ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 3/2019, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2019

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΤΩΝ ΔΙΕΘΝΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο αιτών «διαφεύγει», κατ’ ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής, όταν αποφεύγει σκόπιμα τις αρμόδιες για τη μεταφορά του εθνικές αρχές προκειμένου να ματαιώσει τη μεταφορά αυτή. Μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο συμβαίνει, όταν η μεταφορά αυτή δεν μπορεί να εκτελεσθεί λόγω του γεγονότος ότι ο αιτών αυτός εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής που του είχε υποδειχθεί χωρίς να έχει ενημερώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές για την απουσία του, υπό την προϋπόθεση ότι ήταν ενήμερος για τις υποχρεώσεις του συναφώς, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Ο εν λόγω αιτών διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι η παράλειψή του να ενημερώσει τις αρχές αυτές για την απουσία του δικαιολογείται από βάσιμους λόγους και όχι από την πρόθεση να αποφύγει τις εν λόγω αρχές. Το άρθρο 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 604/2013 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατά αποφάσεως περί μεταφοράς, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 29, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, υποστηρίζοντας ότι, δεδομένου ότι δεν είχε διαφύγει, η εξάμηνη προθεσμία έχει λήξει. Το άρθρο 29, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 604/2013 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία μεταφοράς στους δεκαοκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο, αρκεί το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα να ενημερώσει, πριν από τη λήξη της εξάμηνης προθεσμίας μεταφοράς, το υπεύθυνο κράτος μέλος για το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος έχει διαφύγει και να ορίσει, ταυτοχρόνως, τη νέα προθεσμία μεταφοράς. Το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του το ζήτημα αν το άρθρο 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτίθεται στη μεταφορά ενός αιτούντος διεθνή προστασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 29 του κανονισμού 604/2013, στο κράτος μέλος που, βάσει του εν λόγω κανονισμού, είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς του διεθνούς προστασίας, οσάκις, στην περίπτωση χορηγήσεως τέτοιας προστασίας εντός του εν λόγω κράτους μέλους, ο εν λόγω αιτών διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 4, λόγω των προβλέψιμων συνθηκών διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Το άρθρο 4 του Χάρτη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία, εκτός αν το δικαστήριο που έχει επιληφθεί προσφυγής κατά της αποφάσεως περί μεταφοράς διαπιστώσει, βάσει αντικειμενικών, αξιόπιστων, συγκεκριμένων και δεόντως ενημερωμένων στοιχείων και υπό το πρίσμα του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, ότι όντως υφίσταται ο κίνδυνος αυτός για τον εν λόγω αιτούντα εκ του λόγου ότι, σε περίπτωση μεταφοράς, αυτός θα περιέλθει, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως. Σελ. 288.

Το άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος να προβλέψει την άμεση εφαρμογή της διατάξεως του εθνικού δικαίου η οποία μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη του την παράγραφο 2, στοιχείο α΄, του άρθρου 33 της εν λόγω οδηγίας επί των αιτήσεων ασύλου επί των οποίων δεν έχει ακόμη εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, οι οποίες υποβλήθηκαν πριν από την 20ή Ιουλίου 2015 και πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω εθνικής διατάξεως. Αντιθέτως, μια τέτοια άμεση εφαρμογή αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα ιδίως του εν λόγω άρθρου 33, στην περίπτωση κατά την οποία τόσο η αίτηση ασύλου όσο και το αίτημα εκ νέου αναλήψεως υποβλήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2013/32 και, σύμφωνα με το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα, εξακολουθούν να εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας. Σε περίπτωση όπως επίμαχη στο πλαίσιο των υποθέσεων C-297/17, C-318/17 και C-319/17, το άρθρο 33 της οδηγίας 2013/32 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να απορρίπτουν αίτηση ασύλου ως απαράδεκτη βάσει της παραγράφου 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω άρθρου 33, χωρίς να πρέπει ή να μπορούν να προσφύγουν κατά προτεραιότητα στις διαδικασίες αναδοχής ή εκ νέου αναλήψεως που προβλέπει ο κανονισμός 604/2013. Το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2013/32 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους άσκηση της παρεχόμενης από την εν λόγω διάταξη δυνατότητας απορρίψεως ως απαράδεκτης μιας αιτήσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος του πρόσφυγα για τον λόγο ότι έχει ήδη χορηγηθεί στον αιτούντα επικουρική προστασία από άλλο κράτος μέλος, όταν οι προβλέψιμες συνθήκες διαβιώσεως που θα αντιμετωπίσει ο αιτών ως δικαιούχος επικουρικής προστασίας σε αυτό το άλλο κράτος μέλος δεν θα τον εκθέσουν σε σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ότι οι δικαιούχοι μιας τέτοιας επικουρικής προστασίας ουδόλως λαμβάνουν, στο εν λόγω κράτος μέλος, παροχές προς εξασφάλιση της στοιχειώδους διαβιώσεως ή λαμβάνουν αισθητά πιο περιορισμένες παροχές τέτοιου είδους σε σύγκριση με τις παροχές άλλων κρατών μελών, χωρίς εντούτοις η μεταχείρισή τους να διαφέρει από εκείνη που επιφυλάσσεται στους υπηκόους του κράτους μέλους αυτού, μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι ο αιτών αυτός θα εκτεθεί εντός του κράτους μέλους αυτού σε τέτοιον κίνδυνο μόνον εάν η περίσταση αυτή έχει ως συνέπεια να περιέλθει ο αιτών, λόγω της ιδιαιτέρως ευάλωτης θέσεώς του, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του και των προσωπικών του επιλογών, σε κατάσταση έσχατης υλικής στερήσεως. Το άρθρο 33, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2013/32 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκ μέρους κράτους μέλους άσκηση της ίδιας αυτής δυνατότητας, όταν η διαδικασία ασύλου στο άλλο κράτος μέλος που έχει χορηγήσει επικουρική προστασία στον αιτούντα καταλήγει στη συστηματική απόρριψη, χωρίς πραγματική εξέταση, της αιτήσεως για τη χορήγηση του καθεστώτος του πρόσφυγα σε αιτούντες διεθνή προστασία οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας. Σελ. 288-289.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως του πρώην προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ. κατά της πράξης διορισμού νέου Προέδρου, διότι μετά την κατάργηση της διάταξης του άρ. 2 παρ. 5 περ. Δ του Ν 2246/1994, σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας του Προέδρου ή μέλους της Ε.Ε.Τ.Τ. το νέο μέλος διορίζεται για πλήρη θητεία και όχι για το υπόλοιπο της θητείας του αποχωρούντος (μειοψ.). Σύμφωνα με το άρ. 3 παρ. 3α της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ, η θητεία των μελών των εθνικών ανεξάρτητων αρχών συνάπτεται με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους. Από τα άρ. 1-5 του Ν 3051/2002, που αφορούν τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές, δεν μπορεί να συναχθεί γενική αρχή, κατά την οποία, σε περίπτωση πρόωρης λήξης της θητείας μέλους ανεξάρτητης αρχής, το νέο μέλος διορίζεται για το υπόλοιπο της θητείας του αποχωρούντος. Εν όψει της κατάργησης του άρ. 5 περ. Δ Ν 2246/1994, εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρ. 6 παρ. 3 του Ν 4070/2012, κατά την οποία η θητεία του Προέδρου και των μελών της Ε.Ε.Τ.Τ. είναι τετραετής. Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση. Σελ. 331.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης Τηλεπικοινωνιακού Οργανισμού κατά απόφασης του ΔΕφΑθ που επικύρωσε το πρόστιμο της ΕΕΤΤ κατά της αναιρεσείουσας για παράβαση της νομοθεσίας περί τηλεπικοινωνιών και ανταγωνισμού, διότι ορθώς αξιολογήθηκαν οι επίδικες συμπεριφορές ως φαλκιδεύουσες τον υγιή ανταγωνισμό με άλλους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Η διαφημιστική εκστρατεία της αναιρεσείουσας εταιρείας το έτος 2001 καθώς και η μη απάντησή της σε αίτημα άλλης εταιρείας που παρέχει συναφείς υπηρεσίες συνιστούν μονοπωλιακές πρακτικές και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, συμπεριφορές οι οποίες δικαιολογούν τις σωρευτικές κυρώσεις που της επιβλήθηκαν. Σελ. 331.

ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Οι ιδιαίτερα σοβαρές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και οι ελλείψεις των γαλλικών αρχών αναφορικά με την υποχρέωσή τους για προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων συνιστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση του ατόμου που οδηγεί σε παραβίαση του άρ. 3 ΕΣΔΑ. Η μη εκτέλεση της προορισμένης για προστασία του προσφεύγοντος εντολής του δικαστή ανηλίκων περί τοποθετήσεώς του σε εγκαταστάσεις της κοινωνικής πρόνοιας, με αποτέλεσμα να παραμείνει για αρκετό διάστημα υπό συνθήκες ακατάλληλες για την ηλικία του, στοιχειοθετούν παραβίαση της υποχρέωσης του κράτους για υποστήριξη και προστασία του εν λόγω ασυνόδευτου ανηλίκου. Σελ. 286.

Η απρόκλητη σωματική βία σε βάρος Αφγανών υπηκόων, η βίαιη προσαγωγή τους, προκαλώντας τους τραύματα και κατάγματα, και η κράτησή τους σε άδειο δωμάτιο από αστυνομικά όργανα, προκειμένου να αποκαλύψουν πληροφορίες σχετικά με Αφγανό κρατούμενο που δραπέτευσε από το δικαστήριο αποτελούν κακομεταχείριση κατά την έννοια του άρ. 3 ΕΣΔΑ. Η ποινική διαδικασία του ελληνικού κράτους υπερέβη σε διάρκεια τα επτά έτη, ενώ διαπιστώθηκε αδράνεια διάρκειας ενός έτους. Οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων συνιστούν άτυπη επιχείρηση, ενώ οι διοικητικές και ποινικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν δεν επήλθαν σε βάρος των αστυνομικών οργάνων. Τα αστυνομικά όργανα δεν εξετάστηκαν ως προς τυχόν ρατσιστικά κίνητρα. Η ιατρική έκθεση δεν συμμορφώθηκε με τα διεθνή πρότυπα. Σελ. 286.

ΔΑΣΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Δεκτή αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά ΚΥΑ, με την οποία έλαβε χώρα ο ορισμός των κριτηρίων προσδιορισμού των «οικιστικών πυκνώσεων» κατ’ άρ. 23 παρ. 4 Ν 3889/2010, λόγω αντίθεσης της εξουσιοδοτικής διάταξης στο άρ. 24 παρ. 1 Σ (μειοψ.). Η εξαίρεση των «οικιστικών πυκνώσεων» από τους δασικούς χάρτες δεν υπαγορεύεται από λόγο δημοσίου συμφέροντος και είναι μέτρο απρόσφορο για την επιτάχυνση της διαδικασίας κύρωσης των χαρτών. Η πρόβλεψη της τήρησης της δασικής νομοθεσίας σε όσες από αυτές τις περιοχές υπάρχουν δασικές εκτάσεις δεν θεραπεύει τις πλημμέλειές τους, διότι αυτή η προστασία καθίσταται δυνατή μόνο δια της πρότερης προσήκουσας απογραφής των δασών. Η συνταγματικότητα μεταγενέστερης επέμβασης του νομοθέτη υπέρ της διαδίκου Διοίκησης για διαφορά ήδη εκκρεμούσα ελέγχεται κατ’ εξαίρεση κι αν κριθεί ανίσχυρη η διάταξη δεν επιφέρει τις συνέπειες του άρ. 32 ΠΔ. Σελ. 332-333.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία υπεβλήθησαν κυρώσεις κατά της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ), του Υπουργείου Οικονομικών, λόγω διαρροής φορολογικών στοιχείων, καθώς η απόφαση αυτή κρίνεται από το δικαστήριο ως νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη, σύμφωνα με τον Ν 2472/1997. Το επιβληθέν πρόστιμο δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένης της πρωτοφανούς έκτασης των διαρροών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του μεγάλου χρονικού διαστήματος και της σημασίας της διαφύλαξης του φορολογικού απορρήτου για την διασφάλιση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την φορολογική αρχή. Σελ. 330.

ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Ακυρωτέα η απόφαση του Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) επί προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας, την οποία άσκησε η τελευταία κατά της απόφασης αποκλεισμού της από το διαγωνισμό, διότι η προσβαλλόμενη, καθ΄ο μέτρο έκρινε ότι απαιτείται μονογραφή ανά φύλλο του Ευρωπαϊκού Ενιαίου Εγγράφου Σύμβασης (Ε.Ε.Ε.Σ.) από τον διαγωνιζόμενο, πάσχει μη νόμιμης αιτιολογίας. Το Ε.Ε.Ε.Σ. αποτελεί προκαταρκτική απόδειξη που εκδίδουν δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη, το οποίο είναι τυποποιημένο έντυπο που περιλαμβάνεται στον Εκτελεστικό Κανονισμό 2016/7 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με αποτέλεσμα να μην αποτελεί νόμιμο λόγο αποκλεισμού διαγωνιζομένου από το διαγωνισμό, σύμφωνα με το άρ. 96 παρ. 6 και άρ. 310 του Ν 4412/2016. Σελ. 332.

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (Α.Ε.Π.Π.), με την οποία απορρίφθηκε προδικαστική προσφυγή εταιρείας ασκηθείσα κατά του αποκλεισμού της από διαγωνισμό για την ανάθεση σύμβασης παραχώρησης υπηρεσιών βιοαερίου, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4412/2016, για την παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο στάδιο πριν την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων η Α.Ε.Π.Π. οφείλει να παρέχει τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα να λάβει γνώση των απόψεων της αναθέτουσας αρχής. Η μη αποδοχή, εν προκειμένω, εκ μέρους της Α.Ε.Π.Π. του αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας να λάβει αντίγραφο των απόψεων της αναθέτουσας αρχής, καίτοι στο έγγραφο των απόψεων εμπεριείχετο συμπληρωματική αιτιολογία της προσβαλλόμενης με την προδικαστική προσφυγή απόφασης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Σελ. 334.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Η ανάκριση, ο σωματικός έλεγχος της προσφεύγουσας καθώς και ο έλεγχος της βαλίτσας της στο αεροδρόμιο από αστυνομικούς υπαλλήλους χωρίς υποψία τέλεσης εγκλήματος ή πρόσβαση σε δικηγόρο συνιστά παραβίαση το άρ. 8 ΕΣΔΑ. Ο επίμαχος έλεγχος βασίστηκε σε νόμο, το Παράρτημα 7 του Νόμου για την Τρομοκρατία του 2000, ο οποίος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρ. 8 ΕΣΔΑ. Ο νομός δεν οριοθετούσε επαρκώς τις εξουσίες των αστυνομικών υπαλλήλων ούτε παρείχε επαρκείς εγγυήσεις προκειμένου να προστατεύσει την προσφεύγουσα από αυθαίρετες παρεμβάσεις στα δικαιώματα της βάσει του άρ. 8 ΕΣΔΑ. Οι υπάλληλοι είχαν ευρεία διακριτική ευχέρεια να ασκήσουν την εξουσία ελέγχου και ανάκρισης, ανεξαρτήτως υποψίας για την τέλεση κάποιου εγκλήματος, η προσφεύγουσα ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στις ερωτήσεις χωρίς να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο, η εξέταση μπορούσε να διαρκέσει μέχρι 9 ώρες, ενώ ο δικαστικός και διοικητικός έλεγχος ήταν εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Σελ. 286.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Η κράτηση πέντε ασυνόδευτων μεταναστών από το ελληνικό κράτος συνιστά παραβίαση του άρ. 3 και 5 ΕΣΔΑ. Η προσφυγή είναι απαράδεκτη ως προς τα λοιπά κράτη. Οι συνθήκες κράτησης τριών εκ των προσφευγόντων σε διάφορα αστυνομικά τμήματα, απομονώνοντάς τους από τον εξωτερικό κόσμο, συνιστά εξευτελιστική μεταχείριση. Οι αρμόδιες αρχές δεν προέβησαν σε κάθε δυνατή ενέργεια για να παράσχουν ασφάλεια, υγιεινή και φροντίδα σε τέσσερις εκ των προσφευγόντων στην Ειδομένη, λαμβανομένης υπόψιν και της μικρής τους ηλικίας. Η κράτηση τριών εκ των προσφευγόντων σε αστυνομικά τμήματα κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας αποτελεί παραβίαση του άρ. 5 ΕΣΔΑ, καθώς η απόφαση που διέτασσε την κράτηση δεν εμπεριείχε επαρκή αιτιολογία ως προς τους λόγους που επελέγη αυτή έναντι κάποιας εναλλακτικής μορφής προσωρινής διαμονής. Σελ. 287.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΡΧΕΣΘΑΙ

Κρίνεται εν μέρει σύμφωνος με το Σύνταγμα ο Νόμος σχετικά με την ενίσχυση και διασφάλιση της δημόσιας τάξης στο πλαίσιο διαδηλώσεων. Εναπόκειται στον κοινό νομοθέτη να εξισορροπεί την αναγκαιότητα διατήρησης της δημόσιας τάξης και δίωξης των παραβατών με το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και την ελευθερία της έκφρασης και κίνησης, τα οποία προστατεύονται στα άρ. 2 και 4 Σ. Το άρ. 2 του Νόμου, το οποίο εισάγει στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ένα άρθρο που επιτρέπει στις Αρχές την υπό όρους διενέργεια επιθεώρησης οχημάτων και σακιδίων σε τόπους διαδηλώσεων, είναι αρκούντως ορισμένο και αναλογικό. Το άρ. 3, το οποίο εισάγει διάταξη που επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα να απαγορεύεται η συμμετοχή προσώπου σε οποιαδήποτε διαδήλωση σε όλη την επικράτεια για διάρκεια ενός μήνα, κρίνεται αντισυνταγματικό καθότι ο εν λόγω περιορισμός δεν είναι αναλογικός. Σελ. 314.

ΔΙΚΑΣΤΕΣ – ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Απορριπτέα, ως αβάσιμη, η αίτηση ακυρώσεως κατά του προεδρικού διατάγματος διορισμού της αιτούσας δικαστού στη θέση Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η προαγωγή δικαστικού λειτουργού στη θέση αυτή μπορεί να προκαλέσει ηθική βλάβη, όταν συνεπάγεται την πρόωρη συνταξιοδότηση από την υπηρεσία (μειοψ.). Κατά συνδυαστική ερμηνεία του άρθ. 90 παρ. 5 με τα άρθ. 26, 88 και 87 παρ. 1, συνάγεται ότι για την προαγωγή στην εν λόγω θέση απαιτείται η προηγούμενη συναίνεση του επιλεγόμενου δικαστικού λειτουργού, η οποία εντούτοις ενδέχεται να έχει και τη μορφή της μη ρητής εναντίωσης (μειοψ.). Ως τέτοια μη ρητή εναντίωση θεωρείται και η μη εμφάνιση ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, καθώς μέσω αυτής παρέχεται η δυνατότητα προβολής τυχόν αντιρρήσεων (μειοψ.) Σελ. 330-331.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας. Σελ. 289.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Η ανάκληση της άδειας του προσφεύγοντος να εργάζεται ως εκκαθαριστής στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθάρισης, λόγω καταδίκης του για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά το άρ. 109 της Πράξης Χρηματοοικονομικών Δραστηριοτήτων, από μόνο το γεγονός ότι έχει μόνιμο χαρακτήρα, δεν συνιστά παραβίαση του άρ. 7 ΕΣΔΑ, καθώς το μέτρο αυτό δεν εμπίπτει στην έννοια της «ποινής» και ο προσφεύγων ηδύνατο να ασκήσει άλλο επάγγελμα. Η ανάκληση της άδειας εργασίας συνιστά μέτρο περιοριστικό της χρήσης της προσωπικής ιδιοκτησίας, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παρέμβαση δημόσιας αρχής στην ειρηνική απόλαυση των περιουσιακών στοιχείων του ατόμου χωρίς να εξυπηρετείται δημόσιο συμφέρον και γι΄αυτό συνιστά παραβίαση του άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Σελ. 287.

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ξενοδοχειακή εταιρεία χρηματική αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας της από τη θέσπιση περιορισμών στην ιδιοκτησία της, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη ορθώς έκρινε ότι το Δημόσιο αποστέρησε ουσιωδώς στην αναιρεσίβλητη τη χρήση ακινήτου της κατά τον προορισμό του. Η επιβολή υπέρμετρων περιορισμών για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος εκ μέρους του Δημοσίου δημιουργεί ευθεία αξίωση για αποζημίωση του θιγόμενου ιδιοκτήτη καθώς και δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής αποζημίωσης κατά το άρ. 22 παρ. 1 Ν 1650/1986 σε συνδυασμό με τα άρ. 17 παρ. 1 Σ, 25 παρ. 4 Σ και το άρ. 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, χωρίς να απαιτείται η τήρηση προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας (μειοψ.). Σελ. 333.

Εν μέρει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθμ. 136255/683/7.3.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του άρ. 67 του Ν 998/1979, καθώς οι παρ. 3 και 4 του άρ. 1 της απόφασης κείνται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η προσβαλλόμενη, προβλέποντας την αδιάλειπτη σειρά τίτλων ιδιοκτησίας ως προϋπόθεση για την θεμελίωση κυριότητας των ιδιωτών επί των εκτάσεων αγροτικής μορφής που διασώθηκαν και εμφανίζονται ως τέτοιες σε αεροφωτογραφίες του 1945, άλλως του 1960, θέτει ένα νέο κανόνα, εκτός τους γράμματος και της έννοιας του εξουσιοδοτικού νόμου. Η εξουσιοδοτική διάταξη απαιτεί μόνο την ύπαρξη τίτλου ιδιοκτησίας και όχι την αλληλουχία τίτλων. Σελ. 333.

ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Τα άρθρα 1, 2 και 6 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έχουσα αναδρομική ισχύ, η οποία, προκειμένου να θέσει τέλος σε δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, προβλέπει τη μετάβαση των υπηρετούντων συμβασιούχων υπαλλήλων σε νέο σύστημα αποδοχών και μισθολογικής προαγωγής, στο πλαίσιο του οποίου η πρώτη κατάταξη των υπαλλήλων αυτών καθορίζεται βάσει των τελευταίων αποδοχών τους στο πλαίσιο του προηγούμενου συστήματος. Σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία των εθνικών διατάξεων κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 2000/78, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που απορρέει για τους ιδιώτες από την οδηγία αυτή και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητά της, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου. Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι, οσάκις διαπιστώνεται δυσμενής διάκριση, αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, και ενόσω δεν έχουν θεσπιστεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, η αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη προϋποθέτει τη χορήγηση στους θιγόμενους από το προγενέστερο σύστημα αποδοχών και προαγωγής των ίδιων πλεονεκτημάτων με εκείνα των οποίων απολάμβαναν οι ευνοημένοι από το εν λόγω σύστημα συμβασιούχοι υπάλληλοι, όσον αφορά τόσο τον συνυπολογισμό περιόδων υπηρεσίας που διανύθηκαν πριν από τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας όσο και την προαγωγή στη μισθολογική κλίμακα, και, συνακόλουθα, τη χορήγηση οικονομικής αντιστάθμισης στους συμβασιούχους υπαλλήλους που υφίστανται τη δυσμενή διάκριση, ίσης με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που θα έπρεπε να λαμβάνει ο συγκεκριμένος συμβασιούχος υπάλληλος εάν δεν είχε τύχει δυσμενούς μεταχειρίσεως και των αποδοχών που αυτός πράγματι έλαβε. Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ και το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, αντιτίθενται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση δυνάμει της οποίας, για τον προσδιορισμό της μισθολογικής αρχαιότητας συμβασιούχου υπαλλήλου, συνυπολογίζονται στο σύνολό τους οι περίοδοι προϋπηρεσίας στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας με οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δήμο κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, της Τουρκικής Δημοκρατίας ή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, με οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή με διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Δημοκρατία της Αυστρίας και με παρόμοιους οργανισμούς, ενώ οποιαδήποτε άλλη περίοδος προϋπηρεσίας συνυπολογίζεται μόνο μέχρι δέκα έτη και στον βαθμό που είναι συναφής. Σελ. 290.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, με την οποία δεν συμπεριελήφθη η περιοχή όπου εδρεύει η αιτούσα εμπορική εταιρεία στη ρύθμιση δυνάμει της οποίας επιτρέπεται η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, κατ’ εξουσιοδότηση του άρ. 16 Ν 4177/2013, διότι δεν θεμελιώνεται παράνομη παράλειψη. Η μη συμπερίληψη της περιοχής στην απόφαση είναι σύμφωνη με τις επιταγές του εξουσιοδοτικού νόμου, που θέσπισε ως εξαίρεση το επιτρεπτό της λειτουργίας καταστημάτων τις Κυριακές εντός του «Εμπορικού Πάρκου» του Διεθνούς Αερολιμένος Αθηνών και προδιέγραψε ειδικώς και επιτακτικώς τα τοπικά όρια των ρυθμίσεων βάσει αντικειμενικού κριτηρίου. Δεν συντρέχει παραβίαση της αρχής της ισότητας. Σελ. 331.

ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ (ΜΠΕ)

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως Δήμου κατά απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για κατασκευή και λειτουργία νέας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής από βιομάζα, καθώς η ΜΠΕ παρίσταται επαρκής και τεκμηριωμένη. Εφόσον ο αιτών Δήμος δεν αντιπρότεινε κατά το στάδιο της διαβούλευσης εναλλακτικές λύσεις για τη χωροθέτηση και λειτουργία του έργου, αλλά με την αίτηση ακυρώσεως αντιτίθεται γενικά στην εκτέλεση έργων σαν το επίδικο, δεν καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω εξέταση εναλλακτικών λύσεων από τη Διοίκηση. Σελ. 329.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων περιβαλλοντικής και οικοδομικής αδειοδότησης γηπέδου ποδοσφαιρικής ομάδας. Εκπροθέσμως προσβάλλεται η ΑΕΠΟ για την ανέγερση του γηπέδου. Η σιωπηρή αποδοχή του Φακέλου Συμμόρφωσης Τελικού Σχεδιασμού από τη διοίκηση έχει εκτελεστό χαρακτήρα και προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση ακυρώσεως. Η μετατόπιση και επέκταση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών του γηπέδου δεν προϋπέθετε την εκπόνηση νέας Στρατηγικής ΜΠΕ καθώς αποτελεί εξειδίκευση του ανωτέρου επιπέδου Νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας-Αττικής για το οποίο είχε εκπονηθεί ΣΜΠΕ. Κατά τη χορήγηση έγκρισης ή άδειας δόμησης η πολεοδομική υπηρεσία δεν ελέγχει παρεμπιπτόντως ζητήματα που αφορούν την νόμιμη εκπροσώπηση και την έγκυρη εκδήλωση της βούλησης των νομικών προσώπων. Σελ. 331.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Υπουργού Υγείας, με την οποία επεβλήθη στην αιτούσα φαρμακευτική εταιρεία αυτόματη επιστροφή (“claw back”) για νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη, κατ’ επίκληση του άρ. 11 Ν 4052/2012, λόγω συμφωνίας της ρυθμίσεως με τα άρ. 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 Σ. Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας της αιτούσης κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτός, διότι ορίστηκε με αντικειμενικά κριτήρια και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος ως αναγκαίο, πρόσφορο και προσωρινό μέτρο. Ο μηχανισμός αυτόματης επιστροφής δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας ούτε στις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και ελευθερίας παροχής υπηρεσιών του ενωσιακού δικαίου, δεδομένου ότι επιβαρύνει εξίσου, κατ’ αναλογία, όλες τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Σελ. 329-330.

ΟΜΟΛΟΓΑ

Απαράδεκτη η συνταγματική προσφυγή στρεφόμενη κατά του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την αγορά εταιρικών ομολόγων, δεδομένου ότι μέτρα θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συνιστούν πράξεις γερμανικής δημόσιας αρχής υπό αυτή την έννοια και δεν μπορούν να είναι άμεσα αντικείμενο μιας συνταγματικής προσφυγής σύμφωνα με το άρ. 93 παρ. 1 ΘΝ και την παρ. 90 εδ. 1 BVerfGG. Η ελεγκτική εξουσία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου αναφορικά με μέτρα μη γερμανικών αρχών υφίσταται μόνο εφόσον αυτά είτε είναι θεμέλια διαχειριστικών πράξεων γερμανικών κρατικών οργάνων είτε προκαλούν ακολούθως καθήκοντα αντίδρασης γερμανικών συνταγματικών οργάνων. Σελ. 318.

ΠΑΡΑΒΟΛΟ

Παραδεκτώς ασκείται αίτηση ακυρώσεως σε περίπτωση που, παρά την ύπαρξη περισσότερων αιτούντων που ασκούν αυτήν με κοινό δικόγραφο και ανεξαρτήτως του δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, δεν καταβληθούν παράβολα από τον κάθε αιτούντα ξεχωριστά. Η καταβολή έστω και ενός παράβολου καλύπτει την άσκηση του ένδικου βοηθήματος, προσδιορίζει το εύρος της αιτούμενης προστασίας και οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης, καθώς κρίνεται η νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης χωρίς να υπάρχουν ατομικές αξιώσεις. Η ξεχωριστή διαδικασία απόδειξης που ακολουθείται, καθώς και η ξεχωριστή νομιμοποίηση για κάθε αιτούντα, δεν δικαιολογεί την καταβολή παραβόλου από τον καθένα ξεχωριστά (μειοψ.). Σελ. 332.

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Απορριπτέα η προσφυγή κατά του Υπουργού Εσωτερικών και κατά απόφασης Πειθαρχικού Συμβουλίου Υπαλλήλων ΟΤΑ, διότι η επιβληθείσα στον προσφεύγοντα υπάλληλο Δήμου πειθαρχική ποινή ήταν νόμιμη και αναλογική ενόψει της βαρύτητας των τελεσθέντων παραπτωμάτων, τα οποία αφορούσαν σε παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους. Προσήκουσα η ποινή της οριστικής παύσεως του προσφεύγοντος και αλυσιτελείς οι λόγοι που προβλήθηκαν περί πλημμελούς αιτιολογίας της πειθαρχικής αποφάσεως και παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμμελούς Εφετείου Πλημελλημάτων Λαμίας. Σελ. 332.

ΠΙΛΟΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

Απορριπτέα, ως απαράδεκτη, η τριτανακοπή κατά αποφάσεως του ΣτΕ που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του άρ. 1 του Ν 3900/2010, διότι αποκλείεται η άσκηση τριτανακοπής από τους δυνάμενους να ασκήσουν και μη ασκήσαντες παρέμβαση στην «πιλοτική» δίκη, καθώς και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, από τους μη δυνάμενους (μειοψ.). Ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτής ισχύει, διότι οι αιτούντες δεν είχαν εγκαίρως ενδιαφερθεί να ασκήσουν το τυχόν δικαίωμά τους εγείροντας σχετική δίκη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, με συνέπεια να δεσμεύονται πλήρως από τα «πιλοτικώς» κριθέντα, ώστε να διασφαλίζεται η ενότητα της νομολογίας και να αποφεύγεται διαρκής επανεξέταση ήδη επιλυθέντος ζητήματος. Σελ. 334.

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ

Απαράδεκτη, λόγω έλλειψης αρμοδιότητας και εννόμου συμφέροντος, η συνταγματική προσφυγή ιδρύματος συνδεόμενου με το πολιτικό κόμμα AfD κατά της παράλειψης του Υπουργού Εσωτερικών να εκδώσει πράξη παροχής επιχορηγήσεων προς το εν λόγω ίδρυμα και των συναφών αρνητικών πράξεων του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Γραφείου, καθώς και κατά του νόμου «Haushaltsgesetz (Προϋπολογισμός) 2019». Δημιουργείται μεν διαφορά δημοσίου δικαίου αλλά μη συνταγματικής φύσης, δεδομένου ότι το ίδρυμα παρά τη συγγένειά του με το συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα χαρακτηρίζεται από το καταστατικό του ως νομικά και οργανωτικά ανεξάρτητο. Απαραίτητη κρίνεται η προηγούμενη εξάντληση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που προβλέπονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων (άρ. 90 παρ. 2 Νόμου για το BVerfG και άρ. 40 παρ. 1 του VwGO-Κανονισμού για τα Διοικητικά Δικαστήρια). Κατά το μέρος που προσβάλλεται ο νόμος περί Προϋπολογισμού, ελλείπει το έννομο συμφέρον, καθώς ο νόμος αυτός δεν αναπτύσσει άμεσα αποτελέσματα εκτός της σφαίρας της Διοίκησης (άμεσα εξωτερικά αποτελέσματα). Σελ. 318.

Δεκτή η αίτηση προσωρινής δικαστικής προστασίας του πολιτικού κόμματος «Der III. Weg» κατά της απενεργοποίησης εκ μέρους της Facebook, λίγους μήνες πριν τις Ευρωεκλογές, του λογαριασμού που αυτό διατηρούσε στη συγκεκριμένη πλατφόρμα, συνεπεία ανάρτησης, που κατά την κρίση της τελευταίας συνιστά λόγο μίσους (άρ. 1 εδ. 3 NetzDG σε συνδ. με άρ. 130 StGB). Στο παρόν στάδιο αρκεί η σύγκριση των συνεπειών που θα προκύψουν σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης αλλά μεταγενέστερης απόρριψης του συνταγματικού παραπόνου με εκείνες που θα επέλθουν σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης αλλά παραδοχής του συνταγματικού παραπόνου (άρ. 32 παρ. 1 BVerfGG). Από αυτήν συνάγεται ότι είναι επιβεβλημένη η αποκατάσταση της λειτουργίας του λογαριασμού, τουλάχιστον μέχρι τις επικείμενες Ευρωεκλογές, διότι διαφορετικά, δεδομένης της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει το εν λόγω κοινωνικό δίκτυο ως προς τη διάδοση πολιτικών απόψεων μέσω Διαδικτύου, το ανωτέρω κόμμα θα στερείτο μια ουσιώδη δυνατότητα κοινολόγησης των θέσεών του. Η Facebook επιβαρύνεται ελάχιστα από την αποκατάσταση και παράλληλα διατηρεί το δικαίωμα να διαγράφει όσες αναρτήσεις θεωρεί ότι αντίκεινται στους όρους χρήσης. Σελ. 318.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ

Υποβολή αναφοράς από Ισπανό ερευνητή κατά της Europol, λόγω της άρνησής της να επιτρέψει πλήρη πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με ομάδες έρευνας και σχέδια δράσης στα κέντρα πρώτης υποδοχής μεταναστών (“hotspots”) στα ευρωπαϊκά σύνορα στην Ελλάδα και την Ιταλία. Η Διαμεσολαβήτρια, κατόπιν της διαπιστώσεως ότι η Europol δεν παρέσχε ειδικούς λόγους για την άρνηση πρόσβασης, κάλεσε τη Europol να επανεξετάσει τη θέση της, έχοντας πρώτα συμβουλευτεί τις αρμόδιες εθνικές αρχές, ως προς την πιθανότητα παροχής πρόσβασης σε ένα από τα έξι αιτούμενα έγγραφα. Η Europol επαναδιατύπωσε λεπτομερώς τους λόγους άρνησης, οι οποίοι σχετίζονται με τη δημόσια ασφάλεια και την ανεμπόδιστη υλοποίηση των σχεδίων δράσης των κρατών-μελών. Σελ. 319-320.

Υποβολή αναφοράς κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λόγω της αρνήσεώς της να παράσχει πλήρη πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο πλαίσιο του διακανονισμού που συμφωνήθηκε μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ το 2016. Η καταγγέλλουσα οργάνωση, που ανήκει στην κοινωνία των πολιτών, επικαλέστηκε ανεπαρκή αιτιολόγηση της άρνησης της Επιτροπής. Η Διαμεσολαβήτρια, λαμβάνοντας υπόψιν της προκαταρκτικής φύσεως των διαπραγματεύσεων που είχαν καταγραφεί στα έγγραφα καθώς και της πολιτικά ευαίσθητης κατάστασης για τα εμπλεκόμενα μέρη, έκρινε ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες επί του ζητήματος. Σελ. 320.

ΦΟΡΟΣ

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά απόφασης του ΔΕφ Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά πράξης του Προϊσταμένου της ΔΟΥ, απορρίπτουσας την επιφύλαξη που είχε διατυπωθεί επί δήλωσης απόδοσης φόρου, διότι η διάταξη του άρ. 9 παρ. 4 του Ν 3296/2004 αντίκειται στο Σύνταγμα. Η υπαγωγή σε φόρο, βάσει της ανωτέρω διάταξης, και των επισφαλών απαιτήσεων που είχαν συσσωρευθεί σε χρόνο προγενέστερο της θέσπισής της αντίκειται στο άρ. 78 παρ. 2 Σ, διότι με αυτήν επιβάλλεται φόρος επί ύλης η οποία, αφενός σχηματίστηκε σε χρόνο πέραν του οριζόμενου στη συνταγματική ρύθμιση ως επιτρεπτού, αφετέρου δεν υπέκειτο κατ’ αρχήν, υπό το ισχύον κατά τον σχηματισμό της νομοθετικό καθεστώς, σε φόρο (μειοψ.). Σελ. 333.

ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Δεκτή η προσφυγή φορολογουμένου κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ ενδικοφανούς προσφυγής του κατά πράξεων οριστικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, διότι οι τελευταίες εκδόθηκαν και κοινοποιήθηκαν στον προσφεύγοντα μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής. Αν η δήλωση φόρου εισοδήματος υποβληθεί εντός της κατ’ άρ. 84 παρ. 1 του Ν 2238/1994 προθεσμίας, ισχύει η πενταετής παραγραφή από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Εάν υποβληθεί το τελευταίο έτος της ως άνω προθεσμίας, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου παραγράφεται μετά τριετία από τη λήξη του έτους υποβολής της. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας, το δικαίωμα του Δημοσίου παραγράφεται μετά τριετία από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ίδιας διάταξης, με ανώτατο όριο παραγραφής τα δεκαπέντε έτη από τη λήξη της προθεσμίας επίδοσης της δήλωσης κατά το εδ. α’. Σελ. 333.

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ (ΦΠΑ)

Δεκτή η προσφυγή ΑΕ στρεφόμενη κατά της σιωπηρής απόρριψης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΓΓ Δημοσίων Εσόδων της ενδικοφανούς προσφυγής της προσφεύγουσας κατά της τεκμαιρόμενης αρνητικής απάντησης στην επιφύλαξη που είχε διατυπώσει σε δήλωση ΦΠΑ, διότι ο φόρος κατεβλήθη αχρεωστήτως. Η φορολογική βάση μειώνεται όταν, μετά την πραγματοποίηση φορολογητέας πράξης, πιθανολογείται και αποδεικνύεται από τον υποκείμενο στον φόρο ότι δεν πρόκειται να εισπραχθεί η αντιπαροχή λόγω κατάστασης εμπορικής αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου, που περιλαμβάνει και περιπτώσεις συμβάσεων εξυγίανσης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρ. 19 παρ. 5α του Κώδικα ΦΠΑ, ερμηνευόμενο υπό το φως της Οδ. 2006/112/ΕΚ. Σελ. 330.

ΧΡΕΟΓΡΑΦΑ

Απορριπτέα η αγωγή Γερμανών πολιτών για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, λόγω του ότι η ΕΚΤ παρέλειψε να επιστήσει την προσοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στον παράνομο χαρακτήρα της αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους μέσω της συμφωνίας PSI. Η γνωμοδοτική αρμοδιότητα της ΕΚΤ δεν παρέχει στους ενάγοντες δικαίωμα να αξιώσουν από το όργανο αυτό να καταγγείλει προσβολή συμβατικού δικαιώματος που έχουν έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ΕΚΤ ενήργησε παρανόμως παραλείποντας να εκφέρει άποψη επί της τήρησης της αρχής pacta sunt servanda. Ο περιορισμός της αξίας των χρεογράφων δεν συνιστά δυσανάλογο μέτρο σε σχέση προς τον σκοπό ο οποίος συνίσταται στην προστασία της οικονομίας της Ελληνικής Δημοκρατίας και της ζώνης του ευρώ από τον κίνδυνο παύσης πληρωμών. Σελ. 293.

NE BIS IN IDEM

Εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του ΟΤΕ και απορριπτέα η συναφής αίτηση αναιρέσεως της Ε.Ε.Τ.Τ. κατά απόφασης του ΔΕφΑθ με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή του ΟΤΕ κατά απόφασης της Ε.Ε.Τ.Τ. που του επέβαλε πρόστιμο για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Ορθώς απέρριψε το Εφετείο την προσφυγή όσον αφορά την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μέσω συμπίεσης τιμών και ορθώς την έκανε δεκτή ως προς τις δύο περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης και μείωσε το πρόστιμο. Η επιβολή προστίμου για παράβαση όρου της άδειας του ΟΤΕ που προέβλεπε ως υποχρέωση την μη παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού ταυτόχρονα με την επιβ\ολή προστίμου για καθαυτή την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού παραβίασε την αρχή του ne bis in idem αφού και τα δύο πρόστιμα αποσκοπούσαν στην προστασία του ιδίου εννόμου αγαθού. Σελ. 334.