ΔΕΕ υπόθ. C-71/2012, απόφ. της 27.6.2013 [Επιτρεπτό επιβολής ειδικών φόρων στην κινητή τηλεφωνία]

ΔΙΚΑΙΟ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Τεύχος 4/2013, Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος

Τύπος - Εκδόσεις - Ραδιοφωνία - Τηλεόραση - Κινηματογράφος - Ηλεκτρονικές επικοινωνίες - Διαδίκτυο - Πνευματική ιδιοκτησία

Εκδίδεται από το 2004 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €98.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΕΕ υπόθ. C-71/2012, απόφ. της 27.6.2013*

Vodafone Malta ltd., Mobisle Communications ltd., κατά Avukat Generali, Kontrollur tad-Dwana, Ministru tal-Finanzi, Awtorita’ ta’ Malta dwar il-Komunikazzjoni

Διατάξεις: άρθρο 12 Οδηγίας 2002/20/ΕΚ

ΕΠΙΤΡΕΠΤΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΦΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΤΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΑ. Δεν αντίκειται στο άρθρο 12 της Οδηγίας 2002/20/ΕΚ ο «ειδικός φόρος καταναλώσεως» στους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας υπό τον όρο ότι η γενεσιουργός αιτία του δεν συνδέεται με τη διαδικασία χορηγήσεως γενικής αδείας που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών.

[…]

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

10. Η Vodafone Malta και η Mobisle Communications δραστηριοποιούνται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών της Μάλτας, όπου έχουν τύχει γενικής άδειας για την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.

11. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η Vodafone Malta και η Mobisle Communications άσκησαν στις 19 Απριλίου 2005 ενώπιον του Prim’Awla tal-Qorti Civili (πρώτο τμήμα του πολιτικού δικαστηρίου) αίτηση για την ακύρωση των άρθρων 40 και 41 του νόμου II του 2005, προβάλλοντας ότι τα άρθρα αυτά, καθόσον θέτουν σε εφαρμογή ειδικό φόρο καταναλώσεως επί ορισμένων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, προσκρούουν στα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση.

12. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις της Vodafone Malta και της Mobisle Communications. Έκρινε, αφενός, ότι η θέσπιση του επίμαχου ειδικού φόρου καταναλώσεως δεν αντέβαινε στην οδηγία για την αδειοδότηση, δεδομένου ότι αυτή δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη την επιβολή άλλων, πλην εκείνων που η ίδια προβλέπει, φόρων στις υπηρεσίες των τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, αφετέρου, ότι, δεδομένου ότι ο εν λόγω φόρος δεν υπολογίζεται επί του κύκλου εργασιών του παρόχου αλλά μόνο επί του αντιτίμου ορισμένων καταναλωτικών υπηρεσιών προς τους χρήστες, γενεσιουργός αιτία του ειδικού φόρου καταναλώσεως δεν ήταν η άδεια για την παροχή της υπηρεσίας που έχει χορηγηθεί στον πάροχο αλλά η χρήση της υπηρεσίας αυτής.

13. Η Vodafone Malta και η Mobisle Communications προσέφυγαν στις 10 Δεκεμβρίου 2008 κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Qorti Kostituzzjonali. Υποστηρίζουν εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι ο επίμαχος ειδικός φόρος καταναλώσεως πρέπει να ακυρωθεί καθόσον προσκρούει στην οδηγία για την αδειοδότηση, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να επιβάλλουν φόρους ή εισφορές, πλην των προβλεπόμενων στην ως άνω οδηγία και των φόρων γενικής εφαρμογής.

14. Κατά την άποψή τους, ο επίμαχος ειδικός φόρος καταναλώσεως δεν είναι φόρος γενικής εφαρμογής, αλλά ειδικός φόρος που αφορά μόνο τους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.

15. Οι καθών της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως, τον οποίο προβλέπει ο νόμος II του 2005 διαφέρει και διακρίνεται από τις διοικητικές επιβαρύνσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας για την αδειοδότηση. Προβάλλουν ότι πρόκειται για φόρο επί της χρήσεως υπηρεσιών ο οποίος εισπράττεται από την οικεία επιχείρηση και ότι ο ειδικός αυτός φόρος καταναλώσεως διαφέρει από εκείνους επί των οποίων έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, C-292/2001 και C-293/2001, Albacom και Infostrada (Συλλογή 2003, σ. I 9449).

16. Υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C-544/2003 και C-545/2003, Mobistar και Belgacom Mobile (Συλλογή 2005, σ. I 7723), το Qorti Kostituzzjonali κρίνει ότι ανακύπτουν αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο της οδηγίας για την αδειοδότηση και διερωτάται αν η οδηγία αποκλείει ή όχι την επιβολή φόρου που αφορά ορισμένες υπηρεσίες των παρόχων κινητών τηλεπικοινωνιών.

17. Υπό τις συνθήκες αυτές το Qorti Kostituzzjonali αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Απαγορεύουν στα κράτη μέλη οι διατάξεις της οδηγίας [για την αδειοδότηση] και, ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 12 και/ή 13 αυτής, την επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως στους παρόχους κινητών τηλεπικοινωνιών, δηλαδή:

α) φόρου, ο οποίος αποκαλείται ειδικός φόρος καταναλώσεως, θεσπιζόμενου από την εθνική νομοθεσία·

β) υπολογιζόμενου ως ποσοστό επί των ποσών που χρεώνουν οι πάροχοι κινητής τηλεφωνίας τους χρήστες για τις παρεχόμενες σε αυτούς από τους εν λόγω παρόχους υπηρεσίες, με την εξαίρεση των απαλλασσόμενων βάσει του νόμου υπηρεσιών·

γ) καταβαλλόμενου στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας από τους χρήστες ατομικώς και αποδιδόμενου, στη συνέχεια, στη Διεύθυνση Τελωνείων από όλους τους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και όχι από άλλες επιχειρήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται εκείνες που παρέχουν άλλα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες υπηρεσίες;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

18. Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν τα άρθρα 12 και 13 της Oδηγίας για την αδειοδότηση έχουν την έννοια ότι αντίκειται σε αυτά κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας φόρος, αποκαλούμενος «ειδικός φόρος καταναλώσεως», που αντιστοιχεί σε ποσοστό των ποσών που εισπράττουν από τους χρήστες των υπηρεσιών αυτών.

[...] 21. Από το γράμμα του άρθρου 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση προκύπτει, συναφώς, ότι τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν δίκτυο ή υπηρεσία βάσει γενικής άδειας ή στις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών μόνο διοικητικές επιβαρύνσεις που καλύπτουν τις διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εφαρμογή του καθεστώτος χορηγήσεως γενικών αδειών και των δικαιωμάτων χρήσεως και των ειδικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ως άνω Oδηγίας.

22. Οι διοικητικές επιβαρύνσεις κατά την έννοια του άρθρου 12 της Oδηγίας για την αδειοδότηση έχουν, ως εκ τούτου, ανταποδοτικό χαρακτήρα δεδομένου ότι, αφενός, είναι δυνατή η επιβολή τους μόνο για διοικητικές υπηρεσίες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών προς τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο πλαίσιο, ιδίως, της γενικής άδειας ή του δικαιώματος χρήσεως ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών και, αφετέρου, πρέπει να καλύπτουν τις διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από τις εν λόγω υπηρεσίες.

[...] 24. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επιβάρυνση της οποίας η γενεσιουργός αιτία συνδέεται με τη διαδικασία χορηγήσεως γενικής άδειας που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 της Oδηγίας για την αδειοδότηση. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τέτοια διοικητική επιβάρυνση επιβάλλεται μόνο προς τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 12 της Oδηγίας για την αδειοδότηση και πληροί τις εκεί οριζόμενες προϋποθέσεις.

25. Αντιθέτως, επιβάρυνση της οποίας η γενεσιουργός αιτία δεν συνδέεται με τη διαδικασία χορηγήσεως γενικής άδειας που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά σχετίζεται με τη χρήση των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας που παρέχουν οι πάροχοι και η οποία εν τέλει βαρύνει τον χρήστη των υπηρεσιών αυτών δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 της Oδηγίας για την αδειοδότηση.

26. Πράγματι, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, στις σκέψεις 35 και 36 της διατάξεως της 15ης Δεκεμβρίου 2010, C-492/2009, Agricola Esposito, έκρινε ότι η οδηγία για την αδειοδότηση δεν είχε εφαρμογή ως προς τέλος επί της χρήσεως τερματικού εξοπλισμού δημόσιας επίγειας κινητής ραδιοεπικοινωνίας, εφόσον βάση επιβολής του δεν ήταν η παροχή δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και η ιδιωτική χρήση υπηρεσίας κινητής τηλεφωνίας από συνδρομητή δεν προϋπέθετε την παροχή δικτύου ή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά την έννοια της ως άνω οδηγίας.

27. Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη εισφορά στην κύρια δίκη αποκαλείται «ειδικός φόρος καταναλώσεως», δεν επιβάλλεται σε όλους τους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών που έχουν τύχει γενικής άδειας, αλλά μόνο σε εκείνους που παρέχουν υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας και αντιστοιχεί σε ποσοστό επί των ποσών που οι πάροχοι αυτοί εισπράττουν από τους χρήστες των υπηρεσιών αυτών. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο «[η φορολογική αυτή επιβάρυνση καταβάλλεται] στους παρόχους κινητής τηλεφωνίας από τους χρήστες ατομικώς και [αποδίδεται], στη συνέχεια, στη Διεύθυνση Τελωνείων από όλους τους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και όχι από άλλες επιχειρήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται εκείνες που παρέχουν άλλα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες υπηρεσίες».

28. Βάσει των στοιχείων αυτών, προκύπτει ότι η επίμαχη εισφορά στην κύρια δίκη προσομοιάζει με φόρο καταναλώσεως, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Αν αυτό συμβαίνει όντως, η εν λόγω εισφορά δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 της οδηγίας για την αδειοδότηση.

29. Κατόπιν των ανωτέρω, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 12 της Oδηγίας για την αδειοδότηση έχει την έννοια ότι δεν αντίκειται σε αυτό κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας φόρος, αποκαλούμενος «ειδικός φόρος καταναλώσεως», που αντιστοιχεί σε ποσοστό των ποσών που αυτοί εισπράττουν από τους χρήστες των υπηρεσιών αυτών, υπό τον όρο ότι η γενεσιουργός αιτία του δεν συνδέεται με τη διαδικασία χορηγήσεως γενικής αδείας που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, αλλά σχετίζεται με τη χρήση των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας που παρέχουν οι πάροχοι, και ο οποίος εν τέλει βαρύνει τον χρήστη των υπηρεσιών αυτών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Επί των δικαστικών εξόδων

30. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 12 της Oδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση), έχει την έννοια ότι δεν αντίκειται σε αυτό κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, δυνάμει της οποίας επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας φόρος, αποκαλούμενος «ειδικός φόρος καταναλώσεως», που αντιστοιχεί σε ποσοστό των ποσών που αυτοί εισπράττουν από τους χρήστες των υπηρεσιών αυτών, υπό τον όρο ότι η γενεσιουργός αιτία του δεν συνδέεται με τη διαδικασία χορηγήσεως γενικής αδείας που καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, αλλά σχετίζεται με τη χρήση των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας που παρέχουν οι πάροχοι, και ο οποίος εν τέλει βαρύνει τον χρήστη των υπηρεσιών αυτών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.


* Βλ. σημ. Σπ. Τάσση, παρόν τεύχος, σελ. 578.