ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 2/2019, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος - Αύγουστος 2019

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Το άρ. 17, παρ. 1, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, έχει την έννοια ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος, το οποίο προσδιορίζεται ως «υπεύθυνο» κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ένωση σύμφωνα με το άρ. 50 ΣΕΕ δεν υποχρεώνει το προσδιορίζον κράτος μέλος να εξετάσει το ίδιο τη συγκεκριμένη αίτηση προστασίας, κατ’ εφαρμογήν της ρήτρας διακριτικής ευχέρειας που προβλέπεται στο προμνησθέν άρ. 17, παρ. 1. Ο κανονισμός 604/2013 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί να επαφίενται στην ίδια εθνική αρχή ο προσδιορισμός του υπεύθυνου κράτους μέλους βάσει των οριζόμενων στον εν λόγω κανονισμό κριτηρίων και η χρήση της προβλεπόμενης στο άρ. 17, παρ. 1, του εν λόγω κανονισμού ρήτρας διακριτικής ευχέρειας. Το άρ. 6, παρ. 1, του κανονισμού 604/2013 έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει σε κράτος μέλος, το οποίο δεν είναι υπεύθυνο, βάσει των οριζόμενων στον κανονισμό αυτό κριτηρίων, για την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, να λάβει υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και να εξετάσει το ίδιο την αίτηση αυτή, κατ’ εφαρμογήν του άρ. 17, παρ. 1, του εν λόγω κανονισμού. Το άρ. 27, παρ. 1, του κανονισμού 604/2013 δεν επιβάλλει να προβλέπεται προσφυγή κατά της αποφάσεως να μη γίνει χρήση της δυνατότητας που παρέχει το άρ. 17, παρ. 1, του κανονισμού αυτού, με την επιφύλαξη ότι η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως μεταφοράς. Το άρ. 20, παρ. 3, του κανονισμού 604/2013 έχει την έννοια ότι, ελλείψει αποδείξεως περί του αντιθέτου, η διάταξη αυτή καθιερώνει τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο είναι προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού να μην αντιμετωπίζεται η κατάσταση του εκάστοτε παιδιού χωριστά από εκείνη των γονέων του. Σελ. 170.

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Απορριπτέα η προσφυγή αλλοδαπού τρίτης χώρας, κατ΄ άρ. 19 παρ. 1 εδ. ιε΄ Ν 2472/1997, με αίτημα τη διαγραφή του από τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.Α.Ν.Α.) και το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, διότι νομίμως καταχωρήθηκε σε αυτό και συντρέχουν νόμιμοι λόγοι διατήρησης της καταχώρησής του. Η διάρκεια εγγραφής στον Ε.Κ.ΑΝ.Α. είναι δυνατόν, σύμφωνα με το άρ. 3 της υπ’ αρ. 4000/4/32-λα’/05.10.2012 ΚΥΑ, να υπερβαίνει την πενταετία, σε περίπτωση που ο αλλοδαπός αποτελεί σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια, τη δηµόσια ασφάλεια ή τη δηµόσια τάξη καθώς και σε περίπτωση που επιβληθεί µε απόφαση ποινικού δικαστηρίου απέλαση και απαγόρευση επανεισόδου του αλλοδαπού στη Χώρα, για όσο χρόνο ορίζεται σ’ αυτήν. Σελ. 221.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά ΚΥΑ με την οποία χορηγήθηκε άδεια χωροθέτησης και κατασκευής Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης, καθώς δεν παραβιάζει τα άρ. 4, 5, 24, 25, 101 και 106 Σ. Δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, καθώς ανάγκη ίδρυσης των εν λόγω κέντρων υφίσταται μόνο στα σημεία αθρόας εισόδου αλλοδαπών. Η κατά παρέκκλιση πολεοδομικών διατάξεων χωροθέτηση και κατασκευή προκατασκευασμένων, ευχερώς αποξηλούμενων κτισμάτων, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό, δικαιολογείται από εξαιρετικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Σελ. 219.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ, με την οποία εξαιρέθηκε από την εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος υπό ειδική εκκαθάριση το ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, στο οποίο μετείχε το αιτούν σωματείο, διότι η προσβαλλόμενη δεν αντίκειται στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι Οδηγίες 2006/48, 2006/49, 2004/39 και 2009/14 δεν επιβάλλουν την προστασία των πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης στην περίπτωση που τα προς μεταβίβαση στοιχεία ενεργητικού υπολείπονται των στοιχείων παθητικού. Οι ρυθμίσεις του άρ. 36Δ του Ν 3601/2007 συνάδουν με τα άρ. 5 παρ. 1, 106 παρ. 2, 25 παρ. 2 Σ και το ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς δεν παρίστανται απρόσφορες για την διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας έναντι συστημικών κινδύνων. Σελ. 215.

ΑΡΧΑΙΑ - ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού περί αδειοδότησης εκτέλεσης λιμενικών έργων σε ενάλιο αρχαιολογικό χώρο, διότι η προσβαλλόμενη δεν αντίκειται στην αρχαιολογική νομοθεσία και η υπόθεση νομίμως αναπέμφθηκε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), το οποίο παρείχε θετική γνωμοδότηση. Δεν αποκλείεται, ούτε από τις διατάξεις του Ν 3028/2002 ούτε από τις διατάξεις του ΚΔΔιαδ, η επανεξέταση ζητήματος από το ΚΑΣ, προκειμένου να διατυπώσει νέα γνώμη, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία, οψιγενή και μη, που κατατίθενται από τον ενδιαφερόμενο, ακόμη και στην περίπτωση που έχει ήδη διατυπώσει γνωμοδότηση αντιθέτου περιεχομένου. Σελ. 213.

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως Δήμου κατά ΑΕΠΟ του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας για τη συνέχιση λειτουργίας συγκροτήματος αποθήκευσης μη εύφλεκτων υγρών υλικών πλησίον αρχαίου μνημείου και της διαπιστωτικής πράξης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με την οποία παρατάθηκε η ισχύς της ΑΕΠΟ, διότι έληξε η αρχική πράξη έγκρισης της ΜΠΕ χωρίς να δοθεί νέα από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Πολιτισμού. Η δίκη νομίμως συνεχίζεται βάσει του άρ. 32 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989 ως προς την ΑΕΠΟ του ΓΓ Περιφέρειας, αφού μετά τη λήξη της εκδόθηκε η ομοίου περιεχομένου διαπιστωτική πράξη για παράταση της ισχύος της. Σύμφωνα με το άρ. 10 του Ν 3028/2002, η έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Πολιτισμού αποτελεί προαπαιτούμενο για την έναρξη ή συνέχιση δραστηριότητας πλησίον μνημείου. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η παράταση ισχύος της επίμαχης ΑΕΠΟ, βάσει του άρ. 2 παρ. 8 περ. γ΄ του Ν 4014/2011. Σελ. 216.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Το άρ. 24, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων), έχει την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τον αιτούμενο την ιδιότητα του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα να κοινοποιήσει τους χορηγηθέντες για τους σκοπούς εισπράξεως του φόρου εισοδήματος αριθμούς φορολογικού μητρώου οι οποίοι αφορούν αποκλειστικώς και μόνον τα φυσικά πρόσωπα που διοικούν τον αιτούντα ή ελέγχουν τη διοίκησή του και αυτά που είναι υπεύθυνα για τα τελωνειακά θέματα του αιτούντος, καθώς και τα στοιχεία των αρμόδιων για το σύνολο των προσώπων αυτών φορολογικών υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα αυτά παρέχουν στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να αντλήσουν πληροφορίες σχετικά με σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας ή των φορολογικών διατάξεων ή σχετικά με σοβαρά ποινικά αδικήματα που έχουν διαπραχθεί από τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα και συνδέονται με την οικονομική τους δραστηριότητα. Σελ. 170.

Το άρ. 3 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής η βιντεοσκόπηση αστυνομικών υπαλλήλων εντός αστυνομικού τμήματος, κατά τη λήψη καταθέσεως, και η δημοσιοποίηση του μαγνητοσκοπηθέντος με τον τρόπο αυτό βίντεο σε δικτυακό τόπο αναρτήσεως βίντεο στον οποίον οι χρήστες μπορούν να στέλνουν, να παρακολουθούν και να μοιράζονται βίντεο. Το άρ. 9 της Οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι πραγματικές περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, ήτοι η βιντεοσκόπηση αστυνομικών υπαλλήλων εντός αστυνομικού τμήματος, κατά τη λήψη καταθέσεως, και η δημοσιοποίηση του μαγνητοσκοπηθέντος με τον τρόπο αυτό βίντεο σε δικτυακό τόπο αναρτήσεως βίντεο στον οποίον οι χρήστες μπορούν να στέλνουν, να παρακολουθούν και μοιράζονται βίντεο, μπορούν να συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικώς για δημοσιογραφικούς σκοπούς, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον από το εν λόγω βίντεο συνάγεται ότι η εν λόγω μαγνητοσκόπηση και η εν λόγω δημοσιοποίηση έχουν ως μόνο σκοπό την ανακοίνωση στο κοινό πληροφοριών, γνωμών ή ιδεών, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Σελ. 171.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ

Οι προβαλλόμενες από την προσφεύγουσα τεχνικές δυσκολίες προβολής βιντεοσκοπημένου υλικού κατά τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών σε βάρος της, δεν θεμελιώνουν, άνευ ετέρου, παραβίαση του άρ. 6 ΕΣΔΑ, ιδίως ενόψει της μη υποβολής παραπόνων της τελευταίας για την ποιότητα του ήχου και της μη αμφισβήτησης εκ μέρους της του αυθεντικού περιεχομένου της μαγνητοσκόπησης. Η απουσία μάρτυρα από την κύρια δίκη, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που έδωσε στις προδικαστικές διαδικασίες, καθώς και η μη κλήτευση και εξέταση δύο μαρτύρων οι οποίοι προσκλήθηκαν από τον ανακριτή να δράσουν ως ουδέτεροι παρατηρητές ενός ανακριτικού μέτρου, σύμφωνα με το άρ. 60 του Ρωσικού ΚΠΔ, δεν αντίκεινται στο άρ. 6 παρ. 1 και 3 ΕΣΔΑ. Σελ. 151

Η συμμετοχή στη σύνθεση ποινικού δικαστηρίου δικαστή που είχε διοριστεί κατά κατάφωρη παράβαση του εθνικού δικαίου είχε ως αποτέλεσμα ο προσφεύγων να μην δικαστεί από νομίμως λειτουργόν δικαστήριο κατά παράβαση του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Η παρέκκλιση της Υπουργού Δικαιοσύνης από τις προτάσεις της ανεξάρτητης επιτροπής αξιολόγησης των υποψηφίων, χωρίς να τεκμηριώσει επαρκώς την επιλογή της, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του εθνικού δικαίου, λόγω του θεμελιώδους χαρακτήρα της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, αποτελώντας ταυτόχρονα υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής της ευχέρειας. Σελ. 153

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ

Η αποτυχία συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας προκειμένου να ερευνηθεί αποτελεσματικά ο θάνατος των συγγενών των προσφευγόντων που συνέβη στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας παραβίασε το διαδικαστικό σκέλος του άρ. 2 ΕΣΔΑ. Η Τουρκία είχε δικαιοδοσία βάσει του άρ. 1 ΕΣΔΑ, αφενός επειδή οι αρχές της κατεχόμενης Κύπρου, επί των οποίων ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, είχαν ξεκινήσει έρευνα, αφετέρου επειδή οι ύποπτοι είχαν καταφύγει στο έδαφος της κατεχόμενης Κύπρου. Η Τουρκία, αποτυγχάνοντας να εξετάσει και να απαντήσει αιτιολογημένα στο αίτημα της Κύπρου για έκδοση των υπόπτων, παραβίασε τις απορρέουσες από το άρ. 2 ΕΣΔΑ υποχρεώσεις της. Η Κύπρος έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα και δικαιολογημένα αρνήθηκε να μεταβιβάσει όλο τον φάκελο της υπόθεσης στις αρχές της κατεχόμενης Κύπρου γιατί έτσι θα παραιτείτο της ποινικής της δικαιοδοσίας σχετικά με έγκλημα τελεσμένο στο έδαφός της υπέρ μίας μη αναγνωρισμένης οντότητας δρώσας στην επικράτειά της. Σελ. 151

Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση της διαδικασίας δικαστικής έρευνας, και το ελλιπές πόρισμα αυτής ως προς το θάνατο κρατουμένου στη φυλακή, και τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, δεν εκπληρώνουν την υποχρέωση του κράτους για ταχεία και αποτελεσματική διερεύνηση, παραβιάζοντας το άρ. 2 ΕΣΔΑ. Η προκαταρκτική έρευνα έπαυσε χωρίς αιτιολογία, ενώ δεν κλήθηκαν μάρτυρες των οποίων οι καταθέσεις ήταν ουσιώδεις για την περάτωσή της, και δεν εισφέρθηκε πραγματογνωμοσύνη ως προς ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης. Η μήνυση που υπεβλήθη στην εισαγγελία για το θάνατο του κρατούμενου αρχειοθετήθηκε χωρίς αιτιολογία. Η οικογένεια του θύματος, παρά το έννομο συμφέρον της, δεν απέκτησε πρόσβαση στο φάκελο της δικογραφίας. Σελ. 152

ΔΙΚΑΣΤΕΣ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Το άρ. 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και το άρ. 2, παρ. 1 και παρ. 2, στοιχείο β΄, της Οδηγίας 2000/78/ΕΕ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία καθόρισε, στο πλαίσιο γενικών μέτρων μισθολογικής μειώσεως τα οποία υπαγορεύονται από επιταγές περί εξαλείψεως υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, διαφορετικά ποσοστά μισθολογικής μειώσεως για τις βασικές και τις πρόσθετες αποδοχές των μελών του δικαστικού σώματος, γεγονός το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές μισθών για εκείνους που υπάγονται σε δύο μισθολογικά κλιμάκια των χαμηλότερων βαθμίδων του δικαστικού σώματος από ό,τι για εκείνους που υπάγονται σε μισθολογικό κλιμάκιο ανώτερης βαθμίδας του εν λόγω σώματος, ενώ οι πρώτοι λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές, είναι συνήθως νεότερης ηλικίας και έχουν κατά κανόνα μικρότερη αρχαιότητα από τους δεύτερους. Το άρ. 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ έχει την έννοια ότι η αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών δεν αποκλείει την εφαρμογή στον προσφεύγοντα της κύριας δίκης εθνικής ρυθμίσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία έχει καθορίσει, ανεξάρτητα από τη φύση των ασκούμενων καθηκόντων, την αρχαιότητα ή τη σπουδαιότητα του επιτελούμενου λειτουργήματος, στο πλαίσιο γενικών μέτρων μισθολογικής μειώσεως τα οποία υπαγορεύονται από επιταγές περί εξαλείψεως υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος, διαφορετικά ποσοστά μισθολογικής μειώσεως για τις βασικές και τις πρόσθετες αποδοχές των μελών του δικαστικού σώματος, γεγονός το οποίο, κατά το αιτούν δικαστήριο, αποδείχθηκε ότι είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές μισθών για εκείνους που υπάγονται σε δύο μισθολογικά κλιμάκια των χαμηλότερων βαθμίδων του δικαστικού σώματος από ό,τι για εκείνους που υπάγονται σε μισθολογικό κλιμάκιο ανώτερης βαθμίδας του εν λόγω σώματος, ενώ οι πρώτοι λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές από τους δεύτερους, εφόσον το επίπεδο των αποδοχών που λαμβάνει, κατ’ εφαρμογήν της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης μισθολογικής μειώσεως, ο προσφεύγων της κύριας δίκης τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκεί και διασφαλίζει, ως εκ τούτου, την ανεξαρτησία της κρίσης του, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Σελ. 171.

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

Αντισυνταγματική η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων βάσει του άρ. πρώτου παρ. Γ υποπαρ. Γ.1 (1) Ν 4093/2012, κατά το μέρος που αυτή αφορά ειδικώς τους δικαστικούς υπαλλήλους όπως οι ενάγοντες, ως αντικείμενη στα αρ. 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Σ, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του ΔΠρωτ Τρίπολης. Μέσω της επίμαχης κατάργησης, σε συνδυασμό με τις λοιπές μειώσεις του εισοδήματός τους, οι δημόσιοι υπάλληλοι επωμίστηκαν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας καθ’ υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί να ληφθούν διαρθρωτικά μέτρα ή να εισπραχθούν οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές, από τη μη εφαρμογή και είσπραξη των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (μειοψ.). Παραπομπή στην Ολομέλεια βάσει του αρ. 100 παρ. 5 Σ. Σελ. 217.

ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Το άρ. 1 και το άρ. 2, παρ. 2, της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχουν την έννοια ότι εισάγει άμεση διάκριση λόγω θρησκείας εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία προβλέπει, αφενός, ότι η Μεγάλη Παρασκευή είναι αργία μόνο για τους εργαζομένους που είναι μέλη ορισμένων χριστιανικών εκκλησιών και, αφετέρου, ότι μόνο οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία, εφόσον απασχοληθούν κατά την ημέρα αυτή. Τα μέτρα που προβλέπει η ως άνω εθνική νομοθετική ρύθμιση δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων, κατά την έννοια του άρ. 2, παρ. 5, της εν λόγω οδηγίας, ούτε ειδικά μέτρα με σκοπό την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων λόγω θρησκείας, κατά την έννοια του άρ. 7, παρ. 1, της οδηγίας αυτής. Το άρ. 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι, ενόσω το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν τροποποιεί, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, τη νομοθεσία του βάσει της οποίας το δικαίωμα στην αργία της Μεγάλης Παρασκευής αναγνωρίζεται μόνο στους εργαζομένους που είναι μέλη ορισμένων χριστιανικών εκκλησιών, ο ιδιώτης εργοδότης που υπόκειται στη ρύθμιση αυτή υποχρεούται να αναγνωρίζει και στους λοιπούς εργαζομένους του το δικαίωμα στην αργία της Μεγάλης Παρασκευής, εφόσον οι εργαζόμενοι αυτοί του έχουν προηγουμένως ζητήσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής εργασίας κατά την ημέρα αυτή, και, κατά συνέπεια, να αναγνωρίζει στους εργαζομένους αυτούς το δικαίωμα σε πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα εργασία, αν ο εν λόγω εργοδότης δεν δεχθεί το αίτημά τους αυτό. Σελ. 170.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ακυρωτέα η ΚΥΑ, με την οποία προβλέφθηκε η ύπαρξη μιας και μοναδικής στολής για το προσωπικό όλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων ασφαλείας, διότι η ρύθμιση αυτή τέθηκε καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδοτικής διάταξης του Ν 2518/1997, όπως αντικαταστάθηκε από τον Ν 3708/2008, του άρ. 5 παρ. 1 του Σ, καθώς και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Η διοίκηση ερμηνεύοντας εσφαλμένως την εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία έκανε λόγο για ενιαίο «τύπο» στολών, προέβλεψε ενιαία «μορφή» στολής, μην αφήνοντας κανένα περιθώριο στις επιχειρήσεις να διαμορφώσουν οι ίδιες τα ιδιαίτερα ενδυματολογικά χαρακτηριστικά των στολών του προσωπικού τους. Παραβιάζεται το άρ. 5 παρ. 1 του Σ και η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς τίθεται δυσανάλογος περιορισμός της επαγγελματικής-οικονομικής ελευθερίας των εν λόγω επιχειρήσεων, για τις οποίες η στολή συνιστά διακριτικό γνώρισμα και άρα στοιχείο εξατομίκευσης τους. Σελ. 213.

Απορριπτέα αίτηση ακυρώσεως κατά της υπουργικής αποφάσεως που ρυθμίζει την υποχρέωση των δικηγόρων να δέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα, καθώς αυτή είναι σύμφωνη με το άρ. 5 Σ και τον Ν 2472/1997 για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ο περιορισμός της οικονομικής και της συμβατικής ελευθερίας των δικηγόρων λόγω της υποχρέωσης αποδοχής πληρωμών με κάρτα επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την πάταξη της φοροδιαφυγής, και δεν είναι προδήλως απρόσφορος ή δυσανάλογος, ώστε να καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος. Τα προσωπικά δεδομένα που υπόκεινται σε επεξεργασία δεν είναι ευαίσθητα αφού πρόκειται απλώς για οικονομικά δεδομένα και δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο προστασίας του δικηγορικού απορρήτου. Η επεξεργασία επιδιώκει υπέρτερο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τον φορολογικό έλεγχο στοιχεία. Σελ. 215.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Στο άρ. 29 της Oδηγίας 2011/95/ΕΕ σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αντιτίθεται εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι οι πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα προσωρινής διαμονής σε ορισμένο κράτος μέλος λαμβάνουν παροχές κοινωνικής αρωγής χαμηλότερες από αυτές που χορηγούνται στους υπηκόους του συγκεκριμένου κράτους και στους πρόσφυγες που έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος. Ένας πρόσφυγας μπορεί να προβάλει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ότι μια διάταξη όπως η επίμαχη δεν συνάδει προς το εν λόγω άρθρο, ώστε να μην ισχύσει ο περιορισμός των δικαιωμάτων του που απορρέει από τη ρύθμιση αυτή. Σελ. 168.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η κράτηση ασυνόδευτων ανηλίκων μεταναστών σε αστυνομικά τμήματα για μεγάλο χρονικό διάστημα συνιστά στέρηση της ελευθερίας τους και συνακόλουθα παραβίαση του άρ. 5 παρ. 1 ΕΣΔΑ και είναι ικανή να επιφέρει αρνητικές συνέπειες τόσο για την σωματική όσο και για την ψυχική τους υγεία. Η αδράνεια Εισαγγελέα, ο οποίος αποτελεί και τον νόμιμο κηδεμόνα τους, για την εύρεση δικηγόρου ή την άσκηση έφεσης εξ’ ονόματος τους, ώστε να διακοπεί η κράτηση τους, και να επιτευχθεί η μεταφορά τους σε κατάλληλες δομές για ανηλίκους συνιστά παραβίαση του άρ. 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρ. 13 ΕΣΔΑ. Υπάρχει παραβίαση του άρ. 13 σε συνδυασμό με το άρ. 3 ΕΣΔΑ, όσον αφορά στις συνθήκες κράτησης εντός των αστυνομικών τμημάτων. Σελ. 152.

Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η ποινικοποίηση της χρήσης, επί πληρωμή, υπηρεσιών πορνείας κατ’ άρ. 225 και 611 ΠΚ. Εναπόκειται στον νομοθέτη να προβεί στην εναρμόνιση της συνταγματικής αρχής της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης και του δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας, όπως κατοχυρώνεται στα άρ. 2 και 4 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789. Μέσω της επίμαχης ποινικοποίησης, ο νομοθέτης θέλησε να προασπίσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια έναντι πράξεων σεξουαλικής εκμετάλλευσης, μαστροπείας και εμπορίας ανθρώπων, στις οποίες εκτίθενται τα εκδιδόμενα πρόσωπα. Δεν προκύπτει προφανής δυσαναλογία μεταξύ του επιλεγέντος από τον νομοθέτη μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Στον βαθμό που υπαγορεύονται από το γενικό συμφέρον, είναι νόμιμοι και αναλογικοί οι περιορισμοί στη συμβατική και επιχειρηματική ελευθερία. Σελ. 178.

ΡΑΔΙΟΣΥΧΝΟΤΗΤΕΣ

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενης κατά απόφασης του ΔΕφΑθ, με την οποία είχε απορριφθεί προσφυγή του αναιρεσείοντος τηλεοπτικού σταθμού κατά της επιβολής σε αυτόν τέλους ως ανταλλάγματος υπέρ του Δημοσίου για τη χρήση διαύλων ραδιοσυχνοτήτων, διότι η διαχείριση του τηλεοπτικού φάσματος, ως κυριαρχικό δικαίωμα του Κράτους, δικαιολογεί το τέλος. Η αντανάκλαση της αξίας χρήσεως του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων μέσω τέλους υπαγορεύεται από τις ιδιότητές του ως δημοσίου αγαθού και σπάνιου πόρου για τον χρήστη. Η επιβάρυνση δεν λαμβάνει τον χαρακτήρα φόρου ή ανταποδοτικού τέλους, επομένως δεν βρίσκουν εφαρμογή οι αρχές της ανταποδοτικότητας και αναλογικής σχέσης μεταξύ εξόδων και εσόδων. Ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης συνιστά απλό, διαφανές και πρόσφορο κριτήριο για τον υπολογισμό του ύψους του τέλους. Το καθορισθέν ποσοστό του 2% δεν αντιβαίνει προς το άρ. 106 παρ. 1 Σ, καθώς δεν καθιστά οικονομικώς ανέφικτη ή δυσχερή την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σελ. 217.

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΙ

Ακυρωτέα απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία ορίστηκε ως ανώτατο όριο ηλικίας συμμετοχής στον διαγωνισμό συμβολαιογράφων το 42ο έτος, διότι το επίμαχο ηλικιακό όριο αντίκειται στο άρ. 6 παρ. 1 στοιχ. γ΄της Οδηγίας 2000/78. Το επάγγελμα του συμβολαιογράφου αποτελεί δημόσιο λειτούργημα και συνεπώς είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτή η θέσπιση κανόνων που να ρυθμίζουν και να περιορίζουν την πρόσβαση σε αυτό, τηρουμένης, ωστόσο, της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Τυχόν περιορισμός της αρχής αυτής, απαιτείται να δικαιολογείται από κάποιον θεμιτό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Η ανάγκη εύλογης απασχόλησης πριν τη συνταξιοδότηση συνιστά τέτοιο θεμιτό λόγο, πλην όμως το επίμαχο όριο δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε πρόσφορο για την ικανοποίηση του ως άνω σκοπού, ο οποίος μπορεί να ικανοποιηθεί και με την πρόβλεψη υψηλότερου ανώτατου ορίου ηλικίας, ενόψει της συνταξιοδότησης των συμβολαιογράφων στο 70ο έτος. Σελ. 214.

ΤΕΛΗ

Το άρ. 1, στ. γ΄, του Κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρ. 108 ΣΛΕΕ, έχει την έννοια ότι η τροποποίηση του καθεστώτος χρηματοδοτήσεως της δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως ενός κράτους μέλους η οποία, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, συνίσταται στην αντικατάσταση ενός ραδιοτηλεοπτικού τέλους που οφείλεται λόγω της κατοχής συσκευής οπτικοακουστικής λήψεως από εισφορά υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως, που οφείλεται ιδίως λόγω της κατοχής οικίας ή επαγγελματικής εγκαταστάσεως, δεν συνιστά τροποποίηση υφιστάμενης ενισχύσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή βάσει του άρ. 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ. Τα άρ. 107 και 108 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία παρέχει στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό κατά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο ορισμένες εξουσίες που του επιτρέπουν να διενεργεί ο ίδιος την αναγκαστική εκτέλεση για απαιτήσεις από οφειλόμενες εισφορές υπέρ της ραδιοτηλεοράσεως. Σελ. 169.

Δεκτή η προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος τέλος επιτηδεύματος, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του άρ. 31 παρ. 3 του Ν 3986/2011. Βάσιμος ο ισχυρισμός περί πλημμελούς εφαρμογής του άρ. 31 Ν 3986/2011 εκ μέρους της φορολογικής αρχής, δεδομένου ότι για την επιβολή τέλους επιτηδεύματος απαιτείται η συμπλήρωση πενταετούς επαγγελματικής δραστηριότητας από την έναρξη των εργασιών, χωρίς να υφίσταται διακοπή της δραστηριότητας, επί τη βάση της οποίας επιβάλλεται το ένδικο φορολογικό βάρος. Σελ. 202.

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά απόφασης του ΔΕφΑθ, με την οποία είχε γίνει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης ΑΕ κατά αποφάσεως του αναιρεσείοντος Δήμου, που καταλόγιζε στην ΑΕ ανταποδοτικά τέλη και ισόποσα πρόστιμα, διότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν νοείται επιβολή τελών για αυτοκινητοδρόμους, καθώς αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα κατά το άρ. 968 ΑΚ. Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τού αυτοκινητοδρόμου δεν αίρεται από τη διάθεση ιδιαίτερων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως επ’ αυτού στην αναιρεσίβλητη, συμπεριλαμβανομένης της είσπραξης διοδίων, αλλ’ αντιθέτως εξυπηρετείται, διότι το έργο εξακολουθεί ανήκον στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και προορίζεται για κοινή χρήση. Το δικαίωμα της ελευθερίας κίνησης των πολιτών κατά άρ. 5 Σ δεν αντιτίθεται στη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στο να καταστεί αυτό βιώσιμο και υπαγορεύονται από ορθολογική κρίση. Σελ. 218.

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ

Απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη, η αίτηση ακυρώσεως σωματείου τηλεοπτικών σταθμών κατά της ΚΥΑ καθορισμού της τιμής εκκίνησης για τη δημοπρασία αδειών παρόχων τηλεοπτικού περιεχομένου εθνικής εμβέλειας ενημερωτικού προγράμματος, διότι η προϋπόθεση καταβολής τιμήματος δεν παραβιάζει τα άρ. 5, 14, 15 Σ, 10 ΕΣΔΑ και τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες. Η προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται από το γενικό συμφέρον διαχείρισης του δημοσίου αγαθού των ραδιοσυχνοτήτων. Η τιμή καθορίζεται βάσει αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων που αντικατοπτρίζουν την αξία χρήσης της άδειας. Επιτρεπτώς παρασχέθηκε στη Διοίκηση εξουσιοδότηση για τον καθορισμό της τιμής εκκίνησης, αφού αυτός αποτελεί μερικότερη περίπτωση σύμφωνα με το άρ. 43 παρ. 2 Σ σε σχέση με τις ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου για τη διενέργεια πλειοδοτικής διαδικασίας βάσει της τιμής εκκίνησης. Σελ. 213.

ΤΟΚΟΙ

Το άρ. 1, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιριών διαφορετικών κρατών μελών, σε συνδυασμό με το άρ. 1, παρ. 4, της οδηγίας αυτής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό απαλλαγή φόρου για τις πληρωμές τόκων περιορίζεται αποκλειστικά στους δικαιούχους τέτοιων τόκων, ήτοι στις οντότητες που πράγματι καρπώνονται από οικονομικής απόψεως τους τόκους αυτούς και διαθέτουν ως εκ τούτου την εξουσία να καθορίζουν ελεύθερα πώς θα χρησιμοποιηθούν οι τόκοι. Η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, κατά την οποία οι πολίτες δεν μπορούν να επικαλούνται δολίως ή καταχρηστικώς τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το πλεονέκτημα της απαλλαγής φόρου επί των πληρωμών τόκων, το οποίο προβλέπεται στο άρ. 1, παρ. 1, της Οδηγίας 2003/49, πρέπει, σε περίπτωση δόλιας ή καταχρηστικής πρακτικής, να μην χορηγείται σε φορολογούμενο από τις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια, ακόμη και ελλείψει διατάξεων του εθνικού δικαίου ή διεθνών συμβάσεων που να προβλέπουν τέτοια άρνηση. Προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρηστικής πρακτικής απαιτείται, αφενός, η συνδρομή ενός συνόλου αντικειμενικών περιστάσεων από τις οποίες να προκύπτει ότι, παρά την τυπική τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει η ρύθμιση της Ένωσης, δεν επιτεύχθηκε ο επιδιωκόμενος με τη ρύθμιση αυτή σκοπός και, αφετέρου, η ύπαρξη ενός υποκειμενικού στοιχείου, το οποίο συνίσταται στη βούληση του ενδιαφερομένου να αποκομίσει όφελος από τη ρύθμιση της Ένωσης δημιουργώντας τεχνητά τις προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για να αντλήσει το όφελος αυτό. Η συνδρομή ορισμένων ενδείξεων μπορεί να αποδεικνύει την ύπαρξη καταχρήσεως δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδείξεις αυτές είναι αντικειμενικές και συγκλίνουσες. Μπορούν να αποτελούν τέτοιες ενδείξεις, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη εταιριών-οχημάτων που δεν δικαιολογείται από οικονομική σκοπιά καθώς και ο αμιγώς τυπικός χαρακτήρας της διαρθρώσεως του ομίλου εταιριών, των χρηματοοικονομικών διευθετήσεων και των δανείων. Το γεγονός ότι το κράτος μέλος από το οποίο προέρχονται οι τόκοι έχει συνάψει σύμβαση με το τρίτο κράτος στο οποίο εδρεύει η εταιρία που είναι ο δικαιούχος τους δεν ασκεί επιρροή στην ενδεχόμενη διαπίστωση καταχρήσεως δικαιώματος. Εθνική αρχή δεν υποχρεούται να προσδιορίσει την οντότητα ή τις οντότητες που θεωρεί ότι είναι οι δικαιούχοι των τόκων, προκειμένου να αρνηθεί να αναγνωρίσει σε μια εταιρία την ιδιότητα του δικαιούχου των τόκων αυτών ή προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη καταχρήσεως δικαιώματος. Το άρ. 3, στοιχείο α΄, της Οδηγίας 2003/49 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια ετερόρρυθμη κατά μετοχές εταιρία (SCA) η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως εταιρία επενδύσεως κεφαλαίων υψηλού κινδύνου (SICAR) λουξεμβουργιανού δικαίου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί εταιρία κράτους μέλους, κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, δυνάμενη να τύχει της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρ. 1, παρ. 1, της οδηγίας αυτής, εάν οι τόκοι που εισπράχθηκαν από την εν λόγω SICAR, σε μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων στο Λουξεμβούργο, γεγονός που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Σε περίπτωση που το προβλεπόμενο στην Οδηγία 2003/49 καθεστώς απαλλαγής από την παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των τόκων που καταβάλλονται από εδρεύουσα σε κράτος μέλος εταιρία σε εταιρία εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος δεν εφαρμόζεται λόγω της διαπιστώσεως απάτης ή καταχρήσεως, κατά την έννοια του άρ. 5 της οδηγίας αυτής, η εφαρμογή των ελευθεριών που κατοχυρώνονται στη ΣΛΕΕ δεν μπορεί να προβληθεί προκειμένου να αμφισβητηθεί η ρύθμιση του πρώτου κράτους μέλους που διέπει τη φορολόγηση των τόκων αυτών. Εξαιρουμένης της περιπτώσεως αυτής, το άρ. 63 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι: δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, σε εθνική ρύθμιση κατά την οποία εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία που πληρώνει τόκους σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία υποχρεούται να προβεί σε παρακράτηση στην πηγή του φόρου επί των τόκων αυτών, ενώ η εν λόγω εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία δεν υπέχει την υποχρέωση αυτή όταν η εταιρία που εισπράττει τους τόκους είναι επίσης εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, αλλά αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει τέτοια παρακράτηση φόρου στην πηγή σε περίπτωση πληρωμής τόκων από εδρεύουσα στην ημεδαπή σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία, ενώ εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία που εισπράττει τόκους από άλλη εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία δεν υπόκειται στην υποχρέωση προκαταβολής φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά τα δύο πρώτα φορολογικά έτη και, ως εκ τούτου, υποχρεούται να καταβάλει τον φόρο αυτόν επί των ως άνω τόκων διαθέτοντας σαφώς μεγαλύτερη προθεσμία προς τούτο σε σχέση με την περίπτωση της παρακρατήσεως του φόρου στην πηγή, ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει σε εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία που υποχρεούται να προβεί σε παρακράτηση στην πηγή φόρου επί των τόκων που καταβάλλει η ίδια σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία την υποχρέωση, σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής του παρακρατούμενου αυτού φόρου, να καταβάλει τόκους υπερημερίας με επιτόκιο υψηλότερο από αυτό που εφαρμόζεται σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων ο οποίος επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, στους τόκους που εισπράττει εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία από άλλη εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, καθώς και ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι, όταν εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία υπόκειται σε υποχρέωση παρακρατήσεως στην πηγή φόρου επί των τόκων που πληρώνει σε εδρεύουσα στην αλλοδαπή εταιρία, δεν λαμβάνονται υπόψη για τη φορολόγηση οι δαπάνες υπό μορφή τόκων που πραγματοποίησε η τελευταία αυτή εταιρία, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τον επίμαχο δανεισμό, ενώ, κατά την εθνική αυτή ρύθμιση, τέτοιες δαπάνες δύνανται να εκπέσουν από εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία η οποία εισπράττει τόκους από άλλη εδρεύουσα στην ημεδαπή εταιρία, κατά τον καθορισμό του φορολογητέου εισοδήματός της. Σελ. 171.

ΦΟΡΟΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

Απορριπτέα η προσφυγή Ιεράς Μονής στρεφόμενη κατά της σιωπηρής απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε κατά πράξης προσδιορισμού ΕΝΦΙΑ, διότι τα ακίνητα των Ιερών Μονών της Ελλάδος δεν υπάγονται στο προνομιακό φορολογικό καθεστώς που θεσπίζει το άρ. 105 Σ για τα ακίνητα των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους. Η προσφυγή εισήχθη στο ΣτΕ δυνάμει του άρ. 1 παρ. 1 του Ν 3900/2010. Το άρ. 3 του Ν 4223/2013, θεσπίζοντας εξαίρεση από την απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ μόνον προκειμένου περί ακινήτων που δεν χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση λατρευτικού, θρησκευτικού και κοινωφελούς έργου, δεν αντίκειται στα άρ. 4 παρ. 1 και 5 και άρ. 78 παρ. 4 Σ. Εφόσον δεν επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος που να κλονίζει την περιουσιακή κατάσταση της προσφεύγουσας, η εξαίρεση είναι σύμφωνη ως προς το άρ. 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Σελ. 214.

Απορριπτέα αναίρεση στρεφομένη κατά αποφάσεως του ΔΕφΑθ, με την οποία κρίθηκε συνταγματική η αναδρομική μεταβολή του συντελεστή φόρου ακίνητης περιουσίας εξωχώριων εταιριών από 3% σε 15%, σύμφωνα με τα άρ. 4 παρ. 5 Σ, 5 παρ. 1 Σ, 17 παρ. 1 Σ και άρ. 1 ΠΠΠ, δεδομένου ότι στόχος του Ν 3091/2002 είναι ο περιορισμός της φοροαποφυγής των ανωτέρω εταιριών. Η εξαίρεση που εισάγει ο Ν 3091/2002 για εταιρίες με ακαθάριστα έσοδα εντός της Ελλάδας, τα οποία είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα των ακινήτων είναι χωρίς νομική επιρροή αν στο πλαίσιο άλλων φορολογιών τα εισοδήματα από ακίνητα εν γένει θεωρούνται εισοδήματα από την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σελ. 219.

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ (ΦΠΑ)

Είναι σύμφωνη με την Οδηγία 2006/112/ΕΚ και τις αρχές της φορολογικής ουδετερότητας και της αναλογικότητας, εθνική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει στην φορολογική αρχή, σε περίπτωση σοβαρών αποκλίσεων μεταξύ των δηλωθέντων εσόδων και των εσόδων που υπολογίζονται κατ’ εκτίμηση βάσει τομεακών μελετών, να κάνει χρήση επαγωγικής μεθόδου στηριζόμενης σε τέτοιες τομεακές μελέτες, για να προβεί σε διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, απαιτώντας την καταβολή συμπληρωματικού ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι δίνει τη δυνατότητα στον υποκείμενο στον φόρο να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα της εν λόγω μεθόδου, επικαλούμενος τυχόν αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία διαθέτει, και να ασκήσει το δικαίωμά του εκπτώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου X της Οδηγίας 2006/112. Σελ. 168.

Η αρχή της ουδετερότητας καθώς και τα άρ. 90 και 273 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία προβλέπει ότι ο υποκείμενος στον φόρο δεν μπορεί να προβεί σε μείωση της βάσης επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), σε περίπτωση μη καταβολής της τιμής, για όσο χρόνο δεν έχει γνωστοποιήσει προηγουμένως στον αποκτώντα το αγαθό ή την υπηρεσία, εφόσον αυτός είναι υποκείμενος στον φόρο, την πρόθεσή του να μηδενίσει ένα μέρος ή το σύνολο του ΦΠΑ, προκειμένου να διορθωθεί η έκπτωση του ποσού του ΦΠΑ στην οποία μπόρεσε να προβεί ο εν λόγω αποκτών. Σελ. 168.

Αναιρετέα η απόφαση του ΔΕφΤρίπολης, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος κατά πρωτόδικης απόφασης του ΔΠρωτΝαυπλίου, η οποία απέρριπτε προσφυγή του ίδιου κατά πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ από ΔΟΥ Άργους για ανέγερση οικοδομής, λόγω μη υποβολής δήλωσης. Το άρ. 53 του Ν 2065/1992 δεν είναι συμβατό με τα άρ. 21 και 27 παρ. 1 της έκτης Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, στο μέτρο που καθιστά υπόχρεο ΦΠΑ τον ιδιοκτήτη οικοδομής, χωρίς αυτός να περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στην οδηγία πρόσωπα και χωρίς να προκύπτει τήρηση της διαδικασίας παρέκκλισης του ως άνω άρ. 27 παρ. 1. Η επιβολή αυτοτελούς φορολογικής υποχρέωσης σε πρόσωπο διαφορετικό από το υποκείμενο στο φόρο παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος ΦΠΑ που θεσπίζει η ενωσιακή νομοθεσία. Σελ. 217.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Αναιρετέα απόφαση του ΔΕφΘεσ, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αναιρεσείουσας ΑΒΕΕ κατά πράξης Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., απορρίπτουσας επιφύλαξη σε δήλωση απόδοσης φόρου, διότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένως δέχθηκε ότι η διάταξη της παρ. 4 του άρ. 9 του Ν 3296/2004 είναι σύμφωνη με το άρ. 78 παρ. 2 Σ. Η υποβολή των επισφαλών απαιτήσεων επιχείρησης σε φορολόγηση (έστω και αυτοτελή και με χαμηλότερο συντελεστή), κατά τρόπο αντίθετο προς το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς και χωρίς να παρέχεται ένα μεταβατικό στάδιο για την επιδίωξη της διαγραφής των απαιτήσεων αυτών, προσκρούει στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, όπως αποτυπώνεται στο άρ. 78 παρ. 2 του Σ. Η ως άνω νομοθετική ρύθμιση συνιστά ανεπίτρεπτη αναδρομική επιβολή φόρου, καθώς αφορά σε ύλη που προϋπήρχε αυτής και που έως τον χρόνο εισαγωγής της εξέπιπτε κατ’ αρχήν κατά τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος (μειοψ.). Παραπομπή στην Ολομέλεια. Σελ. 214.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Δεκτή εν μέρει αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του ΔΕφΠειραιώς, με την οποία επιδιώκεται η επιστροφή, εντόκως, από την άσκηση της προσφυγής, του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού που αφορά σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, διότι η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης περί του καταλογισθέντα στην αναιρεσείουσα ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι μη νόμιμη. Η ρύθμιση του άρ. 38 παρ. 2 του Ν 1473/1984 αντίκειται στα άρ. 4 παρ. 5 και 17 παρ. 1 Σ και στο άρ. 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 2190-1/2014 Ολ.). Μη νόμιμη η επιβολή ειδικού φόρου κατανάλωσης με την επίδικη πράξη της τελωνειακής αρχής λόγω απαλλαγής της αναιρεσείουσας από λοιπούς φόρους, διότι, σύμφωνα με το άρ. 2 παρ. 1 περ. γ΄ της ΥΑ Δ.245/11/1.3.1988, σε αντιστοιχία με τις διατάξεις της Οδηγίας 83/183/ΕΟΚ, συνήθης κατοικία των δημοσίων υπαλλήλων που διαμένουν σε άλλο κράτος κατά τη διάρκεια υπηρεσιακής αποστολής τους, με καθορισμένη διάρκεια, θεωρείται αυτό το άλλο κράτος. Σελ. 216.

Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες προϊόντα βρίσκονται, υπό καθεστώς αναστολής, σε φορολογική αποθήκη εγκεκριμένου αποθηκευτή, ο τελευταίος ευθύνεται για την καταβολή των φόρων, με τους οποίους βαρύνονται τα προϊόντα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των Ν 2127/1993, Ν 2960/2001 και την Οδηγία 92/12/ΕΟΚ. Η προβλεπόμενη, στο άρ. 11 παρ. 3 περ. β΄ Ν 2127/1993, ευθύνη του αποθηκευτή, απορρέουσα απ’ τις αυξημένες υποχρεώσεις, που αναλαμβάνει ο αποθηκευτής κατά την διαχείριση τέτοιων προϊόντων, είναι αντικειμενική. Στην περίπτωση ενδοκοινοτικής μεταφοράς οινοπνεύματος, η ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή αναλαμβάνεται έναντι του κράτους μέλος, στο οποίο αυτός είναι εγκατεστημένος και δραστηριοποιείται. Εάν ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καταστεί απαιτητός σε άλλο κράτος μέλος, αρμόδιες για τον καταλογισμό του μη καταβληθέντος φόρους είναι οι αρχές του κράτους της εγκατάστασης και όχι αυτού, στο οποίο διεπράχθη η παράβαση. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση. Σελ. 220.