ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 2/2020, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος - Αύγουστος 2020

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

H επιστροφή παράτυπων μεταναστών στο Μαρόκο, χωρίς την προηγούμενη εξέταση της ατομικής κατάστασης του καθενός, δεν παραβιάζει το άρ. 4 του 4ου ΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς αποδίδεται σε δική τους υπαιτιότητα, από τη στιγμή που δεν αξιοποίησαν τα μέσα νόμιμης εισόδου στην Ισπανία, παρόλο που είχαν πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση σε αυτά, αλλά επεδίωξαν να παραβιάσουν τους φράχτες του συνοριακού θύλακα της Μελίγια. Ακόμη και εάν υποτεθεί ότι οι μαροκινές αρχές παρακώλυσαν την φυσική πρόσβαση των προσφευγόντων στο νόμιμο σημείο διέλευσης, δεν υπήρξε ευθύνη της ισπανικής κυβέρνησης, καθώς η ως άνω διάταξη δεν συνεπάγεται γενικό καθήκον των συμβαλλομένων κρατών να φέρουν εντός της δικαιοδοσίας τους πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους. Σελ. 249.

Ανήλικος πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του «επενδυτή» των διατάξεων του άρ. 20 κεφ. Β παρ. 1 περ. β’ Ν 4251/2014 (όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση της παρ. 1 με το άρ. 3 Ν 4587/2018), συντρεχουσών των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, και να του χορηγηθεί η σχετική άδεια διαμονής «επενδυτή». Όρος ενηλικότητας περιέχεται ρητά μόνο στην περ. ε’ της σχετικής διάταξης, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής «επενδυτή» σε ενήλικους πολίτες τρίτων χωρών που αποκτούν ακίνητο αξίας άνω των 250.000 ευρώ χωρίς τη καταβολή τιμήματος, δηλαδή είτε με γονική παροχή είτε ως κληρονόμοι. Ο νομοθέτης δεν θέσπισε ρητά προϋποθέσεις σχετιζόμενες με την ενηλικότητα του «επενδυτή» για τις λοιπές περιπτώσεις, ούτε αυτές δύνανται εξ αντιδιαστολής να συναχθούν, δεδομένου ότι εν γνώση του νομοθέτη οι ανήλικοι δύνανται υπό τις απαιτούμενες εκ του νόμου προϋποθέσεις να προβούν στην αγορά ακινήτου, ενώ σκοπός της διάταξης είναι η τόνωση της εγχώριας κτηματαγοράς, ο οποίος εξυπηρετείται ανεξαρτήτως της ανηλικότητας του επενδυτή (μειοψ.). Σελ. 372.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Αναιρετέα η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, με την οποία ακυρώθηκε η επιβολή προστίμου της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε εταιρείες πετρελαιοειδών για εναρμονισμένη πρακτική, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του Κωδικα για τη Διαχείριση και τη Λειτουργία της Επιτροπής Ανταγωνισμού και του νόμoυ για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού είχε νόμιμη σύνθεση, καθώς η παραίτηση τακτικού μέλους της Επιτροπής, ενόψει και της ανάγκης διασφάλισης της απρόσκοπτης λειτουργίας της αλλά και χάριν της ασφάλειας του δικαίου, δεν συντελείται με μόνη την υποβολή της, αλλά με την έκδοση πράξης περί αποδοχής της παραίτησης από το αρμόδιο όργανο. Σε περίπτωση δε που το αρμόδιο όργανο παραλείπει να εκδώσει την πράξη αυτή, η παραίτηση θεωρείται ότι γίνεται αποδεκτή (και επομένως συντελείται) με την πάροδο τριών μηνών από την υποβολή της. Ως εκ τούτου, νομίμως μετέχει σε συνεδρίαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού αναπληρωματικό μέλος σε αντικατάσταση τακτικού μέλους, για το οποίο, αν και έχει υποβάλει παραίτησή, δεν έχει εκδοθεί η πράξη αποδοχής της από το αρμόδιο όργανο ούτε είχε παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της. Σελ. 353.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Διερεύνηση της λειτουργίας πρακτορείων διανομής εντύπου τύπου με τη νομική μορφή του συνεταιρισμού αντί για την υιοθέτηση της λύσης της κρατικοποίησης της εταιρείας διανομής Τύπου ή της σύμπραξης μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανταγωνιστική ουδετερότητα μεταξύ των εκδοτών στο στάδιο διανομής των εντύπων τους. Είναι δυνατή η ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των εκδοτικών εταιρειών μέσω της δημιουργίας μιας αντισταθμιστικής ισχύος αγοράς και συγκεκριμένα της δυνατότητας συλλογικής διαπραγμάτευσης των εκδοτών με το πρακτορείο διανομής τύπου, αν και αμφισβητείται η συμβατότητα αυτής της λύσης με το ενωσιακό δίκαιο. Αποτελεσματικό μέτρο μπορεί να αποτελέσει η θεσμοθέτηση ενός Κώδικα Συμπεριφοράς ή η χορήγηση κρατικής ενίσχυσης της διανομής των εντύπων προκειμένου να αποφευχθεί η υιοθέτηση πρακτικών που συγκρούονται με την αρχή της ανταγωνιστικής ουδετερότητας. Σελ. 370.

ΑΞΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η απαγόρευση παροχής υπηρεσιών υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, η οποία θεσπίζεται από την παρ. 217 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα και επισύρει ποινικές κυρώσεις, παραβιάζει το γενικό δικαίωμα της προσωπικότητας, όπως αυτό προστατεύεται από το άρ. 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρ. 1 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου. Δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτοκαθορισμού του θανάτου συνιστά ειδικότερη έκφανση του γενικού δικαιώματος της προσωπικότητας και της προσωπικής αυτονομίας και χρήζει σεβασμού από το Κράτος και την κοινωνία, η συγκεκριμένη ποινικοποίηση παροχής υπηρεσιών υποβοηθούμενης αυτοκτονίας αντίκειται στον Θεμελιώδη Νόμο και εν γένει στο συνταγματικό δίκαιο ως μη stricto sensu αναλογική, καθώς δεν παραμένει επαρκής χώρος για το κάθε άτομο να ασκεί το δικαίωμά του για αυτοπροσδιορισμό του θανάτου του και να αποφασίζει το τέλος της ζωής του με τους δικούς του όρους. Σελ. 342.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΟΤΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ

Η κρίση του ΔΕΕ, κατά την οποία η απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με το πρόγραμμα PSPP είναι εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, δεν είναι μεθοδολογικά υποστηρίξιμη, διότι δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τις επιπτώσεις του προγράμματος στην οικονομική πολιτική των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η αρχή της αναλογικότητας, όπως την εφάρμοσε το ΔΕΕ, δεν μπορεί να εκπληρώσει τη διορθωτική της λειτουργία προς προστασία των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, καθιστώντας την αρχή της δοτής αρμοδιότητας άνευ αντικειμένου. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο συγκεκριμενοποίηση των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ υπερβαίνει την αρμοδιότητα του ΔΕΕ, με αποτέλεσμα το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο να μην δεσμεύεται από την απόφασή του. Ενόψει της ευθύνης που υπέχουν σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο οφείλουν να λάβουν μέτρα, προκειμένου η ΕΚΤ να προβεί σε έλεγχο αναλογικότητας του προγράμματος, το οποίο ως πράξη ultra vires δεν παράγει έννομα αποτελέσματα στην Γερμανία. Μετά το πέρας μεταβατικής περιόδου τριών μηνών, απαγορεύεται στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα να συμπράττει στην εφαρμογή της απόφασης της ΕΚΤ. Σελ. 308.

ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ

Η έναρξη του χρόνου παραγραφής, αναφορικά με αξίωση αποζημίωσης λόγω σωματικής βλάβης, από το χρονικό σημείο σταθεροποίησης της υγείας της ζημιωθείσας δεν παραβιάζει το άρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και την ασφάλεια δικαίου, παρά το γεγονός ότι, στη προκειμένη περίπτωση, η ασθένεια της ζημιωθείσας (σκλήρυνση κατά πλάκας), η οποία προκλήθηκε από ελαττωματικό εμβόλιο της προσφεύγουσας, δεν επιδέχεται σταθεροποίησης και άρα ουσιαστικά η αξίωση που απορρέει από αυτή δεν υπόκειται σε παραγραφή. Ο περιορισμός της ασφάλειας δικαίου δικαιολογείται από το δικαίωμα της ζημιωθείσας σε αποζημίωση, το ύψος της οποίας θα διαφοροποιούταν ανάλογα με την εξέλιξη της ασθένειας, ενώ σε κάθε περίπτωση η παραγραφή θα εκκινούσε από το θάνατο της ασθενούς. Επιπλέον, το γεγονός της απόρριψης χωρίς ρητή αιτιολογία από το ακυρωτικό δικαστήριο της αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ παραβιάζει το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Σελ. 275.

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατέστη κατά χρόνον αναρμόδια για την (επαν)επιβολή προστίμου στον αναιρεσίβλητο, βάσει του άρ. 72 παρ. 2 Ν 1969/1991, μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου από την επίδοση απόφασης ακυρωτικής του αρχικού προστίμου, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της γενικής αρχής της εύλογης διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας. Δεν προβλέπεται στην ως άνω διάταξη συγκεκριμένη αποκλειστική προθεσμία προς έκδοση και κοινοποίηση πράξης επιβολής προστίμου, αποδυνάμωση δε δικαιώματος δεν γίνεται δεκτή στο δημόσιο δίκαιο. Η ανατροπή της - δυσμενούς για τον ενδιαφερόμενο - πράξης επιβολής του προστίμου μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου δεν θίγει τυχόν κεκτημένα δικαιώματα, ενώ η πράξη επιβολής διώκει τον υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος σκοπό της προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Σελ. 344.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Η αποθήκευση των προσωπικών δεδομένων χρηστών προπληρωμένων καρτών κινητής τηλεφωνίας από τους παρόχους τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν παραβιάζει το άρ. 8 ΕΣΔΑ γιατί βασίζεται στο νόμο, εξυπηρετεί νόμιμο σκοπό και κρίνεται αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία, καθώς αντιμετωπίζει την τρέχουσα κοινωνική ανάγκη της προστασίας της δημόσιας ασφάλειας. Ακόμη είναι αναλογική, καθώς δεν συλλέγονται άκρως προσωπικές πληροφορίες και δίνεται πρόσβαση στις απολύτως αναγκαίες πληροφορίες μόνο σε συγκεκριμένους κρατικούς φορείς, κατόπιν επικλήσεως ορισμένης νομικής βάσης (διαφων. γν.). Δεν εξετάστηκε τυχόν παραβίαση του άρ. 10 της ΕΣΔΑ, καθώς δεν υπήρχε συγκεκριμένη προσβολή της ελευθερίας της αλληλογραφίας ή της ελευθερίας έκφρασης των προσφευγόντων ώστε να τεθεί ζήτημα προσβολής του δικαίωματός τους στην ανωνυμία. Σελ. 274.

Εν μέρει δεκτή η αίτηση ακύρωσης κατά της κοινής απόφασης των Αναπληρωτών Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών σχετικά με τα νέα δελτία αστυνομικής ταυτότητας, κατά το μέρος που αποθηκεύονται στο ενσωματωμένο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης των δελτίων ταυτότητας τα στοιχεία που απαιτούνται για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Η αποθήκευση των τελευταίων δεν είναι απαραίτητη για τον αποδεικτικό χαρακτήρα των εν λόγω εγγράφων και, επομένως, δεν βρίσκει έρεισμα στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρ. 3 παρ. 3 Ν 1599/1986, λαμβάνοντας υπόψη ότι η έννοια της «ηλεκτρονικής διακυβέρνησης» καταλαμβάνει το σύνολο των συναλλαγών του πολίτη με τους φορείς του δημοσίου τομέα. Η προβλεπόμενη επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πολιτών είναι νόμιμη και θεμιτή, κατά την έννοια του άρ. 5 και 6 ΓΚΠΔ, καθώς εξυπηρετεί τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος των δελτίων ταυτότητας ως εγγράφων αποδεικτικών της ταυτότητας και ως ταξιδιωτικών εγγράφων και, συνεπώς, δεν αντιβαίνει στα άρ. 5 παρ. 1 και 9 Σ ούτε στα άρ. 6 και 8 ΧΘΔΕΕ. Η επεξεργασία του βιομετρικού δεδομένου της φωτογραφίας του κατόχου σε ψηφιακή μορφή επιτρέπεται υπό τις προϋποθέσεις του άρ. 9 παρ. 2 περ ζ ΓΚΠΔ. Σελ. 362.

Γνωμοδότηση και μη εφαρμογή από την ΑΠΔΠΧ διατάξεων του Ν 4624/2019, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση µε τον ΓΚΠΔ ή την Οδηγία 2016/680. Η διάκριση μεταξύ «ιδιωτικού» και «δημοσίου» φορέα δεν απαντάται στις διατάξεις του ΓΚΠΔ, στον οποίον γίνεται αναφορά σε «υπεύθυνο επεξεργασίας» και «εκτελούντα την επεξεργασία» ή «αρμόδιες αρχές». Η σχετική επιλογή δεν φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον ΓΚΠΔ ενόψει της ρήτρας ανοίγματος - εξειδίκευσης του άρ. 4 περ. 7. Με το άρ. 5 δεν εισάγεται νέα ή επικουρική βάση για την επεξεργασία δεδομένων, ούτε αποκλείεται η εφαρμογή των νομικών βάσεων του άρ. 6 παρ. 1 ΓΚΠΔ, παραβιάζεται όμως ο κανόνας του ενωσιακού δικαίου που απαγορεύει την επανάληψη διατάξεων του ΓΚΠΔ σε εθνικό νομοθέτημα. Ο ΓΚΠΔ δεν παρέχει εξουσιοδότηση για τις ρυθμίσεις των άρ. 22 παρ. 2, 24, 25, 26, οι οποίες εισάγουν νέες «εθνικές νομικές βάσεις», αλλά επιτρέπει μόνο την εξειδίκευση αυτών που ο ίδιος προβλέπει βάσει του άρ. 6 παρ. 1 εδ. γ’ και ε’. Η παρ. 1 του άρ. 27 επίσης παραβιάζει το άρ. 88 ΓΚΠΔ. Η ΑΠΔΠΧ επιφυλάσσεται να κρίνει ανά περίπτωση την συμβατότητα των άρ. 28 παρ. 2 και 31 έως 35 με τον ΓΚΠΔ. Ελλείπουν τα μέτρα εφαρμογής του άρ. 10 ΓΚΠΔ και υπάρχει αμφιβολία ως προς τις διατηρούμενες διατάξεις του Ν 2472/1997 βάσει του άρ. 84. Υπάρχει τέλος ανάγκη εναρμόνισης του συστήματος κυρώσεων του Ν 3471/2006 με αυτό του ΓΚΠΔ. Σελ. 368.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Το άρθρο 57, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αναθέτουσα αρχή έχει την ευχέρεια, ή ακόμη και την υποχρέωση, να αποκλείσει τον οικονομικό φορέα που υπέβαλε προσφορά συμμετοχής σε διαδικασία σύναψης σύμβασης όταν ο λόγος αποκλεισμού που προβλέπει η διάταξη αυτή διαπιστώνεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο ενός από τους υπεργολάβους που μνημονεύονται στην προσφορά του οικονομικού φορέα. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 57, παράγραφος 6, της οδηγίας αυτής, καθώς και η αρχή της αναλογικότητας αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι ένας τέτοιος αποκλεισμός έχει αυτόματο χαρακτήρα. Σελ. 307.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κοινοπραξίας κατά της πράξης του Δ.Σ. της «Αττικό Μετρό» με την οποία εγκρίθηκε η τελική επιλογή των υποψηφίων και ο αποκλεισμός της αιτούσας από το Β΄στάδιο του κλειστού διεθνούς διαγωνισμού για την κατασκευή της τέταρτης γραμμής του μετρό της Αθήνας, λόγω μη εφαρμογής των επικαλούμενων διατάξεων. Αναφορικά με τον αποκλεισμό της αιτούσας, χωρίς προηγούμενη κλήση της για να αντικαταστήσει τρίτο φορέα στον οποίο στηρίχθηκε και ο οποίος απεδείχθη ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη κατά την πρόσκληση εμπειρία στην υπόγεια διάνοιξη σηράγγων, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρ. 79 παρ. 2 της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ και άρ. 308 παρ. 2 Ν 4412/2016, καθώς η Πρόσκληση περιλαμβάνει ειδική ρύθμιση. Η εν λόγω ρύθμιση παραπέμπει στο άρ. 307 Ν 4412/2016, όχι όμως στο άρ. 308, η εφαρμογή του οποίου απεκλείσθη για τον ένδικο διαγωνισμό. Δεν αναγνωρίζεται αυτοτελώς έννομο συμφέρον του αποκλεισθέντος από το Β’ στάδιο της υποβολής προσφοράς υποψηφίου να επιδιώξει, ανεξαρτήτως της νομιμότητας του αποκλεισμού του, τον αποκλεισμό λοιπών υποψηφίων, παρά μόνο κριθεί παράνομος ο αποκλεισμός του από το Β’ στάδιο του διαγωνισμού. Σελ. 357.

Απορριπτέα αίτηση ακυρώσεως από υποψήφια ένωση εταιρειών κατά απόφασης του ΔΣ της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ ΑΕ, με την οποία απορρίφθηκε σχετική προδικαστική προσφυγή της αιτούσας και κρίθηκε ότι ήταν σύμφωνη με τους όρους της Προσκλήσεως η αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος έτερης υποψηφίας κοινοπραξίας, αναφορικά με τον κλειστό διαγωνισμό εκτέλεσης του έργου της Γραμμής 4 του Μετρό της Αθήνας. Η συνυποψήφια κοινοπραξία απέδειξε προσηκόντως την επαγγελματική της καταλληλότητα, καθώς, λόγω αδυναμίας προσκόμισης βεβαίωσης εκδοθείσας από αλλοδαπό επαγγελματικό μητρώο, από την οποία να προκύπτουν τα δικαιολογητικά της εγγραφής της σε αυτό και η αντιστοιχία της κατάταξής της με την 7η τάξη ΜΕΕΠ, προσκόμισε ως ισοδύναμο αποδεικτικό μέσο, κατ’ άρ. 64 παρ. 7 της Οδηγίας 2014/24 ΕΕ, βεβαίωση του επικεφαλής των Οικονομικών Υπηρεσιών της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, στην οποία αναφέρεται ότι η ίδια ανήκει στην αντίστοιχη με την ελληνική 7η τάξη. Νομίμως υπεγράφη το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης μόνο από δύο γενικούς εμπορικούς πληρεξουσίους και όχι από όλα τα μέλη του ΔΣ της συνυποψήφιας κοινοπραξίας, καθώς η διάταξη του άρ. 79Α Ν 4412/2016, επιτρέπουσα την υπογραφή του ΕΕΕΣ από τον κατά περίπτωση εκπρόσωπο του οικονομικού φορέα για λογαριασμό του ΔΣ, καταλαμβάνει τους εκκρεμείς κατά τη θέσπισή του διαγωνισμούς. Ως μεταγενέστερη δε και ειδικότερη διάταξη του νόμου που διέπει τον Διαγωνισμό (Ν 4412/2016) λόγω αναδρομικότητας, κατισχύει των διατάξεων της Πρόσκλησης. Σελ. 359.

Παραπομπή στην Ολομέλεια του ζητήματος της συμφωνίας προς το δίκαιο της ΕΕ των διατάξεων του άρ. 97 Ν 4368/2018. Το Τμήμα έκρινε ότι το άρ. 97 Ν 4368/2016, δυνάμει του οποίου αποκλείονται από τις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/24, νομικά πρόσωπα και ατομικές επιχειρήσεις, με την αιτιολογία ότι η παροχή υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο από φυσικά πρόσωπα και αυτοπροσώπως, αντίκειται στα άρ. 18 παρ. 1 εδ. α’ και άρ. 19 παρ. 1 εδ. α’ της ως άνω Οδηγίας. Η επίδικη ρύθμιση δεν δικαιολογείται από τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων, ούτε από τον σκοπό της οικονομικότερης διαχείρισης των δημοσίων πόρων, οι οποίοι σκοποί επιδιώκονται άλλωστε στο πλαίσιο της ως άνω οδηγίας. Εξαίρεση από την προκήρυξη διαγωνισμού χωρεί μόνον όταν η αναθέτουσα αρχή μετέρχεται «ίδια μέσα» για την εκπλήρωση των καθηκόντων δημοσίου συμφέροντος που υπέχει, όταν δηλαδή η σύμβαση συνάπτεται στο πλαίσιο συνεργασίας δημόσιων αρχών ή με νομικό πρόσωπο που τελεί υπό τον έλεγχο της αρχής. Ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, όπως αυτός περιέχεται στον ως άνω νόμο, δεν μεταβάλει τη φύση αυτής, ο χαρακτηρισμός της οποίας ως δημόσια σύμβαση ανάγεται αποκλειστικά στο ενωσιακό δίκαιο. Σελ. 361.

Αναπέμπεται στο ΣΤ΄ τμήμα του ΕλΣυν η υπόθεση κατόπιν άρσης της αμφιβολίας ως προς την υπαγωγή της τροποποιητικής σύμβασης παραχώρησης του Ιπποδρόμου Μαρκόπουλου από το ΤΑΙΠΕΔ, στον προληπτικό έλεγχο του ΕλΣυν, σύμφωνα με το άρ. 98 παρ.1 περ. β΄ Σ. Συγκεκριμένα, κρίνεται πως ο συνταγματικώς κατοχυρωμένος προληπτικός έλεγχος εκτείνεται και στην εν λόγω τροποποιητική σύμβαση, καθώς παρότι οι όροι της σύμβασης προβλέπονται ευθέως από το νόμο, τα μέρη είχαν τη δυνατότητα να μην την υπογράψουν και άρα υφίστατο έδαφος συναλλακτικής ελευθερίας. Η ισχύς της σύμβασης τελεί, κατά τη βούληση των μερών και τους όρους της συμφωνίας, υπό την αίρεση του προληπτικού ελέγχου της από το ΕλΣυν. Επομένως, ελλείψει αυτού, δεν γεννώνται κανενός είδους δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων από την υπογραφή και μόνον της εν λόγω σύμβασης, με αποτέλεσμα το ΕλΣυν να μην καθίσταται χρονικά αναρμόδιο για τον προληπτικό έλεγχο αυτής. Σελ. 366.

Δεκτή προδικαστική προσφυγή και ακυρωτέα διακήρυξη αναθέτουσας αρχής σχετικά με την εκτέλεση υπηρεσιών παραλαβής και διαχείρισης των πετρελαιοειδών αποβλήτων και καταλοίπων φορτίου πλοίων, λόγω παραβίασης των αρχών της ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας. Βάσει των αρχών αυτών, οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να αποφεύγουν μα προβλέπουν περιορισμούς συμμετοχής που δεν σχετίζονται με την καταλληλότητα του οικονομικού φορέα. Συγκεκριμένα, η αναθέτουσα παρέβη τις ως άνω αρχές επιλέγοντας μικρό σύστημα χρέωσης τελών, το οποίο περιλαμβάνει σταθερό τέλος για όλα τα πλοία που καταπλέουν στο λιμένα και διαφοροποιούμενη πρόσθετη χρέωση για τα πλοία που παραδίδουν απόβλητα Έτσι, με την προσβαλλόμενη διακήρυξη προκηρύσσεται η ανάθεση αποκλειστικά σε έναν και μόνο ανάδοχο της υποδοχής και διαχείρισης στερεών και υγρών αποβλήτων, με μία σύμβαση, καθώς μία μόνο εταιρία δραστηριοποιείται στη διαχείριση και των δύο ειδών αποβλήτων, τη στιγμή που το πάγιο τέλος μπορεί να επιμεριστεί ανάλογα με τη φύση των αποβλήτων. Οι εταιρίες που διαχειρίζονται μόνο υγρά απόβλητα και αυτές που διαχειρίζονται μόνο στερεά αποκλείονται από τη δυνατότητα υποβολής προσφοράς, μολονότι θα μπορούσαν να μοιραστούν το τέλος. Η διαμόρφωση των προσβαλλόμενων όρων της διακήρυξης εκ μέρους του αναθέτοντος φορέα υπερβαίνει τα άκρα όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβιάζει τις αρχές του ανοίγματος και διαφύλαξης του πραγματικού ανταγωνισμού και την απαγόρευση της ευνοιοκρατίας. Σελ. 369.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Ακυρωτέα η απόφαση της Γενικής Γραμματέως του ΥΠΕΚΑ, με την οποία απερρίφθη προσφυγή κατά πράξης του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, η οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη, και με την οποία απερρίφθη η αίτηση για ΕΠΟ αναφορικά με τη λειτουργία εγκατάστασης ύδρευσης ιδιωτικής εταιρείας, λόγω πλημμελούς αιτιολογίας. Μη νομίμως απερρίφθη η σχετική αίτηση της εταιρείας για τις περιοχές στις οποίες δεν υφίστατο δίκτυο της ΕΥΑΘ, η οποία αποτελεί παραχωρησιούχο του σχετικού δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, χωρίς να εξεταστεί αφενός η δυνατότητα χορήγησης ΑΕΠΟ και αφετέρου το αν η ΕΥΑΘ είχε τη δυνατότητα άμεσης παροχής υπηρεσιών ύδρευσης στους καταναλωτές των εν λόγω περιοχών. Δεν αποκλείεται η παροχή υπηρεσιών ύδρευσης να συνεχίζεται για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο από ιδιωτική επιχείρηση σε περιοχές όπου δραστηριοποιείται η ΕΥΑΘ, όταν δεν είναι εφικτή η άμεση παροχή των σχετικών υπηρεσιών από την τελευταία. Σελ. 355.

ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η φράση «όροι πρόσβασης στην απασχόληση και την εργασία» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, έχει την έννοια ότι καλύπτει τις δηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής στη διάρκεια της οποίας ο ερωτώμενος κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε θα προσλάμβανε ούτε θα απασχολούσε άτομα ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού στην επιχείρησή του, ενώ κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε δρομολογηθεί ούτε προγραμματιστεί οποιαδήποτε διαδικασία πρόσληψης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι υποθετική η σύνδεση μεταξύ των δηλώσεων αυτών και των όρων πρόσβασης στην απασχόληση και την εργασία στη συγκεκριμένη επιχείρηση. Η οδηγία 2000/78 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας μια ένωση δικηγόρων που έχει ως καταστατικό σκοπό να υπερασπίζεται δικαστικώς άτομα ορισμένου γενετήσιου προσανατολισμού και να προάγει την καλλιέργεια και τον σεβασμό των δικαιωμάτων αυτής της κατηγορίας ατόμων έχει άνευ ετέρου, λόγω του προαναφερθέντος σκοπού και ανεξαρτήτως τυχόν κερδοσκοπικού της χαρακτήρα, ενεργητική νομιμοποίηση για την κίνηση ένδικης διαδικασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ως άνω οδηγία και, ενδεχομένως, η καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον συντρέχουν πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούν να στοιχειοθετήσουν δυσμενή διάκριση, κατά την εν λόγω οδηγία, εις βάρος της αντίστοιχης κατηγορίας ατόμων χωρίς να είναι δυνατόν να προσδιοριστεί συγκεκριμένο άτομο που ζημιώθηκε. Σελ. 277.

Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα του κατά πόσο η θέσπιση κοινού ελάχιστου αναστήματος για γυναίκες και άνδρες, ως απαραίτητου προσόντος για την πρόσβαση στις Σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 1 ΠΔ 90/2003, αφενός συνιστά έμμεση διάκριση λόγω φύλου κατά την Οδηγία 76/207/ΕΟΚ και αφετέρου αντίκειται στην αρχή της ισότητας. Το Τμήμα κρίνει ότι η διάταξη αυτή άγει σε αποκλεισμό δυσανάλογα μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών εν δυνάμει υποψηφίων, σε σχέση με το εκ του λόγου αυτού αποκλειόμενο ποσοστό ανδρών, χωρίς να τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και η προσφορότητά της, καθώς αυτή δεν δικαιολογείται από τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος της εύρυθμης λειτουργίας του αστυνομικού σώματος. Ως αποτέλεσμα, συνιστά έμμεση διάκριση και αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας των φύλων του άρ. 4 παρ. 2 Σ, της αξιοκρατίας κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις και της ελευθερίας επιλογής επαγγέλματος του άρ. 5 παρ. 1. (μειοψ.). Σελ. 357.

Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα σχετικά με τη θέσπιση διαφορετικού μεταξύ των δύο φύλων ελάχιστου αναστήματος για εισαγωγή στο πυροσβεστικό σώμα, το οποίο κρίθηκε ότι δεν παραβιάζει την αρχή ισότητας. Συγκεκριμένα, η διαφορά στο ελάχιστο απαιτούμενο ανάστημα αποτελεί μέσο αποκατάστασης της πραγματικής ισότητας των φύλων, σύμφωνο με τα άρ. 4 και άρ. 116 πάρ. 2 Σ, ενώ κρίνεται επιπλέον εύλογη, συναρτώμενη με τη διαφορά στο μέσο ύψος Ελλήνων ανδρών και γυναικών. Άλλωστε, η τυχόν θέσπιση κοινού ελάχιστου αναστήματος σε υψηλό όριο, θα συνιστούσε έμμεση διάκριση εις βάρος των γυναικών, όπως αυτή ορίζεται στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ, θα αντέβαινε στην αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθώς επίσης και θα έβλαπτε το δημόσιο συμφέρον λόγω της υποβάθμισης του επιπέδου των διαγωνιζομένων. Σελ. 358.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Δεκτή η προσφυγή λόγω παραβάσεως του άρ. 258 ΣΛΕΕ καθώς το Βασίλειο του Βελγίου, απαγορεύοντας την ταυτόχρονη άσκηση αφενός της δραστηριότητας του λογιστή και αφετέρου των δραστηριοτήτων του μεσίτη ασφαλίσεων, ασφαλιστικού πράκτορα, μεσίτη ακινήτων ή κάθε δραστηριότητας παροχής τραπεζικών ή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, και επιτρέποντας στα τμήματα του Institut professionnel des comptables et fiscalistes agréés (επαγγελματικού επιμελητηρίου εγκεκριμένων λογιστών και φοροτεχνικών) να απαγορεύουν την ταυτόχρονη άσκηση αφενός της δραστηριότητας του λογιστή και αφετέρου κάθε βιοτεχνικής, γεωργικής και εμπορικής δραστηριότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 25 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, καθώς και από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Η ταυτόχρονη άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένου επαγγέλματος και άλλης δραστηριότητας δεν μπορεί να εξαρτάται από τον παρεπόμενο χαρακτήρα που πρέπει να έχει η τελευταία, αλλά ούτε και από τη χορήγηση προηγούμενης άδειας κατά διακριτική ευχέρεια των τμημάτων επαγγελματικών θεμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του κώδικα δεοντολογίας του ανωτέρω επαγγελματικού επιμελητηρίου, διότι αυτό δεν προβλέπεται στην ως άνω αναφερόμενη οδηγία. Παράλληλα, μολονότι οι απαιτήσεις που επιβάλλει η επίμαχη βελγική ρύθμιση εφαρμόζονται τόσο για τους εγκατεστημένους στο Βέλγιο λογιστές όσο και για εκείνους που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, μπορούν εντούτοις να έχουν ως αποτέλεσμα να εμποδίζουν την τελευταία αυτή κατηγορία από το να εγκατασταθεί στο Βέλγιο, ενώ δε δικαιολογούνται περαιτέρω από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Σελ. 303.

Ακυρωτέα η υπ’ αριθ. .../26.4.2013 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία αποφασίστηκε να μην εγκριθούν ομαδικές απολύσεις σε εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου, καθώς το άρ. 5 παρ. 3 του Ν 1387/1983 σχετικά με τη διοικητική έγκριση των ομαδικών απολύσεων, βάσει του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, αντίκειται στο άρ. 49 ΣΛΕΕ περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και είναι ως εκ τούτου ανεφάρμοστο. Όπως απεφάνθη το ΔΕΕ, κατόπιν αποστολής προδικαστικών ερωτημάτων σε αυτό, κατ’ αρχήν τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ρυθμίσεις που περιορίζουν την ελευθερία εγκατάστασης και επιδιώκουν τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων, αρκεί αυτές να είναι σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας. Εν προκειμένω, τα κριτήρια βάσει των οποίων διενεργείται ο διοικητικός έλεγχος των ομαδικών απολύσεων δυνάμει του άρ. 5 παρ. 3 Ν 1387 / 1983 είναι αφενός μεν διατυπωμένα κατά τρόπο υπερβολικά ασαφή και γενικό, αφετέρου δε κατατείνουν στην επίτευξη σκοπού οικονομικής φύσεως, ο οποίος δεν μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους ελευθερίας κατοχυρωμένης από τη ΣΛΕΕ. Τέλος, η οξεία οικονομική κρίση και το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ανεργίας δεν είναι λόγοι ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Σελ. 353.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στους παρόχους διαφημιστικών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος υποχρέωση υποβολής δήλωσης, προκειμένου να υπαχθούν σε φόρο διαφημίσεων, ενώ οι πάροχοι τέτοιων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος φορολόγησης εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή για τον λόγο ότι υπόκεινται σε υποχρεώσεις δήλωσης ή εγγραφής στο πλαίσιο της υπαγωγής τους σε οποιονδήποτε άλλο φόρο που ισχύει στο εν λόγω κράτος μέλος. Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους κατά την οποία στους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος παρόχους υπηρεσιών, οι οποίοι δεν έχουν συμμορφωθεί με υποχρέωση υποβολής δήλωσης για τους σκοπούς της υπαγωγής τους σε φόρο διαφημίσεων, επιβάλλεται εντός μερικών ημερών μια σειρά προστίμων, των οποίων το ποσό, αρχής γενομένης από το δεύτερο πρόστιμο, τριπλασιάζεται σε σχέση με το ποσό του προηγούμενου προστίμου κάθε φορά που διαπιστώνεται εκ νέου η μη εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης, με αποτέλεσμα να προκύπτει συνολικό ποσό περισσότερων εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς η αρμόδια αρχή, πριν από την έκδοση της απόφασης με την οποία καθορίζει οριστικά το συνολικό ποσό των προστίμων αυτών, να δίνει στους εν λόγω παρόχους υπηρεσιών τον αναγκαίο χρόνο προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, να τους παρέχει τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να εξετάζει η ίδια τη σοβαρότητα της παράβασης, ενώ το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται σε πάροχο εγκατεστημένο στο κράτος μέλος φορολόγησης ο οποίος, κατά παράβαση των γενικών διατάξεων της εθνικής φορολογικής νομοθεσίας, δεν έχει συμμορφωθεί με αντίστοιχη υποχρέωση υποβολής δήλωσης ή εγγραφής είναι σημαντικά χαμηλότερο και δεν αυξάνεται, σε περίπτωση συνεχιζόμενης μη εκπλήρωσης μιας τέτοιας υποχρέωσης, ούτε στον ίδιο βαθμό ούτε κατ’ ανάγκην μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Σελ. 305.

Το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και το άρθρο 36 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία θεσπίζει φόρο επί των χρηματιστηριακών πράξεων που συνάπτονται ή εκτελούνται κατόπιν εντολής κατοίκου του κράτους μέλους αυτού από επαγγελματία μεσάζοντα κάτοικο αλλοδαπής, με συνέπεια περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από τέτοιους επαγγελματίες μεσάζοντες, στο μέτρο που η ρύθμιση αυτή παρέχει στους εν λόγω εντολείς και επαγγελματίες μεσάζοντες διευκολύνσεις αφορώσες τόσο τις υποχρεώσεις υποβολής δηλώσεων που συνδέονται με τον φόρο όσο και την καταβολή του φόρου, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα να μην υπερβαίνει ο εν λόγω περιορισμός το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να επιτευχθούν οι νόμιμοι σκοποί της εν λόγω ρύθμισης. Σελ. 301.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Το άρθρο 37 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να αναθέτουν στη ρυθμιστική αρχή την αρμοδιότητα επιλύσεως των διαφορών μεταξύ των οικιακών πελατών και των διαχειριστών δικτύου και να αναγνωρίζουν, κατά συνέπεια, στον οικιακό πελάτη που υπέβαλε στη ρυθμιστική αρχή καταγγελία κατά διαχειριστή δικτύου την ιδιότητα του «μέρους», κατά την εν λόγω διάταξη, και το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως την οποία λαμβάνει η εν λόγω αρχή κατόπιν της συγκεκριμένης καταγγελίας. Σελ. 294.

Αναβάλλεται η οριστική κρίση επί της αιτήσεως ακυρώσεως κατά αποφάσεως της ΡΑΕ, με την οποία τροποποιούνται άρθρα του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας αναφορικά με τον Μεταβατικό Μηχανισμό Αποζημίωσης Ευελιξίας, καθώς εκκρεμεί προσφυγή βάσει του άρ. 263 ΣΛΕΕ της αιτούσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ κατά απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με τη συμβατότητα του Μεταβατικού Μηχανισμού Αποζημίωσης Ευελιξίας με το άρ. 107 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε συμβατό με το ενωσιακό δίκαιο τον Μηχανισμό, όπως αυτός εγκαθιδρύθηκε με το άρ. 143Δ Ν 4001/2011 και την Απόφαση 780/2018 της ΡΑΕ και δέχθηκε ότι συνιστά κρατική ενίσχυση, συμβατή με την εσωτερική αγορά βάσει του άρ. 107 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η κρίση επί της παρούσης υποθέσεως εξαρτάται από την κρίση περί του συμβατού ή μη του Μηχανισμού προς την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ, το ΣτΕ υπό το φως και της υποχρέωσης ειλικρινούς συνεργασίας, υποχρεούται να απέχει από την έκδοση οριστικής απόφασης προκειμένου, να αποφευχθεί η έκδοση απόφασης αντίθετης με αυτήν του Γενικού Δικαστηρίου επί της προσφυγής. Σελ. 356.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά αποφάσεως της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), με την οποία καθορίστηκαν οι παράμετροι για τον υπολογισμό των χρεώσεων μη συμμόρφωσης για την περίπτωση της μη υποβολής ή μη νόμιμης υποβολής Δήλωσης Φορτίου κατά το άρ. 12 παρ. 3 του Κώδικα Διαχείρισης του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ). Η προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη έχει εκδοθεί εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης και πληροί τα κριτήρια του άρ. 43 παρ. 2 Σ, δεδομένου ότι έχει δοθεί στη ΡΑΕ ειδική και συγκεκριμένη εξουσιοδότηση εκ του άρ. 96 Ν 4001/2011 για την έκδοση του ΚΔΣ και τον προσδιορισμό όλων των παραμέτρων που είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό των χρεώσεων μη συμμόρφωσης, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο, δεν επιδρά στο κύρος της. Δεδομένου ότι οι επίδικες ρυθμίσεις έχουν ως κύριο στόχο την τήρηση συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, είναι συνταγματικά δυνατό ο νομοθέτης να παρέχει ευρεία πλην ειδική εξουσιοδότηση. Σελ. 361.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η απαγόρευση της μαντίλας για τους ασκούμενους δικηγόρους, κατά την άσκηση ορισμένων επίσημων καθηκόντων, δικαιολογείται με βάση το συνταγματικό δίκαιο, δεδομένου ότι με απόφαση του νομοθέτη έχει θεσπιστεί η υποχρέωση για ουδέτερη στάση των ασκούμενων δικηγόρων σε σχέση με ιδεολογικά και θρησκευτικά ζητήματα. Η συγκεκριμένη επέμβαση στο δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των ασκουμένων, το οποίο προστατεύεται από το άρ. 4 παρ. 1 και 2 του Θεμελιώδους Νόμου, βασίζεται στην τήρηση των συνταγματικών αρχών της ιδεολογικής και θρησκευτικής ουδετερότητας του Κράτους και των υπαλλήλων του, της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας των μερών μιας δίκης, και εξ αυτού του λόγου δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης του δικαιώματος στη προσωπικότητα, κατά το άρ. 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρ. 1 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου. Κανένα από τα συγκρουόμενα συμφέροντα δεν υποσκελίζει το άλλο, και συνεπώς, στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου, πρέπει να γίνει σεβαστή η στάθμιση του νομοθέτη. Σελ. 341.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, η οποία απέρριψε έφεση κατά απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου που επικύρωσε πρόστιμο για παράνομη υποβρύχια αλιεία, καθότι το διοικητικό μέτρο της κατάσχεσης και καταστροφής αλιευτικού εξοπλισμού από λιμενική αρχή, λόγω παράνομης αλιείας, κρίθηκε σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Πιο συγκεκριμένα η προβλεπόμενη στο άρ. 3 παρ. 2 εδ. γ΄ ΠΔ 373/1985 και στο άρ. 11 παρ. 2 ΝΔ 420/1970, όπως αντικαταστάθηκε από το άρ. 9 του Ν 2040/1992, διοικητική κύρωση αποτελεί σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας περιορισμό του δικαιώματος στην ιδιοκτησία βάσει του άρ. 17 παρ. 1 Σ, καθώς εξυπηρετεί το συνταγματικό σκοπό της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Παράλληλα, είναι σύμφωνη με το άρ. 96 παρ. 1 Σ και το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αφενός διότι δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, αλλά πρόκειται για διοικητική κύρωση, αφού προάγει καταρχάς τον ως άνω δημόσιο σκοπό σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας, και αφετέρου επειδή κατά αυτής προβλέπεται ένδικο βοήθημα και δύο βαθμοί δικαιοδοσίας. Σελ. 362.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Απορριπτέα ως αβάσιμη η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, καθώς η απόδοση των δαπανών νοσηλείας ασφαλισμένου σε μη συμβεβλημένο με το ΙΚΑ (πλέον ΕΦΚΑ) θεραπευτήριο αποτελεί υποχρέωση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης νοσοκομειακής περίθαλψης, όταν εκ της αναβολής απειλείται κίνδυνος για την ζωή ή την υγεία του. Σε περίπτωση μάλιστα που οι ασθενείς εισαχθούν σε μη συμβεβλημένο θεραπευτήριο λόγω αδυναμίας αντίστοιχου συμβεβλημένου να τους παρέχει την απαραίτητη περίθαλψη, ο φορέας υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας τους και όχι μόνο τη δαπάνη μέχρι του ποσού της ισχύουσας κρατικής διατίμησης. Σελ. 361.

Δεκτή αίτηση αναιρέσεως κατά απόφασης που έκρινε ότι η παράλειψη γνωστοποίησης στο Ταμείο Συντάξεων Αυτοκινητιστών της παράλληλης απασχόλησης του αναιρεσείοντος και της υπαγωγής του εξ αυτής στην ασφάλιση του ΙΚΑ καθιστά μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρ. 1 παρ. 1 ΒΔ 568/1964, για την αναγνώριση του επίμαχου χρονικού διαστήματος ως χρόνου διανυθέντος στην ασφάλιση του ΤΣΑ. Η σχετική παράλειψη γνωστοποίησης δεν αποκλείει τη συνδρομή της προϋπόθεσης της καλόπιστης καταβολής των εισφορών. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης είναι αυτοδίκαιη και χωρίς την τήρηση διατυπώσεων και, συνεπώς, η μη αναγνώριση του ασφαλιστικού χρόνου πριν την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης λόγω μη καλόπιστης καταβολής των εισφορών πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη. Η μεταγενέστερη μεταβολή του ασφαλιστικού καθεστώτος με τις διατάξεις των άρ. 16 παρ. 4 ΠΔ 669/1981 και άρ. 6 ΠΔ 425/1983 δεν κατήργησε ρητά το προηγούμενο ΒΔ 568/1964 και, επομένως, οι ασφαλισμένοι του ΤΣΑ έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την αναγνώριση ημερών εργασίας βάσει αυτού, έστω και αν η σχετική αίτηση υποβάλλεται μετά την έναρξη ισχύος των ως άνω ΠΔ. Σελ. 361.

Απορριπτέα η προσφυγή κατά ειδοποιητηρίων πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών του άρ. 44 παρ. 14, 15 Ν 3986/2011 για τους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης, προνοίας και υγείας του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων, και συγκεκριμένα του τομέα των Μηχανικών, ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι τα ειδοποιητήρια περιορίζονται στη γνωστοποίηση των υποχρεώσεων πληρωμής και δεν αποτελούν εκτελεστές πράξεις, μη επαγόμενες έννομες συνέπειες. Μόνη η επί μακρόν αχρησία του νόμου δεν οδηγεί σε κατάργησή του (μειοψ.). Η αμφισβήτηση της νομιμότητας των εν λόγω ειδοποιητηρίων ως προς το σκέλος τους, με το οποίο γνωστοποιείται μεταγενέστερη προθεσμία εξόφλησης, και άρα μη επιβολής σε βάρος τους πρόσθετων τελών λόγω παρέλευσης του χρόνου καταβολής, θα λάμβανε χώρα άνευ εννόμου συμφέροντος, λόγω της ευνοϊκής απαλλαγής. Σελ. 364.

Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας δεν δύναται κατόπιν προσφυγής του ενδιαφερομένου ασφαλισμένου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και προσδιορίζοντας το ποσοστό αναπηρίας του να καταστήσει χειρότερη τη θέση του (non reformatio in peius), συγκριτικά με την ιατρική γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, εφόσον δεν υπάρχει ρητή αντίθετη ρύθμιση. Η μείωση, εν προκειμένω, του ποσοστού αναπηρίας ή της διάρκειας ισχύος της ιατρικής γνωμάτευσης είναι δυνατή μόνο κατόπιν άσκησης προσφυγής του ασφαλιστικού οργανισμού ή του προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας του ΕΦΚΑ ή αντίθετων προσφυγών από τα δύο «διάδικα» μέρη, ήτοι τον ασφαλισμένο και τον ασφαλιστικό φορέα. Σελ. 372.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Το άρθρο 107 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί, τόσο η χορήγηση χρηματικού ποσού σε δημόσια επιχείρηση που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες όσο και η μεταβίβαση του συνόλου της συμμετοχής που κατέχει ένα κράτος μέλος στο κεφάλαιο της επιχείρησης αυτής προς άλλη δημόσια επιχείρηση, χωρίς αντιπαροχή, αλλά υπό τον όρο να αναλάβει η τελευταία την υποχρέωση να θεραπεύσει την ελλειμματική κατάσταση της πρώτης επιχείρησης, μπορούν να χαρακτηριστούν ως «κρατικές ενισχύσεις», κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ. Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι, εφόσον χαρακτηριστούν ως «κρατικές ενισχύσεις», κατά την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, μέτρα όπως η χορήγηση χρηματικού ποσού σε δημόσια επιχείρηση που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες ή η μεταβίβαση του συνόλου της συμμετοχής που κατέχει ένα κράτος μέλος στο κεφάλαιο της επιχείρησης αυτής προς άλλη δημόσια επιχείρηση, χωρίς αντιπαροχή, αλλά υπό τον όρο να αναλάβει η τελευταία την υποχρέωση να θεραπεύσει την ελλειμματική κατάσταση της πρώτης, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διασφαλίσει την επέλευση όλων των έννομων συνεπειών που απορρέουν από το γεγονός ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και πρέπει, επομένως, να θεωρηθούν παράνομες. Σελ. 297.

Το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι τα πρόσωπα που δεν δραστηριοποιούνται ως προμηθευτές ή αγοραστές στην αγορά την οποία αφορά μια σύμπραξη, αλλά έχουν χορηγήσει επιδοτήσεις, υπό τη μορφή προνομιακών δανείων, σε αγοραστές προϊόντων που διατίθενται στην αγορά αυτή, μπορούν να ζητήσουν να υποχρεωθούν οι επιχειρήσεις που μετείχαν στην εν λόγω σύμπραξη να αποκαταστήσουν τη ζημία που αυτά υπέστησαν εξαιτίας του γεγονότος ότι, επειδή το ποσό των επιδοτήσεων ήταν υψηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν αν δεν υφίστατο η εν λόγω σύμπραξη, τα πρόσωπα αυτά δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν το ποσό της διαφοράς για άλλους, πιο επικερδείς σκοπούς. Σελ. 295.

NE BIS IN IDEM

Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της ερμηνείας του άρ. 96 Σ και της αρχής ne bis in idem, στο πλαίσιο επιβολής τελωνειακού προστίμου σε βάρος εμπόρου-εισαγωγέα, ενώ αυτός αθωώθηκε αμετάκλητα για το οικείο ποινικό αδίκημα. Το Τμήμα έκρινε ότι δεν παραβιάζεται ούτε το άρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε το άρ. 96 Σ, ούτε η αρχή ne bis in idem, καθώς η κύρωση δεν επιβάλλεται σε πρόσωπο, με αποτέλεσμα να φέρει απαξία σε βάρος του, αλλά σε οικονομική οντότητα, δεν διέπεται δε από τις αρχές του ποινικού δικαίου, δεν υπηρετεί τους σκοπούς της ποινής (κολασμό και σωφρονισμό) και προστατεύει διαφορετικά έννομα αγαθά από την αξιόποινη λαθρεμπορία. Αντιθέτως, η κύρωση έχει οικονομική λειτουργία με σκοπό την διασφάλιση μέσω οικονομικών αντικινήτρων της αποτελεσματικής εφαρμογής του διοικητικού ρυθμιστικού καθεστώτος (μειοψ.). Διαφορετική επιεικέστερη αντιμετώπιση της παραβατικής επιχειρηματικής συμπεριφοράς ατομικής επιχείρησης σε σχέση με νομικών προσώπων, επιτρέπεται μόνο καθ’ ο μέρος επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας. Σελ. 353.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ακυρωτέα η σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να επιληφθεί της αίτησης για ανέλκυση του ναυαγίου της Θήρας και εξάλειψη των περιβαλλοντικών κινδύνων για το θαλάσσιο και παράκτιο περιβάλλον της περιοχής του ναυαγίου, λόγω του ότι συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Δεδομένου ότι το επίδικο ναυάγιο, ευρισκόμενο σε περιοχή που χρήζει ιδιαίτερης κρατικής προστασίας, φαίνεται να αποτελεί ενεργό εστία ρύπανσης για το θαλάσσιο περιβάλλον της περιοχής, οι αρμόδιες διοικητικές αρχές κατά παράβαση του άρ. 24 Σ και του Ν 2881/2001 παρέλειψαν να διαπιστώσουν αν συντρέχει πρακτική δυνατότητα ανελκύσεώς του και να διερευνήσουν τις περαιτέρω δυνατότητες που διαθέτουν βάσει του Ν 2881/2001. Σελ. 354.

Δεκτή αίτηση ακύρωσης στρεφόμενη κατά απόφασης, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι εκμετάλλευσης ορυχείου γύψου σε δημόσια δασική έκταση, καθώς ο εξορυκτικός χώρος εντοπίζεται εντός Καταφυγίου Άγριας Ζωής. Εν προκειμένω, παρά το ότι το υπερκείμενο χωροταξικό πλαίσιο για τη βιομηχανία επιτρέπει καταρχήν την επεξεργασία ορυκτών πρώτων υλών στη συγκεκριμένη περιοχή, αυτή εν τέλει δεν επιτρέπεται λόγω τη ρητής απαγόρευσης εξόρυξης γύψου υπό οιουσδήποτε, ακόμη και ικανούς να προστατεύσουν την άγρια ζωή, περιβαλλοντικούς όρους εντός Καταφυγίων Άγριας Ζωής, η οποία προβλέπεται στο άρ. 3 παρ. 3.7.1 του νομίμως εγκεκριμένου Περιφερειακού Πλαισίου Κρήτης. Σελ. 357.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά των διατάξεων του άρ. 35 του Ν 4414/2016, με τις οποίες εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πολεοδομική ενότητας «Ελαιώνα» και ορίστηκε ότι η τεχνική μελέτη για την κατασκευή του ισλαμικού τεμένους επέχει θέση έγκρισης και άδειας δόμησης. Δεδομένου ότι οι ανωτέρω διατάξεις έχουν ατομικό χαρακτήρα, καθώς προβλέπουν με εξαντλητικό τρόπο ρυμοτομικές ρυθμίσεις και προσδίδουν στην τεχνική μελέτη ισχύ ατομικής διοικητικής πράξης, χωρίς να απαιτείται η έκδοση άλλων διοικητικών πράξεων, και ενόψει του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, θεωρούνται ως παραδεκτώς προσβαλλόμενα έγγραφα της Διοίκησης που εκδόθηκαν πριν ή μετά την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως και διαπιστώνουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος για την εφαρμογή των ρυθμίσεων αυτών. Η επιβολή με τυπικό νόμο των ως άνω ατομικού χαρακτήρα μέτρων χωροταξικού σχεδιασμού είναι σύμφωνη με τα άρ. 4 παρ. 1, 13, 24 παρ.1 και 2, 26 και 28 και 43 παρ. 2 Σ, διότι από την αιτιολογική έκθεση του νόμου προκύπτουν οι ειδικές περιστάσεις που κατέστησαν πρόδηλη την ανάγκη ψήφισής του, ήτοι η ανάγκη διασφάλισης της λατρευτικής έκφρασης των μουσουλμάνων της Αττικής. Σελ. 352.

Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση το ζήτημα του επιτρεπτού της εγκατάστασης Μονάδων Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ) σε λατομεία. Η γραμματική και τελολογική ερμηνεία του άρ. 40 Ν 4030/2011 επιτρέπει την εγκατάσταση ΜΕΑ σε ανενεργά λατομεία, με σκοπό την αποκατάστασή τους, ακόμα και αν αυτά έχουν λειτουργήσει παράνομα στο παρελθόν, λόγω της ταυτότητας του νομοθετικού σκοπού και στις δύο περιπτώσεις. Η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί χωροταξική ρύθμιση. Η επίμαχη όμως χωροθέτηση ΜΕΑ σε ανενεργό λατομείο στην Τήνο δεν εναρμονίζεται με την Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου της Τήνου, η οποία καθιερώνει συγκεκριμένες χρήσεις ανά περιοχή, από τις οποίες δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις βάσει νόμου που προβλέπει, κατά γενικό μόνο τρόπο, τη δυνατότητα εγκατάστασης ειδικών χρήσεων σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως εν προκειμένω η εγκατάσταση ΜΕΑ σε ανενεργά λατομεία. Η εγκατάσταση επιτρέπεται μόνο αν την επιτρέπει το οικείο χωροταξικό σχέδιο, καθώς οι διατάξεις του άρ. 40 Ν 4030/2011, επιτρέποντας την εγκατάσταση ΜΕΑ σε ανενεργά λατομεία, δεν έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν την εν λόγω εγκατάσταση σε οποιαδήποτε περιοχή ανενεργού λατομείου (μειοψ.). Σελ. 354.

Ακυρωτέα η άδεια δόμησης δεκαόροφου ξενοδοχείου στην περιοχή Μακρυγιάννη της Αθήνας ελλείψει της απαιτούμενης κατ’ άρ. 10 Ν 3028/2002 έγκρισης από τον Υπουργό Πολιτισμού της σχετικής τελικής μελέτης, μετά από γνωμοδότηση του ΚΑΣ. Δεδομένου ότι η Ακρόπολη συνιστά μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς και εντάσσεται στον αρχαιολογικό χώρο των Αθηνών, η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση έργου πλησίον της αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση κάθε άλλης άδειας προβλεπόμενης από την κείμενη νομοθεσία και ελέγχεται ως προς την περιγραφή του μνημείου και του προς εκτέλεση έργου και την τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεών του. Είναι δε αδιάφορο αν το προς ανέγερση ακίνητο εντάσσεται σε «θεσμοθετημένη ζώνη ελέγχου των υψών» βάσει του ΠΔ της 19.2/5.3.1975. Σελ. 358.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Aπαράδεκτη η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Tribunal Económico-Administrativo Central (Οικονομικό-Διοικητικό Δικαστήριο, TEAC), με το σκεπτικό ότι το όργανο αυτό, το οποίο εξετάζει προσφυγές κατά πράξεων της φορολογικής αρχής, δεν πληροί το κριτήριο της ανεξαρτησίας που απαιτείται για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Όσον αφορά, πρώτον, την εξωτερική πτυχή της έννοιας της «ανεξαρτησίας», το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η πτυχή αυτή προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία. Τα μέλη του αιτούντος οργάνου μπορούν να παυθούν με βασιλικό διάταγμα, του οποίου η έκδοση προκαλείται από το Υπουργικό Συμβούλιο, με όμοια διαδικασία όπως η προβλεπόμενη για τους υπαλλήλους της Δημόσιας Διοίκησης και όχι τους δικαστικούς λειτουργούς. Ως εκ τούτου δεν πληρούται η αρχή της ισοβιότητας που επιτάσσει την παύση μόνο για ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις για σκοπούς θεμιτούς και επιτακτικούς, και δεν διαφυλάσσονται έτσι ο Πρόεδρος και τα μέλη του από εξωτερικές πιέσεις. Όσον αφορά, δεύτερον, την εσωτερική πτυχή της έννοιας της «ανεξαρτησίας», αυτή απαιτεί αμεροληψία και απουσία κάθε συμφέροντος από τη λύση της διαφοράς για το οικέιο όργανο, όπερ και σημαίνει ότι το οικείο όργανο πρέπει να έχει την ιδιότητα του «τρίτου» σε σχέση με την αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εν προκειμένω προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης έκτακτης προσφυγής κατά των αποφάσεων του TEAC από τον Γενικό Διευθυντή Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, οποίος μετέχει στον σχηματισμό που αποφαίνεται επί της εν λόγω προσφυγής, όπως και ο Γενικός Διευθυντής ή ο Διευθυντής της Κρατικής Υπηρεσίας Φορολογικής Διοίκησης στην οποία υπάγεται το όργανο που έχει εκδώσει την πράξη κατά της οποίας βάλλει η εν λόγω έκτακτη προσφυγή. Εξ αυτού προκύπτει σύγχυση μεταξύ της ιδιότητας του μετέχοντος στη διαδικασία άσκησης της έκτακτης προσφυγής και εκείνης του μέλους του οργάνου που επιλαμβάνεται της ίδιας προσφυγής. Σελ. 299.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Δεκτή αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά απόφασης της Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής (ήδη Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη), με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής απορριπτικής του αιτήματος υπαγωγής του αιτούντος στο καθεστώς του πρόσφυγα (άρ. 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. Παρά το σχετικό αίτημά του, ο αιτών δεν κλήθηκε σε προηγούμενη ακρόαση από την Επιτροπή, ώστε να παρουσιάσει σε αυτή στοιχεία σχετικά με τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, ο οποίος σε συνδυασμό με τη χώρα προέλευσής του (Πακιστάν), αληθής υποτιθέμενος, μπορεί να δικαιολογούσε την υπαγωγή του σε καθεστώς επικουρικής προστασίας. Γι’ αυτό το λόγο, η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν ήταν νόμιμη και επαρκής. Σελ. 366

ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αναιρετέα η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή προσφυγή της ΕΡΤ ΑΕ με αίτημα την ακύρωση προστίμου ύψους 135.000 ευρώ από την ΕΕΤΤ για τη μετάδοση ραδιοφωνικών προγραμμάτων σε 13 μη προβλεπόμενες από τους Χάρτες Συχνοτήτων συχνότητες, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου. Ο δημόσιος χαρακτήρας της αναιρεσίβλητης ΕΡΤ ΑΕ και το γεγονός ότι αυτή αποτελεί τον μοναδικό κρατικό ραδιοτηλεοπτικό φορέα, δεν την νομιμοποιεί να εκπέμπει παρανόμως το πρόγραμμά της από θέσεις και συχνότητες άλλες από αυτές που προβλέπονται στον αντίστοιχο Χάρτη Συχνοτήτων. Δεν αίρεται δε η παρανομία αυτή, από το γεγονός ότι άλλοι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί συνέχιζαν να εκπέμπουν σήμα από τις ίδιες ή γειτνιάζουσες με την αναιρεσίβλητη θέσεις, καθώς κάθε περίπτωση παραβάσεως της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας κρίνεται αυτοτελώς, ενώ δε νοείται ισότητα στην παρανομία. Σελ. 356.

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ - ΕΦΚΑ

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεως Τμήματος του ΕλΣυν επί εφέσεως χήρας συνταξιούχου αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης κατά πράξης απορριπτικής της αιτήσεώς για μεταβίβαση της σύνταξης του αποβιώσαντος συζύγου της, καθώς η αποσβεστική προθεσμία επανεξέτασης συνταξιοδοτικής υποθέσεως του άρ. 3 παρ. 6 Ν 3076/2002 συνιστά δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος στην περιουσία. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη νόμου που προβλέπει διετή προθεσμία εντός της οποίας ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτηση για την επανεξέταση της συνταξιοδοτικής του υποθέσεως, επί ποινή απώλειας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, διαταράσσει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σεβασμού της περιουσίας και του επιδιωκόμενου δημοσίου σκοπού της ταχείας εκκαθάρισης των σχέσεων που ανάγονται στο παρελθόν, συνιστά αποστέρηση βασικού μέσου διαβίωσης, όπως είναι η σύνταξη, και κατά συνέπεια παραβιάζει το άρ. 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.). Σελ. 365.

Η πρόβλεψη σημαντικά μειωμένου ποσοστού αναπλήρωσης για τα μετά το 40ό έτη ασφάλισης στο νομοσχέδιο περί ασφαλιστικής μεταρρύθμισης του ΕΦΚΑ δικαιολογείται, καθώς ο εργασιακός βίος μετά τα σαράντα έτη είναι πλήρης και ο πέραν αυτού χρόνος δεν συνιστά κατά κανόνα χρόνο πραγματικής υπηρεσίας (μειοψ.). Η πρόβλεψη στο άρ. 32 μεγαλύτερου ποσοστού αναπλήρωσης για τα μετά το 45ο έτη ασφάλισης υπέρ ειδικών κατηγοριών στρατιωτικών δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση και την επικινδυνότητα των καθηκόντων αυτών ενόσω ήταν στην ενεργό υπηρεσία. Δεδομένου ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρ. 27 υπάγονται και οι συνταξιούχοι που είχαν ήδη αποκτήσει ιδιότητα υπαγόμενη στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ μετά την έναρξη ισχύος του Ν 4387/2016 και των οποίων οι ακαθάριστες συντάξεις είχαν βάσει του νόμου αυτού περικοπεί κατά 60%, προκύπτει αναδρομική ισχύς της διάταξης, συνεπώς και αξιώσεις για επιστροφή της διαφοράς μεταξύ του αρχικώς θεσπισθέντος (60%) και του νέου ποσοστού μείωσης (30%). Ο καταλογισμός σύμφωνα με την παρ. 7 του νέου άρ. 20 ποσού ίσου με το ύψος δώδεκα μηνιαίων συντάξεων λόγω παράλειψης υποβολής δήλωσης περί ανάληψης εργασίας, ανεξαρτήτως της διάρκειας της παράλειψης και της ωφέλειας του συνταξιούχου, εγείρει ζήτημα αντίθεσής της προς την αρχή της αναλογικότητας (μειοψ.). Σελ. 366.

Ακυρωτέα η πράξη αναπροσαρμογής – μείωσης της σύνταξης του εκκαλούντος, πρώην καθηγητή σε ΤΕΙ, διότι οι διατάξεις της περίπτωσης 21 της υποπαραγράφου Γ.1 της παρ. Γ του άρ. 1 του Ν 4093/2012, στις οποίες βασίστηκε η μείωση, αντίκεινται στα άρ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 Σ. Οι προβλεπόμενες στον ως άνω νόμο συνταξιοδοτικές μειώσεις επήλθαν με βάση το αμιγώς αριθμητικό – και άρα προδήλως απρόσφορο - κριτήριο της μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου κατά ορισμένο ποσοστό, χωρίς να ληφθούν υπόψη ούτε κριτήρια συναφή με την ιδιαιτερότητα κάθε ειδικού μισθολογίου, ούτε η σωρευτική επιβάρυνση της συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών από τα λοιπά οικονομικής και φορολογικής φύσης μέτρα, ούτε ειδικές εκτιμήσεις για να διακριβωθεί αν οι επιπτώσεις των μειώσεων είναι ανάλογες με το προσδοκώμενο οικονομικό όφελος (μειοψ.). Η αναδρομική ισχύς των μειώσεων αντίκειται στο άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, διότι δεν προκύπτει ούτε ότι η αναδρομικότητα της μείωσης υπαγορεύθηκε από επιτακτικούς λόγους δημόσιας ωφέλειας ούτε τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και προσφορότητα της αναδρομικότητας αυτής (μειοψ.). Σελ. 365.

ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Το άρ. 8 παρ. 1 της απόφασης 626/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2008, για την επιλογή και αδειοδότηση συστημάτων που παρέχουν κινητές δορυφορικές υπηρεσίες (MSS), σε συνδυασμό με το άρ. 7 παρ. 1 της απόφασης αυτής, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται ότι ένας φορέας εκμετάλλευσης ο οποίος επελέγη σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ της εν λόγω απόφασης και έλαβε άδεια χρήσης του ραδιοφάσματος δυνάμει του άρ. 7 της ίδιας απόφασης δεν έχει παράσχει κινητές δορυφορικές υπηρεσίες μέσω κινητού δορυφορικού συστήματος μέχρι την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπει το άρ. 4 παρ. 1 στοιχείο γ΄, σημείο ii, της απόφασης 626/2008, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να αρνούνται στον φορέα αυτόν τη χορήγηση των αναγκαίων αδειών για την παροχή συμπληρωματικών επίγειων σκελών κινητών δορυφορικών συστημάτων, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν τήρησε τη δέσμευση που είχε αναλάβει κατά την υποβολή της αίτησής του. Σελ. 306.

Απορριπτέα η αίτηση αναστολής του διατάγματος, το οποίο καθορίζει την κατανομή και τις τιμές για τη χρήση συχνοτήτων του δικτύου τηλεπικοινωνιών 5G. Οι ρυθμίσεις του εν λόγω διατάγματος θα εφαρμοστούν μόνο μετά τη κατανομή των συχνοτήτων και από μόνες τους δεν μπορούν να επιφέρουν περιβαλλοντικής ή υγειονομικής φύσης συνέπειες στη παρούσα φάση, οι οποίες αποτελούν κατά τις αιτούσες περιβαλλοντικές οργανώσεις και τη μόνη βάση θεμελίωσης του επείγοντος της αναστολής. Ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι όντως προκαλούν αυτές τις συνέπειες, αυτές δεν μπορούν να διαπιστωθούν μέχρι την εφαρμογή του, δηλαδή το καλοκαίρι του 2020, οπότε και αναμένεται η έναρξη της εκμετάλλευσης των συστημάτων πέμπτης γενιάς σε ορισμένες αστικές περιοχές. Σελ. 343.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά αποφάσεως της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), με την οποία εγκρίθηκε τεύχος προκήρυξης δημοπρασίας για την χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής περιφερειακής κάλυψης. Η παρεμβαίνουσα εταιρεία νομίμως αναδείχθηκε ως υπερθεματίστρια, διότι δεν αντίκειται στο ευρωπαϊκό δίκαιο η ίδρυση από παρόχους περιεχομένου αυτοτελούς φορέα για την άσκηση έργου παρόχου δικτύου, ενώ η ένδικη προκήρυξη απαγορεύει την διακριτική μεταχείριση υπέρ των συνδεδεμένων με τον πάροχο δικτύου παρόχων περιεχομένου. Σελ. 363.

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

Το άρ. 2 στοιχείο α΄, της Οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»), το οποίο παραπέμπει στο άρ. 1 παρ. 1 στοιχείο β΄, της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, έχει την έννοια ότι μια υπηρεσία διαμεσολάβησης η οποία έχει ως αντικείμενο την έναντι αμοιβής διευκόλυνση της επικοινωνίας, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, μεταξύ, αφενός, δυνητικών μισθωτών και, αφετέρου, επαγγελματιών ή μη επαγγελματιών εκμισθωτών που προσφέρουν υπηρεσίες παροχής καταλύματος βραχείας διάρκειας, καθώς και την ταυτόχρονη παροχή ορισμένων άλλων υπηρεσιών παρεπόμενων της εν λόγω υπηρεσίας διαμεσολάβησης, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» εμπίπτουσα στην οδηγία 2000/31. Το άρ. 3 παρ. 4 στοιχείο β΄ δεύτερη περίπτωση, της Οδηγίας 2000/31 έχει την έννοια ότι ένας ιδιώτης μπορεί να αντιταχθεί στην έναντι αυτού εφαρμογή, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας με άσκηση πολιτικής αγωγής, μέτρων κράτους μέλους τα οποία περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας την οποία ο εν λόγω ιδιώτης παρέχει από άλλο κράτος μέλος, εφόσον τα εν λόγω μέτρα δεν έχουν κοινοποιηθεί σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Σελ. 298.

ΦΑΡΜΑΚΑ

Ακυρωτέα η απόφαση του Υπουργού Υγείας, με την οποία επεβλήθη στην αιτούσα αυτόματη επιστροφή («claw back»), κατά το μέρος που αφορά στα ορφανά φάρμακα που αυτή εμπορεύεται, καθώς η διάταξη του άρ. 11 περ. στ΄ Ν 4052/2012, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας. Τα ορφανά φάρμακα συνιστούν όλως ειδική κατηγορία φαρμάκων, διότι χρησιμοποιούνται για την θεραπεία σπανίων νόσων και αφορούν σε εξαιρετικά περιορισμένο και ευχερώς δυνάμενο να προβλεφθεί αριθμό ασθενών Το γεγονός ότι δεν τους επιφυλάσσεται ειδική μεταχείριση στο πλαίσιο της αυτόματης επιστροφής, έχει ως αποτέλεσμα οι εταιρείες που τα εμπορεύονται να υφίστανται υπέρμετρες και δυσανάλογες, προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό του περιορισμού της νοσοκομειακής δαπάνης, συνέπειες. Σελ. 353.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Δεκτή εν μέρει η αίτηση ακυρώσεως κατά ΥΑ, με την οποία ορίστηκε η τιμή εκκίνησης για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας ακινήτων στην Α ζώνη Φιλοθέης Αττικής, καθώς ο τρόπος προσδιορισμού της τιμής εκκίνησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί την απαίτηση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων των Ν 1249/1982 και 4509/2017 περί τήρησης αρκούντως ορισμένης, πρόσφορης και επιστημονικά άρτιας μεθοδολογίας. Σύμφωνα με την παρ. γ άρ. 1 Ν 4152/2013 και άρ. 2 παρ. 1 ΥΑ19928/292/10.5.2013, οι πιστοποιημένοι εκτιμητές ακινήτων οφείλουν να ακολουθούν τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα, τα οποία με αυτόν τον τρόπο επιδρούν στο κανονιστικό πλαίσιο καθορισμού των τιμών των ακινήτων, όχι μόνο λόγω της δεσμευτικότητάς τους για τους εκτιμητές αλλά και δυνάμει της απαίτησης των άρ. 41 Ν 1249/1982 και άρ. 46 παρ. 3 Ν 4509/2017 για τη θέσπιση τρόπου υπολογισμού της τιμής εκκίνησης βασισμένου στις οικείες επιστημονικές αρχές. Ο κανονιστικός νομοθέτης οφείλει βάσει των ανωτέρω διατάξεων να ρυθμίζει την μεθοδολογία υπολογισμού των τιμών εκκίνησης βάσει των αρχών που απορρέουν από τα ανωτέρω πρότυπα, ώστε να προκύπτει αρκούντως σαφής, ειδικός, διαφανής, πρόσφορος και επιστημονικά άρτιος τρόπος υπολογισμού κάθε ουσιώδους στοιχείου σχετικού με το εκτιμητικό έργο, υποχρέωση την οποία δεν τηρεί η προσβαλλομένη ΥΑ. Το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης παράγεται από την ημερομηνία δημοσίευσης της αποφάσεως, καθώς τυχόν αναδρομική ακύρωσή της ΥΑ από τότε που ίσχυσε θα είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή της για τον προσδιορισμό του ΕΝΦΙΑ για το 2018 και το 2019, καθώς και του ΤΑΠ για το 2019, με κίνδυνο, αφενός, έγερσης (και, δη, από μεγάλο αριθμό προσώπων) αξιώσεων επιστροφής των καταβληθέντων ποσών φόρου και, αφετέρου, αδυναμίας νόμιμης επιβολής και είσπραξης των ανωτέρω φόρων. Σελ. 356.

Δεκτή η αίτηση αναιρέσεως στρεφόμενη κατά αποφάσεως της Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκαν τα ληφθέντα σε βάρος της αναιρεσείουσας διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα κατ΄ εφαρμογή του άρ. 46 παρ. 6 ΚΦΔ, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της εν λόγω διάταξης. Η επιβολή των διασφαλιστικών μέτρων βάσει της διάταξης αυτής σε πρόσωπα εντεταλμένα για τη διοίκηση, διαχείριση και εν γένει εκπροσώπηση νομικού προσώπου απαιτεί όχι μόνο την κατοχή μίας εκ των ιδιοτήτων που αναφέρονται στην ως άνω διάταξη και στο άρ. 2 της ΠΟΛ. 1282/31.12.2013 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και την προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη τους κατά το άρ. 115 ΚΦΕ για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, την οποία η αναιρεσείουσα εν προκειμένω δεν υπείχε υπό την ιδιότητα της διευθύντριας ανώνυμης εταιρείας. Σελ. 363.

Απορριπτέα αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή προσφυγή κατά πράξης επιβολής φορολογικού προστίμου λόγω έκδοσης ανακριβών στοιχείων, καθώς το Εφετείο ορθώς θεώρησε ως εφαρμοστέες συγκεκριμένες διατάξεις του Ν 4337/2015, οι οποίες προβλέπουν ευμενέστερες κυρώσεις. Ειδικότερα, εν προκειμένω εφαρμόζεται rationae temporis η διάταξη του άρ. 3 παρ. 7 του Ν 4337/2015, με βάση την απορρέουσα από το άρ. 7 ΕΣΔΑ αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης φορολογικής κύρωσης ποινικής φύσεως. Επιπλέον, το Εφετείο ορθώς, ανεξαρτήτως ειδικότερης αιτιολογίας, εφάρμοσε την ρύθμιση του άρ. 7 παρ. 3 (περ. στ΄) του ως άνω νόμου, χωρίς τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Κι αυτό γιατί οι περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της παραγράφου 4 τυγχάνουν ανίσχυρες και ως εκ τούτου ανεφάρμοστες ανεφάρμοστες διότι προσβάλλουν το άρ. 6 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι παρακινούν τον φορολογούμενο να αποδεχθεί το σύνολο των αποδιδόμενων από τη Φορολογική Διοίκηση παραβάσεων προκειμένου να επωφεληθεί της νεότερης και ευμενέστερης διάταξης, ενέργεια που θα οδηγούσε στην αδυναμία παραδεκτής αμφισβήτησής τους με προσφυγή. Παραδεκτώς προβάλλεται πρόσθετος λόγος, περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την έκδοση και κοινοποίηση των ένδικων αποφάσεων επιβολής προστίμων Κ.Β.Σ., παρά το γεγονός ότι δεν είχε προβληθεί με την ενδικοφανή προσφυγή, επειδή αυτός αφορούσε αμιγώς νομικά ζητήματα και δεν έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης του πραγματικού. Σελ. 364.

COVID – 19

Κατόπιν άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων κατά του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Υγείας αναφορικά με τα διατάγματα, με τα οποία επεβλήθησαν περιορισμοί στην μετακίνηση λόγω της εξάπλωσης του ιού Covid-19, με αίτημα την επιβολή του μέτρου της πλήρους απαγόρευσης της κυκλοφορίας του πληθυσμού, το Δικαστήριο διατάσσει την εξειδίκευση της κατ’ εξαίρεση μετακίνησης για λόγους υγείας και την επανεξέταση της εξαίρεσης των σύντομων μετακινήσεων κοντά στην οικία. Αξιολόγηση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία πρέπει να λάβει χώρα επίσης, σε ό,τι αφορά τις υπαίθριες αγορές, όπου υπάρχει υψηλή επισκεψιμότητα, αλλά ο μόνος περιορισμός στον οποίο εμπίπτουν είναι ο γενικός περί μη υπέρβασης των 100 ατόμων ανά συνάθροιση. Προκειμένου να ληφθεί το μέτρο της πλήρους απαγόρευσης των μετακινήσεων, πρέπει πρώτα να διαμορφωθεί ένα σύστημα ανεφοδιασμού και τροφοδοσίας των πολιτών, που παράλληλα θα εγγυάται την ασφάλεια της υγείας των εργαζομένων σε αυτό, πράγμα το οποίο δεν είναι δυνατό. Η δε λειτουργία των δημοσίων συγκοινωνιών κρίνεται απαραίτητη για την μετακίνηση των εργαζομένων σε ζωτικές για τον πληθυσμό επιχειρήσεις. Βάσει των ως άνω, δεν στοιχειοθετείται πρόδηλη παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή από τη μη επιβολή του μέτρου της πλήρης απαγόρευσης των μετακινήσεων. Η ικανοποίηση του αιτήματος περί μαζικής παραγωγής τεστ ανίχνευσης του ιού δεν εμπίπτει στην εξουσία του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων. Σελ. 329.