ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος Ι-ΙΙ-ΙΙΙ/2014, Ιανουάριος - Δεκέμβριος

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Ακυρωτέα η απόφαση της ΔΕΑΑ 206/25.4.2012 κατά το μέρος, με το οποίο μεταβιβάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ 36.245.240 μετοχές της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. (34,033% του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ). Ο χαρακτήρας της δημόσιας επιχείρησης αναιρείται με την αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από τον έλεγχο της ανώνυμης εταιρείας δια του μετοχικού κεφαλαίου. Επομένως, κατ’ ουσίαν ιδιωτικοποιείται και καθίσταται αβέβαιη η συνέχιση εκ μέρους της παροχής προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, δηλαδή ύδρευσης και αποχέτευσης που παρέχονται μονοπωλιακώς. Η αβεβαιότητα αυτή αντίκειται στο άρ. 5 παρ. 5 Σ που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας και άρ. 21 παρ. 3 Σ. που ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών (μειοψ.). ΣτΕ 1906/2014 (Ολ, 23.5.2014),

σελ. 148.

ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Η των ονομάτων επίσκεψις: περί ιδιωτικοποιήσεων, Μητσιοπούλου Σοφία,

σελ. 14.

Ο υπολογισμός των τόκων με ποσοστό 6% που ισχύει για το δημόσιο κατά την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν παραβιάζει το άρ. 1 ΠΠΠ, υπό την έννοια της μείωσης του ύψους των απαιτήσεων των δικαιούχων. Τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για τη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνοντας υπόψιν κάθε φορά τα ιδιαίτερα οικονομικά δεδομένα και την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους. Απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί περί παραβίασης του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, καθώς οι προσφεύγοντες δε στερήθηκαν δικονομικά μέσα κατά τη διεκδίκηση των απαιτήσεών τους. ΕΔΔΑ 25.9.2014 Βιαροπούλου κατά Ελλάδος,

σελ. 70.

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

Ακυρωτική δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων. Μια ουσιώδης ενδυνάμωση του πλαισίου της ακυρωτικής δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 4274/2014 και η εφαρμογή τους με την απόφαση ΣτΕ (Ολ.) 4003/2014, Προκόπης Παυλόπουλος,

σελ. 3.

Αρχή νομιμότητας. Μια ουσιώδης ενδυνάμωση του πλαισίου της ακυρωτικής δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 22 του ν. 4274/2014 και η εφαρμογή τους με την απόφαση ΣτΕ (Ολ) 4003/2014, Προκόπης Παυλόπουλος,

σελ. 3.

Η των ονομάτων επίσκεψις: περί ιδιωτικοποιήσεων, Μητσιοπούλου Σοφία,

σελ. 14.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Αποκαλύπτοντας το δικαίωμα στη λήθη: Ανάλυση και σχολιασμός της Υπόθεσης C-131/12, Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Espanola de Proteccion de Datos (AEPD) και Mario Costeja Gonzalez, Ναπολέων Εμμ. Ξανθούλης,

σελ. 91.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ

Η Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, έχει την έννοια ότι τα «αποτελεσματικά τεχνολογικά μέτρα» περιλαμβάνουν τεχνολογικά μέτρα τα οποία συνίστανται, ιδίως, στην τοποθέτηση μηχανισμού αναγνωρίσεως όχι μόνο στο μέσο που περιλαμβάνει το προστατευόμενο έργο, όπως το βιντεοπαιχνίδι, αλλά και στις φορητές συσκευές και τις κονσόλες που διασφαλίζουν την πρόσβαση στα παιχνίδια αυτά. C-355/12 (23.1.2014),

σελ. 113.

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ΔΕΕ)

Το άρ. 34 σημ. 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του η περίπτωση ασυμβίβαστων μεταξύ τους αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια του ιδίου κράτους μέλους. C-157/2012 (26.9.2013),

σελ. 101.

Ο ισχυρισμός περί πλάνης περί το δίκαιο και εσφαλμένης ερμηνείας του άρ. 263 εδ. δ΄ ΣΛΕΕ απορρίπτεται ως αβάσιμος, αφού η τροποποίηση του δικαιώματος προσφυγής των φυσικών και νομικών προσώπων, κατά το άρ. 230 εδ. δ΄ ΕΚ, αποσκοπούσε στην παροχή στα πρόσωπα αυτά της δυνατότητας να ασκήσουν, υπό ηπιότερες προϋποθέσεις, προσφυγή ακυρώσεως κατά πράξεων γενικής ισχύος, εξαιρουμένων των νομοθετικών πράξεων. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι η έννοια «κανονιστικές πράξεις» του άρ. 263 εδ. δ΄ ΣΛΕΕ δεν περιλαμβάνει τις νομοθετικές πράξεις. Επιπλέον, από το ίδιο το γράμμα του άρ. 263 εδ. δ΄ ΣΛΕΕ, όπως και από την πάγια νομολογία προκύπτει ότι ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ασκεί παραδεκτώς προσφυγή κατά πράξεως μη αποτελούσα πράξη της οποίας είναι αποδέκτης ή κανονιστική πράξη, μόνον εφόσον η πράξη αυτή το αφορά όχι μόνον άμεσα, αλλά και ατομικά, γι’ αυτό και η μη συνδρομή μίας από τις σωρευτικές προϋποθέσεις καθιστά την προσφυγή απαράδεκτη. Ως αβάσιμος απορρίπτεται και ο ισχυρισμός ότι η ερμηνεία του άρ. 263 εδ. δ΄ ΣΛΕΕ επιφέρει έλλειμμα στην παροχή δικαστικής προστασίας, αφού δεν μπορούν να προσβληθούν νομοθετικές πράξεις. C-583/11 P (3.10.2013),

σελ. 102.

Όταν σε εθνική ρύθμιση συνυπάρχουν ειδικοί κανόνες, για την επίλυση ζητήματος που άπτεται του εσωτερικού δικαίου, με διάταξη που παραπέμπει στις αρχές που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια από την εν λόγω εθνική νομοθεσία ότι για την επίλυση του ίδιου ζητήματος του εσωτερικού δικαίου δεν πρέπει να εφαρμοστούν οι εθνικοί ειδικοί κανόνες αλλά οι αρχές του δικαίου της Ένωσης, ώστε να έχει αρμοδιότητα το ΔΕΕ να αποφανθεί σε προδικαστικό ερώτημα. Γενική παραπομπή στις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου ως προς την αιτιολογία των πράξεων δεν καθορίζει ως εφαρμοστέα τα άρ. 296 εδ β’ ΣΛΕΕ και άρ. 41 παρ. 2 στοιχ. γ΄, του Χάρτη ή άλλες διατάξεις ,ώστε να υφίσταται κάποιο συμφέρον της Ένωσης να διατηρηθεί ομοιόμορφη ερμηνεία διατάξεων και εννοιών του δικαίου της Ένωσης. C-313/12 (7.11.2013),

σελ. 105.

Το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το 5a Vara Civel de Lisboa (Πορτογαλία) με την απόφασή του της 13ης Μαρτίου 2013, διότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν στην ερμηνεία του άρ. 47 του ΧΘΔΕΕ, ο οποίος βάσει του άρ. 51 παρ. 1 του ιδίου απευθύνεται στα κράτη μέλη μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ κατ’ αντιδιαστολή προς το εθνικό δίκαιο. Συνεπώς, όταν η κύρια δίκη αναφέρεται σε ζητήματα εφαρμογής του εθνικού δικαίου, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί. C-258/13 (28.11.2013),

σελ. 108.

Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαντήσει επί της υποβληθείσης προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την ερμηνεία των άρ. 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό το πρίσμα των άρ. 15 και 16 του ανωτέρω Χάρτη, καθώς και των άρ. 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ, 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ. Με βάση την απόφαση παραπομπής, η επίμαχη στην κύρια δίκη έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ώστε να εφαρμόζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη βάσει του άρ. 51 παρ. 6 του Χάρτη αυτού, και το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί. Αναφορικά με τα άρ. 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται ως προς εθνική κανονιστική ρύθμιση που αφορά την υποχρέωση κλεισίματος των καταστημάτων, η οποία ισχύει έναντι όλων των επιχειρηματιών που ασκούν δραστηριότητες εντός της εθνικής επικράτειας, και η οποία επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων Κρατών Μελών. Σχετικά με τα άρ. 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ, αρκεί η διαπίστωση ότι η επίμαχη νομοθεσία ισχύει ως προς όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητες στην εθνική επικράτεια, και τα περιοριστικά αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει επί της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών είναι ιδιαιτέρως αβέβαια και έμμεσα, προκειμένου η σχετική απαγόρευση να μπορεί να θεωρηθεί ικανή να αποτελέσει εμπόδιο στην ελευθερία αυτή. C-483/12 (8.5.2014),

σελ. 125.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Το άρ. 345 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καταλαμβάνει ένα σύστημα απαγορεύσεως της ιδιωτικοποιήσεως το οποίο συνεπάγεται ότι οι μετοχές του εταιρικού κεφαλαίου ενός δραστηριοποιούμενου επί ολλανδικού εδάφους διαχειριστή δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου πρέπει να κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από δημόσιες αρχές που καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία. Παρά ταύτα, η ερμηνεία αυτή δεν έχει ως συνέπεια ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρ. 63 ΣΛΕΕ εθνικές διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν την ιδιωτικοποίηση διαχειριστών δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου, ή ακόμη απαγορεύουν, αφενός, δεσμούς κυριότητας ή ελέγχου μεταξύ των εταιριών που αποτελούν μέρος ομίλου στον οποίο ανήκει ένας δραστηριοποιούμενος επί ολλανδικού εδάφους διαχειριστής δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου και των εταιριών που αποτελούν μέρος ομίλου στον οποίο ανήκει επιχείρηση που παράγει, προμηθεύεται ή εμπορεύεται ηλεκτρική ενέργεια ή φυσικό αέριο επί του εδάφους αυτού, καθώς και, αφετέρου, την τέλεση ή άσκηση από έναν τέτοιο διαχειριστή και από τον όμιλο στον οποίο αυτός ανήκει πράξεων ή δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να θίξουν το συμφέρον της διαχειρίσεως του περί ου πρόκειται δικτύου. j j Όσον αφορά το επίμαχο στις κύριες δίκες καθεστώς απαγορεύσεως της ιδιωτικοποιήσεως, το οποίο εμπίπτει στο άρ. 345 ΣΛΕΕ, οι σκοποί που αποτελούν το υπόβαθρο της γενομένης από τον νομοθέτη επιλογής καθεστώτος ιδιοκτησίας δύνανται να ληφθούν υπόψη ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος για να δικαιολογηθεί το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. C-105/12 έως C-107/12 (22.10.2013),

σελ.104.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΕΣΔΑ)

Η των ονομάτων επίσκεψις: περί ιδιωτικοποιήσεων, Μητσιοπούλου Σοφία,

σελ. 15.

Ο σημαντικός ρόλος του τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία υπόκειται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις ακόμα και όταν θίγει θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Η δημόσια εικόνα ενός προσώπου συνεπάγεται, την εκ μέρους του, ανάγκη επίδειξης μεγαλύτερης ανοχής σε περιστατικά, που αφορούν τη διοχέτευση πληροφοριών για τη ζωή του. Περαιτέρω απαιτείται όμως η ύπαρξη μιας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, για την εξεύρεση της οποίας πρέπει να ληφθούν υπόψη μεταξύ άλλων, η συνεισφορά του ζητήματος σε μια γενικότερου ενδιαφέροντος συζήτηση, η αναγνωρισιμότητα του προσώπου, ο τρόπος λήψης των πληροφοριών, ο αντίκτυπος της δημοσιότητας στα ενεχόμενα πρόσωπα. Η μη ύπαρξη σχέσης αναλογικότητας μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και του επιδιωκόμενου σκοπού συνιστά παραβίαση του άρ. 10 ΕΣΔΑ (διαφων. γν). ΕΔΔΑ 13.5.2014, Couderc et Hachette Filipacchi και Συνεργάτες κατά Γαλλίας,

σελ. 49.

Η ιδιότητα του «θύματος» κατά την έννοια του άρ. 34 ΕΣΔΑ δεν απαιτεί να έχει προηγηθεί κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό βίαιης συμμόρφωσης στο νόμο, αλλά αρκεί η γενικότερη υποχρέωση σε δεδομένη συμπεριφορά που προκύπτει από αυτόν. Η εκδήλωση πίστης και πεποίθησης δεν απαιτεί ρητή απόδειξη, παρά αρκεί ο υποφαινόμενος στενός δεσμός μεταξύ μιας συμπεριφοράς και της πίστης από την οποία αυτή εκκινεί. Η απαγόρευση της μαντίλας εμπίπτει κατ’ αρχήν στο προστατευόμενο περιεχόμενο των άρ. 8, 9 ΕΣΔΑ, αποτελεί όμως απλό περιορισμό και όχι παραβίαση καθότι υπηρετεί νόμιμους σκοπούς, της δημόσιας ασφάλειας και του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων και είναι αναγκαίο μέτρο για την εύρυθμη λειτουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Δεν υπάρχει παραβίαση του άρ. 14 ΕΣΔΑ, διότι ο τυχόν χαρακτήρας διακριτικής μεταχείρισης αίρεται λόγω του αντικειμενικού και δικαιολογημένου σκοπού του νόμου (μειοψ.). ΕΔΔΑ 5.6.2014 SAS κατά Γαλλίας,

σελ. 55.

Η παρουσία φοιτητών ιατρικής κατά τη διάρκεια του τοκετού της προσφεύγουσας συνιστά αυθαίρετη παρέμβαση στην ιδιωτική της ζωή, υπό την έννοια του άρ. 8 ΕΣΔΑ. Η παρέμβαση αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο, καθώς κρίθηκε ότι ο τότε εφαρμοσθείς νόμος δεν παρείχε τα απαραίτητα διαδικαστικά εχέγγυα έναντι παρεμβάσεων, αφού δεν έδινε ρητά τη δυνατότητα στη μητέρα να δηλώσει την αντίθεσή της για την παρουσία των φοιτητών σε αυτή την πολύ προσωπική της στιγμή. Δε διαδιγνώσκεται, όμως, παραβίαση του άρ. 3 ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ 16.9.2014 Konovalova κατά Ρωσίας,

σελ. 67.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το 5a Vara Civel de Lisboa (Πορτογαλία) με την απόφασή του της 13ης Μαρτίου 2013, διότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν στην ερμηνεία του άρ. 47 του ΧΘΔΕΕ, ο οποίος βάσει του άρ. 51 παρ. 1 του ιδίου απευθύνεται στα κράτη μέλη μόνο όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ κατ’ αντιδιαστολή προς το εθνικό δίκαιο. Συνεπώς, όταν η κύρια δίκη αναφέρεται σε ζητήματα εφαρμογής του εθνικού δικαίου, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί. C-258/13 (28.11.2013),

σελ. 108.

Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαντήσει επί της υποβληθείσης προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την ερμηνεία των άρ. 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό το πρίσμα των άρ. 15 και 16 του ανωτέρω Χάρτη, καθώς και των άρ. 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ, 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ. Με βάση την απόφαση παραπομπής, η επίμαχη στην κύρια δίκη έννομη κατάσταση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ώστε να εφαρμόζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτά κατοχυρώνονται στον Χάρτη βάσει του άρ. 51 παρ. 6 του Χάρτη αυτού, και το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί. Αναφορικά με τα άρ. 34 ΣΛΕΕ έως 36 ΣΛΕΕ, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται ως προς εθνική κανονιστική ρύθμιση που αφορά την υποχρέωση κλεισίματος των καταστημάτων, η οποία ισχύει έναντι όλων των επιχειρηματιών που ασκούν δραστηριότητες εντός της εθνικής επικράτειας, και η οποία επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο, νομικώς και πραγματικώς, την εμπορία των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων προελεύσεως άλλων Κρατών Μελών. Σχετικά με τα άρ. 56 ΣΛΕΕ και 57 ΣΛΕΕ, αρκεί η διαπίστωση ότι η επίμαχη νομοθεσία ισχύει ως προς όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν δραστηριότητες στην εθνική επικράτεια, και τα περιοριστικά αποτελέσματα που θα μπορούσε να έχει επί της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών είναι ιδιαιτέρως αβέβαια και έμμεσα, προκειμένου η σχετική απαγόρευση να μπορεί να θεωρηθεί ικανή να αποτελέσει εμπόδιο στην ελευθερία αυτή. C-483/12 (8.5.2014),

σελ. 125.

ΟΜΟΛΟΓΑ

Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενης κατά των πράξεων οι οποίες συναποτελούν τη σύνθετη διοικητική ενέργεια, με τελική πράξη την υπ’ αριθμ. 2/20964/0023Α/9.3.2012 απόφαση του Αναπληρωτή Υπ. Οικονομικών, σχετικά με την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους μέσω της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα (ΣΙΤ, PSI) καθώς όλοι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης κρίνονται αβάσιμοι. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία των διοικητικών πράξεων όσον αφορά την ένταξη στο PSI φυσικών προσώπων, μη επαγγελματιών ομολογιούχων. Η αρχή του pacta sunt servanda περιγράφεται από την αρχή του rebus sic stantibus σε περιόδους οικονομικής κρίσης των κρατών. Η ex ante πρόβλεψη ρητρών συλλογικής δράσης (CAC) στους ήδη εκδοθέντες τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου και η αντικατάστασή τους με νέους τίτλους συνολικά μικρότερης ονομαστικής αξίας και μεγαλύτερου χρόνου ωρίμανσης δεν αντίκειται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και τη προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και στα άρθρα 17 παρ. 2 Σ και 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ αντίστοιχα. Τέλος, δε διαπιστούται παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1 και παρ. 5 Σ (μειοψ.). ΣτΕ 1116/2014 (Ολ, 21.3.2014),

σελ. 133.

Απορριπτέα, ως αβάσιμη, η αίτηση ακυρώσεως των αιτούντων, κατόχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενη κατά των πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου και του Διοικητή της ΤτΕ, με τις οποίες υλοποιήθηκε η τροποποίηση επιλέξιμων τίτλων και η ανταλλαγή τους με νέους. Η ΠΥΣ περί καθορισμού των επιλέξιμων τίτλων δεν είναι κυβερνητική πράξη, παρά το σχετικό ισχυρισμό στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4050/2012, και επιπλέον δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Η επένδυση σε ομόλογα κρατών δεν είναι απαλλαγμένη από τον κίνδυνο της περιουσιακής απώλειας, ενώ σε περιπτώσεις απρόβλεπτων γεγονότων που εκμηδενίζουν τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους, αυτό νομίμως επιδιώκει επαναδιαπραγμάτευση βάσει της ρήτρας rebus sic standibus χωρίς να παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ακόμα, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας ούτε η αρχή της κατανομής των δημοσίων βαρών ανάλογα με τις δυνάμεις των πολιτών. Τέλος, η ακύρωση των τίτλων δεν συνιστά απαλλοτρίωση κατά την έννοια του άρ. 17 παρ. 2 Σ, ώστε για τη νομιμότητα της να απαιτείται καταβολή αποζημίωσης, ενώ ο περιορισμός των περιουσιακών δικαιωμάτων των αιτούντων, όπως αυτά νοούνται στο άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας και επιτρέπεται εφόσον υπάρχουν σοβαροί λόγοι δημοσίου συμφέροντος (μειοψ.). ΣτΕ 1507/2014 (Ολ, 28.4.2014),

σελ. 169.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Οι περιπέτειες του θεού ποταμού, Ελένη Τροβά,

σελ. 18-48. Δεκτή αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά του εγγράφου 567/14.9.2006 της ΕΥΔΕ ΟΣΥΕ κατά το μέρος που επιτρέπει την συνέχιση της εκτελέσεως του συνόλου του έργου της εκτροπής του Αχελώου ποταμού. Κρίθηκε ότι με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αδειοδότηση των έργων εκτροπής δεν ικανοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες δημοσιότητας, ούτε η απαιτούμενη από την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ υποχρέωση ενημερώσεως και συμμετοχής του κοινού. Επιπλέον, κρίθηκε πλημμελής η αιτιολογία ως προς την αξιολόγηση των θιγόμενων μνημείων με βάση τα κριτήρια που επιβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος κατά το άρ. 24 παρ. 6 Σ και τη Διεθνή Σύμβαση της Γρανάδας η οποία σχετίζεται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Το επίδικο έργο εκτροπής, ποσότητας 600 εκατομμυρίων κ.μ. ύδατος ετησίως, των υδάτων του Αχελώου, όπως έχει σχεδιαστεί και εγκριθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίκειται προδήλως στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Τέλος, κρίθηκε ότι υφίσταται παραβίαση της Oδηγίας 92/43 ΕΟΚ για τους οικοτόπους και τα είδη (μειοψ.). ΣτΕ Ολ 26/2014 (10.1.2014),

σελ. 127.

ΠΟΤΑΜΟΙ

Οι περιπέτειες του θεού ποταμού, Ελένη Τροβά,

σελ. 18-48. Δεκτή αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά του εγγράφου 567/14.9.2006 της ΕΥΔΕ ΟΣΥΕ κατά το μέρος που επιτρέπει την συνέχιση της εκτελέσεως του συνόλου του έργου της εκτροπής του Αχελώου ποταμού. Κρίθηκε ότι με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αδειοδότηση των έργων εκτροπής δεν ικανοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες δημοσιότητας, ούτε η απαιτούμενη από την Οδηγία 85/337/ΕΟΚ υποχρέωση ενημερώσεως και συμμετοχής του κοινού. Επιπλέον, κρίθηκε πλημμελής η αιτιολογία ως προς την αξιολόγηση των θιγόμενων μνημείων με βάση τα κριτήρια που επιβάλλονται για την προστασία του περιβάλλοντος κατά το άρ. 24 παρ. 6 Σ και τη Διεθνή Σύμβαση της Γρανάδας η οποία σχετίζεται με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Το επίδικο έργο εκτροπής, ποσότητας 600 εκατομμυρίων κ.μ. ύδατος ετησίως, των υδάτων του Αχελώου, όπως έχει σχεδιαστεί και εγκριθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση, αντίκειται προδήλως στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Τέλος, κρίθηκε ότι υφίσταται παραβίαση της Oδηγίας 92/43 ΕΟΚ για τους οικοτόπους και τα είδη (μειοψ.). ΣτΕ Ολ 26/2014 (10.1.2014),

σελ. 127.

ΤΟΚΟΣ

Ο υπολογισμός των τόκων με ποσοστό 6% που ισχύει για το δημόσιο κατά την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν παραβιάζει το άρ. 1 ΠΠΠ, υπό την έννοια της μείωσης του ύψους των απαιτήσεων των δικαιούχων. Τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για τη θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος, λαμβάνοντας υπόψιν κάθε φορά τα ιδιαίτερα οικονομικά δεδομένα και την πιστοληπτική ικανότητα του κράτους. Απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί περί παραβίασης του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, καθώς οι προσφεύγοντες δε στερήθηκαν δικονομικά μέσα κατά τη διεκδίκηση των απαιτήσεών τους. ΕΔΔΑ 25.9.2014 Βιαροπούλου κατά Ελλάδος,

σελ. 70.

Σχόλιο στην απόφαση ΕΔΔΑ (Α΄ Τμήμα) της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, υπόθεση Βιαροπούλου κ.λπ. κατά Ελλάδος (αιτήσεις υπ’ αριθμ. 570/11 και 731/11),

σελ. 74.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Παραπομπή της αίτησης ακύρωσης των ατομικών πράξεων επιβολής ΕΕΤΗΔΕ στο ΔΠρΑθ κατά το άρ. 34 παρ. 1 Ν 1968/1991 για να εκδικασθεί ως διαφορά ουσίας, αφού αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος είναι ο Προϊστάμενος της ΙΒ΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Απορριπτέο το κατά το άρ. 32 παρ. 3 αίτημα περί συνεχίσεως της δίκης και κατάργηση αυτής ως προς την αίτηση ακύρωσης κατά της υπ’ αριθμ. 1211/10.10.2011 απόφασης του ΑναπλΥΠΟΙΚ βάσει του άρ. 32 παρ. 1 ΠΔ 18/1989, επειδή αυτή καταργήθηκε ρητώς με το άρ. 9 παρ. 2 της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ 1056/2.3.2012 απόφαση του Αναπλ. ΥΠΟΙΚ. ΣτΕ 2062/2013 (Ολ, 23.05.2013),

σελ. 152.

Απορριπτέα η προσφυγή κατά το μέρος του λογαριασμού της Δ.Ε.Η που ενσωματώνει πράξη καταλογισμού του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. Ο επίδικος φόρος πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας του άρ. 78 παρ. 1 και 4 Σ, αφού στις διατάξεις του άρ. 53 Ν 4021/2011 στις οποίες ερείδεται καθορίζονται το αντικείμενο ,το υποκείμενο καθώς και οι συντελεστές της φορολογίας (μειοψ). Ο νομοθέτης δεν παρέβη την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας που τεκμαίρεται από την κατοχή ακίνητης περιουσίας (μειοψ.) , μη λαμβάνοντας υπόψη το αν αυτή αποφέρει εισόδημα αφού αντικείμενο της φορολογίας μπορεί να αποτελέσει και η περιουσία, ενώ δεν ανταποκρίνεται στην αρχή της φορολογικής ισότητας η απαλλαγή από την φορολογία κάθε απρόσοδης περιουσίας. Τα γενικά και αντικειμενικά κριτήρια του εν λόγω φόρου δεν υπερβαίνουν τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολογήσεως των κυρίων ακινήτων κατ’ εξαίρεση της αρχής της καθολικότητας. Άλλωστε ο φόρος είναι έκτακτος και λαμβανομένων υπόψη των μειώσεων και απαλλαγών, της κατ’ επανάληψη έκτακτης επιβαρύνσεως, του μεγέθους και της αξίας της ακίνητης περιουσίας στην χώρα και της άμεσης ανάγκης καλύψεως προσθέτου δημοσιονομικού ελλείμματος σε περιβάλλον οικονομικής υφέσεως, δεν κρίνεται δυσανάλογος παραβιάζοντας το 25 παρ.1 εδ. δ΄ του Σ, 17 Σ και άρ. 1 παρ. 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ). Τέλος, το Δημόσιο δεν αποξενώνεται από την εξουσία βεβαιώσεως και εισπράξεως του επιδίκου τέλους, κατά παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών (μειοψ), καθώς αν δεν καταβληθεί μέσω του λογαριασμού κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος, ο αρμόδιος Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. προβαίνει σε βεβαίωση του τέλους και μεριμνά περαιτέρω για την είσπραξη αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του (ΚΕΔΕ). ΣτΕ 3342/2013 (Ολ, 27.3.2013),

σελ. 158.

Κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τον τέταρτο και πέμπτο αναιρεσίβλητο. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της ΔΕΗ ΑΕ κατά της υπ’ αριθμ. 1101/2012 αποφάσεως του ΠΠρΑΘ. Όσον αφορά τη συνεκδικασθείσα αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ιδίας αποφάσεως: Ο πρώτος και ο τρίτος λόγος απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Ο δεύτερος απορρίπτεται ως μη νόμιμος. Για τον τέταρτο και πέμπτο λόγο γίνεται παραπομπή της υποθέσεως στην Ολομέλεια του ΑΠ βάσει του αρ. 563 παρ. 2 εδ. γ΄ ΚΠολΔ. Ως προς τους τελευταίους, η πλειοψηφία της συνθέσεως διαπίστωσε ιδίως αντίθεση στα άρ. 78 παρ. 1 (υποχρεωτική νομοθετική πρόβλεψη και αντικείμενο φόρου) και 4 (απαγόρευση φορολογικής νομοθετικής εξουσιοδότησης), 4 παρ. 1 και 5 (αρχές της καθολικότητας της φορολογικής επιβαρύνσεως και της ισότητας έναντι των βαρυνομένων), 1 παρ. 3 και 26 (απαγόρευση ανάθεση φορολογικών αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες) του Συντάγματος καθώς και στο άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ (απαγόρευση της υπέρμετρης φορολογικής επιβαρύνσεως) (μειοψ.). ΑΠ 293/2014 (Τμήμα Δ΄, 7.2.2014),

σελ. 170.

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ (ΦΠΑ)

Το άρ. 17 παρ. 2, 3 και 5 και το άρ. 19 παρ. 1 της έκτης Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι, για τον καθορισμό της αναλογίας εκπτώσεως του ΦΠΑ εταιρίας, της οποίας η έδρα βρίσκεται εντός κράτους μέλους, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών που πραγματοποίησαν τα υποκαταστήματά της που είναι εγκατεστημένα εντός άλλων κρατών μελών ή εντός τρίτων κρατών. Το άρ. 17 παρ. 5 δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να προβλέπει κανόνα υπολογισμού της αναλογίας εκπτώσεως ανά τομέα δραστηριότητας εταιρίας υποκείμενης στον φόρο, ο οποίος παρέχει στην εταιρία αυτή τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε υποκατάστημα εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους ή εντός τρίτου κράτους. C-388/11 (12.3.2013),

σελ. 98.

Η έννοια «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατά το άρ. 1 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 πρέπει να ερμηνεύεται ως καλύπτουσα αγωγή με την οποία μια δημόσια αρχή κράτους μέλους προβάλλει έναντι φυσικών και νομικών προσώπων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος αξίωση αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παράνομη οργανωμένη συμφωνία με σκοπό την απάτη περί τον φόρο προστιθέμενης αξίας ο οποίος οφείλεται στο πρώτο κράτος μέλος. C- 49/12 (12.9.2013),

σελ. 99.

Το άρ. 2 παρ. 1 στοιχ. γ΄ της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ έχει την έννοια ότι η παροχή υπηρεσιών που συνίστανται στην ανακαίνιση και στον εξοπλισμό ενός διαμερίσματος πρέπει να θεωρείται πραγματοποιηθείσα εξ επαχθούς αιτίας, όταν, δυνάμει σύμβασης που έχει συναφθεί με τον κύριο του διαμερίσματος, ο μεν πάροχος των υπηρεσιών αυτών αφενός αναλαμβάνει να παράσχει τις εν λόγω υπηρεσίες με δικές του δαπάνες και αφετέρου αποκτά το δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος αυτού ενόψει της χρησιμοποίησής του για την εξυπηρέτηση της οικονομικής δραστηριότητάς του κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης αυτής, χωρίς να οφείλει να καταβάλλει κανένα μίσθωμα, ο δε κύριος του διαμερίσματος αποκτά και πάλι κατά τη λήξη της ισχύος της εν λόγω σύμβασης την κατοχή του ανακαινισμένου και εξοπλισμένου διαμερίσματος. C- 283/12 (26.9.2013),

σελ. 101.

Τα άρ. 132 παρ. 1 θ΄, 133 και 134 της Οδηγίας 2006/112 δεν απαγορεύουν την απαλλαγή από τον ΦΠΑ των εκπαιδευτικών υπηρεσιών που παρέχονται από μη δημόσιους οργανισμούς για εμπορικούς σκοπούς, εντούτοις το άρ. 132 παρ. 1 θ΄ δεν επιτρέπει να απαλλάσσονται γενικώς όλες οι παροχές εκπαιδευτικών υπηρεσιών, χωρίς να εξετάζονται οι σκοποί τους οποίους επιδιώκουν οι οργανισμοί αυτοί. C-319/12 (28.11.2013),

σελ. 108.

Το εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της έκδοσης δικαστικής αποφάσεως έχει τη διακριτική ευχέρεια να εκτιμήσει ανάλογα με την εκάστοτε υπόθεση αν τα ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι αναγκαία και κρίσιμα. Επί της ουσίας, για να καθορισθεί αν τέλος μεταδόσεως όπως αυτό των κυρίων δικών πρέπει να περιληφθεί στη βάση επιβολής του ΦΠΑ που οφείλεται για τις υπηρεσίες μεταδόσεως εμπορικών διαφημίσεων ή αντιθέτως να αποκλεισθεί της βάσεως αυτής, πρέπει, εκ προοιμίου, να εξακριβωθεί αν εμπίπτει στην έννοια των «δασμών, δικαιωμάτων, εισφορών και τελών», κατά το άρ. 11Α, παρ. 2 στ. α΄ της Έκτης Οδηγίας και το άρ. 78 εδ. α΄ στ. α΄ της Οδηγίας 2006/112. Πιο συγκεκριμένα το τέλος μεταδόσεως, μολονότι οφείλεται από τους διαφημιζόμενους, καταβάλλεται από τον παρέχοντα τις υπηρεσίες αυτές, ο οποίος ως φορολογικός υποκατάστατος θεωρείται ότι είναι υποκείμενος στο τέλος αυτό. C - 618/11 (5.12.2013),

σελ. 109.

Τα άρ. 146 παρ. 1 και 131 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ έχουν την έννοια ότι αντίκειται σ’ αυτά εθνική νομοθετική ρύθμιση κατά την οποία, στο πλαίσιο παραδόσεως προς εξαγωγή, τα προοριζόμενα να εξαχθούν εκτός ΕΕ αγαθά πρέπει υποχρεωτικά να έχουν εγκαταλείψει το έδαφος της ΕΕ εντός προθεσμίας τριών μηνών ή 90 ημερών από την ημερομηνία της παραδόσεως, εφόσον η υπέρβαση απλώς και μόνον της προθεσμίας αυτής έχει ως συνέπεια να στερείται οριστικά ο υποκείμενος στον φόρο τη φοροαπαλλαγή για την παράδοση αυτή. C- 563/12 (19.12.2013),

σελ. 111.

Στο πλαίσιο δραστηριότητας εμπίπτουσας στο καθεστώς αντιστροφής της επιβαρύνσεως, η Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, και η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας δεν αντιτίθενται στην απώλεια από τον αποδέκτη υπηρεσιών του δικαιώματος εκπτώσεως του ΦΠΑ τον οποίο κατέβαλε αχρεωστήτως στον πάροχο υπηρεσιών βάσει ενός εσφαλμένως εκδοθέντος τιμολογίου, ακόμα και όταν η διόρθωση του σφάλματος αυτού είναι αδύνατη λόγω πτωχεύσεως του εν λόγω παρόχου. j j Η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν αντιτίθεται σε εθνική διοικητική πρακτική των εθνικών φορολογικών αρχών συνιστάμενη στην ανάκληση, εντός της προθεσμίας παραγραφής, αποφάσεως με την οποία οι εν λόγω αρχές αναγνώρισαν στον υποκείμενο στον φόρο δικαίωμα να εκπέσει τον ΦΠΑ και του επέβαλαν, κατόπιν νέου ελέγχου, την υποχρέωση να αποδώσει τον φόρο αυτόν μετά τόκων υπερημερίας. C- 424/12 (6.2.2014),

σελ. 114.

Η Οδηγία 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας, έχει την έννοια ότι αποκλείει την εκ μέρους υποκειμένου στον φόρο έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας που αναγράφεται στα εκδοθέντα από τον πάροχο τιμολόγια, οσάκις, μολονότι η υπηρεσία παρασχέθηκε, αποδεικνύεται ότι δεν έχει πράγματι εκτελεστεί από αυτόν τον πάροχο ή από τον υπεργολάβο του, ιδίως διότι αυτοί δεν διέθεταν το προσωπικό, τα υλικά μέσα και τα στοιχεία ενεργητικού που ήταν αναγκαία για την παροχή των υπηρεσιών, ότι το κόστος της παροχής δεν τεκμηριώθηκε στα λογιστικά βιβλία τους και ότι εκδόθηκαν πλαστά έγγραφα από πρόσωπα που τα υπέγραψαν ως πάροχοι, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι τα εν λόγω περιστατικά συνιστούν απάτη και, αφετέρου, ότι αποδεικνύεται, ότι ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πράξη της οποίας γίνεται επίκληση προς θεμελίωση δικαιώματος εκπτώσεως έλαβε χώρα στο πλαίσιο της εν λόγω απάτης, προϋπόθεση τη συνδρομή της οποίας οφείλει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο. C- 18/13 (13.2.2014),

σελ. 115.

Το άρ. 12 παρ. 3 στ. α΄, γ΄ εδάφιο της έκτης Οδηγίας 77/388/ΕΟΚ περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2001/4/ΕΚ του Συμβουλίου σε συνδυασμό με το παράρτημα H, κατηγορία 5, της Οδηγίας αυτής, και το άρ. 98, παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται με την υπαγωγή δύο ειδών υπηρεσιών μεταφορών επιβατών και των αποσκευών τους ήτοι, αφενός, με ταξί και, αφετέρου, με αγοραίο όχημα με οδηγό, σε διαφορετικούς συντελεστές φόρου προστιθεμένης αξίας αφού αφενός, λόγω των διαφορετικών εκ του νόμου επιταγών στις οποίες υπόκεινται τα δύο είδη μεταφορών, η δραστηριότητα της αστικής μεταφοράς επιβατών με ταξί συνιστά συγκεκριμένη και ειδική πτυχή της κατηγορίας υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών και των συνοδευόμενων αποσκευών τους, την οποία αφορούν η εν λόγω κατηγορία 5 και το εν λόγω σημείο 5 των παραρτημάτων αυτών και, αφετέρου, οι εν λόγω διαφορές ασκούν καθοριστική επίδραση στην απόφαση του μέσου χρήστη να επιλέξει τη μία ή την άλλη από τις ανωτέρω υπηρεσίες. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση στις υποθέσεις της κύριας δίκης. Εξάλλου οι εν λόγω διατάξεις απαγορεύουν την υπαγωγή των ως άνω υπηρεσιών σε διαφορετικούς συντελεστές φόρου προστιθεμένης αξίας, όταν, βάσει ειδικής συμβάσεως η οποία εφαρμόζεται αδιακρίτως στις επιχειρήσεις ταξί και στις επιχειρήσεις εκμισθώσεως οχημάτων με οδηγό που μετέχουν σ’ αυτήν, η μεταφορά επιβατών με ταξί δεν συνιστά συγκεκριμένη και ειδική πτυχή της κατηγορίας υπηρεσίας μεταφοράς επιβατών και των συνοδευόμενων αποσκευών τους και η δραστηριότητα αυτή, ασκούμενη εντός του πλαισίου της εν λόγω συμβάσεως και θεωρείται παρεμφερής, υπό την οπτική γωνία του μέσου χρήστη, προς τη δραστηριότητα αστικής μεταφοράς επιβατών με αγοραίο όχημα με οδηγό, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει. C- 454/12 (27.2.2014),

σελ.115

Το άρ. 13, B στοιχ. δ΄ σημ. 3 της έκτης Οδηγίας 77/388 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή για τις πράξεις που αφορούν πληρωμές και μεταφορές χρηματικών ποσών έχει εφαρμογή σε παροχή υπηρεσιών με τις οποίες ένας οργανισμός υλοποιεί τα δικαιώματα των ασφαλισμένων έναντι φορέων συνταξιοδοτικών παροχών με τη δημιουργία λογαριασμών των ασφαλισμένων αυτών στο οικείο συνταξιοδοτικό σύστημα και με την εγγραφή των εισφορών των εν λόγω ασφαλισμένων στο λογαριασμό τους, καθώς και στις πράξεις που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα έναντι των εν λόγω υπηρεσιών ή που συνιστούν μαζί με αυτές ενιαία οικονομική υπηρεσία. C-464/12 (13.3.2014),

σελ. 118.

Oι διατάξεις του άρ. 90 της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν αντιβαίνει σε αυτές η εθνική διάταξη που δεν προβλέπει τη μείωση της βάσης επιβολής του ΦΠΑ σε περίπτωση μη καταβολής της τιμής, εφόσον πρόκειται για εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρ.. Όταν συμβαίνει αυτό όμως, η διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρει όλες τις άλλες περιπτώσεις στις οποίες, κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρ., το υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο δεν λαμβάνει, μετά την ολοκλήρωση της οικείας πράξης, την αντιπαροχή ή ένα μέρος της, πράγμα που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει. Τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων άμεση εφαρμογή του άρ. 90, παρ. 1 της Οδηγίας 2006/112 κατά του κράτους μέλους, προκειμένου να επιτυγχάνουν τη μείωση της βάσης επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας που οφείλουν. C- 337/13 – (15.5.2014),

σελ. 125.