ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 1/2017, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2017

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

AIDS

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ ´αριθμ. 88/2007 απόφασης του ΔΕφΑθ, με την οποία απερρίφθη έφεση κατά της 2095/2005 απόφασης του ΔΠρωτΑθ σχετικά με αγωγή αποζημιώσεως κατά δημοσίου νοσοκομείου για μετάγγιση μολυσμένου από τον ιό HIV αίματος σε νεογνό, λόγω αβασιμότητας των προβληθέντων λόγων αναιρέσεως. Δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου κατά τα άρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ, ούτε κατά τα άρ. 21 παρ. 3 Σ και 2 παρ. 1 ΕΣΔΑ, κατά τα διαλαμβανόμενα και νομίμως αιτιολογηθέντα από το δικάσαν ΔΕφ (μειοψ.). ΣτΕ 1847/2016 (Τμήμα A΄, 26.9.2016),

σελ. 114.

NE BIS IN IDEM

Δεν συνιστά παραβίαση της αρχής ne bis in idem του άρ. 4 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ, η διεξαγωγή παράλληλης έρευνας για την ίδια παράβαση βεβαίωσης εισοδημάτων στην ηλεκτρονική δήλωση των φορολογουμένων με διοικητικό και ποινικό σκέλος. Το εν λόγω άρθρο εγγυάται τη μη δίωξη ή τιμωρία για την ίδια άδικη πράξη δεύτερη φορά, εφαρμοζομένων των κριτηρίων Engel. Η εγγύτητα των κατηγοριών στις δύο δικαιοδοσίες δεν θα πρέπει να προκύπτει από απλή αντιπαραβολή των στοιχείων που τις συνιστούν στο νόμο, αλλά να αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά ως προς το χρόνο, τις πιθανές κυρώσεις, την προβλεψιμότητα, την αναλογικότητα των μέτρων. Τα κράτη έχουν την ευχέρεια να ορίζουν τρόπους αποτροπής και καταστολής της παρανομίας ακόμη και με παράλληλα συστήματα από διαφορετικά όργανα και για ποικίλους σκοπούς, διατηρώντας στις κανονιστικές τους ρυθμίσεις μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. ΕΔΔΑ (ΤΕΣ) 15.11.2016, Α. και Β. κατά Νορβηγίας,

σελ. 28.

Εν μέρει δεκτή αίτηση επανάληψης εκδίκασης της απορριφθείσας αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1461/2008 αποφάσεως του ΔΕφΠειρ, κατά το άρ. 105Α ΚΔΔικ. Το εν λόγω άρθρο χρήζει εφαρμογής και επί αναιρετικής διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ, χάριν της αρχής της δικονομικής ισότητας, μετά από οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ, διαπιστώνουσα παραβίαση του άρ. 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ, λόγω επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, παρά την ύπαρξη αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης (ne bis in idem). Εν μέρει ακυρωτέα η υπ’ αριθ. 33/96/1.3.2001 πράξη του Διευθυντή της ΔΙΠΕΑΚ, κατά το μέρος επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας. ΣτΕ 1992/2016 (Τμήμα Β΄, επταμ., 19.10.2016),

σελ. 74.

«ΣτΕ 1992/2016: Μια επιτυχημένη ρήξη με την εσωστρέφεια της ελληνικής έννομης τάξεως», Κωνσταντίνος Καλονόμος,

σελ. 87.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

«Iδιωτική επιβολή του δικαίου του Ανταγωνισμού. Οι μέθοδοι ποσοτικοποίησης της ζημίας και η δικαστική πρακτική» Θεόδωρος Ηλιόπουλος,

σελ. 3.

ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Σε σχέση με την εξέταση των αιτήσεων αναγνώρισης των αντιρρησιών συνείδησης, τα κράτη μέλη βαρύνονται με μια θετική υποχρέωση, η οποία δεν περιορίζεται στην θέσπιση μιας διάταξης στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά περιλαμβάνει και την υποχρέωση εξασφάλισης εχεγγύων μιας αποτελεσματικής διαδικασίας. Εν προκειμένω, αφ’ενός η ακρόαση του προσφεύγοντος ενώπιων της προβλεπόμενης στον Ν 3421/2005 επιτροπής, αποτελούμενης από δύο στρατιωτικά μέλη, χωρίς αναπλήρωση των απόντων πολιτικών μελών, αφ’ετέρου η πράξη του Υπουργού Άμυνας, που υιοθετεί άκριτα την απόφαση της εν λόγω επιτροπής, αλλά και ο δικαστικός έλεγχος του ΣτΕ που περιορίζεται στον ακυρωτικό έλεγχο νομιμότητας, δεν διασφαλίζουν επαρκείς εγγυήσεις αποτελεσματικότητας και αμεροληψίας της διαδικασίας. Συνεπώς, ελλείψει των ανωτέρω εγγυήσεων, η άρνηση των ελληνικών αρχών να αναγνωρίσουν στον προσφεύγοντα την ιδιότητα του αντιρρησία συνειδήσεως και να παράσχουν τη δυνατότητα εναλλακτικής στράτευσης συνιστά παραβίαση του άρ. 9 ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ, 15.9.2016, Παπαβασιλάκης κατά Ελλάδος,

σελ. 45.

ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Ακυρωτέα η ΚΥΑ οικ2/88371/ΔΕΠ/17.11.2014 κατά το μέρος που αφορά την καταβολή των διαφορών αποδοχών στα εν ενεργεία στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, λόγω αντίθεσης του εξουσιοδοτικού N 4307/2014 στο Σ και ιδίως στα άρ. 95, 45, 23 παρ. 2 και 29 παρ. 3 Σ, ήτοι στην αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών. Η διοίκηση όφειλε κατ’ εφαρμογή των προηγούμενων αποφάσεων υπ’ αριθμ. 2191- 2196/2014 ΣτΕ – αναγνωριζουσών την αντισυνταγματικότητα του Ν 4093/2012 επί τη βάσει της ανωτέρω συνταγματικής αρχής- και των υπ’ αριθμ, 10-13/2014 επιγενόμενων πρακτικών συμμορφώσεως της Τριμελούς Επιτροπής του ΣτΕ να επιστρέψει το σύνολο των παράνομων κρατήσεων που έγιναν στους μισθούς των μελών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας κατά το διάστημα 1.8.2012 έως 15.11.2014 και όχι μόνο το ήμισυ αυτών (μειοψ.). ΣτΕ 1125/2016 (Ολ, 13.5.2016),

σελ. 112.

Το άρ. 90 παρ. 3 Ν 2362/1995, το οποίο θεσπίζει διετή παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων κατά του Δημοσίου, δεν αντίκειται στο άρ.1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς, όπως έχει κριθεί από το ΑΕΔ, η ανωτέρω πρόβλεψη δεν αντίκειται στο άρ. 4 παρ.1 Σ, και στο συγκεκριμένο ζήτημα το Σ δεν έχει στενότερο πεδίο από την ΕΣΔΑ. Το άρ. 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, που θεσπίζει 6% επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου και, ως εκ τούτου, θεσπίζει διαφοροποίηση αυτού σε σχέση με το υψηλότερο επιτόκιο που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών δεν παραβιάζει τα παραπάνω άρθρα, καθώς η ρύθμιση αποβλέπει στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας του Κράτους ενώ δεν θίγεται ο πυρήνας της αξίωσης των δανειστών του Δημοσίου. ΣτΕ 1921/2016 (Τμήμα Στ΄, 10.10.2016),

σελ. 116.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟΛΥΣΗΣ

Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου η οποία συνήφθη στις 18/3/1999 και έχει προσαρτηθεί στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης/6/1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι στις «συνθήκες απασχολήσεως» περιλαμβάνεται η αποζημίωση την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας του ορισμένου χρόνου. Η ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία έχει προσαρτηθεί στην οδηγία 1999/70, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία δεν αναγνωρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας σε εργαζόμενο στο πλαίσιο συμβάσεως εργασίας interinidad, ενώ επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων, σε αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Το γεγονός και μόνον ότι ο εν λόγω εργαζόμενος πραγματοποίησε την εργασία του βάσει συμβάσεως εργασίας interinidad δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί τη μη χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής στον ως άνω εργαζόμενο. C-596/14 (14.9.2016),

σελ. 47.

ΑΠΟΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ

Απορριπτέα, ως απαράδεκτη, η αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθμ. 195/27.10.2011 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής αναδιαρθρώσεων και αποκρατικοποιήσεων, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης του ενδίκου βοηθήματος, καθώς είχαν παρέλθει 60 ημέρες από την δημοσίευση της εν λόγω ατομικής διοικητικής πράξης. Απορριπτέα ως απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως και κατά της από 1.4.2013 πρόσκλησης, και της από 25.11.2014 κατακύρωσης του διαγωνισμού του ΤΑΙΠΕΔ, ως στρεφόμενη κατά ιδιωτικών πράξεων, αφού το ΤΑΙΠΕΔ, ως ανώνυμη εταιρία, διενήργησε διαδικασία σύναψης ιδιωτικών συμβάσεων. Το ΣτΕ δεν είναι αρμόδιο ούτε βάσει του Ν 3886/2010 να ελέγξει την διαδικασία του διαγωνισμού, αφού οι αιτούντες δεν συμμετείχαν σε αυτή και δεν δικαιούνται να την επικαλεσθούν. Οι αποφάσεις του ΤΑΙΠΕΔ δεν καθίστανται εκτελεστές διοικητικές πράξεις, με την αιτιολογία ότι αφορούν σε κοινόχρηστα πράγματα, δεδομένου, άλλωστε, ότι το νομοθετικό καθεστώς των αερολιμένων καταδεικνύει, ότι ουδέποτε είχαν τέτοιο χαρακτήρα. ΣτΕ 1985/2016 (Ολ, 18.10.2016),

σελ. 116.

ΑΣΥΛΟ

«Το δικαίωμα της ενδικοφανούς προσφυγής στις διαδικασίες ασύλου», Εύα Τζαβαλά,

σελ. 19.

Η δωδεκαετής αδράνεια του υπουργού Δημοσίας Τάξεως να κρίνει οριστικώς το αίτημα ασύλου του προσφεύγοντος συνιστά παραβίαση τόσο του άρ. 8 ΕΣΔΑ, καθώς τον περιήγαγε σε διαρκή αβεβαιότητα για την προσωπική του ζωή, όσο και των άρ. 3 και 13 ΕΣΔΑ, καθώς δημιουργήθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια με τον πιθανό επαναπατρισμό του στη Τουρκία. Ειδικότερα, η αντιφατική συμπεριφορά της διοίκησης να ανανεώνει κάθε 6 μήνες την προσωρινή άδεια παραμονής λόγω εξέτασης αιτήματος ασύλου του προσφεύγοντος είναι ασυμβίβαστη με την επικαλούμενη σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος 3 μήνες μετά την ενδικοφανή διαδικασία και του δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι το αίτημά του ακόμα εξετάζεται. Συνεπώς, η μακροχρόνια αβεβαιότητα που δημιουργήθηκε στον προσφεύγοντα για την κατάσταση παραμονής και η έλλειψη αποτελεσματικού ενδίκου μέσου ώστε να επιτύχει οριστική απόφαση επ’ αυτής συνιστούν παραβίαση του άρ. 8 ΕΣΔΑ. Συγχρόνως, ο πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια με τον ανά πάσα στιγμή πιθανό επαναπατρισμό του παραβιάζει το άρ. 3 σε συνδ. με το άρ. 13 ΕΣΔΑ. ΕΔΔΑ, 13.10.2016, B.A.C. κατά Ελλάδος,

σελ. 45.

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη (άρ. 35 παρ. 3 (α) και 4 ΕΣΔΑ) η προσφυγή του αιτούντος, σχετικά με την επικαλούμενη παραβίαση του άρ. 8 ΕΣΔΑ από τη μη ικανοποίησή του από τα εσωτερικά ένδικα μέσα εξαιτίας της μη αναγνώρισης ευθύνης του ιδιοκτήτη ιστολογίου για τη δημοσίευση ανώνυμου δυσφημιστικού σχολίου από τρίτο επισκέπτη. Επιβάλλεται στάθμιση αφενός του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και αφετέρου στην ελευθερία της έκφρασης μέσω του διαδικτύου, καθώς μολονότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση αναρτήθηκε δυσφημιστικό σχόλιο σε μία ανάρτηση στο ιστολόγιο μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης με μικρή επισκεψιμότητα, το σχόλιο ως μη φέρον το χαρακτήρα μισαλλόδοξου λόγου, και έτι περαιτέρω αφού διαγράφηκε ήδη την επομένη της καταγγελίας του θιγόμενου, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ευθύνη του διαμεσολαβητή στο διαδίκτυο. ΕΔΔΑ, 9.3.2017, Pihl κατά Σουηδίας,

σελ. 38.

«Ευθύνη ιστολογίου για δυσφημιστικά σχόλια τρίτων. Παρατηρήσεις στην απόφαση Pihl κατά Σουηδίας» Ιωάννης Ιγγλεζάκης,

σελ. 42.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Παραπομπή στην Ολομέλεια των ζητημάτων νομιμότητας της πρόβλεψης, συγκρότησης, σύνθεσης και λειτουργίας των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, τα οποία τέθηκαν με την αίτηση ακυρώσεως κατά των υπ’ αριθμ. 9883/2016 και 3006/2016 ΚΥΑ των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών, και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και της υπ’ αριθμ. 3304/2016 αποφάσεως του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, με τις οποίες ορίσθηκε ο αριθμός των εν λόγω Επιτροπών, συγκροτήθηκαν και προσδιορίστηκε η σύνθεσή τους, καθώς και καθορίστηκε ο «Κανονισμός Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών», αντιστοίχως, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Ν 4375/2016. Η υπόδειξη προς επιλογή δικαστών τακτικών δικαστηρίων ως μελών των Επιτροπών από το Γενικό Επίτροπο της Επικράτειας των Τακτικών Δικαστηρίων και ο διορισμός τους με ΥΑ δεν αντίκεινται στα άρ. 26, 87, 90 και 43 παρ. 2 Σ. Οι ως άνω Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών αποτελούν επιτροπές με αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά το άρ. 89 παρ. 2 Σ και όχι απαγορευμένα ειδικά διοικητικά δικαστήρια. ΣτΕ 447/2017 (Τμήμα Δ΄, επταμ., 15.2.2017),

σελ. 116.

ΕΚΔΟΣΗ

Τα άρ. 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι, οσάκις σε κράτος μέλος, στο οποίο μετέβη πολίτης της Ένωσης, υπήκοος άλλου κράτους μέλους, απευθύνεται αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος, με το οποίο το πρώτο κράτος μέλος έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να ενημερώσει το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εν λόγω πολίτης και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήματος του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, να του παραδώσει τον πολίτη, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία, βάσει του εθνικού δικαίου του, να ασκήσει δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις τελεσθείσες στην αλλοδαπή. Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος επιλαμβάνεται αιτήσεως τρίτου κράτους για την έκδοση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, το πρώτο κράτος μέλος οφείλει να διακριβώσει ότι η έκδοση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα προσβολή των δικαιωμάτων που διαλαμβάνονται στο άρ. 19 του ΧΘΔΕΕ. C-182/15 (6.9.2016),

σελ. 47.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 765/2008, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναγνωρίζουν την ισοτιμία των υπηρεσιών που παρέχονται από διαπιστευμένο, βάσει του κανονισμού αυτού, οργανισμό σημάνσεως, ακόμη και αν το υποκατάστημα του εξουσιοδοτημένου οργανισμού σημάνσεως που έθεσε τη σφραγίδα δεν βρίσκεται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους ούτε στο έδαφος της Ένωσης. Τα ευρισκόμενα σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντα εξομοιώνονται οριστικώς και πλήρως με τα προϊόντα προελεύσεως των κρατών μελών, ανεξαρτήτως της αρχικής προελεύσεώς τους. Κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών δυνάμενη να παρακωλύσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο εντός της Ένωσης θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρ. 34 ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύεται εκτός και αν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο. C-525/14 (22.9.2016),

σελ. 50.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

Απόρριψη αιτήσεων ακύρωσης και αποζημίωσης κατά απόφασης και δελτίου τύπου του γαλλικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης με τα οποία υποδεικνύεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς ότι η προβολή μηνύματος ευαισθητοποίησης του κοινού για τους ασθενείς με Σύνδρομο Down, αν και υπηρετεί έναν αγαθό σκοπό, είναι ακατάλληλη στο πλαίσιο διαφημιστικού διαλείμματος, λόγω του διφορούμενο χαρακτήρα του μηνύματος, που του στερεί έτσι την ιδιότητα μηνύματος γενικού ενδιαφέροντος. Ο περιορισμός της ελευθερίας έκφρασης των τηλεοπτικών σταθμών από την ανάγκη διαφύλαξης της συνείδησης γυναικών που κυοφορούν έμβρυο προσβεβλημένο με Σύνδρομο Down και αντιμετωπίζουν το δίλημμα προσφυγής στο νόμιμο δικαίωμά τους σε άμβλωση κρίνεται σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας. Conseil d’Etat, 10.11.2016,

σελ. 65.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η αποχώρηση από την ΕΈ οδηγεί σε συνταγματικής περιωπής αλλαγή της εσωτερικής νομοθεσίας του Ην. Βασιλείου, καθώς και στην αποστέρηση κεκτημένων δικαιωμάτων των πολιτών. Η αλλαγή του συνταγματικού χάρτη της χώρας, με την απώλεια μίας πηγής δικαίου, απολαμβάνουσας βασική υπεροχή στην ιεραρχία των πηγών του εθνικού δικαίου, θα ήταν ασύμβατο με την μακροχρόνια πρακτική, να επέρχεται με υπουργική απόφαση μόνο, πολλώ δε μάλλον, εφόσον η εν λόγω πηγή δημιουργήθηκε από το Κοινοβούλιο μέσω πρωτογενούς δικαίου. Ούτε ο νόμος περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1972 ούτε ο νόμος περί Δημοψηφίσματος του 2015 εξουσιοδότησε, άλλωστε, ρητώς την Κυβέρνηση να ενεργοποιήσει το άρ. 50 της ΣΕΕ. Η Βασιλική προνομία σύναψης και κατάργησης συνθηκών, η οποία λειτουργεί ολοκληρωτικά στο διεθνές πεδίο, δεν είναι δυνατόν να ασκείται σε σχέση με τις Συνθήκες της ΕΕ, τουλάχιστον, απουσία εθνικής εγκριτικής πράξης με προσήκουσα νομική μορφή. Οι εξωτερικές σχέσεις του Ην Βασιλείου υπάγονται στην αρμοδιότητα της Κυβέρνησης και του Νομοθέτη και δεν απαιτείται συναίνεση ή γνώμη των Κοινοβουλίων της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βορείου Ιρλανδίας. Supreme Court 24.1.2017,

σελ. 54.

Στρατηγική έρευνα της Διαμεσολαβήτριας για τη διαφάνεια των άτυπων τριμερών διαπραγματεύσεων (Τρίλογοι) μεταξύ εκπροσώπων των τριών θεσμικών οργάνων της ΕΕ που εμπλέκονται στη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ήτοι του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται συμφωνία επί των νομοθετικών προτάσεων. Σύμφωνα με το άρ. 10 ΣΕΕ, η ΕΕ είναι αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι είναι υπόλογοι στους πολίτες για τις επιλογές τους, ενώ οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα ενεργού συμμετοχής, πέρα από την ψήφο, στις δημοκρατικές διαδικασίες. Η διαφάνεια των Τριλόγων είναι κρίσιμη τόσο για την προάσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων όσο και για τη νομιμοποίηση της νομοθέτησης. Η Διαμεσολαβήτρια, παρότι αναγνωρίζει ότι το νομοθετικό έργο της ΕΕ είναι αρκετά διαφανές και χαιρετίζει την πρόσφατη Διοργανική Συμφωνία για τη βελτίωσή του, σταθμίζει μεταξύ ομαλής διεξαγωγής και διαφάνειας των Τριλόγων και προτείνει τη δημοσίευση σειράς σχετικών με τους Τριλόγους εγγράφων και πληροφοριών, σε μία ενιαία, εύχρηστη και εύληπτη βάση δεδομένων. OI/8/2015/JAS (12.7.2016),

σελ. 65.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

«Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας ως αρχή ευρωπαϊκής ομοσπονδίωσης», Βασίλης Καραγιάννης,

σελ. 10.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Αναστολή εκτέλεσης απόφασης δημάρχου περί απαγορεύσεως της πρόσβασης στις περιοχές κολύμβησης ατόμων που φέρουν ενδυμασία ενδεικνύουσα κατά τρόπο προφανή το θρήσκευμά τους. Τα μέτρα αστυνόμευσης που λαμβάνει ο δήμαρχος παράκτιου δήμου με σκοπό τη ρύθμιση της πρόσβασης στην παραλία και της κολύμβησης πρέπει να είναι κατάλληλα, αναγκαία και αναλογικά σε σχέση μόνο με τις ανάγκες της δημοσίας τάξης και λαμβανομένων υπ’ όψιν των απαιτήσεων που συνεπάγεται η καλή πρόσβαση στην ακτή, η ασφάλεια κατά την κολύμβηση, καθώς και η υγιεινή και η ευπρέπεια. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει παραβίαση των προαναφερομένων στόχων από άτομα φέροντα τέτοιου είδους ενδυμασία. Άρα, η απόφαση του δημάρχου αποτελεί σοβαρή και προφανώς παράνομη προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών. Conseil d’Etat 26.8.2016,

σελ. 51.

ΚΑΜΕΡΕΣ

Απευθύνεται προειδοποίηση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με στόχο την καλύτερη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων του σύμφωνα με το άρ 21 παρ. 1 στοιχ. α’ του ν. 2472/1997. Αν και το ως άνω Ταμείο δικαιούται πράγματι να καταγράφει μέρος των κινήσεων του προσωπικού του, με σκοπό την καλύτερη λειτουργία του πληροφοριακού του συστήματος, οφείλει ταυτόχρονα να λαμβάνει τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα για την ασφάλεια της εν λόγω καταγραφής, και να ενημερώνει προσηκόντως το προσωπικό για την πιθανότητα καταγραφής των ενεργειών του σε ηλεκτρονικές βάσεις, σύμφωνα και με την Οδηγία 115/2001. Απευθύνεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων σύσταση με τρίμηνη προθεσμία συμμόρφωσης. ΑΠΔΠΧ 69/2016 (3.8.2016),

σελ. 116.

Αυστηρή προειδοποίηση σε Πανεπιστημιακό Ίδρυμα της Κρήτης, προκειμένου να συμμορφωθεί με το άρθρο 6 του ν. 2472/1997, σύμφωνα με τα άρθρα 19 παρ. 1 στοιχ. στ’ και 21 παρ. 1 στοιχ. α’ του ίδιου νόμου. Αν και καταρχήν θεμιτή η βιντεοσκόπηση μαθημάτων για τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου στο πρόγραμμα των ανοιχτών μαθημάτων, το εν λόγω Ίδρυμα οφείλει να συντάξει αρχείο που θα περιγράφει τις διαδικασίες που ακολουθεί ώστε να διαφυλαχθεί η ασφάλεια των δεδομένων που συλλέγονται, η συγκεκριμένη μόνο λειτουργία των εγκατεστημένων καμερών, αλλά και οι δυνατότητες εναλλακτικής καταγραφής στην περίπτωση που φοιτητές/τριες δεν δίνουν την άδειά τους να γίνουν αντικείμενο βιντεοσκόπησης. ΑΠΔΠΧ 77/2016 (9.8.2016),

σελ. 116.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Η διακοπή λήψης σύνταξης αναπηρίας παρά την μη βελτίωση της υγείας της δικαιούχου δυνάμει νομοθετικής μεταβολής αποτελεί παραβίαση του άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, η αξίωση για λήψη σύνταξης εμπίπτει στην έννοια της «ιδιοκτησίας», αφού η προσφεύγουσα, έχοντας συνεισφέρει στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κι έχοντας προταθεί για τη λήψη παρεμφερούς οικονομικού βοηθήματος πληρώντας τα απαιτούμενα κριτήρια πριν την αιφνίδια νομοθετική μεταβολή, είχε νόμιμη προσδοκία λήψης σύνταξης αναπηρίας που παραβιάστηκε με νομοθετική τροποποίηση κατά το έτος 2012. Ακολούθως, η κρατική αυτή παρέμβαση, μολονότι έγινε με ουσιαστικό νόμο και επιδίωκε το νόμιμο σκοπό της προστασίας του δημοσίου ταμείου, δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη επέμβαση, αφού επελέγη το επαχθέστερο μέτρο, ήτοι η πλήρης αποστέρηση της σύνταξης αναπηρίας, μη λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής κατάστασης και των προβλημάτων υγείας της προσφεύγουσας (διαφων. γν.). ΕΔΔΑ, 13.12.2016, Béláné Nagy κατά Ουγγαρίας,

σελ. 47.

Παραπέμπεται στην επταμελή σύνθεση του τμήματος η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 2319/2016 απόφασης του ΔΕφΑθ. λόγω σπουδαιότητας των ζητημάτων ερμηνείας και εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 ως προς τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης γήρατος. Δεν επιτρέπεται υπό την περιπτ. γ΄ του άρ. 47 παρ. 1 του Κανονισμού η λήψη υπόψη, από ασφαλιστικό φορέα κράτους μέλους, των αποδοχών που έλαβε ο αιτών τη σύνταξη όντας ασφαλισμένος σε άλλο κράτος μέλος κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης που θα του απονεμηθεί. ΣτΕ 1846/2016 (Τμήμα Α΄, 26.9.2016),

σελ. 114.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Δεκτή αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθ. 2014/884/ΕΕ αποφάσεως, με την οποία εκρίθη ότι η μεταβίβαση προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού της προσφεύγουσας σε θυγατρική της, καθώς και η χρηματοδότηση της ίδιας θυγατρικής με 13 δισεκατομμύρια DKK από δημόσιο φορέα, αποτελεί κρατική ενίσχυση, και δη συμβατή με την εσωτερική αγορά, κατά τα οριζόμενα στο άρ. 107 ΣΛΕΕ παρ. 1 και 3. Κρίθηκε βάσιμος ο λόγος ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη, που την οδήγησε σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επιχειρηματία σε οικονομία της αγοράς, αντί της αρχής του ιδιώτη πιστωτή, δεδομένου ότι η παροχή εγγύησης της κυβέρνησης της Δανίας δεν έγινε για την μεγιστοποίηση των κερδών της, αλλά για την ελαχιστοποίηση των ζημιών με τις οποίες θα ερχόταν αντιμέτωπος κάθε πιστωτής αν έμενε αδρανής. T-386/14 (15.9.2016),

σελ. 51.

Υποβολή αναφοράς στον Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξαιτίας της πρακτικής της να αρνείται την πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου επί ερευνών της για κρατικές ενισχύσεις στους αποδέκτες των ενισχύσεων καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο, κατά εικαζόμενη παραβίαση των ά. 41 και 47 ΧΘΔ. Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση. Η πρακτική της Επιτροπής είναι απολύτως σύμφωνη με τους διαδικαστικούς Κανονισμούς 659/1999 και 743/2013 για τις κρατικές ενισχύσεις και με τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ. Οι έρευνες για κρατικές ενισχύσεις κινούνται κατά Κρατών Μελών και όχι κατά των αποδεκτών των ενισχύσεων, οι οποίοι, όπως και οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι, διατηρούν περιορισμένο ρόλο. Ο ΧΘΔΕΕ δεν δημιούργησε νέα δικαιώματα, αλλά απλώς επεξέτεινε τη νομική βάση των ήδη αναγνωρισμένων από τις Συνθήκες και τη νομολογία του ΔΕΕ δικαιωμάτων. 1179/2014/LP (23.9.2016),

σελ. 72.

ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν με την απόφαση 2011/273/ PESC και τον Κανονισμό 442/2011 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκαν, εις βάρος προσώπων, που φέρονται ως υπεύθυνα για τη βίαιη καταστολή ειρηνικών διαδηλώσεων Σύριων πολιτών από τη συριακή κυβέρνηση την περίοδο του 2011, θεωρούνται επαρκώς αιτιολογημένα, εφόσον καθιστούν σαφή τον λόγο, για τον οποίο ελήφθη το εν λόγω μέτρο και ταυτόχρονα παρέχουν επαρκή στοιχεία στο δικαστήριο προκειμένου αυτό να διεξαγάγει το δικαστικό του έλεγχο, λαμβανομένων υπόψη του γενικού πλαισίου της υπόθεσης και της φύσης των προβαλλόμενων αιτιολογιών. Το γεγονός, δε, ότι η πηγή των πληροφοριών για τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία βασίστηκε το Συμβούλιο προς έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, είναι άρθρα δημοσιευμένα στον ηλεκτρονικό συριακό και ξένο τύπο, τα οποία αποτυπώνουν τους στενούς δεσμούς που διατηρεί ο προσφεύγων με το κυβερνητικό καθεστώς, δεν επηρεάζει το στέρεο της πραγματικής βάσης της προσβαλλόμενης πράξης, δεδομένης της δυσκολίας συλλογής αποδεικτικών στοιχείων και του κινδύνου που διατρέχουν τα άτομα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να καταθέσουν ως μάρτυρες εναντίον της συριακής κυβέρνησης. Τα εν λόγω μέτρα δεν φαίνεται να θίγουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και ελευθερίας της οικονομικής δραστηριότητας στον πυρήνα τους, αφού τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας των Σύριων πολιτών, και προβλέπεται εξαίρεση για την περίπτωση χρησιμοποίησης οικονομικών πόρων προς κάλυψη βασικών αναγκών. Τ-153/15 (26.10.2016),

σελ. 51.

ΟΜΟΛΟΓΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθμ. 10/9.3.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου και της υπ’ αριθμ. 2/20964/0023A/9.3.2012 απόφασης του Αναπληρωτή ΥπΟικ, εκδοθεισών κατ’ εφαρμογή του Ν 4050/2012, δεδομένου ότι η πρώτη εξ αυτών προσβάλλεται απαραδέκτως αυτοτελώς ως μέρος σύνθετης διοικητικής πράξης, ενώ οι λόγοι προσβολής της δεύτερης, στην οποία ενσωματώνεται η πρώτη, κρίνονται αβάσιμοι. Η εν λόγω πράξη, με την οποία εγκρίθηκε τροποποίηση και μείωση αξίας επιλέξιμων τίτλων Ελληνικού Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και τίτλων ανηκόντων στο Κοινό Κεφάλαιο Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Φορέων, δεν αντίκειται στα άρ. 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 17, 21 παρ. 3, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 Σ και 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, δεν παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας, της νομιμότητας και της αναλογικότητας και δεν περιορίζονται άμεσα παροχές υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλισης. ΣτΕ 1177/2016 (Τμήμα Δ΄, 17.5.2016),

σελ. 112.

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ - ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ

Αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρ. 2Α παρ. 2 του Ν 4339/2015, με τις οποίες η αρμοδιότητα για την διενέργεια διαγωνισμού για τη χορήγηση αδειών περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρεκπομπής ελεύθερης λήψης εθνικής εμβέλειας, κατά την πρώτη εφαρμογή του θεσπιζομένου με τον ανωτέρω νόμο συστήματος, ανατίθεται στον Υπουργό, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, ως αντικείμενες στο άρ. 15 παρ. 2 Σ. Οι εκπροσωπούμενες στο Κοινοβούλιο πολιτικές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να μεριμνήσουν για τη συγκρότηση του ΕΣΡ, άλλως πρόκειται για έμμεση παραβίαση του Σ, μη θεραπεύσιμη με νέα, ευθεία παραβίασή του, μέσω της πλήρους παράκαμψης του ΕΣΡ. Το έννομο συμφέρον του τηλεοπτικού σταθμού δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως και της ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως δεν είχε εκδοθεί η προκήρυξη του διαγωνισμού, ούτε επηρεάζεται από το νόμιμο ή μη της λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού (μειοψ.). ΣτΕ 95/2017 (Ολ, 13.1.2017),

σελ. 95.

«Το συνταγματικό τοπίο των τηλεοπτικών αδειών σε συνθήκες πολιτικής κρίσης», Παναγιώτης Δουδωνής,

σελ. 109.