ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 1/2018, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, Απρίλιος 2018

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €36.00
ΝΠ €40.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Ευρετήρια

ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ ΟΜΑΔΙΚΕΣ

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, προς 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, έχει την έννοια ότι η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη μεταβολή, εις βάρος των εργαζομένων, των όρων αμοιβής τους η οποία, σε περίπτωση μη αποδοχής τους από τον εργαζόμενο, συνεπάγεται τη λύση της συμβάσεως εργασίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «απόλυση» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δε άρθρο 2 της οδηγίας αυτής έχει την έννοια ότι ο εργοδότης οφείλει να διεξαγάγει τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο διαβουλεύσεις όταν προτίθεται να προβεί στην εν λόγω μονομερή μεταβολή των όρων αμοιβής, στο μέτρο που πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας αυτής, γεγονός το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

σελ. 74.

ΓΕΝΙΚΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ (ΓΠΣ)

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως στρεφόμενη κατά του από 2.5.2012 ΠΔ, με το οποίο εγκρίθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αμαρουσίου, καθώς δεν παραβιάζεται το άρ. 24 παρ. 1 και 2 Σ. Το Σύνταγμα επιτάσσει τον ορθολογικό σχεδιασμό, με την υιοθέτηση πολεοδομικών κριτηρίων και σύμφωνα με τις ανάγκες και την φυσιογνωμία κάθε περιοχής. Μεταβολή επί το δυσμενέστερο απαγορεύεται, εκτός εάν δικαιολογείται για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο τεκμηριώνεται από ειδική επιστημονική μελέτη εντός των πλαισίων του υπερκείμενου χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Ανορθολογικό πολεοδομικό καθεστώς δεν είναι νοητό να αποτελεί σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των μεταβολών που πρέπει να επέλθουν σε αυτό, και ιδίως να θεωρείται ως ευμενές καθεστώς χρήσεων γης. Η πολεοδομική αναρρύθμιση υπόκειται στον οριακό έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή.

σελ. 121.

ΔΑΣΗ – ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

Ακυρωτέα η υπ’ αριθμ. ... ΚΥΑ του Υπουργού και Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ορίσθηκαν τα κριτήρια προσδιορισμού της οικιστικής πύκνωσης, διότι ερείδεται σε αντισυνταγματική εξουσιοδοτική διάταξη νόμου. Το άρ. 23 παρ. 4 του Ν 3889/2010, το οποίο παρέχει εξουσιοδότηση στον Υπουργό Περιβάλλοντος, προκειμένου ο τελευταίος να καθορίσει τις περιοχές «οικιστικής πύκνωσης», αντίκειται στο άρ. 43 παρ. 2 Σ, διότι τέτοια εξουσιοδότηση μόνο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μπορεί να παρασχεθεί. Άλλωστε, το εν λόγω άρθρο, στο μέτρο που εξαιρεί από την ανάρτηση των δασικών χαρτών τις περιοχές «οικιστικής πύκνωσης», παρακωλύει την προσήκουσα κατάρτιση Δασολογίου και συνεπώς αντίκειται στο άρ. 24 Σ (μειοψ.). Παραπομπή στην Ολομέλεια.

σελ. 125.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει ότι η άσκηση ένδικης προσφυγής από πρόσωπο επικαλούμενο προσβολή του δικαιώματός του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται στην οδηγία 95/46/ΕΚ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι προς επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, εξαρτάται από την προηγούμενη εξάντληση των διαδικασιών διοικητικής προσφυγής που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι όροι κίνησης των εν λόγω διαδικασιών δεν επηρεάζουν δυσανάλογα το κατοχυρούμενο στη διάταξη αυτή δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ενώπιον δικαστηρίου. Η εξάντληση των διαδικασιών διοικητικής προσφυγής που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο πρέπει, μεταξύ άλλων, να μην καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, να αναστέλλει την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και να μην προκαλεί υπερβολικά έξοδα. Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα εθνικά δικαστήρια να απορρίπτουν, ως μέσο απόδειξης της παράβασης των προβλεπόμενων στην οδηγία 95/46 κανόνων προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έναν κατάλογο, προς είναι ο επίμαχος στην κύρια δίκη, τον οποίο προσκομίζει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο οποίος περιέχει προσωπικά δεδομένα που το αφορούν, στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό απέκτησε τον κατάλογο αυτό χωρίς τη νόμιμη συγκατάθεση του υπεύθυνου επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, εκτός εάν η απόρριψη αυτή προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία και σέβεται τόσο το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής όσο και την αρχή της αναλογικότητας. Το άρθρο 7, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 95/46 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρχές κράτους μέλους με σκοπό την είσπραξη του φόρου και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όπως είναι η επεξεργασία η οποία πραγματοποιείται στην υπόθεση της κύριας δίκης μέσω της κατάρτισης του καταλόγου προσώπων χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων, εφόσον, αφενός, η εθνική νομοθεσία έχει αναθέσει στις εν λόγω αρχές έργο δημοσίου συμφέροντος κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η κατάρτιση του επίμαχου καταλόγου και η εγγραφή σε αυτόν του ονόματος των ενδιαφερόμενων προσώπων είναι όντως πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών και υφίστανται επαρκείς ενδείξεις για να υποτεθεί ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ορθώς περιελήφθησαν στον κατάλογο αυτό και, αφετέρου, πληρούνται όπως οι προϋποθέσεις της νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τις οποίες θέτει η οδηγία 95/46.

σελ. 129.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ

Η διεξαγωγή πλημμελούς έρευνας των συνθηκών του θανάτου ενός προσώπου, εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών, συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρ. 2 ΕΣΔΑ), κατά το διαδικαστικό του σκέλος. Εν προκειμένω, ο εισαγγελέας δεν αιτιολόγησε την απόφασή του να κλείσει την υπόθεση, παρά τις αμφιβολίες που καταλείπονταν ως προς τις ακριβείς συνθήκες τέλεσης του θανάτου (αίτια, τρόπος, κίνητρα), και παρά την σύνδεση αυτού με υπόθεση υποκλοπών κατά της Ελληνικής Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο, που ενέπλεκε την εργοδότρια εταιρία του εκλιπόντος. Στην περίπτωση που παρουσιάζεται, έστω και ως πιθανό, το ενδεχόμενο της εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας, η αποζημίωση των συγγενών για την παράλειψη των ανακριτικών αρχών δεν αρκεί ως επανόρθωση, αλλά απαιτείται η διεξαγωγή νέας αποτελεσματικής έρευνας, ακόμη και αν αυτή δεν εισφέρει τελικά νέα αποτελέσματα.

σελ. 48.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ

Αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης προκήρυξης γραπτού διαγωνισμού δικαστικών επιμελητών και κατάστασης βαθμολόγησης των υποψηφίων, καθ’ ο μέρος έκρινε διοριστέα μια εκ των υποψηφίων. Ο περιορισμός των υποψηφίων δικαστικών επιμελητών να εκφράσουν την προτίμησή τους για δυο μόνο Πρωτοδικεία, μιας αποκλειστικά περιφέρειας Συλλόγου Δικαστικών Επιμελητών, παραβιάζουν τις αρχές της ισότητας του άρ. 4 παρ. 1 Σ και της αξιοκρατίας και της επαγγελματικής ελευθερίας, που απορρέουν από το άρ. 5 παρ. 1 Σ, καθώς δεν δικαιολογείται από λόγους αποχρώντος δημοσίου συμφέροντος, ενώ δημιουργούνται φαινόμενα διορισμού υποψηφίων χαμηλότερης επίδοσης και μη πλήρωσης θέσεων στην περιφέρεια. Παραπομπή στην Ολομέλεια.

σελ. 124.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

Απορριπτέα, ως αβάσιμη, η αίτηση αναιρέσεως του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΤΑΝ)» κατά της υπ` αριθμ. 1441/2008 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκε το ταμείο να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη επικουρική σύνταξη. Οι ασφαλισμένοι λαμβάνουν επικουρική παροχή και στην περίπτωση που, για τη συνταξιοδότησή τους από το ΤAΝ, συνυπολογίσθηκε και άλλος, εκτός της δικηγορικής υπηρεσίας, χρόνος, έστω και αν δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των προβλεπόμενων στο άρ. 40 του Ν 2084/1992, εφόσον έχει αναγνωρισθεί και εξαγορασθεί μέχρι 31.12.1993. Η αναιρεσίβλητη δικαιούται επικουρική παροχή από τον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρ. 9 του ΒΔ 428/1961 και μάλιστα με τόκους επιδικίας από την άσκηση της προσφυγής, δυνάμει των άρ. 68 παρ. 2 και 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

σελ. 125.

Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία, αφενός, δεν επιτρέπει στον δικηγόρο και τον εντολέα του να συμφωνήσουν αμοιβή χαμηλότερη από την ελάχιστη που καθορίζεται με κανονισμό τον οποίο εκδίδει επαγγελματική οργάνωση δικηγόρων, όπως το Vissh advokatski savet (ανώτατο δικηγορικό συμβούλιο, Βουλγαρία), επ’ απειλή κινήσεως πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος του δικηγόρου αυτού, και, αφετέρου, δεν επιτρέπει στο δικαστήριο να διατάξει την καταβολή ποσού δικηγορικής αμοιβής που υπολείπεται της ελάχιστης, είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η ως άνω κανονιστική ρύθμιση, λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου τρόπου εφαρμογής της, εξυπηρετεί πράγματι θεμιτούς σκοπούς και αν οι τιθέμενοι περιορισμοί δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Το άρθρο 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και την οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία προβλέπει ότι το δικαστήριο διατάσσει την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής και στην περίπτωση νομικών προσώπων ή επιτηδευματιών που εκπροσωπήθηκαν από νομικό σύμβουλο. Το άρθρο 78, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία προβλέπει ότι ο φόρος προστιθέμενης αξίας είναι αναπόσπαστο μέρος της αμοιβής των δικηγόρων που είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο φόρου προστιθέμενης αξίας με αποτέλεσμα τη διπλή επιβολή του φόρου αυτού επί της ως άνω δικηγορικής αμοιβής.

σελ. 73.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η τοποθέτηση ενός σταυρού πάνω από το άγαλμα του Πάπα Ιωάννη – Παύλου Β’, το οποίο έχει ανεγερθεί σε δημόσια πλατεία του δήμου Ploërmel, είναι αντίθετη με το άρ. 28 του Ν της 9ης Δεκεμβρίου 1905. Το ως άνω άρθρο απαγορεύει ρητά την θέση θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσια μνημεία. Παρόλο που η προθεσμία προσφυγής κατά της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου για την αποδοχή της δωρεάς και την τοποθέτηση του αγάλματος είχε παρέλθει, δεν συνέβη το ίδιο και με την αυτοτελή, μη γενεσιουργό δικαιωμάτων και μη περιβεβλημένη με οποιοδήποτε τύπο δημοσιότητας, απόφαση του Δημάρχου για την αψίδα και τον σταυρό, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως κατά της σιωπηρής άρνησης αφαίρεσης του τελευταίου από το μνημείο.

σελ. 117.

ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΝΑΓΚΗ

Αντίκειται στις διατάξεις των άρ. 2 και 4 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 το άρ. 8-1 του Ν 2016-987, σύμφωνα με το οποίο τα αρμόδια όργανα μπορούν, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση ανώτερου αστυνομικού υπαλλήλου με εικοσιτετράωρη ισχύ, να διεξάγουν ελέγχους ταυτότητας, οπτικούς ελέγχους, καθώς και έρευνες σε κινούμενα ή σταθμευμένα οχήματα. Ο νομοθέτης, αποσυνδέοντας τη διεξαγωγή των ως άνω ελέγχων από τη συμπεριφορά ή τη συγκατάθεση του ατόμου και επιτρέποντας την διενέργειά τους στις περιοχές που τελούν σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, παρέβλεψε την ανάγκη αρμονικής συνύπαρξης και του συνταγματικού σκοπού της προστασίας της δημόσιας τάξης αφενός, και της ελευθερίας κίνησης και του δικαιώματος για σεβασμό στην ιδιωτική ζωή αφετέρου.

σελ. 80.

ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

Δεν αντίκειται στα άρ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 21 παρ. 2 Σ η παράλειψη πρόβλεψης αφορολόγητου ορίου ή διαδικασίας απόδειξης φοροδοτικής ικανότητας για τους πολύτεκνους, καθώς ο νομοθέτης είναι κατ’ αρχήν ελεύθερος στον καθορισμό της φορολογικής πολιτικής, βάσει του άρ. 78 παρ. 1 και 4 Σ, περιοριζόμενος απλώς από τις γενικές αρχές της δικαιοσύνης και της ισότητας. Στην ευχέρειά του εναπόκειται και η εξειδίκευση της μέριμνας για τους πολύτεκνους, βάσει του άρ. 21 παρ. 2 Σ. Συνταγματική η παροχή επιδομάτων στους πολύτεκνους, βάσει των Ν 4093/2012 και 4046/2012, εφόσον δικαιολογείται και από τη δυσμενή οικονομική συγκυρία της Χώρας. Περαιτέρω, μη αντίθεση του νόμου στα άρ. 16 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και 27 παρ. 1, 2 και 3 της Διεθνούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού, καθώς περιέχουν απλώς υποδείξεις προς τα συμβαλλόμενα Κράτη, τα οποία λαμβάνουν ειδικότερα μέτρα, κατά την εκτίμησή τους, βάσει των εθνικών συνθηκών και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους (μειοψ.).

σελ. 121.

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά της υπ’ αριθμ. ... KYA, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρ. 3 παρ. 15 του Ν 3845/2010, καθώς οι καθορισθείσες προϋποθέσεις για την καταβολή των επιδομάτων εορτών και αργίας δεν αντιτίθενται στα άρ. 22 παρ. 5 Σ, άρ. 25 παρ. 1 εδ. 4 Σ και άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Το άρ. 3 Ν 3845/2010 εντάσσεται στο ευρύτερο πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης με αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Οι προβλεπόμενες εκ του άρ. 3 του Ν 3845/2010 περικοπές, αυτοτελώς θεωρούμενες, δεν παραβιάζουν του άρ. 12 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Το προσαρτημένο στον Ν 3845/2010 Μνημόνιο Συνεννόησης δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση και δεν απαιτείται η αυξημένη πλειοψηφία του άρ. 28 παρ. 2 Σ για την ψήφιση του νόμου κύρωσής του.

σελ. 127.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΖΩΗ

Η απαγόρευση της χρήσης επαγγελματικού υπολογιστή κατά τις ώρες εργασίας για προσωπικούς λόγους και η παρακολούθηση των διαδικτυακών κινήσεων των εργαζομένων αποτελούν περιορισμό της ιδιωτικής ζωής και αλληλογραφίας και συνάμα δικαίωμα ανάπτυξης επιχειρηματικής πολιτικής του εργοδότη. Η παρακολούθηση των εργαζομένων και η επιβολή κυρώσεων, λόγω χρήσης επαγγελματικών υποδομών για προσωπικούς λόγους, πρέπει να πληροί την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με το πνεύμα του άρ. 8 ΕΣΔΑ, όμως, ο περιορισμός του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής στον εργασιακό χώρο δεν μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη εξαφάνισή του και η απόλυση του εργαζομένου, ως κύρωση, δεν είναι ανάλογος με την ένταση της παραβίασης, με αποτέλεσμα την προσβολή του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή του αιτούντα και την καταδίκη της Ρουμανίας για την παραβίαση του άρ. 8 ΕΣΔΑ (διαφων. γν.).

σελ. 58.

ΙΣΟΤΗΤΑ ΦΥΛΩΝ

Η § 21 παρ. 1 περ. 3 του Νόμου για την Προσωπική Κατάσταση σε συνδυασμό με την παρ. 22 εδ. 3 του Νόμου για την Προσωπική Κατάσταση είναι ασυμβίβαστη με το άρ. 2 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρ. 1 παρ. 1 και το άρ. 3 παρ. 3 εδ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου. Συγκεκριμένα, ενώ προβλέπεται η υποχρέωση καταχώρισης του φύλου κατά την § 21 παρ. 1 περ. 3 PStG, η παρ. 22 εδ. 3 PStG στερεί από τα άτομα, των οποίων η ανάπτυξη του φύλου παρεκκλίνει από το γυναικείο ή το ανδρικό, μια διαφορετική καταχώριση τρίτου φύλου πέραν της επιλογής «θήλυ» ή «άρρεν». Παραβιάζεται επίσης η απαγόρευση των διακρίσεων κατά το άρ. 3 παρ. 3 εδ. 1 GG στο μέτρο που τα άτομα τίθενται σε μειονεκτική θέση. Ειδικότερα, τα συγκεκριμένα άτομα είναι αναγκασμένα να υπομείνουν είτε την εσφαλμένη καταχώρισή τους σε ένα εκ των δύο προαναφερόμενων φύλων είτε την καταχώρισή τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση πως δεν είναι κάτοχοι κανενός φύλου.

σελ. 101

ΚΑΜΕΡΕΣ

Η τοποθέτηση κάμερας με καταγραφή δεδομένων εικόνας, της οποίας η εμβέλεια για τεχνικούς λόγους, δεν περιορίζεται στο απολύτως απαραίτητο χώρο µπροστά από την είσοδο του διαµερίσµατος επιτρέπεται, κατόπιν συγκατάθεσης των ενοίκων των επηρεαζόμενων διαμερισμάτων. Πρέπει συνεπώς, να σταθμίζεται το έννομο συμφέρον της προστασίας των αγαθών και προσώπων του τοποθετούντος την κάμερα και το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων των λοιπών ενοίκων.

σελ. 127

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΘΕΣΗΣ

Αναιρετέα η υπ’ αριθμ. T-286/09 απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία επικυρώθηκε η επιβολή προστίμου ύψους 1,06 δισεκατομμυρίου ευρώ στην εταιρεία κατασκευής μικροεπεξεργαστών Intel για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Στο πλαίσιο της έρευνάς της, η Επιτροπή θεώρησε το κριτήριο του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή (efficient competitor test) πραγματικά σημαντικό για την εκτίμηση σχετικά με το αν οι επίμαχες εκπτώσεις που παρείχε η Intel σε κατασκευαστές και μεταπωλητές ηλεκτρονικών υπολογιστών είχαν ως συνέπεια τον εκτοπισμό των υπόλοιπων ανταγωνιστών από την αγορά. Το Γενικό Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει όλα τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Intel ως προς τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή, ιδίως σχετικά με το ως άνω κριτήριο, πλην όμως το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να διενεργήσει την εν λόγω εξέταση. Αναπομπή της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο.

σελ. 60

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Η ρήτρα 4, σημείο1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη στις 6 Ιουνίου 1997, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 97/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES, δεν έχει εφαρμογή σε ανταποδοτικό επίδομα ανεργίας όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, στην περίπτωση κάθετης μερικής απασχολήσεως, αποκλείει τις μη δεδουλευμένες ημέρες από τον υπολογισμό των ημερών για τις οποίες καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές και, επομένως, μειώνει την περίοδο καταβολής του επιδόματος ανεργίας, όταν διαπιστώνεται ότι η πλειονότητα των εργαζομένων κάθετης μερικής απασχολήσεως είναι γυναίκες οι οποίες επηρεάζονται αρνητικώς από τη νομοθεσία αυτή.

σελ. 77.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Το δικαστήριο εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου του Ντουαί, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης, που ακυρώνει γραμμάτιο είσπραξης εις βάρος της εταιρείας R. για ποσό που καταβλήθηκε, ως αδικαιολόγητη κρατική ενίσχυση στην απορροφηθείσα από αυτήν εταιρεία A.I. Το Εφετείο, εφαρμόζοντας την σχετική νομολογία του ΔΕΕ (C-277/00, C-357/14P), δεν εξέτασε το αν η εταιρεία R. θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός δικαιούχος της ενίσχυσης, δεδομένου ότι η A.I. απετέλεσε αντικείμενο διάλυσης με καθολική μεταφορά της περιουσίας της στην πρώτη, καθώς και το πως μέχρι την στιγμή αυτή διατηρούσε τη νομική της προσωπικότητα και την λειτουργία της, παρά την διαδοχική εξαγορά της από άλλες εταιρείες.

σελ. 117.

Αναιρετέα η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία ακυρώθηκε απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Δανία υπέρ του τηλεοπτικού σταθμού TV2/Danmark, διότι το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Τα έσοδα από διαφημίσεις του TV2/Danmark, κατά τα επίμαχα έτη, τελούσαν υπό τον έλεγχο και στη διάθεση του Δημοσίου, το οποίο μπορούσε να αποφασίσει για τη χρήση τους και, άρα, συνιστούν «κρατικούς πόρους» κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ. Απορριπτέα η προσφυγή του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού κατά της απόφασης της Επιτροπής που χαρακτήρισε τα έσοδα αυτά ως «κρατική ενίσχυση».

σελ. 77.

ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ – ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως κατά της ΚΥΑ του Υπουργού Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρ. 176 του Μεταλλευτικού Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρ. 63 παρ. 3 του Ν 4042/2012, και αφορά την επιβολή οικονομικού βάρους επί παραχωρήσεων μεταλλείων και χορηγήσεως αδειών μεταλλευτικών ερευνών. Η επιβολή του ετήσιου αυτού τέλους συνιστά εκδήλωση της ευχέρειας που το Σύνταγμα παρέχει στο νομοθέτη, στο πλαίσιο των άρ. 106 παρ. 1 και 18 παρ. 1 Σ. Διευκρινίζεται πως το επίδικο βάρος δεν έχει τον χαρακτήρα φόρου ή ανταποδοτικού τέλους, αλλά αποτελεί τίμημα για την πρόσβαση σε σημαντικό πλουτοπαραγωγικό πόρο της Xώρας και άρα, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρ. 78 παρ. 4 Σ. Η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση σεβάστηκε τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας καθορίζοντας το ύψος του τέλους, βάσει πρόσφορων κριτηρίων.

σελ. 123.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθμ. ... πράξης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία εγκρίθηκε το Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης. Με βάση τους Ν 2508/1997 και 1337/1983, ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός διενεργείται με γνώμονα το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) που τροποποιείται μετά από την έγκρισή του απ΄ τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, που αποτελεί το αρμόδιο όργανο, και όχι απ’ τον ΠτΔ. Δεδομένου ότι η επίδικη ιδιοκτησία του αιτούντος εντάσσεται στην Περιοχή Ειδικής Προστασίας (ΠΕΠ) για την ανάδειξη του ποταμού Καλιάρη, δεν συντρέχει πλάνη περί τα πράγματα. Μάλιστα, η διαφοροποίηση του συντελεστή δόμησης ανά ΠΕΠ και η διάκριση σε χρήσεις αμιγούς κατοικίας και τουρισμού δεν παραβιάζει το άρ. 4 παρ. 1 του Σ, καθώς εξυπηρετούνται αντίστοιχες ανάγκες και δεν συντελείται υπέρβαση ορίων.

σελ. 123.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά ΚΥΑ που εγκρίνει πολεοδομική μελέτη του παραθεριστικού τουριστικού χωριού Κασσιώπης Κέρκυρας, με πρόβλεψη για λιμενική εγκατάσταση, ξενοδοχείο και οδική σύνδεση μεταξύ τους. Η Διεθνής Σύμβαση περί προστασίας της Μεσογείου Θαλάσσης εκ της ρυπάνσεως, η Διεθνής Σύμβαση της Βέρνης του 1979 για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης, η οδηγία 92/43/ΕΟΚ για το δίκτυο Natura 2000, καθώς και το άρ. 24 παρ. 1 Σ δεν αποκλείουν την εκτέλεση έργων εντός προστατευόμενων περιοχών, εφόσον στην οικεία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων προβλέπονται εκτιμήσεις των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον, εξετάζονται όλες οι εναλλακτικές λύσεις και προτείνονται μέτρα αντιμετώπισης, όπως συντρέχει εν προκειμένω. Σύμφωνα με τη σχετική ΜΠΕ, οι πληθυσμοί της βίδρας και η ορνιθοπανίδα που εμφανίζονται στην περιοχή δε θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό από το εν λόγω έργο.

σελ. 123.

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΣΥΛΟ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά ΚΥΑ, σύμφωνα με τις οποίες μετέχουν στην σύνθεση των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών δύο δικαστικοί λειτουργοί τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς δεν παραβιάζονται τα άρ. 89 παρ. 2 και 3 και άρ. 90 παρ. 1 Σ. Η συμμετοχή αυτή εναρμονίζεται με την την Οδηγία 2013/32/ΕΕ, η οποία κατοχυρώνει το «δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου», και επιδιώκει να εξασφαλίσει την αμεροληψία και τις απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις ως προς την εκδίκαση ενδικοφανών προσφυγών των αιτούντων διεθνή προστασία. Η υπόδειξη των δικαστικών λειτουργών γίνεται από τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς εν προκειμένω δεν πρόκειται για τοποθέτηση δικαστικού λειτουργού σε ορισμένο δικαστήριο. Το καθεστώς συμμετοχής στην Επιτροπή ιδιώτη, υποδειχθέντος από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, δεν θίγει την αρχή της αμεροληψίας.

σελ. 122.

Απορριπτέες οι προσφυγές της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας κατά απόφασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας, με την οποία εγκαθιδρύεται προσωρινός μηχανισμός υποχρεωτικής μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο. Η απόφαση του Συμβουλίου συνιστά μη νομοθετική πράξη, ερειδόμενη στο άρθρο 78 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ, η οποία μπορεί να παρεκκλίνει από άλλη νομοθετική πράξη υπό τον όρο ότι οριοθετείται τόσο ως προς το καθ’ ύλην όσο και ως προς το χρονικό πεδίο εφαρμογής της. Το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφασίσει ομόφωνα την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ συγχρόνως τηρήθηκε ο ουσιώδης τύπος των προηγούμενων διαβουλεύσεων με το Κοινοβούλιο. Ο μηχανισμός υποχρεωτικής μετεγκατάστασης συμβάλλει, κατά τρόπο αποτελεσματικό και αναλογικό, στην αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης του 2015.

σελ. 74.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά απόφασης της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, με την οποία απορρίφθηκε η ενδικοφανής προσφυγή Σύρου πρόσφυγα, αιτούντος άσυλο, διότι η προσβαλλόμενη και οι συναφείς με αυτήν κανονιστικές πράξεις είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο. Οι Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών είναι επιτροπές με δικαιοδοτικό χαρακτήρα και η συγκρότησή τους δεν είναι αντίθετη με τα άρ. 89 και 90 Σ. Η εξέταση της αίτησης ασύλου με ειδική ταχύρρυθμη διαδικασία, κατ’ άρ. 60 του Ν 4375/2016, λόγω μαζικών εισροών δεν απαιτεί προηγούμενη διαπίστωση των εισροών αυτών από θεσμικό όργανο. Υποχρέωση προσωπικής συνέντευξης του αιτούντος βαρύνει μόνο το πρωτοβάθμιο όργανο. Η προσβαλλόμενη, στο μέτρο που αναγνωρίζει την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα κατ’ άρ. 56 του Ν 4375/2016, είναι νομίμως κι επαρκώς αιτιολογημένη (μειοψ.).

σελ. 127.

ΤΕΛΗ

Η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ, και ειδικότερα το άρθρο 2 εδάφιο 2, στοιχείο ια΄, και το άρθρο13 παράγραφος 1 εδάφιο 2, στοιχείο ε΄, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία προβλέπει την επιβολή τέλους στις ανεμογεννήτριες που προορίζονται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Το άρθρο 4 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, περί αναδιάρθρωσης του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία προβλέπει την επιβολή τέλους στις ανεμογεννήτριες που προορίζονται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δεδομένου ότι το τέλος αυτό δεν φορολογεί τα ενεργειακά προϊόντα ή την ηλεκτρική ενέργεια, κατά την έννοια του άρθρου 1 και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής, και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της. Το άρθρο1 παράγραφος2 της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις υποθέσεις των κύριων δικών, η οποία προβλέπει την επιβολή τέλους στις ανεμογεννήτριες που προορίζονται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον το τέλος αυτό δεν αποτελεί φόρο που επιβαρύνει την κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων ή ηλεκτρικής ενέργειας και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

σελ. 74.

ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ – ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της υπ’ αριθμ. ... πράξεως του ΕΟΠΥΥ για απόδοση ποσού «επιστροφής» (rebate) από πωλήσεις φαρμακευτικών προϊόντων της αιτούσας. Η «επιστροφή» του άρ. 35 παρ. 1 του Ν 3918/2011 και της ΚΥΑ Φ.42000/8809/1081/4.5.2012 δεν έχει φορολογικό χαρακτήρα. Συνιστά, αντιθέτως, πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για τον περιορισμό χρηματικών απαιτήσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης από την κάλυψη εξωνοσοκομειακών πωλήσεων φαρμάκων. Συνεπώς, δεν αντίκειται η επιβολή «επιστροφής» στα άρ. 78 παρ. 1 και 4 Σ, άρ. 4 παρ. 1 Σ, 5 παρ. 1 Σ, 25 παρ. 1 Σ και άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.).

σελ. 122.

Ακυρωτέα η ΚΥΑ ... περί χορηγήσεως άδειας ίδρυσης και λειτουργίας φαρμακείου και σε φυσικά πρόσωπα που δεν κατέχουν πτυχίο φαρμακοποιού και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λόγω αντισυνταγματικότητας (Σ 43 παρ. 2) της εξουσιοδοτικής διάταξης (άρ. 2 παρ. Δ υποπαρ. Δ12(18) του Ν 4336/2015). Σύμφωνα με το άρ. 43 παρ. 2 Σ, η εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων και από άλλα όργανα της Διοίκησης, όπως η αναφερόμενη ΚΥΑ, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, ενώ επιπλέον θα πρέπει να είναι ρυθμισμένο νομοθετικά το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση. Εν προκειμένω, η εξουσιοδοτική διάταξη στερείται ειδικότητας και ταυτοχρόνως, καταργεί προγενέστερες διατάξεις σχετικές με τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της εν λόγω άδειας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία νομοθετική διάταξη που να ρυθμίζει σε γενικό πλαίσιο το θέμα αυτό. Συνεπώς, κρίνεται ανίσχυρη η προσβαλλόμενη ΚΥΑ, διότι έχει εκδοθεί από αναρμόδιο κατά το Σύνταγμα όργανο.

σελ. 125.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως της Α.Ε. κατά της υπ’ αριθμ. 4788/2013 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως νόμιμη η έκτακτη εισφορά Κοινωνικής Ευθύνης (Ν 3808/2009) από τα κέρδη επιχειρήσεων. Η εν λόγω εισφορά δεν αντίκειται στο άρ. 78 παρ. 1, άρ. 4 παρ. 5 και άρ. 5 παρ. 1 Σ, καθώς ο κοινός νομοθέτης έχει ευρεία φορολογική ευχέρεια και η δυσμενέστερη φορολόγηση ορισμένης κατηγορίας προσώπων δεν παραβιάζει την αρχής της ισότητας, εφόσον δεν βρίσκεται σε ίδια ή ουσιωδώς όμοια κατάσταση σε σχέση με άλλες κατηγορίες φορολογούμενων. Ομοίως, σύμφωνη είναι και με την ενωσιακή αρχή της απαγόρευσης αθέμιτων διακρίσεων. Η συγκεκριμένη ρύθμιση συνιστά δικαιολογημένη επέμβαση στη περιουσία των προσώπων κατ’ άρ. 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, χωρίς να απαιτείται ειδική τεκμηρίωση σπουδαίων λόγων δημοσίου συμφέροντος κι εφόσον, δεν συνιστά υπέρμετρο βάρος για τον φορολογούμενο.

σελ. 122.

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ (ΦΠΑ)

Οι έννοιες της «ακυρώσεως», της «καταγγελίας» και της «λύσεως» του άρθρου 90, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, πρέπει να ερμηνεύονται ως καταλαμβάνουσες την περίπτωση κατά την οποία, στο πλαίσιο συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως με μεταβίβαση της κυριότητας στη λήξη της, ο εκμισθωτής δεν μπορεί πλέον να αξιώσει την καταβολή του μισθώματος από τον μισθωτή εκ του λόγου ότι υπαναχώρησε από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως λόγω μη εκπληρώσεως από τον μισθωτή των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως έπαυσε οριστικώς να παράγει αποτελέσματα συνεπεία υπαναχωρήσεως λόγω μη καταβολής των ληξιπρόθεσμων οφειλών εκ μέρους του μισθωτή, ο εκμισθωτής μπορεί να επικαλεσθεί το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112 έναντι κράτους μέλους προκειμένου να τύχει της μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας, μολονότι η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, αφενός, χαρακτηρίζει μια τέτοια περίπτωση ως «μη καταβολή» κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού και, αφετέρου, δεν επιτρέπει τη μείωση της βάσεως επιβολής του φόρου σε περίπτωση μη καταβολής.

σελ. 75.

Το άρθρο 325 παράγραφοι 1 και 2 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που αφορά εγκλήματα σχετικά με τον φόρο προστιθέμενης αξίας, εθνικές διατάξεις περί παραγραφής που εμπίπτουν στο εθνικό ουσιαστικό δίκαιο και εμποδίζουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή προβλέπουν βραχύτερες προθεσμίες παραγραφής για τις περιπτώσεις σοβαρής απάτης σε βάρος των εν λόγω συμφερόντων σε σχέση με τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του οικείου κράτους μέλους, εκτός αν μια τέτοια μη εφαρμογή συνεπάγεται παραβίαση της αρχής «ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο», λόγω ελλείψεως σαφήνειας του εφαρμοστέου νόμου, ή λόγω αναδρομικής εφαρμογής νομοθεσίας που επιβάλλει αυστηρότερες προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης σε σχέση με αυτές που ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος.

σελ. 79.