ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 1/2019, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2019

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΓΙΑΛΟΣ

Η νομοθετική κύρωση διοικητικής σύμβασης δεν επηρεάζει τη φύση της εκάστοτε σύμβασης και δεν τη μεταβάλλει σε νομοθετικό κείμενο σε σχέση με τα συμβαλλόμενα μέρη. Κατά συνέπεια, οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των μερών από διοικητική πράξη, η οποία έχει εκδοθεί στο πλαίσιο νομοθετικά κυρωθείσης διοικητικής σύμβασης και με την οποία η Διοίκηση αρνείται τη χορήγηση άδειας αποκλειστικής χρήσης αιγιαλού και παραλίας σε επιχείρηση, συνιστούν διαφορές που έχουν ως αιτία διοικητική σύμβαση. Κατά τούτο, αποτελούν διαφορές ουσίας υπαγόμενες, σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 2 Ν 1406/1983, στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και όχι στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ (μειοψ.). Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση. Σελ. 112.

Απορριπτέα ως αβάσιμη η αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης καθορισμού οριογραμμής αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, καθώς τα υφιστάμενα σχέδια πόλεως δεν δεσμεύουν την Επιτροπή του ΑΝ 2344/1940 ως προς τον καθορισμό του αιγιαλού και του παλαιού αιγιαλού. Τα υφιστάμενα σχέδια, τα οποία είχαν εγκριθεί χωρίς την χάραξη γραμμών αιγιαλού και παλαιού αιγιαλού, δεσμεύουν μόνο για τα όρια της παραλίας και όχι για τα όρια του αιγιαλού και παλαιού αιγιαλού, δεδομένου ότι ο αιγιαλός και ο παλαιός αιγιαλός αποτελούν φυσικά φαινόμενα, τα οποία δεν μπορούν να δημιουργηθούν με κρατική πράξη αλλά διαπιστώνονται και καθορίζονται εγκύρως με τα όργανα και τη διαδικασία που προβλέπεται στον νόμο. Σελ. 112.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ερμηνεύεται ομοφώνως ότι νομίμως έγινε ο διορισμός νέων μελών Ανεξάρτητης Αρχής για το υπόλοιπο της θητείας των αντικατασταθέντων και όχι για πλήρη θητεία, διότι τούτο επιβάλλεται από το Ν 4013/2011, καθώς και από το σκοπό διασφάλισης της συνέχειας της λειτουργίας της Αρχής. Η κρίση παραμένει ίδια ανεξαρτήτως του εάν προηγήθηκε γνώμη της επιτροπής θεσμών και διαφάνειας της Βουλής, της οποίας η διατύπωση δεν σημαίνει διορισμό για πλήρη θητεία. Αντίθετη κρίση θα απέβαινε εις βάρος της συνέχειας της Αρχής, που αποτελεί και σκοπό του νομοθέτη, αναφερόμενο ρητώς στο άρ. 3 του ως άνω Νόμου, καθώς τα διοριζόμενα μέλη θα αποχωρούσαν ταυτοχρόνως. Σελ. 119.

ΑΣΕΠ

Η διάταξη του άρ. 28 Ν 4440/2016 είναι εφαρμοστέα και στους επιλαχόντες του διαγωνισμού ΑΣΕΠ έτους 1995, οι οποίοι διορίστηκαν κατ’ εφαρμογή του άρ. 20 παρ. 22 Ν 2738/1999, ανεξάρτητα από τυχόν μεταγενέστερη παραίτηση, μετάταξη ή διορισμό τους σε άλλη θέση του δημοσίου τομέα. Την εφαρμογή αυτή επιβάλλει η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και ο αποκαταστατικός χαρακτήρας της διατάξεως, καθώς το γεγονός της μεταγενέστερης αλλαγής της κατάστασης του υπαλλήλου δεν ασκεί επιρροή στην ανάγκη να αποκατασταθεί η ζημία των υπαλλήλων από το διορισμό τους σε χρόνο μεταγενέστερο σε σχέση με τους συναδέλφους τους, που οφειλόταν στη θέση μη νόμιμου περιορισμού των φορέων για τους οποίους δικαιούντο να δηλώσουν υποψηφιότητα. Σελ. 119.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ - ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ

Δεκτή η έφεση κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αντισυνταγματική η πρόβλεψη θέσεων εισαγωγής στη Σχολή Αξιωματικών ΕΛ.ΑΣ. για πολυτέκνους και τριτέκνους, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του Ν 1481/1984. Η ιδιότητα μέλους πολύτεκνης και τρίτεκνης οικογένειας αποτελεί πρόσφορο κριτήριο για τη θέσπιση αποκλίσεων από τις αρχές της αξιοκρατίας, της ισότητας και της αναλογικότητας αναφορικά με την εισαγωγή σπουδαστών στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (μειοψ.). Οι εν λόγω ευνοϊκές ρυθμίσεις, δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη διάκριση, καθώς εξυπηρετούν λόγους δημοσίου συμφέροντος, και κυρίως την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας, συμφώνως με τα άρ. 21 παρ. 2 και 5 και άρ. 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 Σ. Σελ. 114.

Παράνομη η χρήση κρυφής κάμερας ενσωματωμένης σε στολή αστυνομικού σύμφωνα με το άρ. 14 του Ν 3917/2011, καθώς χρήση κρυφής κάμερας επιτρέπεται μόνο για αποτροπή και καταστολή εγκλημάτων. Υπεύθυνη είναι και η ΕΛ.ΑΣ. δεδομένου ότι η κάμερα χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας του αστυνομικού. Κατά το άρ. 10 του Ν 2472/97, η ΕΛ.ΑΣ. ως υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαθέτει κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της νοµιµότητας κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα αποτελέσµατα των διαδικασιών αυτών πρέπει να είναι τεκµηριωµένα και να µην επιδέχονται αµφισβήτηση. Σελ. 116.

ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ (ΑμΕΑ)

Ο Δήμος Θήρας, ύστερα από παρέμβαση του ΣτΠ, αναγνώρισε την ανεπάρκεια μέτρων προσβασιμότητας ατόμων με αναπηρία σε κεντρικούς άξονες του οικισμού και δεσµεύτηκε να λάβει µέτρα για τη διασφάλισή της. Η πολεοδομική νομοθεσία για τη διασφάλιση πρόσβασης των ΑµεΑ στους κοινόχρηστους χώρους και οι διατάξεις της ∆ιεθνούς Σύµβασης για τα ∆ικαιώµατα των Ατόµων µε Αναπηρία του ΟΗΕ κατοχυρώνουν την προσβασιμότητα ως δικαίωμα. Ο παραδοσιακός χαρακτήρας του οικισµού δεν µπορεί να θεωρείται ασύµβατος µε την προσβασιµότητα για όλους, η οποία αποτελεί υποχρέωση του Δήµου. Σελ. 117.

ΔΑΝΕΙΟ

H φράση «ρήτρα που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης» του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά ιδίως συμβατική ρήτρα που τροποποιήθηκε από εθνική νομοθετική διάταξη αναγκαστικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά τη σύναψη σύμβασης με καταναλωτή, με σκοπό να θεραπεύσει άκυρη ρήτρα περιλαμβανόμενη στην εν λόγω σύμβαση. Tο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής δεν καλύπτει τις ρήτρες που απηχούν αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι οποίες θεσπίστηκαν μετά τη σύναψη σύμβασης δανείου συναφθείσας με καταναλωτή προκειμένου να θεραπευτεί άκυρη ρήτρα της σύμβασης, επιβάλλοντας την συναλλαγματική ισοτιμία που καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Ουγγαρίας. Παρά ταύτα, ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αποκλείεται από το εν λόγω πεδίο εφαρμογής δυνάμει της ως άνω διάταξης. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι συμβατικές ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό υποχρεώνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα περί του συναλλαγματικού κινδύνου πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπική και γραμματική άποψη όσο και ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενό της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο υποτίμησης του εθνικού νομίσματος έναντι του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συνομολογηθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι απαιτεί να αξιολογείται ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των συμβατικών ρητρών σε συνάρτηση, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, με όλες τις περιστάσεις που περιέβαλαν τη σύναψή της, καθώς και με όλες τις άλλες ρήτρες της σύμβασης, μολονότι ορισμένες από τις ρήτρες αυτές κηρύχθηκαν ή θεωρήθηκαν καταχρηστικές και, ως εκ τούτου, άκυρες από τον εθνικό νομοθέτη σε μεταγενέστερο χρόνο. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προβληθεί από τον ενάγοντα καταναλωτή, τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία. Σελ. 80.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από μέλη θρησκευτικής κοινότητας στο πλαίσιο κηρύγματος από πόρτα σε πόρτα δεν υπάγεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ. Στην κατ’ άρθρο 2(γ) έννοια του «αρχείου» εμπίπτει το σύνολο των δεδομένων που συλλέγονται στο πλαίσιο του κηρύγματος σχετικά με τα πρόσωπα που προσεγγίζονται, εφόσον έχουν διαρθρωθεί βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων που καθιστούν δυνατή, στην πράξη, την ευχερή εύρεση των δεδομένων για μελλοντική χρήση, χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση δελτίων, ειδικών καταλόγων ή άλλων συστημάτων αναζήτησης πληροφοριών. Κατά το άρθρο 2(δ) μια θρησκευτική κοινότητα θεωρείται υπεύθυνη της επεξεργασίας δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται από τα μέλη της στο πλαίσιο κηρύγματος που οργανώνεται από αυτή, χωρίς να απαιτείται η ίδια να έχει πρόσβαση στα δεδομένα ή να έχει δώσει στα μέλη της σχετικές γραπτές κατευθυντήριες γραμμές ή εντολές. Σελ. 77.

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι η πρόσβαση δημοσίων αρχών στα δεδομένα ταυτοποίησης των κατόχων των καρτών SIM που ενεργοποιήθηκαν με κλαπέν κινητό τηλέφωνο, όπως το επώνυμο, το όνομα και, ενδεχομένως, η διεύθυνση των κατόχων αυτών, συνεπάγεται επέμβαση στα κατοχυρωμένα στα ως άνω άρθρα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων θεμελιώδη δικαιώματα των εν λόγω κατόχων η οποία δεν έχει τόσο σοβαρό χαρακτήρα ώστε η πρόσβαση να πρέπει να περιορίζεται, όσον αφορά την πρόληψη, διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, στην καταπολέμηση της βαριάς εγκληματικότητας. Σελ. 80.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΧΕΣΘΑΙ

Η σύλληψη του προσφεύγοντος σε επτά διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ασκούσε το δικαίωμά του σε συνάθροιση, και η δίκη του για παραβίαση της διαδικασίας διεξαγωγής δημοσίων συγκεντρώσεων παραβίασε τα άρ. 5, 6 και 11 ΕΣΔΑ. Σε δύο από τις συλλήψεις του διαπιστώθηκε κατάχρηση εξουσίας κατά παραβίαση του άρ. 18 σε συνδυασμό με τα άρ. 5 και 11 ΕΣΔΑ. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος δεν επεδίωκε κάποιο νόμιμο, προβλεπόμενο στην Σύμβαση σκοπό αλλά τον περιορισμό της πολιτικής δραστηριότητάς του ως ηγέτη της ρωσικής αντιπολίτευσης και κατ’ επέκταση του πολιτικού πλουραλισμού. Σελ. 65.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Απαράδεκτη η συνταγματική προσφυγή κατά της Γερμανικής Πράξης Προσχώρησης στη Διεθνή Σύμβαση που ιδρύει τα Ευρωπαϊκά Σχολεία. Οι νόμοι με τους οποίους μεταφέρονται κυριαρχικές αρμοδιότητες του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς, κατά το άρ. 24 παρ.1 του Θεμελιώδους Νόμου, πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει ο ΘΝ, όπως εν προκειμένω το δικαίωμα προς αποτελεσματική δικαστική προστασία. Το εν λόγω δικαίωμα δεν απαιτείται να ικανοποιείται κατ’ ανάγκη από τα γερμανικά δικαστήρια, αλλά είναι δυνατόν να εξασφαλίζεται και από ένα σύστημα επίλυσης των διαφορών που θεσπίζεται στο πλαίσιο του διεθνούς οργανισμού, με την προϋπόθεση να ανταποκρίνεται στους όρους που θέτει ο ΘΝ. Σελ. 109.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ

Ακυρωτέα η απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία επιβάλλεται στους υποψηφίους του διαγωνισμού των Δικαστικών Επιμελητών ο περιορισμός να δηλώνουν προτίμηση διορισμού σε δύο το πολύ περιφέρειες Πρωτοδικείων εντός της αυτής περιφέρειας συλλόγου δικαστικών επιμελητών Εφετείου της χώρας, ως αντίθετη στα άρ. 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Σ. Το άρ. 59 παρ. 15 του Ν 3160/2003, στο οποίο στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη, επιτρέποντας τον διορισμό υποψηφίων με βαθμολογία χαμηλότερη από εκείνη συνυποψηφίων τους, οι οποίοι, αν και διαγωνίσθηκαν επί ίσοις όροις και πέτυχαν υψηλότερη βαθμολογία, παραμένουν αδιόριστοι, επειδή είχαν δηλώσει προτίμηση διορισμού σε περιφέρειες Πρωτοδικείων, για τις οποίες αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι απαιτείται υψηλότερη βαθμολογία από εκείνη που πέτυχαν, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Σελ. 114.

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΑΜΟΙΒΗ

Δικηγορική αμοιβή εκχωρηθείσα από ποσό που επιδικάσθηκε για δίκαιη ικανοποίηση από το ΕΔΔΑ από τον εντολέα στον δικηγόρο («εργολαβία δίκης»), υπόκειται σε κατάσχεση και είναι δεκτική συμψηφισμού από το Δημόσιο, καθώς δεν αντίκειται στο άρ. 41 ΕΣΔΑ. Πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση, κατά την οποία το ποσό αυτό δεν διέρχεται από την περιουσία του δικαιούχου, με αποτέλεσμα να μην ματαιώνεται ο σκοπός των άρ. 41 ΕΣΔΑ, άρ. 83 παρ. 2α ΚΕΔΕ. Επιπλέον, η μη γνωστοποίηση της εκχώρησης από τον δικηγόρο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), σύμφωνα με το άρ. 60 του Κώδικα Δικηγόρων δεν καθίστα μεν άκυρη την εκχώρηση αλλά εμποδίζει την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης του. Σελ. 120.

ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ (ΕΣΡ)

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως τηλεοπτικής εταιρείας κατά απόφασης του ΕΣΡ που την υποχρέωσε, κατ΄άρ. 14Α παρ. 1 Ν 4339/2015, το οποίο προσετέθη με το άρ. 28 παρ. 10 Ν 4496/2017, να τερματίσει τη λειτουργία τηλεοπτικού σταθμού, διότι η επίμαχη διάταξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας και το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ και συνιστά θεμιτό περιορισμό του άρ. 10 ΕΣΔΑ. H παύση μετάδοσης ειδήσεων δεν μεταβάλλει, άνευ ετέρου, τον ενημερωτικό χαρακτήρα του προγράμματος ενός σταθμού, χωρίς προηγούμενη δήλωση μεταβολής του χαρακτήρα του στο ΕΣΡ. Νομίμως κι επαρκώς αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη (μειοψ.). Απαραδέκτως προσβάλλεται παρεμπιπτόντως η προκήρυξη του Ε.Σ.Ρ. για τη διενέργεια διαγωνισμού λήψης τηλεοπτικών αδειών, κατά της οποίας η αιτούσα δεν στράφηκε ευθέως προηγουμένως. Σελ. 115.

ΕΦΑΠΑΞ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Απορριπτέα αίτηση ακυρώσεως συνταξιούχων κατά ΚΥΑ, η οποία τροποποιούσε αναδρομικά τον τρόπο υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας εφάπαξ παροχής. Δεν θίγεται η αρχή της ανταποδοτικότητας και της αναλογικότητας, καθώς μειώνεται μεν το απονεμόμενο ποσό, όμως συναρτάται προς τις αποδοχές κι άρα προς τις καταβληθείσες εισφορές, ενώ η μείωση δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η μείωση της εφάπαξ παροχής δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας ούτε ανατρέπει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού και του ατομικού συμφέροντος κι άρα είναι σύμφωνη προς τα άρ. 17 Σ και άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ο χρόνος εξόδου από την τράπεζα είναι κριτήριο αρκούντως αντικειμενικό που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, συμφώνως προς το άρ. 4 Σ. Σελ. 112.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και Προστασίας του Πολίτη που τροποποίησε τις προϋποθέσεις λήψης του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος αστυνομικών, διότι δεν παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Επειδή σκοπός της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η αποτροπή της μαζικής πρόωρης εξόδου των μετόχων του Τομέα Πρόνοιας Αστυνομικών λόγω συνταξιοδότησης, είναι συνταγματική η διαφορετική ρύθμιση των προϋποθέσεων λήψεως του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος για όσους αποστρατεύονται αυτεπαγγέλτως και για όσους αποστρατεύονται κατόπιν αιτήσεως. Σελ. 115.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ

Το σύστημα υποκλοπής, καταγραφής και ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ Η.Π.Α. και Ηνωμένου Βασιλείου που ιδρύεται από την Regulation of Investigatory Powers Act/2000 παραβιάζει το άρ. 8 παρ. 1 και το άρ. 10 παρ. 10 ΕΣΔΑ. Κριτήρια για την παραβίαση αποτελούν η νομιμότητα, η σκοπιμότητα και η αναγκαιότητα του συστήματος, η φύση της προσβολής, το χρονικό διάστημα τήρησης αρχείων και οι προβλεφθείσες δικλείδες ασφαλείας. Η γενική υποκλοπή τηλεπικοινωνιών από το κράτος δεν παραβιάζει καθεαυτή την ΕΣΔΑ. Σελ. 63.

Η εκταφή των λειψάνων των αποθανόντων σε αεροπορικό δυστύχημα συζύγων των αιτουσών παρά τη θέλησή τους συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής τους, η οποία εν προκειμένω δεν είναι σύμφωνη με τον νόμο, όπως απαιτεί το άρ. 8 παρ. 2 ΕΣΔΑ. Μια τέτοια παρέμβαση δικαιολογείται μόνο όταν ο εκάστοτε εσωτερικός νόμος εγγυάται την κατάλληλη προστασία ενάντια στην αυθαιρεσία και στην κατάχρηση εξουσίας, προϋπόθεση η οποία δεν προβλέπεται επαρκώς από τον πολωνικό νόμο όσον αφορά στη συγκεκριμένη εισαγγελική απόφαση που διατάζει την εκταφή. Σελ. 64.

ΙΣΟΤΗΤΑ - ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Η διαφορετική μεταχείριση που υπέστη η σύζυγος τιμώμενη με διαθήκη που καταρτίστηκε βάσει του Αστικού Κώδικα από Έλληνα μουσουλμάνο, σε σχέση με μία χήρα τιμώμενη με διαθήκη που καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, αλλά από Έλληνα μη μουσουλμάνο, δεν ήταν αντικειμενικά και εύλογα αιτιολογημένη. Η εφαρμογή από τα ελληνικά δικαστήρια του Ισλαμικού Νόμου (Σαρία), αντίθετα με τη βούληση του διαθέτη, με αποτέλεσμα την απώλεια των τριών τετάρτων της κληρονομιαίας περιουσίας από την σύζυγο του, παραβιάζει τα άρ. 14 και 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Η άρνηση στα μέλη μιας θρησκευτικής μειονότητας του δικαιώματος να επιλέξουν και να ωφεληθούν οικειοθελώς από το κοινό δίκαιο, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού. Σελ. 43.

Υποβολή αναφοράς στον Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (EIB), εξαιτίας εικαζόμενης δυσμενούς διάκρισης λόγω φύλου και ανισότητας ευκαιριών πρόσληψης γυναικών σε διευθυντικές θέσεις. Ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Τράπεζα δεν είχε απαντήσει ικανοποιητικά στη σχετική αναφορά που της είχε υποβάλει μέλος του προσωπικού, ιδίως επειδή δεν συμπεριέλαβε στην απάντηση τα μέτρα που λαμβάνει για να επιτύχει ισότητα των φύλων. Ο Διαμεσολαβητής συνέστησε στην Τράπεζα να διορθώσει αυτή την αστοχία και να θέσει προθεσμία απάντησης σε τέτοιου είδους καταγγελίες και ενθάρρυνε την Τράπεζα να εντείνει τις προσπάθειές της για ισότιμη εκπροσώπηση και των δύο φύλων σε όλα τα επίπεδα διοίκησης, αυξάνοντας το ποσοστό γυναικών σε θέση διευθυντή που έχει θέσει ως στόχο για το 2021. Σελ. 109.

Υποβολή αναφοράς στον Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εξαιτίας εικαζόμενης δυσμενούς διάκρισης λόγω ηλικίας σε διαδικασία ετήσιας αξιολόγησης για προαγωγή των μελών του προσωπικού. Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε κατόπιν έρευνας ότι ο καθορισμός της ηλικίας ως δευτερεύοντος κριτηρίου, σε περίπτωση που δύο μέλη έχουν ισάξια προσόντα, που οδηγεί στην προαγωγή του μεγαλύτερου σε ηλικία μέλους του προσωπικού, εμπίπτει στην ευρεία ευχέρεια που απολαμβάνει το Κοινοβούλιο στην αξιολόγηση του προσωπικού του και είναι σύμφωνη με την ερμηνεία της σχετικής νομολογίας, αρκεί το Κοινοβούλιο να αιτιολογεί επαρκώς την απόφασή του, όπως και έγινε στην υπό κρίση υπόθεση. Σελ. 109.

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΘΕΣΗΣ

Επιβολή προστίμων σε ανώνυμη εταιρία απορρυπαντικών, καλλυντικών και τροφίμων λόγω διαπίστωσης παραβίασης των άρ. 2 Ν 703/1977 και άρ. 102 ΣΛΕΕ, με την παροχή καταχρηστικών εκπτώσεων στόχου και με ρήτρα μη προβολής ανταγωνιστικών προϊόντων και των άρ. 1 Ν 703/1977 και άρ. 101 ΣΛΕΕ με τη συμμετοχή της σε απαγορευμένη κάθετη σύμπραξη, προσαυξημένων λόγω συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της υποτροπής. Δεν εξετάστηκε δυνατότητα ομαδικής απαλλαγής βάσει των άρ. 1 παρ. 3 Ν 703/1977 και άρ. 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ, λόγω της διαπίστωσης ιδιαίτερα σοβαρών εξ αντικειμένου περιορισμών του ανταγωνισμού. Δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις ατομικής απαλλαγής, ιδίως λόγω της εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, που τείνει στη δημιουργία μονοπωλίου. Σελ. 117.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Scuola Elementare Maria Montessori Srl κατά της αποφάσεως Τ- 220/13 του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως 2013/284/ΕΕ της Επιτροπής, σχετικά με την κρατική ενίσχυση S.A. 20829. Η ανάκτηση παράνομων ενισχύσεων μπορεί να θεωρηθεί, αντικειμενικώς και απολύτως, αδύνατη μόνον όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, μετά από προσεκτική εξέταση, ότι συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, αφενός, το υποστατό των δυσχερειών που επικαλείται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και, αφετέρου, η απουσία εναλλακτικών τρόπων ανάκτησης. Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν μπορούσε να συναγάγει την απόλυτη αδυναμία ανάκτησης των παράνομων ενισχύσεων επικαλούμενη το γεγονός και μόνον ότι ήταν αδύνατο να συγκεντρωθούν οι αναγκαίες για την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων πληροφορίες μέσω των ιταλικών βάσεων κτηματολογικών και φορολογικών δεδομένων, αλλά όφειλε να έχει επίσης εξετάσει εάν υφίσταντο εναλλακτικοί τρόποι που θα καθιστούσαν δυνατή την, μερική έστω, ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων. Ελλείψει τέτοιας ανάλυσης, η Επιτροπή δεν απέδειξε την απόλυτη αδυναμία ανάκτησης του δημοτικού φόρου ακίνητης περιουσίας (ICI). Σελ. 81.

Η Ελληνική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει κατά την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την προειδοποιητική επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2014 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2012, κατά την οποία κρίθηκε πως οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Ελλάδα στην επιχείρηση Ελληνικά Ναυπηγία ΑΕ συνιστούν ενισχύσεις μη συμβατές προς την εσωτερική αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η παράβαση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων κρίνεται βαρύνουσας σημασίας εξαιτίας του αξιοσημείωτου ύψους του ποσού της ενίσχυσης που δεν ανακτήθηκε, της σημαντικής διάρκειας της παραβάσεως αλλά και των ζημιογόνων συνεπειών της, λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα της αγοράς του ναυπηγικού κλάδου. Υποχρεώνεται, ως εκ τούτου, να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 7.294.000 ευρώ ανά εξάμηνο από της δημοσιεύσεως της παρούσας αποφάσεως έως την ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως της 28ης Ιουνίου 2012 (C-485/10). Σελ. 83.

ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Τα ληξιαρχεία, ύστερα από την τροποποίηση του Ν 4540/2018 (άρ. 31 παρ. 8), υποχρεούνται ρητώς να καταχωρούν στη ληξιαρχική πράξη γέννησης το όνομα των νεογνών, των οποίων οι γονείς είναι πολίτες τρίτων χωρών και δεν διαθέτουν νομιμοποιητικά έγγραφα παραμονής στη χώρα. Η σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης αποτελεί υποχρέωση της Διοίκησης. Η σύμπραξη του ληξιάρχου δεν συνιστά συστατικό στοιχείο της ονοματοδοσίας και συνεπώς, η ονοματοδοσία των ως άνω νεογνών δεν θεωρείται απαγορευμένη συναλλαγή. Σελ. 116.

Ο έλεγχος από το Τμήμα του Ειδικού Ληξιαρχείου για ληξιαρχικές πράξεις συνταχθείσες στην αλλοδαπή δεν εκτείνεται στον έλεγχο της συμβατότητας των προς καταχώριση στοιχείων με την ημεδαπή διεθνή έννομη τάξη, κατ’ άρ. 33 ΑΚ (άρ. 42, 43 Ν 344/1976, άρ. 18 παρ. 2 ΠΔ 850/1976) (μειοψ.). Ως εκ τούτου, μολονότι η εφαρμογή αλλοδαπών κανόνων επιτρεπτικών σύναψης γάμου μεταξύ ομοφύλων αντίκειται στην ελληνική δημόσια τάξη, το Τμήμα οφείλει να καταχωρίσει τα τυπικώς ορθά στοιχεία και κατά τα λοιπά να γνωστοποιήσει στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ασκώντας την αρμοδιότητα του για διόρθωση σφαλμάτων. Σελ. 119.

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων του ελληνικού τμήματος του Διαδριατικού Αγωγού Φυσικού Αερίου (TAP), καθώς είχε προηγηθεί πλήρης Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), βάσει της οποίας δεν υφίσταται παραβίαση της Οδηγίας 2011/92 ΕΕ, των Ν 3851/2010, 4146/2013 και 998/1979, και του άρ. 24 του Σ. Σύμφωνα με τη ΜΠΕ, η θέση του έργου επιλέχθηκε με κριτήριο την μικρότερη δυνατή επέμβαση σε ευαίσθητες περιοχές, λαμβάνονται μέτρα ασφάλειας και αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και προβλέπεται αποζημίωση των ιδιοκτητών των πληγεισών εκτάσεων, η οποία ανέρχεται στην αξία αποκατάστασης της ζημίας τους. Η επέμβαση στις εν λόγω γεωργικές περιοχές υψηλής παραγωγικότητας επιτρέπεται για τέτοιου είδους έργα στρατηγικών επενδύσεων, λαμβανομένης υπόψιν της δυνατότητας επαναφύτευσης του μεγαλύτερου μέρους της έκτασης του έργου. Σελ. 110.

ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Απορριπτέα αίτηση ακυρώσεως περιβαλλοντικού συλλόγου κατά της ΑΕΠΟ για την εκμετάλλευση λιγνιτωρυχείου σε περιοχή του Νομού Κοζάνης. Δεδομένου ότι ο φάκελος της ΜΠΕ υποβλήθηκε το 2010, δεν εφαρμόζεται ο Ν 4014/2011. Δεν παραβιάζεται το άρ. 24 Σ, παρότι το επίμαχο έργο συνιστά ουσιώδη επέμβαση στην κοίτη ρέματος, γιατί από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου προκύπτει ότι ο σχεδιασμός του γίνεται εν όψει της υπάρξεως του ρέµατος με στόχο να επιτευχθεί ο συγκερασμός της αξιοποιήσεως των κοιτασμάτων λιγνίτη με την διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής του. Τα εδάφη των χώρων αποθέσεως των αγόνων υλικών χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα χαμηλές συγκεντρώσεις σε τοξικά – βαρέα μέταλλα, με αποτέλεσμα να μην παρουσιάζονται κίνδυνοι για το φυσικό περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, ενώ το Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων προβλέπει επαρκή μέτρα προστασίας των εδαφικών πόρων. Σελ. 114.

ΠΑΡΑΒΟΛΟ

Εκ του άρ. 36 παρ. 1 και 4 ΠΔ 18/1989 προκύπτει η υποχρέωση καταβολής ξεχωριστού παραβόλου για τον καθένα ομόδικο, επί ποινή απαραδέκτου (μειοψ.). Η εν λόγω υποχρέωση αποβλέπει στην αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων ενδίκων βοηθημάτων και αποτελεί θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος της ένδικης προστασίας. Σε περίπτωση καταβολής ενός μόνο παραβόλου για αίτηση ακυρώσεως που ασκείται από περισσότερα πρόσωπα, τεκμαίρεται ότι η καταβολή πραγματοποιήθηκε για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από το πρόσωπο το οποίο προτάσσεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως. Παρέχεται βέβαια δυνατότητα ανατροπής του εν λόγω τεκμηρίου, εάν ο πληρεξούσιος δικηγόρος δηλώσει, το αργότερο μέχρι το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ότι το παράβολο καταβλήθηκε για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος από κάποιον άλλον από τους αιτούντες. Σελ. 110.

ΠΕΡΙΑΓΩΓΗ ΚΛΗΣΕΩΝ

Σύσταση σε εταιρεία, λόγω υπερβολικής χρέωσης καταναλωτή για χρήση υπηρεσιών περιαγωγής δεδομένων πέραν του ανώτατου ορίου τιμολόγησης, καθώς το διαλαμβανόμενο προκαθορισμένο οικονομικό όριο του άρ. 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 531/2012 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις χρήσης των υπηρεσιών περιαγωγής σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν ο φορέας του δικτύου της χώρας επίσκεψης δεν επιτρέπει στον πάροχο περιαγωγής να παρακολουθεί τη χρήση από τον πελάτη του σε πραγματικό χρόνο, ο καταναλωτής, κατά την είσοδό του στη συγκεκριμένη χώρα, θα πρέπει να ειδοποιείται μέσω μηνύματος για την αδυναμία παροχής πληροφοριών συνολικής κατανάλωσης και εγγύησης μη υπέρβασης του ως άνω χρηματικού ορίου. Σελ. 118.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, αντιτίθεται σε νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους δυνάμει της οποίας ο αιτών επικουρική προστασία θεωρείται ότι έχει διαπράξει «σοβαρό έγκλημα» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγω του οποίου μπορεί να αποκλειστεί από την εν λόγω προστασία, με μόνο κριτήριο την ποινή που προβλέπει για το έγκλημα αυτό η νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή ή στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο που έχουν επιληφθεί της αιτήσεως επικουρικής προστασίας να εκτιμήσουν τη σοβαρότητα του επίμαχου αδικήματος, προβαίνοντας σε πλήρη εξέταση όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σελ. 79.

Απορριπτέα αίτηση ακυρώσεως του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής κατά απόφασης της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, η οποία αναγνώρισε Τούρκο αξιωματούχο ως πρόσφυγα (άρ. 1Α παρ. 2 Σύμβαση της Γενεύης, άρ. 2, 13 ΠΔ 141/2013). Η προσβαλλόμενη είναι νομίμως κι επαρκώς αιτιολογημένη, καθώς διαπίστωσε αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του φόβου δίωξης και των πολιτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες αρκεί απλώς να καταλογίζονται σε αυτόν από τον φορέα δίωξης, ανεξαρτήτως αν πράγματι τις ενστερνίζεται. Η ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγα λόγω τέλεσης σοβαρού μη πολιτικού αδικήματος δεν εφαρμόζεται, λόγω μη πλήρωσης του υψηλού επιπέδου αποδείξεως που απαιτείται κατ’ άρ. 12 παρ. 2 Οδηγία 2011/95. Το αποφασίζον όργανο για την υπαγωγή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν δεσμεύεται από το αρμόδιο για την έκδοση του προσώπου, διότι πρόκειται για αποφάσεις με διαφορετική νομική βάση. Σελ. 113.

Απορριπτέα, ελλείψει προσωπικού και αμέσου εννόμου συμφέροντος, κατ΄άρ 47 παρ. 1 ΠΔ 18/1989, αίτηση ακυρώσεως Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων κατά αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Στερεάς Ελλάδας, δυνάμει των οποίων ιδρύθηκε σε Δημοτικό Σχολείο Τάξη Υποδοχής Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, στις οποίες εντάχθηκαν προσφυγόπαιδα. Δεδομένου ότι η εν λόγω Τάξη Υποδοχής δεν ταυτίζεται με τις τάξεις όπου φοιτούν τα τέκνα των αιτούντων, και απευθύνεται σε μαθητές, οι οποίοι πληρούν, από πλευράς υγιεινής, τις νόμιμες προϋποθέσεις φοίτησης, ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιδιότητας των γονέων και του αντικειμένου της ρύθμισης των προσβαλλόμενων πράξεων. Ουδόλως θίγεται το καθεστώς των μαθητών σε νομικό ή προσωπικό επίπεδο. Σελ. 116.

ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Η παροχή επιδόματος χηρείας μόνο σε παντρεμένα ζευγάρια και σε ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης παραβιάζει το άρ. 14 ΕΣΔΑ, όπως αυτό ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρ. 8 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι, παρ’ όλο που γενικά η προώθηση του γάμου και του συμφώνου συμβίωσης αποτελεί θεμιτό σκοπό, το συγκεκριμένο επίδομα προορίζεται να εξυπηρετήσει και τα τέκνα του ζευγαριού, για την προστασία των οποίων δεν ενδιαφέρει το αν έχει προηγηθεί γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης των γονέων του. Κατά τούτο, θεσπίζεται διακριτική μεταχείριση σε βάρος των άγαμων ζευγαριών, η οποία παρίσταται ως δυσανάλογο μέσο για την επίτευξη ενός κατά τα άλλα θεμιτού σκοπού. Σελ. 107.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά υπουργικής αποφάσεως για την εφαρμογή του νέου Ν 4356/2015 που προβλέπει σύμφωνο συμβίωσης και για ομόφυλα ζευγάρια, καθώς οι νέες ρυθμίσεις είναι σύμφωνες με τα άρ. 2, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 Σ και με τα άρ. 8 και 12 ΕΣΔΑ. Η εναλλακτική αυτή μορφή συμβίωσης, η οποία προβλέπεται πλέον και για τους ομοφύλους, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο εκσυγχρονισμού του οικογενειακού δικαίου, αναγνωρίζει το δικαίωμα σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού κάθε ατόμου, δεν θίγει τους συνταγματικούς θεσμούς του γάμου και της οικογένειας, ενώ ταυτόχρονα συνιστά ρύθμιση αποδεκτή κατά τις σύγχρονες κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Η Εκκλησία δεν βλάπτεται από τις επίμαχες διατάξεις και δεν δικαιούται, παρά το θεσμικό της ρόλο, να επιβάλλει, ως προς το ζήτημα αυτό, στον νομοθέτη τους δογματικούς της κανόνες. Σελ. 115.

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ - ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο Αθηνών εσφαλμένως έκρινε, με την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα απόφασης, ότι η επικουρική σύνταξη του θανόντος, συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα. Η επίδικη ασφαλιστική παροχή, ανεξαρτήτως του τρόπου χρηματοδοτήσεως του ασφαλιστικού κεφαλαίου, δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα και η θέσπιση ανωτάτου ορίου σ΄αυτήν δεν αντίκειται στα άρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 Σ. Κριτήριο του βαθμού ανταποδοτικότητας μιας ασφαλιστικής παροχής αποτελεί η εν γένει λειτουργία της, καθώς και ο περιοδικός χαρακτήρας της επίδικης επικουρικής συντάξεως, ανεξαρτήτως του τρόπου χρηματοδότησης του ασφαλιστικού κεφαλαίου του Ταμείου που την χορηγεί. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας. Σελ. 114.

ΦΑΡΜΑΚΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής πράξεως του Υπουργού Υγείας, με την οποία εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της τιμής αναφοράς και της τιμής αποζημίωσης φαρμάκων, διότι κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιέχει κείνται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρ. 12 παρ. 1 Ν 3816/2010, δεδομένου ότι η διάταξη δεν επιβάλλει διάκριση μεταξύ φαρμάκων αναφοράς και γενοσήμων φαρμάκων. Η προσβαλλόμενη πράξη δεν αντιβαίνει ούτε στην ευρωπαϊκή νομοθεσία ούτε στο άρ. 5 παρ. 1 Σ, καθώς επιβλήθηκε από επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί περιστολή της φαρμακευτικής δαπάνης. Σελ. 111.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή προσφυγή τράπεζας κατά σιωπηρής απόρριψης επιφυλάξεώς της σε δήλωση φορολογίας εισοδήματος, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των σχετικών διατάξεων. Κατά την αληθή έννοια των άρ. 12, 99, 106 και 109 ΚΦΕ, όπως ίσχυαν κατά την επίδικη χρήση, στην περίπτωση που ο φόρος που προκύπτει για το φορολογούμενο βάσει των γενικών διατάξεων εισόδημα των τραπεζικών ανωνύμων εταιρειών δεν επαρκεί για την έκπτωση του φόρου που παρακρατήθηκε για τα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα αυτών, όπως είναι τα κέρδη από τόκους, το πιστωτικό υπόλοιπο του παρακρατηθέντος φόρου δεν επιστρέφεται. Εκπίπτει όμως κατά τον χρόνο διανομής των κερδών που αναλογούν στα κατ’ ειδικό τρόπο φορολογηθέντα εισοδήματα. Σελ. 111.

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ημεδαπής ΑΕ κατά απόφασης του ΔΕφΑθ, που απέρριψε προσφυγή της αναιρεσείουσας, καθώς οι επιφυλάξεις που διατύπωσε στη δήλωση απόδοσης φόρου εισοδήματος υπήρξαν αρκούντως ορισμένες. Εσφαλμένως έκρινε το δικάσαν δικαστήριο αόριστες και αναιτιολόγητες τις επιφυλάξεις, ως μη περιλαμβάνουσες στο σώμα τους αναφορά στο ακριβές περιεχόμενο και ύψος των ένδικων τιμολογίων, καθώς και στους λόγους αμφισβήτησης της υποχρέωσης παρακράτησης φόρου. Ενόψει του σκοπού του άρ. 61 παρ. 5 ΚΦΕ, ήτοι της άρσης των αμφιβολιών ως προς τη συνδρομή φορολογικής υποχρέωσης, καθώς και του χαρακτήρα της επιφύλαξης, ως συναποτελούσας ενιαίο σώμα με τη φορολογική δήλωση, αρκούσε επισύναψη των ως άνω τιμολογίων στην τελευταία και απλή επίκλησή τους στην επιφύλαξη. Σελ. 113.

Εν μέρει δεκτή αίτηση αναιρέσεως της Α.Α.Δ.Ε κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθώς το δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως και εν αντιθέσει με προηγούμενη νομολογία του ΣτΕ (2136/2012) ότι δεν μπορεί να συναχθεί μη δηλωθέν εισόδημα προσώπου από λογαριασμό τρίτου και ότι δεν απαιτούνται τα παραστατικά εισαγωγής συναλλάγματος για την τεκμηρίωση εισαγωγής συναλλάγματος στη χώρα. Στοιχεία έμμεσης απόδειξης μη δηλωθέντος εισοδήματος από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος προσώπου μπορούν να αντληθούν από λογαριασμό τρίτου ιδιαιτέρως εάν αυτός συνδέεται με τον ελεύθερο επαγγελματία με δεσμούς φιλικούς, συγγενικούς ή επαγγελματικούς. Βεβαιώσεις τραπεζών, ΕΛ.ΤΑ και τελωνειακών αρχών είναι ενδεικτικά κάποια από τα παραστατικά που απαιτούνται για την επαρκή τεκμηρίωση ποσών που εμφανίζονται στους λογαριασμούς και έχουν εισαχθεί στη χώρα ως συνάλλαγμα. Σελ. 114.

ΦΟΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ρυθμιζόταν το καθεστώς της φορολόγησης του οίνου και των συναφών υποχρεώσεων των μονάδων παραγωγής, εμφιάλωσης και εμπορίας αυτού, καθώς ο χρησιμοποιούμενος για τους σκοπούς της απόφασης ορισμός του οίνου διαφοροποιείται από τον αντίστοιχο ενωσιακό ορισμό (άρ. 8 Οδηγία 92/83/ΕΟΚ). Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαφυλάσσει την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση που αναγνωρίζεται τόσο από το εθνικό όσο και από το ενωσιακό δίκαιο στους μικρούς οινοπαραγωγούς, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει ρυθμίσεις που υπερβαίνουν τα όρια της παρασχεθείσης εξουσιοδότησης. Σελ. 113.

ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ

Η νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους της Βάδης – Βυρτεμβέργης και η νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους της Βαυαρίας, σχετικά με τις προϋποθέσεις χρήσης εξαναγκασμού σε ασθενείς ψυχιατρικών νοσοκομείων, προσκρούουν στα άρ. 2 παρ. 2 και 104 παρ. 3 του Θεμελιώδους Νόμου. Η χρονικά παρατεταμένη χρήση φυσικών περιορισμών συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα της κατοχυρωμένης στο άρ. 2 παρ. 2 ΘΝ προσωπικής ελευθερίας λόγω της έντασής της. Αναγκαία κρίνεται η πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, με την απαίτηση ξεχωριστής δικαστικής απόφασης για το επιτρεπτό της χρήσης φυσικών περιορισμών κατά το άρ. 104 παρ. 3 ΘΝ αλλά και με την απαίτηση σαφών ουσιαστικών προϋποθέσεων που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Σελ. 108.