ΣτΕ 1369/2013 (Τμ. Δ΄) [Πρόστιμα και εύλογος χρόνος επιβολής τους]

ΔΙΤΕ (π. ΔΙΜΕΕ)

Τεύχος 4/2013, Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος

Εκδίδεται από το 2004 - Τριμηνιαία έκδοση

.

• Ιδιωτικότητα & Προστασία Προσωπικών Δεδομένων

• Cybersecurity – Cybercrime

• Διανοητική Ιδιοκτησία και Ονόματα Τομέα

• Ηλεκτρονικό εμπόριο και νέες μορφές συναλλαγών

• Νέες τεχνολογίες και Legal Tech

• Ηλεκτρονικές επικοινωνίες (τηλεφωνία – δίκτυα)

• Ραδιοτηλεόραση – Τύπος

• Προσβολή προσωπικότητας μέσω ΜΜΕ και Διαδικτύου

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €98.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Πρόεδρος: Σ. Ρίζος, Aντιπρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Ι. Παπαγιάννης, Πάρεδρος ΣτΕ

Δικηγόροι: Α. Καφτάνη, Ε. Νικηφοράκη

Διατάξεις: άρθρα 12 Ν 2867/2000, 63 Ν 3431/2006, 6 ΚΔΔιαδ

ΠΡΟΣΤΙΜΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΤΟΥΣ. Νόμιμος σκοπός της διαδικασίας των διατασσομένων προσωρινών μέτρων από την ΕΕΤΤ, είναι ο άμεσος εξαναγκασμός σε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της προσωρινής διάταξης, ώστε να αποτραπεί έγκαιρα ο επικείμενος κίνδυνος από τυχόν συνέχιση της επίμαχης συμπεριφοράς του παρόχου. Η καθυστέρηση της έκδοσης της εν λόγω πράξης επιβολής του προστίμου επί ένα περίπου έτος από το χρόνο της ακρόασης του παρόχου υπερέβη προδήλως, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, τα όρια του «ευλόγου» χρόνου, με αποτέλεσμα η προσβληθείσα πράξη της ΕΕΤΤ να καταστεί ανεπίκαιρη και ανεπιτήδεια να επιτύχει το νόμιμο σκοπό της.

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα με αριθμούς 1068098-9/2009). Με την ανωτέρω αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1779/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτήν απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας στρεφόμενη α) κατά της 409/81/8.11.2006 πράξης της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) περί επιβολής στην αναιρεσείουσα προστίμου 259.500 ευρώ και β) κατά της σιωπηρής απόρριψης της από 22.12.2006 αίτησης θεραπείας της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω πράξης της ΕΕΤΤ. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε επίσης δεκτή παρέμβαση της εταιρείας «ΤΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ» υπέρ του κύρους της πιο πάνω πράξης της ΕΕΤΤ.

2. Επειδή, η συζήτηση της υπόθεσης εχώρησε νομίμως, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης εταιρείας «ΤΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ», δεδομένου ότι αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης και της πράξης του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος για τον ορισμό εισηγητή και δικασίμου επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναιρεσίβλητη (βλ. έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Ρ.).

3. Επειδή, ο Ν 2867/2000 «Οργάνωση και λειτουργία των τηλεπικοινωνιών και άλλες διατάξεις» (Α΄ 273), όπως ίσχυε πριν καταργηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος του με το άρθρο 70 παρ. 2 περ. α΄ του Ν 3431/2006, Α΄ 13/3.2.2006), όριζε στο άρθρο 12 παρ. 4, διάταξη η οποία προστέθηκε με το άρθρο δωδέκατο, παρ. 2, του Ν 3082/2002 (Α΄ 316), τα ακόλουθα: «Η ΕΕΤΤ μπορεί να λάβει τα αναγκαία μέτρα αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας, όταν πιθανολογείται παράβαση διατάξεως του παρόντος νόμου ή της σχετικής δευτερογενούς νομοθεσίας και συντρέχει επείγουσα περίπτωση αποτροπής άμεσα επικείμενου κινδύνου ή ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα, ή στο δημόσιο συμφέρον ... Η ΕΕΤΤ υποχρεούται να αποφανθεί το αργότερο μέσα σε προθεσμία είκοσι πέντε (25) ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της σχετικής αίτησης, αφού πρώτα ακουστούν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η απόφαση της ΕΕΤΤ περί των αναγκαίων μέτρων είναι άμεσα εκτελεστή και μπορεί να επιβάλλει κύρωση ποσού μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης. Η διαδικασία των μέτρων αυτών καθορίζεται με απόφαση την οποία εκδίδει η ΕΕΤΤ ... και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Με την υπ’ αριθ. 272/64/10.1.2003 απόφαση της ΕΕΤΤ (Β΄ 158), η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση της παραπάνω εξουσιοδοτικής διάταξης, εγκρίθηκε Κανονισμός για τη ρύθμιση της διαδικασίας και των όρων «λήψης από την ΕΕΤΤ ασφαλιστικών μέτρων για παράβαση των διατάξεων της κείμενης τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας» (άρθρο 1). Στο άρθρο 4 παρ. 6 της πιο πάνω απόφασης της ΕΕΤΤ ορίζεται ότι «κατά την προφορική διαδικασία η ΕΕΤΤ δύναται μετά από αίτημα των διαδίκων, ή αυτεπαγγέλτως να εκδόσει προσωρινή διάταξη, μέχρι την έκδοση της Απόφασής της επί των ασφαλιστικών [μέτρων]», στο άρθρο 5 παρ. 2 και 3 ότι «τα επιβαλλόμενα μέτρα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του συγκεκριμένου άμεσα επικείμενου κινδύνου ή της συγκεκριμένης ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα, ή το δημόσιο συμφέρον» και ότι «η ΕΕΤΤ μπορεί να απειλήσει χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000), για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την απόφασή της με την οποία δια-
τάσσονται τα αναγκαία μέτρα, η οποία είναι άμεσα εκτελεστή». Στο άρθρο 7 ορίζεται ότι «εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα Κανονισμό, για το όργανο, τη διαδικασία και τους όρους διεξαγωγής της ακρόασης των ενδιαφερόμενων μερών και της έκδοσης από την ΕΕΤΤ της σχετικής Απόφασης επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις της Απόφασης της ΕΕΤΤ ΑΠ. 249/115/29.3.2002 «Κανονισμός Ακροάσεων για Θέματα Τηλεπικοινωνιών» (ΦΕΚ Β΄ 642/2002)». Στο άρθρο 7 του τελευταίου αυτού Κανονισμού ορίζεται ότι «ενόσω δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό στις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας καθώς και στον παρόντα Κανονισμό, η δια-
δικασία ακροάσεων διέπεται από τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν 2690/1999)» και στο άρθρο 6 του Κώδικα αυτού ορίζεται ότι «1. Οι διοικητικές αρχές, πριν από κάθε ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να καλούν τον ενδιαφερόμενο να εκφράσει τις απόψεις του, εγγράφως ή προφορικώς, ως προς τα σχετικά ζητήματα. 2. ... Το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ακρόαση του ενδιαφερομένου». Εξ άλλου, και μετά την κατάργηση με το Ν 3431/2006, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, του άρθρου 12 του Ν 2867/2000, προβλέφθηκε με το άρθρο 63 παρ. 4 του Ν 3431/2006 αρμοδιότητα της ΕΕΤΤ να λαμβάνει προσωρινά μέτρα για την αντιμετώπιση καταστάσεων που προκαλούνται από παραβάσεις όρων της κειμένης νομοθεσίας, οι οποίες ενέχουν άμεση, σοβαρή και επικείμενη απειλή για τα έννομα αγαθά που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη, με την οποία ορίσθηκε επίσης ότι η διαδικασία των διατασσομένων μέτρων καθορίζεται από τον Κανονισμό ακροάσεων της ΕΕΤΤ.

4. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την άσκηση της αρμοδιότητας που έχει ανατεθεί από το νόμο στην ΕΕΤΤ για τη λήψη προσωρινών μέτρων με την έκδοση σχετικής απόφασης ή και προσωρινής διαταγής πρέπει, μεταξύ άλλων, να πιθανολογείται παράβαση διάταξης της κειμένης νομοθεσίας στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και να συντρέχει επείγουσα περίπτωση για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου ή ανεπανόρθωτης βλάβης για τον αιτούντα ή το δημόσιο συμφέρον, τα δε διατασσόμενα μέτρα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την αποτροπή του συγκεκριμένου κινδύνου ή της συγκεκριμένης ανεπανόρθωτης βλάβης. Εφ’ όσον οι όροι αυτοί συντρέχουν, η ΕΕΤΤ οφείλει να εκδίδει τις σχετικές πράξεις της, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την επιβολή χρηματικών ποινών για την περίπτωση παραβίασης διαταχθέντος προσωρινού μέτρου, επικαίρως, δηλαδή εντός ευλόγου χρόνου από το πέρας της διε-
νεργούμενης εκάστοτε ακροάσεως, συμφώνως και προς τα ρητώς οριζόμενα στο εφαρμοζόμενο αναλόγως άρθρο 6 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Τούτο δε, προκειμένου να εκπληρώνεται ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται, με τον άμεσο και αποτελεσματικό εξαναγκασμό του υποχρέου σε συμμόρφωση με το προσωρινό μέτρο. Ο Πάρεδρος Νικ. Μαρκόπουλος υποστήριξε την ακόλουθη αντίθετη γνώμη: Από τις διατάξεις που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, συνάγεται ότι η απειλή χρηματικής ποινής, συνιστά, κατά νόμο, παρακολουθηματικό μέτρο διασφαλίσεως της συμμορφώσεως προς το κύριο προσωρινό μέτρο που διατάσσεται από την ΕΕΤΤ. Συνεπώς, κατά λογική ακολουθία, το στοιχείο του επικαίρου, υπό την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω, εξετάζεται μόνο σε σχέση με το χρόνο λήψεως του κύριου διατασσόμενου μέτρου και αντίστοιχα επηρεάζει τη νομιμότητα αυτού.

5. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ύστερα από υποβολή προς την ΕΕΤΤ καταγγελιών-αιτήσεων συγκεκριμένων επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη λήψη προσωρινών μέτρων σε βάρος της αναιρεσείουσας διενεργήθηκε η από 26.9.2005 ακρόαση των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με την εφαρμογή του Κανονισμού εισαγωγής της «προεπιλογής φορέα» στην ελληνική αγορά. Μετά την ακρόαση αυτή εκδόθηκε η 28214/Φ.391/27.9.2005 προσωρινή διάταξη της ΕΕΤΤ, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Μέχρι την έκδοση Απόφασης επί της ... διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων, ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ (ΟΤΕ ΑΕ) καλείται να: 1. Απέχει από κάθε ενέργεια κατάργησης προεπιλογής συνδρομητών κατά παράβαση της διαδικασίας κατάργησης προεπιλογής ... και συγκεκριμένα να προβαίνει στη σχετική κατάργηση μόνο εφ’ όσον και αφότου αποσταλεί σ’ αυτόν από τον πάροχο η σχετική αίτηση του συνδρομητή. 2. ... . Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της παρούσας προσωρινής διάταξης η ΟΤΕ ΑΕ απειλείται με την επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε παράβαση της παρούσας προσωρινής διάταξης ...». Ύστερα από την κοινοποίηση της πιο πάνω προσωρινής διάταξης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ορισμένες από τις επιχειρήσεις που είχαν ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων υπέβαλαν ενώπιον της ΕΕΤΤ καταστάσεις καταργήσεων προεπιλογής φορέα εκ μέρους της ΟΤΕ ΑΕ, ισχυριζόμενες ότι αυτή εξακολουθούσε την ίδια πρακτική, μη συμμορφούμενη με την ως άνω προσωρινή διάταξη. Κατόπιν τούτου η ΕΕΤΤ κίνησε τη διαδικασία κλήσης σε ακρόαση όλων των ενδιαφερομένων μερών. Κατά την ακρόαση της 24.11.2005 οι καταγγέλλουσες επιχειρήσεις ζήτησαν την κατάπτωση του προβλεπόμενου από την προσωρινή διάταξη προστίμου. Η ΕΕΤΤ δέχθηκε με την προσβληθείσα ενώπιον του εφετείου πράξη της (409/81/8.11.2006) ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της ανωτέρω προσωρινής διάταξης και ότι έπρεπε να καταπέσει σε βάρος της το πρόστιμο που είχε απειληθεί με αυτήν, το οποίο καθόρισε σε 259.500 ευρώ συνολικά (1730 παραβάσεις κατά την περίοδο από 27.9.2005 έως 25.11.2005 χ 150 ευρώ για κάθε παράβαση).

6. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω (σκέψη 4), μετά την από 24.11.2005 ακρόαση ενώπιον της ΕΕΤΤ και εντός ευλόγου χρόνου από αυτήν, η ΕΕΤΤ όφειλε να εκδώσει την πράξη επιβολής της χρηματικής ποινής που είχε απειληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας με την 28214/Φ.391/2005 προσωρινή διάταξη. Λαμβανομένου δε υπ’ όψιν ότι νόμιμος σκοπός της πράξης αυτής, η οποία εντάσσεται στη διαδικασία των διατασσομένων από την ΕΕΤΤ προσωρινών μέτρων, ήταν, κατά τα εκτεθέντα, ο άμεσος εξαναγκασμός της αναιρεσείουσας σε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της προσωρινής διάταξης, ώστε να αποτραπεί έγκαιρα ο επικείμενος κίνδυνος από τυχόν συνέχιση της επίμαχης συμπεριφοράς της ΟΤΕ ΑΕ, η καθυστέρηση της έκδοσης της εν λόγω πράξης επιβολής του προστίμου (409/81/8.11.2006) επί ένα περίπου έτος από το χρόνο (24.11.2005) της ακρόασης της αναιρεσείουσας υπερέβη προδήλως, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, τα όρια του «ευλόγου» χρόνου, με αποτέλεσμα η προσβληθείσα πράξη της ΕΕΤΤ να καταστεί ανεπίκαιρη και ανεπιτήδεια να επιτύχει το νόμιμο σκοπό της. Για το λόγο αυτόν, η πράξη αυτή της ΕΕΤΤ ήταν μη νόμιμη και ακυρωτέα, το δε διοικητικό εφετείο, το οποίο απέρριψε το σχετικό λόγο της προσφυγής με την αιτιολογία ότι η εν λόγω πράξη δεν εκδόθηκε «κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων» και ότι «για την έκδοση απόφασης σχετικά με τη διαπίστωση της συμμόρφωσης ενός προσώπου προς προηγηθείσα Προσωρινή Διάταξη της Επιτροπής, δεν τίθεται από τις ανωτέρω διατάξεις χρονικός περιορισμός», ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που παρατίθενται στη σκέψη 3. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, σύμφωνα με τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο αναιρέσεως, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Κατά τη γνώμη όμως του Παρέδρου Νικ. Μαρκοπούλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η 28214/Φ.391/27.9.2005 προσωρινή διά-
ταξη της ΕΕΤΤ με την οποία καθορίσθηκε η συμπεριφορά που έπρεπε να τηρήσει ο ΟΤΕ ΑΕ σε σχέση με τη διαδικασία προεπιλογής φορέα παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, υπό την απειλή χρηματικής ποινής, εκδόθηκε επικαίρως, μόλις μια (1) ημέρα μετά τη διαδικασία ακροά-
σεως. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 4, εφ’ όσον το κύριο διατασσόμενο προσωρινό μέτρο είχε εκδοθεί νομίμως, δεν απαιτείτο νέα έρευνα περί του εάν η 409/81/8.11.2006 απόφαση της ΕΕΤΤ με την οποία διαπιστώθηκε η κατάπτωση της χρηματικής ποινής του παρακολουθηματικού μέτρου είχε εκδοθεί και αυτή επικαίρως.

7. Επειδή, περαιτέρω, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό μέρος της, πρέπει να κρατηθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 57 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989, να εκδικασθεί η προσφυγή της αναιρεσείουσας, να γίνει δεκτή, για τον λόγο που έγινε δεκτή και η αίτηση αναιρέσεως, να ακυρωθεί η 409/81/8.11.2006 απόφαση της ΕΕΤΤ και να απορριφθεί η ασκηθείσα παρέμβαση.

8. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι δεν πρέπει να επιδικασθεί δικαστική δαπάνη στην αναιρεσείουσα εταιρεία.

[Αναιρεί την απόφαση ΔΕφΑθ 1779/2008 και ακυρώνει την απόφαση ΕΕΤΤ 409/81/2006.]