ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος III/2016, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος 2016

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά των πράξεων με τις οποίες ή δυνάμει των οποίων ο αιτών δεν συμπεριλήφθηκε στους επιτυχόντες του διαγωνισμό για εισαγωγή στη Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Η επιτροπή για τη διενέργεια εισαγωγικού διαγωνισμού εντάσσεται οργανικά στη διοικητική λειτουργία και, άρα, οι πράξεις της παραδεκτώς προσβάλλονται ως πράξεις διοικητικής αρχής κατ’ άρ. 95 παρ. 1 περ. α΄ Σ με αίτηση ακυρώσεως. Αβάσιμος ο λόγος ακύρωσης περί κακής σύνθεσης της επιτροπής ένεκα προσβολής της αρχής της αμεροληψίας, λόγω συμμετοχής σε αυτή Καθηγητή Νομικής Σχολής που συνδεόταν στο παρελθόν με επαγγελματική σχέση με υποψήφια. Ο αιτών δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει πρόσθετα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των ως άνω προσώπων (μειοψ.). Εξάλλου, η θέσπιση ελάχιστου βαθμολογικού ορίου για τις γραπτές δοκιμασίες δεν αντίκειται στις αρχές της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας. ΣτΕ 1566/2016 (Τμήμα Γ΄, 13.7.2016),

σελ. 339.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Περί της ασκήσεως ελέγχου επί των ανεξαρτήτων αρχών, Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή,

σελ. 253.

ΑΠΟΧΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Παραδεκτώς προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ η απόφαση του ΔΣΑ για παράταση της αποχής των δικηγόρων, καθώς συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, ως πράξη ν.π.δ.δ. που συνάπτεται προς την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, έχει δε υποχρεωτικό χαρακτήρα και η μη τήρησή της μπορεί να οδηγήσει σε επιβολή κυρώσεων (μειοψ.). Η απόφαση περί αποχής συνιστά κατ’ αρχήν νόμιμο μέσο δράσης των δικηγορικών συλλόγων, υπόκειται όμως σε περιορισμούς που επιβάλλονται από τη φύση της δικαιοδοτικής λειτουργίας και απορρέουν από τα άρ. 20 παρ. 1, 26, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 3 Συντ. και από το άρ. 6 ΕΣΔΑ. Εν προκειμένω, η εν λόγω απόφαση παρίσταται ακυρωτέα, καθώς ο συνολικός χρόνος αποχής, που είναι μεγαλύτερος των τεσσάρων μηνών, υπερέβη κατά πολύ τον επιτρεπόμενο βραχύ χρόνο αποχής. ΣτΕ 1466/2016 (Ολ, 4.7.2016),

σελ. 335.

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των κρίσεων της εφετειακής απόφασης με τις οποίες έγινε δεκτός ο συμψηφισμός της αποζημιώσεως που η αναιρεσείουσα δικαιούται λόγω του ζημιογόνου γεγονότος του θανάτου του πατέρα της εξ αιτίας παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου με ένα μέρος της συντάξεως που αυτή δικαιούται λόγω του ίδιου ζημιογόνου γεγονότος. Ενόψει των εκάστοτε συγκεκριμένων συνθηκών, η καλή πίστη μπορεί να επιτρέπει ή και να επιβάλλει, στο πλαίσιο του άρ. 930 παρ. 3 ΑΚ, τον εν μέρει ή εν όλω συμψηφισμό της αποζημιώσεως λόγω διατροφής που το Δημόσιο καταβάλλει δυνάμει του άρ. 105 ΕισΝΑΚ με την καταβαλλόμενη από το ίδιο σύνταξη (μειοψ.). Αναιρετέα η απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι τα άρ. 340-345 ΑΚ δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση καθυστερήσεως καταβολής κάθε μέλλουσας μηνιαίας δόσεως, κατ’ άρ. 930 παρ. 1 ΑΚ, που πηγάζει από αξίωση δημοσίου δικαίου. Για την τοκογονία αρκεί η επίδοση στο Δημόσιο αγωγής για αναγνώριση ή καταψήφιση της κύριας οφειλής νομιμοτόκως, οπότε τόκοι οφείλονται από την πάροδο της δήλης ημέρας κατά την οποία κάθε δόση καθίσταται απαιτητή, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά η άσκηση νέας αγωγής. ΣτΕ 1085/2016 (Τμήμα Α΄, επταμ., 9.5.2016),

σελ. 350.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Ο θεσμός του υπεύθυνου προστασίας προσωπικών δεδομένων (Data Protection Officer) στονέο νομοθετικό πλαίσιο των προσωπικών δεδομένων μετά την υιοθέτηση του Κανονισμού (ΕΕ) 679/2016, Γρηγόρης Λαζαράκος,

σελ. 243.

Εφόσον το άρ. 12 Ν 2472/1997 ορίζει ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί από τα δεδομένα που το αφορούν και το άρ. 5 ΚΔΔιαδ επιτρέπει την πρόσβαση κάθε ενδιαφερομένου στα δημόσια έγγραφα, σύννομη κρίνεται η ρύθμιση του σχεδίου ΚΥΑ σύμφωνα με το οποίο χορηγείται πρόσβαση στο αρχείο «ατομικών φακέλων πολιτικών φρονημάτων» στα πρόσωπα που αφορούν και σε πρόσωπα που ζητούν την πρόσβαση για ιστορικούς ή/και επαγγελματικούς λόγους (κατόπιν άδειας της ΑΠΔΠΧ, καθώς οι πολιτικές πεποιθήσεις κατατάσσονται στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, άρ. 2 και 7 Ν 2472/1997). Ωστόσο, η διάταξη που προβλέπει πρόσβαση τρίτου μετά από εξουσιοδότηση των συγγενών των υποκειμένων που δε βρίσκονται εν ζωή είναι ανεπέρειστη δυνάμει της αντικατάστασης του άρ. 16 παρ. 4 Ν 1599/1986 με το άρ. 5 ΚΔΔιαδ, που εγγυάται πρόσβαση σε κάθε ενδιαφερόμενο και αν το ΥπΕς θέλει να ρυθμίσει το ζήτημα διαφορετικά πρέπει να ζητήσει ανάλογη νομοθετική εξουσιοδότηση. ΑΠΔΠΧ Γνωμ 4/2016 (3.6.2016),

σελ. 352.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η άρνηση των εθνικών αρχών να χορηγήσουν άδεια διαμονής στο σύντροφο Ιταλού υπηκόου επειδή δεν ήταν «μέλος της οικογένειάς του», είναι αντίθετη με το άρ. 14 σε συνδ. με το άρ. 8 ΕΣΔΑ. Εκείνη τη χρονική στιγμή δεν υπήρχε νόμιμος τρόπος για τα ομόφυλα ζευγάρια να αποκτήσουν το στάτους συζύγου, ώστε να θεωρούνται μέλη της οικογένειας Ιταλών υπηκόων και, συνακόλουθα, το ομόφυλο ζευγάρι δεν είχε την ίδια αντιμετώπιση με τα ετερόφυλα (διαφ.γν.). ΕΔΔΑ, 30.6.2016, Taddeucci και McCall κατά Ιταλίας,

σελ. 306.

Η απαγόρευση στους εργαζομένους να φέρουν πολιτικά, φιλοσοφικά και θρησκευτικά σύμβολα εντός της επιχειρήσεως που οδήγησε στην απόλυση εργαζομένης μουσουλμανικού θρησκεύματος λόγω της σταθερής προθέσεως καλύψεως της κεφαλής με μουσουλμανική μαντίλα στον χώρο εργασίας, μπορεί να εισάγει έμμεση θρησκευτική διάκριση με βάση το άρ. 2 παρ. 2 στ. β΄ της οδηγίας 2000/78. Τέτοια διάκριση όμως μπορεί να δικαιολογείται, προκειμένου να εφαρμοσθεί η πολιτική θρησκευτικής ουδετερότητας και ουδετερότητας ως προς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις την οποία επιδιώκει ο εργοδότης στην εκάστοτε επιχείρηση, εφόσον τηρείται στο εν λόγω πλαίσιο η αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων υπόψη ιδίως του μεγέθους και της διακριτότητας του θρησκευτικού συμβόλου, της φύσης της δραστηριότητας της εργαζομένης και το πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να ασκεί τη δραστηριότητά της, καθώς και της εθνικής ταυτότητας του κράτους μέλους. Προτάσεις Γεν. Εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθ. C-157/15 (31.5.2016),

σελ. 329.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ

Η - κατ’ εφαρμογή του υπ’ αριθμ. 1483/2003 Ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ περί επιβολής κυρώσεων κατά του τέως καθεστώτος του Ιράκ - συμπερίληψη των προσφευγόντων σε καταλόγους κυρώσεων, επέφερε πρακτικές επεμβάσεις που μπορούσαν να είναι εξαιρετικά σοβαρές για τα εγγυημένα από την ΕΣΔΑ δικαιώματα, ενώ η διαταχθείσα κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων για πολλά έτη είναι δύσκολα ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία. Καίτοι τα προαναφερθέντα μέτρα εξυπηρετούσαν το νόμιμο σκοπό της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, οι ελβετικές αρχές όφειλαν πριν τη λήψη τους να διασφαλίσουν ότι οι κατάλογοι δεν ήταν αυθαίρετοι. Συνεπώς, ο περιορισμός του ελέγχου των εθνικών δικαστηρίων μόνο στην επαλήθευση ότι τα ονόματα των προσφευγόντων πράγματι υπήρχαν στους σχετικούς καταλόγους και ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία ανήκαν σε εκείνους, καθώς και η συναφής στέρηση μιας πραγματικής δυνατότητας υποβολής κατάλληλων αποδείξεων που να καταδεικνύουν την αυθαιρεσία συμπερίληψης στους καταλόγους, συνιστά παραβίαση του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Τέλος, ενόψει σοβαρών, επαναλαμβανόμενων και σταθερών κριτικών, η διαδικασία απεγγραφής δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον κατάλληλο δικαστικό έλεγχο σε επίπεδο εναγομένου κράτους ή ακόμα και να αποζημιώσει μερικώς για την έλλειψή του (διαφων. γν.). ΕΔΔΑ (ΤΕΣ) 21.6.2016 Al-Dulimi και Montana Management Inc. κατά Ελβετίας,

σελ. 278.

Η νέα αυθαιρεσία και οι ανταγωνιστικοί συνταγματισμοί: Παρατηρήσεις στην απόφαση Al-Dulimi του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ, Anne Peters,

σελ. 289.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Το άρ. 21 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι οι αρχές κράτους μέλους δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν το ονοματεπώνυμο υπηκόου αυτού του κράτους μέλους σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό έχει και την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους όπου απέκτησε αυτό το ονοματεπώνυμο το οποίο επέλεξε ελεύθερα ο ίδιος και το οποίο περιέχει πλείονα στοιχεία δηλωτικά τίτλου ευγενείας που δεν γίνονται δεκτά κατά το δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον αποδεικνύεται, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ότι η άρνηση αυτή αναγνωρίσεως δικαιολογείται, εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, βάσει λόγων απτομένων της δημοσίας τάξεως, καθόσον είναι κατάλληλη και αναγκαία για τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου όλων των πολιτών του εν λόγω κράτους μέλους. C-438/14 (2.6.2016),

σελ. 326.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Το άρ. 49 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους με την οποία επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους στο κράτος μέλος αυτό η υποχρέωση να αναγγέλλουν στις εθνικές φορολογικές αρχές τα περιουσιακά στοιχεία που είναι κατατεθειμένα στα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος μη ανεξάρτητα υποκαταστήματά τους, είτε βρίσκονται υπό τη διαχείριση τέτοιου υποκαταστήματος, σε περίπτωση θανάτου του ιδιοκτήτη των περιουσιακών αυτών στοιχείων που είχε την κατοικία του στο πρώτο κράτος μέλος, όταν στο άλλο κράτος μέλος δεν προβλέπεται παρόμοια υποχρέωση αναγγελίας και τα πιστωτικά ιδρύματα εκεί υπέχουν υποχρέωση τηρήσεως του τραπεζικού απορρήτου, το οποίο προστατεύεται διά της επιβολής ποινικών κυρώσεων. C-522/14 (14.4.2016),

σελ. 320.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Νέα Ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική: «Καθαρή ενέργεια» και «Ένωση Ενέργειας», Αικατερίνη Ηλιάδου,

σελ. 258.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΕΣΔΑ)

Η προϋπόθεση εξάντλησης των μεθόδων θεραπείας που απορρέουν από το μηχανισμό που ιδρύεται με το άρ. 34 παρ. 2 του Κανονισμού 44/2001(Βρυξέλλες Ι), όπως αυτό ερμηνεύεται από το ΔΕΕ, δεν αντίκειται στο άρ. 6 § 1 της Συμβάσεως. Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπήρξε προδήλως ανεπαρκής, ώστε να ανατραπεί τοεν προκειμένω εφαρμοστέο τεκμήριο της ισοδύναμης προστασίας, που διατυπώθηκε στην απόφαση Bosphorus. ΕΔΔΑ (ΤΕΣ) 23.5.2016 Avotiņš κατά Λετονίας,

σελ. 267.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Κατά το άρ. 4α παρ. 1 στ. α΄ σημείο i της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, οι εκφράσεις «είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως» καθώς και «είχε δι’ άλλων μέσων ενημερωθεί πραγματικά και επισήμως για την προγραμματισμένη ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της δίκης αυτής, κατά τρόπον ώστε να αποδεικνύεται σαφώς ότι τελούσε εν γνώσει της προγραμματισμένης δίκης», οι οποίες περιλαμβάνονται στην εν λόγω διάταξη, αποτελούν αυτοτελείς έννοιες του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, δεν πληροί τις τεθείσες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις μια κλήτευση, η οποία δεν παραδόθηκε απευθείας στον ενδιαφερόμενο, αλλά πραγματοποιήθηκε με παράδοση, στη διεύθυνση του τελευταίου, σε ενήλικο μέλος του νοικοκυριού του, το οποίο ανέλαβε να παραδώσει το έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο, χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα από το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εάν και, ενδεχομένως, πότε το εν λόγω ενήλικο μέλος του νοικοκυριού πράγματι παρέδωσε το ως άνω έγγραφο κλητεύσεως στον ενδιαφερόμενο. C-108/16 PPU (24.5.2016),

σελ. 323.

ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Η διάταξη του άρ. 1 παρ. 2 Ν 2936/2001, με την οποία προβλέπεται ότι οι γυναίκες Επαγγελματίες Οπλίτες (ΕΠ.ΟΠ.) κατατάσσονται μόνο σε ειδικότητες διοικητικής μέριμνας και υποστήριξης, αποκλείονται δε από το σύνολο των επιχειρησιακών και τεχνικών ειδικοτήτων, συνιστά απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, η οποία βαίνει πέραν αυτού που είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των ενόπλων δυνάμεων, κατά παράβαση των άρ. 4 παρ. 1 και 2, 116 παρ. 2 και 25 παρ. 1 Σ και των διατάξεων της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ. Ακυρωτέες οι προσβαλλόμενες πράξεις περί πλήρωσης θέσεων ΕΠ.ΟΠ. (μειοψ.). ΣτΕ 1323/2016 (Ολ, 3.6.2016),

σελ. 332.

ΙΣΟΤΗΤΑ

Η προβλεπόμενη στις διατάξεις του άρ. 1 παρ. 1 γ΄ σε συνδ. με το άρ. 2 παρ. 1 Ν 2643/1998 αναγκαστική πρόσληψη ή τοποθέτηση σε ιδιωτικές επιχειρήσεις των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και των τέκνων τους, χωρίς να απαιτείται για την άμεση ή έμμεση υπαγωγή στις ως άνω προστατευτικές ρυθμίσεις η ιδιότητα του καθ’ οιονδήποτε τρόπο παθόντος, αρκούσης σε ορισμένες περιπτώσεις της ιδιότητας του συμμετάσχοντος, συνιστά προνόμιο που θίγει αφενός την άρχη της ισότητας μεταξύ των Ελλήνων πολιτών, κατ’ άρ. 4 παρ. 1 Σ, και αφετέρου την οικονομική ελευθερία, κατ’ άρ. 5 παρ. 1 Σ, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρ. 21 παρ. 2 Σ, υπό τις οποίες θα καθίστατο θεμιτή η ανωτέρω ευμενής μεταχείριση, αφού ως κριτήριο θεσπίζεται η απλή ιδιότητα του αγωνιστή της εθνικής αντίστασης, που συνάπτεται μάλιστα με λίαν παρωχημένες καταστάσεις σε σχέση με το χρόνο θέσπισης του Ν 2643/1998 και το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης πράξης (μειοψ.). Παραπομπή του ζητήματος στο ΑΕΔ, λόγω αντίθετης νομολογίας του ΑΠ. ΣτΕ 1470/2016 (Ολ, 4.7.2016),

σελ. 348.

NE BIS IN IDEM

Η επικύρωση επιβολής διοικητικού προστίμου για λαθρεμπορία, από τα διοικητικά δικαστήρια, κατόπιν της αθώωσης από την ποινική δικαιοσύνη επί τη βάσει όμοιων πραγματικών περιστατικών, συνιστά παραβίαση της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, αντίθετη στα άρ. 4 7ουΠΠ και άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ αντίστοιχα. Διαγιγνώσκεται, επίσης, παραβίαση του άρ. 6 παρ. 1, καθώς η διάρκεια της δίκης του δεύτερου προσφεύγοντα δεν ήταν εύλογη. ΕΔΔΑ, 9.6.2016, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος,

σελ. 306.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Οι διατάξεις της περ. 17 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του Ν 4093/2012, με τις οποίες κατ’ εφαρμογή του άρ. 9 του ΠΔ 169/2007 μειώθηκαν οι συντάξεις των συνταξιούχων πρώην μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, λόγω μείωσης των αποδοχών των εν ενεργεία μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, και μάλιστα αναδρομικά από 1.8.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρ. 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 καθώς και προς τη διάταξη του άρ. 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.). ΕλΣυν (Μείζων Ολ, 29.6.2016),

σελ. 344.

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ

Η αντικατάσταση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με ταυτόχρονη μείωση της ονομαστικής τους αξίας, στο πλαίσιο του προγράμματος PSI και συνεπειά των ρητρών συλλογικής δράσης που εισήχθησαν με το Ν 4050/2012, δεν αντίκειται στο άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Η επέμβαση αυτή στο δικαίωμα της περιουσίας προβλεπόταν από το νόμο, επεδίωκε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και την αναδιάρθρωση του χρέους, και δεν παραβίασε την ορθή ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της προστασίας του δικαιώματος των προσφευγόντων στην ιδιοκτησία και δεν επέβαλε στους ενδιαφερόμενους μία υπέρμετρα εξειδικευμένη επιβάρυνση, δεδομένης και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας την οποία απολαμβάνουν τα συμβαλλόμενα Κράτη στον εν λόγω τομέα. Εξάλλου, δεν υπήρξε παραβίαση του άρ. 14 ΕΣΔΑ σε συνδ. με το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ 21.7.2016 Μαμάτας και λοιποί κατά Ελλάδας,

σελ. 294.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Το άρ. 33 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ έχει την έννοια ότι όρος περί του τόπου διαμονής επιβληθείς σε δικαιούχο του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας που εγγυάται το άρθρο αυτό, ακόμα και όταν το εν λόγω μέτρο δεν απαγορεύει στον ως άνω δικαιούχο να μετακινείται ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους που χορήγησε την προαναφερθείσα προστασία και να διαμένει προσωρινώς στο έδαφος αυτό εκτός του τόπου που καθορίζεται με τον όρο περί του τόπου διαμονής. Τα άρ. 29 και 33 της οδηγίας 2011/95 έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την επιβολή όρου περί του τόπου διαμονής, σε δικαιούχο του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνει ορισμένες ειδικές κοινωνικές παροχές, προκειμένου να γίνεται κατάλληλος επιμερισμός της επιβαρύνσεως που απορρέει από την καταβολή των ως άνω παροχών μεταξύ των διαφόρων αρμόδιων συναφώς φορέων, όταν η εφαρμοστέα εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει την επιβολή του μέτρου αυτού στους πρόσφυγες, στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος μέλος για άλλους λόγους εκτός από λόγους αναγόμενους στο διεθνές δίκαιο ή για λόγους ανθρωπιστικούς ή πολιτικούς και στους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους που λαμβάνουν τις παροχές αυτές. Το άρ. 33 της οδηγίας 2011/95 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την επιβολή όρου περί του τόπου διαμονής, όπως αυτοί των κυρίων δικών, σε δικαιούχο του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνει ορισμένες ειδικές κοινωνικές παροχές. C 443/14 και C 444/14 (1.3.2016) – Alo,

σελ. 306.

Σχολιασμός της απόφασης C 443/14 και C 444/14, Ασπασία Αρχοντάκη,

σελ. 314.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η απόφαση τοποθέτησης ανήλικης σε εκπαιδευτικό κέντρο προκειμένου να αποφευχθεί η εμπλοκή της σε κινδύνους, με ταυτόχρονη εξασφάλιση της συνέχισης των σπουδών της δεν είναι αντίθετη στο άρ. 5 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Η μη παροχή σε αυτήν, εντούτοις, δυνατότητας να αιτηθεί δικαστική επανεξέταση της τοποθέτησής της αντίκειται στο άρ. 5 παρ. 4 ΕΣΔΑ. Τέλος, ο έλεγχος της αλληλογραφίας της με το δικηγόρο της και ΜΚΟ για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών καθώς και των τηλεφωνημάτων της αδιακρίτως μεταξύ συγγενών και τρίτων, χωρίς να έχει προηγηθεί εξατομικευμένη έρευνα για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν, συνιστά παραβίαση του άρ. 8 ΕΣΔΑ (διαφ.γν.). ΕΔΔΑ, 19.5.2016, D.L. κατά Βουλγαρίας,

σελ. 304.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης, όπως αναγράφονται στο Ν 3900/2010, δεν περιορίζουν κατά τρόπο δυσανάλογο το δικαίωμα του προσφεύγοντος στη δίκαιη δίκη. Με τις προϋποθέσεις αυτές επιδιώκεται ο νόμιμος σκοπός της συνοχής της νομολογίας, ενώ τελούν σε λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό. Κατ’ αποτέλεσμα, δεν παραβιάζεται το άρ. 6 ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ, 2.6.2016, Παπαϊωάννου κατά Ελλάδος,

σελ. 306.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Συνταγματικό Δίκαιο και Πολιτική Ευθύνη, Ιάκωβος Καρεκλάς,

σελ. 263.

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Το άρ. 3 του Κανονισμού (ΕΚ) 1186/2009 για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, έχει την έννοια ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου αυτού, ένα φυσικό πρόσωπο δεν μπορεί να έχει τη συνήθη κατοικία του ταυτόχρονα σε κράτος μέλος και σε τρίτη χώρα. Υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, όταν δηλαδή ο ενδιαφερόμενος διατηρεί σε τρίτη χώρα προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς και σε κράτος μέλος προσωπικούς δεσμούς, πρέπει, προκειμένου να προσδιοριστεί εάν η συνήθης κατοικία του ενδιαφερομένου κατά την έννοια του άρ. 3 του Κανονισμού 1186/2009 βρίσκεται στην τρίτη χώρα, να αποδίδεται, κατά τη συνολική εκτίμηση των σχετικών πραγματικών στοιχείων, ιδιαίτερη σημασία στη διάρκεια διαμονής του εν λόγω προσώπου στην τρίτη χώρα. C-528/14 (27.4.2016),

σελ. 321.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Νομοθεσία κράτους μέλους η οποία προβλέπει ετήσιο φόρο επί των ΟΣΕ, ο οποίος επιβάλλεται στους αλλοδαπούς οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που επενδύουν μερίδια στο κράτος μέλος αυτό δεν αντιτίθεται στα άρ. 2, 4, 10 και 11 της οδηγίας 69/335 ούτε στην οδηγία 85/611, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία αυτή εφαρμόζεται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, ούτε στο άρ. 56 ΕΚ. Αντιτίθεται, όμως, στο άρ. 49 ΕΚ εθνική διάταξη, όπως το άρ. 162 εδ. 2 του κώδικα φόρου κληρονομίας, με την οποία το κράτος μέλος προβλέπει ειδική κύρωση, δηλαδή απαγόρευση, με δικαστική απόφαση, στους αλλοδαπούς οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων της μελλοντικής διαθέσεως μεριδίων σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως υποβολής της απαραίτητης για την είσπραξη του φόρου επί των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ετήσιας δηλώσεως ή σε περίπτωση μη καταβολής του φόρου αυτού. C-48/15 (26.5.2016),

σελ. 324.

Η επιβολή του Έκτακτου Ειδικού Τέλους Ηλεκτροδοτουμένων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ), δυνάμει του άρ. 53 του Ν 4021/2011, δεν αντίκειται στα άρ. 4 παρ. 1 και 5 και 78 παρ. 1 και 4 Σ, διότι με τις προβλέψεις περί εξαιρέσεως από αυτό και περί κλιμακωτής επιβολής του, συνεκτιμήθηκε η φοροδοτική ικανότητα, για τη διατήρηση ανεκτού βιοτικού επιπέδου για πολλές κατηγορίες πολιτών, χωρίς προς τούτο να απαιτείται η απαλλαγή και της πρώτης κατοικίας. Η μη απαλλαγή αυτή δεν θίγει τα όρια την αξιοπρεπούς διαβιώσεως του ανθρώπου και την προστασία της οικογενείας και συνεπώς δεν παραβιάζονται από την επιβολή του ΕΕΤΗΔΕ οι διατάξεις των άρ. 2 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Σ. Εξάλλου, δεν προσβάλλεται το δικαίωμα της περιουσίας, κατ’ άρ. 17 Σ και 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, η αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατ’ άρ. 20 παρ. 1 Σ. ΑΠ 7/2016 (Τακτική Ολ, 30.6.2016),

σελ. 352.