, αντίθετα, αν η διαιτητική απόφαση είναι αποχωρικοποιημένη και αποτελεί ένα ρυθμιστικό factum με μεταβλητή δικαιικότητα. Επιχειρείται η ανάλυση της προβληματικής με αναφορά στις διατυπωθείσες θεωρητικές προσεγγίσεις και στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης (1958). Ακολούθως προτείνεται και τεκμηριώνεται η λεγόμενη δικαιοδοτική θεωρία – μία ενδιάμεση θέση μεταξύ της θεωρίας της εδαφικότητας και της διεθνικιστικής θεωρίας της αποχωρικοποίησης, η οποία δίδει βαρύτητα στα κριτήρια αναγνώρισης ή μη της ακυρωτικής απόφασης ως πρόκριμα στην αναγνώριση της ακυρωθείσας διαιτητικής απόφασης. Μελέτες | Χ. Παμπούκης | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 8.

Εκ των προτέρων παραίτηση από το δικαίωμα ακύρωσης διαιτητικής απόφασης. Ο εκ των προτέρων συμβατικός –νομοθετικά καλυπτόμενος– αποκλεισμός του δικαιώματος άσκησης αγωγής ακυρώσεως κατά διαιτητικής απόφασης (άρθρ. 897 ΚΠολΔ) δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι, αφενός τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν στερούνται του φυσικού τους δικαστή χωρίς την θέλησή τους, αφετέρου το δικαίωμα ακροάσεως και παροχής έννομης προστασίας κατοχυρώνεται συνταγματικά με την επιφύλαξη «όπως ο νόμος ορίζει». Εξάλλου, η διαιτητική επίλυση διαφορών, ακόμη και για το Ελληνικό Δημόσιο, τυγχάνει συνταγματικής κατοχύρωσης. Νομολογία | ΑΠ 1185/2017, με παρατ. Σ. Δεμπεγιώτη | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 82.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΙΑΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Εκτελεστότητα αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Αίτηση αναγνώρισης και κήρυξης εκτελεστής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Για την αναγνώριση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης στην ελληνική επικράτεια δεν απαιτείται η προηγούμενη κήρυξη αυτής εκτελεστής στον τόπο έκδοσής της. Εξάλλου, οι καθών η αίτηση αναγνώρισης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου έκδοσής της. Τυχόν ακύρωση αυτής δίδει τη δυνατότητα στους καθών να ζητήσουν την αναστολή ή την ακύρωση της επισπευδόμενης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης. Νομολογία | ΜΠρΑθ 2285/2018 | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 252.

Η αναβολή αναγνώρισης κατά το άρθρο 6 της Σύμβασης της Νέας Υόρκης στην περίπτωση καταχρηστικής μη άσκησης αγωγής ακύρωσης. Η Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν προέβλεψε την περίπτωση που η εκκίνηση της διαδικασίας ακύρωσης (και τα εξ αυτής συναρτώμενα αποτελέσματα ως προς την κατά τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης αναγνώριση) εξαρτάται αποκλειστικά από το νικήσαν μέρος, το οποίο δεν κινεί τη διαδικασία ακύρωσης (κατά κάποιο τρόπο καταχρηστικά), ενώ παράλληλα σπεύδει να αναγνωρίσει και να εκτελέσει την απόφαση στην αλλοδαπή. Είναι δυνατό στη περίπτωση αυτή το δικαστήριο της αναγνώρισης να εφαρμόσει αναλογικά το άρθρο 6, να αναβάλει την εκδίκαση και έμμεσα, στην ουσία, να υποχρεώσει το νικήσαν μέρος να κινήσει τη διαδικασία ακύρωσης, ώστε το ηττηθέν μέρος να ασκήσει τα δικαιώματά του (ή ακριβέστερα να του παρασχεθεί η δυνατότητα); Στο ερώτημα αυτό, η γνωμοδότηση θεμελιώνει καταφατική απάντηση, ενώ η ελληνική νομολογία θα κληθεί να απαντήσει και να επιλύσει έτσι ένα θέμα διεθνώς πρωτότυπο. Varia | Χ. Παμπούκης / Γ. Νικολαΐδης (Γνωμ.) | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 263.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ

Αναγκαίο περιεχόμενο διαιτητικής απόφασης. Υποχρεωτική η αναγραφή των στοιχείων του συμπράττοντος γραμματέα. Παράλειψη αναγραφής των απαιτούμενων στοιχείων επάγεται την ακυρότητα της απόφασης κατ’ άρθρο 897 αρ. 5 ΚΠολΔ. Η σύμπραξη γραμματέα δεν είναι πλέον υποχρεωτική, δύναται, ωστόσο, ο διαιτητής, από μόνος του ή μετά από αίτηση των διαδίκων, να επιλέξει γραμματέα για τη σύνταξη των οικείων πρακτικών, επιλογή την οποία πρέπει να γνωστοποιήσει στα διάδικα μέρη κατά τρόπο επαρκή. Η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του γραμματέα είναι αναγκαία, ώστε να μπορούν τα διάδικα μέρη να προτείνουν την εξαίρεσή του για τους αναφερόμενους στο νόμο λόγους. Αντικατάσταση αιτιολογιών κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ. Νομολογία | ΑΠ 390/2017, με παρατ. Γ. Πανίτσα | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 94.

Δυνατότητα προσβολής διαιτητικών αποφάσεων από τρίτους. Παρουσίαση της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου (αριθ. 21/2017) “Société de droit grec Agriphar Hellas A.E.B.E. v. S.P.R.L. Arysta LifeScience Benelux et Angelo Kalliontzis”. Το Συνταγματικό δικαστήριο του Βελγίου κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα σχετικά με τη δυνατότητα και τα δικονομικά μέσα προσβολής μιας διαιτητικής απόφασης από τρίτα πρόσωπα, τα έννομα συμφέροντα των οποίων ενδέχεται να θίγονται από τα αποτελέσματα της απόφασης. Μέσω δικαιοσυγκριτικής θεώρησης των δικονομικών μέσων που προβλέπονται στις δύο δικαιοδοτικές διαδικασίες (δικαστική και διαιτητική), και υπό το φως της αρχής της ισότητας, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε πως δεν δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση των τρίτων προσώπων, ανάλογα με το είδος της διαδικασίας που οι διάδικοι έχουν επιλέξει για την επίλυση της διαφοράς τους (δικαστική ή διαιτητική) και, συνεπώς, θα πρέπει να παρασχεθεί και στους –εκ διαιτητικής διαδικασίας– τρίτους το δικαίωμα άσκησης τριτανακοπής, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον. Αντιθέτως, οι τρίτοι δεν νομιμοποιούνται σε άσκηση αγωγής ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, αναγνωρίζοντας την εν λόγω δυνατότητα μόνον ως προς τους διαδίκους. Varia | Π. Χαλκιάς | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 166.

ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ

Ο διεθνής χαρακτήρας διαιτησίας σχετικά με διαφορά κατασκευής έργου λόγω παράβασης υποχρεώσεων του εργοδότη με πράξεις υποκαταστάτου. Ως «αντικείμενο της διαφοράς» (άρθρο 1 παρ. 2 περ. β.ββ Ν 2735/1999) εννοείται το αντικείμενο της δίκης. Η σύνδεση του αντικειμένου της δίκης με ορισμένο τόπο μπορεί να εξαρτάται από κάποιο στοιχείο του αντικειμένου της δίκης που –κατά περίπτωση– το χαρακτηρίζει. Στις περιπτώσεις χρηματικής αξίωσης λόγω παράβασης υποχρεώσεων του εργοδότη με πράξεις υποκαταστάτου ή μεταβολής του αντικειμένου του έργου, ιδίως οι πράξεις του υποκαταστάτου χαρακτηρίζουν το αντικείμενο της δίκης. Για τη σύνδεση των πράξεων (μη) εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης με ορισμένο τόπο, κρίσιμη είναι κατ’ αρχήν η εγκατάσταση των συμβαλλομένων μερών. Στην περίπτωση που η κρίσιμη πράξη μη εκπλήρωσης προέρχεται από θυγατρική εταιρία, ο τόπος με τον οποίο συνδέεται αυτή η πράξη είναι αυτός στον οποίο εδρεύει η μητρική εταιρία. Συνεπώς, αν ο τόπος εγκατάστασης της μητρικής εταιρίας είναι άλλος από αυτόν της κοινής εγκατάστασης των συμβαλλομένων και διαδίκων μερών, το «αντικείμενο της διαφοράς», συνδέεται στενά με τον άλλο τόπο και, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 § 2 περ. β.ββ του Ν 2735/1999, η διαιτησία είναι διεθνής Varia | Κ. Παναγόπουλος / Κ. Παπανικολάου (Γνωμ.) | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 152.

ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ

Επανεξετάζοντας τη συναίνεση στη διεθνή εμπορική διαιτησία: Μια γενική θεωρία για τους τρίτους. Εξετάζεται ο ρόλος και η σημασία των τρίτων, στο πλαίσιο της διεθνούς εμπορικής διαιτησίας. Τίθεται υπό αμφισβήτηση η αποτελεσματικότητα και η συνοχή του υφιστάμενου δικαίου της διαιτησίας ως προς το ζήτημα αυτό και επιπλέον εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον η παραδοσιακή έννοια της συναινέσεως για συμμετοχή στη διαιτησία μπορεί σήμερα να συμβιβαστεί με την περίπλοκη εμπορική πραγματικότητα και τη συμμετοχή των τρίτων στη διαιτητική διαδικασία. Μελέτες | Σ. Μπρεκουλάκης | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 29.

Διεθνής Εμπορική Διαιτησία και εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, Σ. Ι. Δεμπεγιώτης, Βιβλιοπαρουσίαση | Θ. Χριστοφόρου | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 148.

Η ανεξερεύνητη επιρροή της Achmea στη διεθνή εμπορική διαιτησία. H απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Achmea δέχθηκε κύματα έντονης κριτικής τόσο από τον κόσμο της διαιτησίας, όσο και από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Οι περισσότερες σχετικές δημοσιεύσεις εξετάζουν το ζήτημα από τη σκοπιά της επενδυτικής διαιτησίας, στην οποία άλλωστε και αφορούσε η υπόθεση. Δεδομένης, ωστόσο, της εν γένει σημασίας της απόφασης, αλλά και της ασαφούς αναφοράς του Δικαστηρίου στην εμπορική διαιτησία, κρίνεται απαραίτητη η διερεύνηση των ενδεχόμενων συνεπειών της απόφασης και στην εμπορική διαιτησία. Η μελέτη προχωρεί σε κριτική ερμηνεία των εδαφίων της απόφασης που αναφέρονται στην εμπορική διαιτησία, ενώ σχολιάζει επίσης τις συνέπειές της ιδίως σε εμπορικές διαιτησίες μεταξύ κρατών και επενδυτών. (Βλ. και λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ) Μελέτες | Β. Μαραζοπούλου | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 193.

Η διεθνής επενδυτική διαιτησία ως μηχανισμός συμμόρφωσης με αποφάσεις εμπορικής διαιτησίας (Βλ. λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ) [Μελέτες | Δ. Κοντογιάννης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 215.

ΔΙΑΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ

Απόφαση Achmea: Η επόμενη μέρα για τους επενδυτές στην ευρωπαϊκή αγορά. Κριτική προσέγγιση από την οπτική γωνία της δικηγορικής πρακτικής. Η μελέτη επικεντρώνεται στην πρακτική σημασία της σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Achmea και τις συνέπειες που αυτή θα έχει για την επενδυτική διαιτησία και την προστασία των επενδυτών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζεται αρχικά η προϊστορία της διαμάχης σχετικά με την επενδυτική διαιτησία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακολουθεί μια συνοπτική κριτική παρουσίαση των θέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί του θέματος. Ακολούθως, γίνεται αναφορά στις σχετικές αντιδράσεις της κοινότητας της επενδυτικής διαιτησίας και των διαιτητικών δικαστηρίων, στα προβλήματα που μπορεί να ανακύψουν κυρίως σε σχέση με την ακύρωση ή αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, αλλά και στις πιθανές εναλλακτικές μεθόδους για την επίλυση επενδυτικών διαφορών που τίθενται σήμερα επί τάπητος. Μελέτες | Ι. Βασαρδάνης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 200.

Η λάμψη ενός «λευκού νάνου» της νομολογίας: Ανάλυση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υπόθεσης Achmea (C-284/16) υπό την οπτική του ενωσιακού δικαίου. (Βλ. λ. ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ). Μελέτες | Μ. Περάκης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 176.

Η ανεξερεύνητη επιρροή της Achmea στη διεθνή εμπορική διαιτησία. (Βλ. λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ) Μελέτες | Β. Μαραζοπούλου | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 193.

Η διεθνής επενδυτική διαιτησία ως μηχανισμός συμμόρφωσης με αποφάσεις εμπορικής διαιτησίας. Η διεθνής εμπορική διαιτησία προβάλλει ως κυρίαρχος δικαιοδοτικός μηχανισμός επίλυσης εμπορικών διαφορών έναντι των εθνικών δικαστηρίων. Ωστόσο, η παρέμβαση των εθνικών δικαίων (τόσο το δίκαιο του forum recognitionis όσο και η lex loci arbitri, όπως ρυθμίζει η Σύμβαση της Νέας Υόρκης) συνεπάγεται ορισμένη «εξάρτηση» της διαιτησίας από τα εθνικά fora, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο μη αναγνώρισης και εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων. Ιδιαίτερα, όταν η μη αναγνώριση και εκτέλεση ή ακύρωσή της απόφασης είναι αποτέλεσμα καταχρηστικής εφαρμογής των αντίστοιχων εθνικών δικαίων. Μπορεί η διεθνής επενδυτική διαιτησία να λειτουργήσει προστατευτικά υπέρ της εμπορικής διαιτησίας, διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση με διαιτητικές αποφάσεις και την έμμεση εκτέλεσή τους; Το ζήτημα αφορά στην έννοια της επένδυσης και την αλληλεπίδραση εμπορικής και επενδυτικής διαιτησίας. Στο παρόν άρθρο εξετάζονται οι διαμορφωμένες προσεγγίσεις από την νομολογία σχετικά με τη θεώρηση των διαιτητικών αποφάσεων ως επενδύσεις, καθώς και οι συνέπειες της πιθανής χρήσης της επενδυτικής διαιτησίας ως ‘ultimum refugium’ μηχανισμού από τον νικητή διάδικο. (Βλ. και λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ). Μελέτες | Δ. Κοντογιάννης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 215.

Επενδυτική διαιτησία και Δίκαιο της ΕΕ. Διμερείς επενδυτικές συμφωνίες. Υπόθεση ‘Achmea’. Προδικαστική παραπομπή. Διμερής επενδυτική συμφωνία συναφθείσα το 1991 μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Τσεχικής και Σλοβακικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας και παραμένουσα σε ισχύ μεταξύ του Βασιλείου των Κάτω Χωρών και της Σλοβακικής Δημοκρατίας. Διάταξη επιτρέπουσα σε επενδυτή ενός συμβαλλομένου μέρους να προσφύγει σε διαιτητικό δικαστήριο σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς με το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Συμβατότητα με τα άρθρα 18, 267 και 344 ΣΛΕΕ. Έννοια του «δικαστηρίου». Αυτονομία του δικαίου της Ένωσης. (Βλ. και λ. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ [ΔΕΕ] και ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ). Νομολογία | ΔΕΕ C-284/16, με παρατ. Σ. Δεμπεγιώτη | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 237.

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Η οργάνωση και διεξαγωγή της διαμεσολάβησης υπό τον Ν 4512/2018. O Ν 4512/2018 αποτέλεσε αρχικά μια προσπάθεια προώθησης της διαμεσολάβησης. Εντούτοις, η υπερβολικά αναλυτική ρύθμιση θεμάτων, κατά τρόπο ασυνήθη για τυπικό νόμο και ιδίως οι αρκετές νομοτεχνικές αστοχίες του, κατέστησαν προβληματική και, πάντως, με αβέβαιη επιτυχία την εφαρμογή του. Επιπλέον, η διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου (34/2018) γνωμοδότησε ότι διατάξεις του νόμου περί υποχρεωτικότητας προσβάλλουν το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, καθώς η διαμεσολάβηση, στην υποχρεωτική της μορφή, συνοδεύεται από έξοδα που θεωρήθηκαν υπερβολικά. Ο νέος νόμος φαίνεται πως δεν θα επιτύχει στους στόχους για τους οποίους θεσπίστηκε. Σκόπιμη είναι, συνεπώς, και με βάση τη γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου και την αποφασισθείσα αναστολή εφαρμογής των διατάξεων περί υποχρεωτικότητας, η συνολική επανεξέταση του νόμου προς μιαν απλούστερη μορφή, παρεμφερή του προϊσχύσαντος Ν 3898/2010 και με πολύ πιο προσεκτική θέσπιση υποχρεωτικότητας για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, όπου θα προέχει η διατήρηση της σχέσης των μερών και για τον λόγο αυτό είναι καταλληλότερες για διαμεσολάβηση. Μελέτες | Χ. Μεϊδάνης | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 59.

Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση. Έλεγχος συμβατότητας με το Σύνταγμα και το Ενωσιακό Δίκαιο. Η διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου συγκλήθηκε προκειμένου να αποφανθεί κατά πόσον οι διατάξεις των άρθρων 178 επ. Ν 4512/2018 (σχετικά με την υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις) είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ενωσιακή νομοθεσία. Το δικαστήριο, με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών, γνωμοδότησε ότι οι υπό κρίση ρυθμίσεις αντιβαίνουν προς τις συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 Συντ., 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και 47 ΧΘΔΕΕ και της ενωσιακής νομοθεσίας, στο μέτρο που επιβάλλουν σοβαρά επιπλέον δαπανήματα για τους διαδίκους, με αποτέλεσμα να θίγεται ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Οι τιθέμενοι όροι σχετικά με την υποχρεωτική προσφυγή σε διαμεσολάβηση κρίθηκε, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, πως αποτελούν υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που τελικά προσβάλλει την ίδια την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Νομολογία | Γνωμ ΑΠ Ολ (Διοικ.) 34/2018, με παρατ. Δ. Λοβέρδου | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 99.

Ρυθμίσεις σχετικές με τον θεσμό της διαμεσολάβησης. Νομοθεσία | N 4512/2018 (άρθρα 178-206) | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 133.

Tα καθήκοντα του δικηγόρου στο πλαίσιο της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης και ενημέρωσης. Η διαμεσολαβητική διαδικασία, όπως ρυθμίζεται στην Ελλάδα εξασφαλίζει κομβικό ρόλο στο νομικό παραστάτη. Συγκεκριμένα, όχι μόνο έχει καθιερωθεί η υποχρεωτική παρουσία των μερών μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, αλλά προβλέπονται πλέον διάφορες υποχρεώσεις του πληρεξούσιου δικηγόρου σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας ακόμη και προ της έναρξής της. Συγκεκριμένα, προβλέπεται σαφής υποχρέωση του δικηγόρου για ενημέρωση του πελάτη του, στις περιπτώσεις όπου είναι εφικτή η προσφυγή σε διαμεσολάβηση, προ της δικαστικής προσφυγής. Η εν λόγω υποχρέωση είναι πλέον ρητή και συγκεκριμένη, πρέπει να αποδεικνύεται γραπτώς και, σε περίπτωση μη τήρησής της, επιβάλλονται δικονομικές κυρώσεις. Περαιτέρω, στη διαδικασία των περιπτώσεων όπου προβλέπεται υποχρεωτική διαμεσολαβητική συνάντηση, ο δικηγόρος του προσφεύγοντος είναι αυτός που εκκινεί και διαχειρίζεται όλη τη διαδικασία, προκειμένου να αποφευχθούν οι προβλεπόμενες εκ του νόμου κυρώσεις. Varia | Δ. Θεοχάρης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 289.

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ΔΕΕ)

Επενδυτική διαιτησία και Δίκαιο της ΕΕ. Διμερείς επενδυτικές συμφωνίες. Υπόθεση ‘Achmea’. (Βλ. λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ). Νομολογία | ΔΕΕ C-284/16, με παρατ. Σ. Δεμπεγιώτη | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 237.

ΕΞΩΔΙΚΗ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΑΣ

Εναλλακτική επίλυση διαφορών: Εννοιολογική ανάλυση των κυριότερων διαδικασιών. Το συγκρουσιακό φάσμα αποτελεί την επικρατούσα κατηγοριοποίηση των μεθόδων επίλυσης συγκρούσεων, στην οποίες εντάσσονται και οι γνωστότερες μέθοδοι επίλυσης διαφορών, όπως η διαπραγμάτευση, η διαμεσολάβηση, η διαιτησία και η δίκη. Ωστόσο, η κατηγοριοποίηση αυτή είναι μονοδιάστατη, καθώς δεν διαχωρίζει το σκέλος της προσφυγής σε μία μέθοδο από το σκέλος του αποτελέσματος αυτής. Ως εκ τούτου, αδυνατεί να ταξινομήσει πιο σύνθετες μεθόδους, όπως η arb-med και med-arb, ενώ δεν υποστηρίζει την επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου για την επίλυση συγκεκριμένων διαφορών. Στην παρούσα μελέτη αναλύεται μια δισδιάστατη κατηγοριοποίηση των μεθόδων επίλυσης διαφορών, η οποία διορθώνει τις προαναφερόμενες ελλείψεις και συνδράμει στην επιλογή της –κατά περίπτωση– καταλληλότερης διαδικασίας επίλυσης μιας διαφοράς, προς όφελος των μερών και των νομικών τους συμβούλων. Varia | Σ. Βολιώτης | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 162.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Η λάμψη ενός «λευκού νάνου» της νομολογίας: Ανάλυση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υπόθεσης Achmea (C-284/16) υπό την οπτική του ενωσιακού δικαίου. Παρουσιάζεται και αναλύεται, υπό την οπτική του ενωσιακού δικαίου, η απόφαση του ΔΕΕ επί της υπόθεσης Achmea, που αφορά στη συμβατότητα των ενδοενωσιακών Διμερών Επενδυτικών Συμφωνιών με το ενωσιακό δίκαιο, και η οποία υπήρξε κατά γενική ομολογία μία από τις σημαντικότερες των τελευταίων ετών τόσο από την άποψη του ενδιαφέροντος νομικού σκεπτικού του Δικαστηρίου, όσο και από πλευράς συνεπειών στον τομέα της διαιτητικής επίλυσης επενδυτικών διαφορών. Μεταξύ άλλων, ασκείται κριτική στην απόφαση για τις ελλείψεις ως προς τη συνοχή και τη σαφήνεια του σκεπτικού της, υποστηρίζεται ωστόσο, μέσα από την ανάλυσή της, ότι συνιστά ένα αναμενόμενο και θετικό βήμα στη σειρά των αποφάσεων που προωθούν την ευρωπαϊκή ενοποίηση διά της τελολογικής ερμηνείας των Συνθηκών. (βλ. και λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ). Μελέτες | Μ. Περάκης | ΔιΔ 2/2018,

σελ. 176.

Επενδυτική διαιτησία και Δίκαιο της ΕΕ. Διμερείς επενδυτικές συμφωνίες. Υπόθεση ‘Achmea’. (Βλ. λ. ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ [ΔΕΕ]). Νομολογία | ΔΕΕ C-284/16, με παρατ. Σ. Δεμπεγιώτη | ΔιΔ 2/2018, 237.

σελ. 176.

ΜΟΝΙΜΕΣ ΔΙΑΤΗΣΙΕΣ

Αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης του ΤΕΕ για υπέρβαση εξουσίας. Ευρεία ερμηνεία της έννοιας των «τεχνικών διαφορών». Κατά το σκεπτικό της απόφασης, η οποία προκρίνει την ευρεία ερμηνεία του παραπάνω ορισμού, στην έννοια των «τεχνικών διαφορών» εμπίπτουν οι διαφορές με βάση το αντικείμενο της σχέσης από την οποία ανακύπτουν· αρκεί δηλ. το έργο ή τη σύμβαση από την οποία προέρχονται να φέρει χαρακτήρα «τεχνικό». Νομολογία | ΑΠ 272/2016 | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 87.

Αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης του ΤΕΕ για υπέρβαση εξουσίας – Στενή ερμηνεία της έννοιας των «τεχνικών διαφορών». Κατά το σκεπτικό της απόφασης, η οποία προκρίνει τη στενή ερμηνεία της έννοιας των «τεχνικών διαφορών», για την υπαγωγή μιας διαφοράς στην παραπάνω έννοια, εκτός από το αντικείμενο της σύμβασης, προσαπαιτείται και το αντικείμενο της ίδιας της –καταγόμενης στη διαιτητική δίκη– διαφοράς να είναι «τεχνικό», αποκλειομένων, έτσι, από την υπαγωγή στη δικαιοδοσία του ΤΕΕ, των διαφορών εκείνων που αφορούν σε ζητήματα όπως το έγκυρο ή μη της καταγγελίας σύμβασης έργου, την οφειλόμενη αμοιβή του εργολάβου για το εκτελεσθέν έργο ή το ύψος της αποζημίωσης του εργοδότη για παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία, τα τυχών αχρεωστήτως καταβληθέντα ή την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής. Νομολογία | ΑΠ 713/2017 | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 91.

Μόνιμη διαιτησία ΤΕΕ για τεχνικές διαφορές: λίγο πριν το τέλος; Ως τεχνικές, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 ΠΔ 723/1979, νοούνται οι διαφορές που πηγάζουν από σύμβαση με τεχνικό αντικείμενο. Τούτο αρκεί, όπως έκρινε η ΑΠ (Τμ. Α2) 272/2016, ανεξάρτητα από την ειδικότερη φύση της διαφοράς, ή μήπως προσαπαιτείται και το αντικείμενο της ίδιας της διαφοράς να είναι τεχνικό, όπως έκρινε η ΑΠ (Τμ. Α1) 713/2017; Στη δεύτερη περίπτωση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τεχνικές, διαφορές που αφορούν στο έγκυρο ή μη καταγγελίας σύμβασης, την οφειλόμενη εξαιτίας αυτής αμοιβή του εργολάβου για το εκτελεσθέν έργο ή το ύψος της αποζημίωσης του εργοδότη για παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία, τα τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντα ή την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ δεν είναι διαιτησία. Μελέτες | Γ. Πανόπουλος | ΔιΔ 1/2018,

σελ. 73.