ΕφΑθ 5921/2012 [Επιταγή - Προβολή προσωπικών ενστάσεων]

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Τεύχος 1/2014, Ιανουάριος

Νομοθεσία, Μελέτες και Νομολογία εμπορικού, οικονομικού, αστικού οικονομικού, εργατικού και φορολογικού δικαίου

Εκδίδεται από το 1995 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €140.00
ΝΠ €200.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Πρόεδρος Ν. Καστανά-Κασιακόγια, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια Μ. Φραγκιαδάκη, Εφέτης

Δικηγόροι Ε. Κατσαρή, Α. Πεπελάσης

Διατάξεις: άρθρα 22, 37 Ν 5960/1933

ΕΠΙΤΑΓΗ. Προϋποθέσεις προβολής προσωπικών ενστάσεων κατά του τρίτου κομιστή. Έννοια καταπιστευτικής επιταγής. Γενική και ειδική διγράμμιση επιταγής. Λόγοι διγράμμισης. Η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή, και στη διγράμμιση μπορεί να προβεί οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής. Όταν την επιταγή την εμφανίζει ο λήπτης, μπορεί να γίνει προς αυτόν η πληρωμή παρά την ύπαρξη διγράμμισης.

[...] Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν 5960/1933 «περί επιταγής», τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση προβολής από τον εκδότη ή προηγούμενο οπισθογράφο ένστασης, είναι, αφενός να γνώριζε ο κομιστής, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου να ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων αυτών και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1521/2010). Τέλος, με τον όρο καταπιστευτική τραπεζική επιταγή νοείται η περίπτωση εκείνη κατά την οποία προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του πιο πάνω πιστωτικού τίτλου, συγχρόνως όμως συνομολογείται ότι ο δικαιούχος αυτού κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα ασκήσει το δικαίωμα του από τον τίτλο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, κατά τις περιστάσεις, βασιζόμενη στην αιτιώδη (υποκείμενη) σχέση, την οποία αυτός, ως ενιστάμενος, οφείλει να αποκαλύψει και να αποδείξει. Η ένσταση είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του Ν 5960/1933. Στην κατηγορία της ενστάσεως αυτής υπάγονται, εκτός άλλων, και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούνταν να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ή ακόμη όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαιτήσεως του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μη κάνει πρόωρη χρήση αυτής (ΕφΑθ 611/2008 ΕλλΔνη 2008,1509, ΕφΑθ 3816/2006, ΕφΛαρ 952/2005 ΑρχΝ 2006,667, ΕφΠειρ 524/2002 ΕΕμπΔ 2002,608).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α΄ - δ΄ Ν 5960/1933 «περί επιταγής» ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία «τραπεζίτης» ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1, 3 και 5 του ίδιου νόμου επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης, δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία. Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή και δεν απαιτείται για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατυπώσεως. Ως πελάτης του πληρωτή θεωρείται εκείνος που απέκτησε αυτή την ιδιότητα με άνοιγμα λογαριασμού του, εφόσον η τράπεζα μερίμνησε για την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και της διεύθυνσης κατοικίας του, είχε δε και ευμενή σύσταση (ΑΠ 659/2011). Με τη διγράμμιση της επιταγής επιτυγχάνεται να περιορισθεί σημαντικά ο κύκλος των προσώπων, στα οποία επιτρέπεται να γίνει η πληρωμή της επιταγής, δηλαδή να γίνει η πληρωμή της επιταγής σε πρόσωπα είτε φερέγγυα, όπως είναι συνήθως οι τραπεζίτες, ή τουλάχιστον γνωστά, όπως είναι οι πελάτες τους. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται αρκετά ο κίνδυνος να εμφανίσει και να εισπράξει την επιταγή πρόσωπο, στο οποίο αυτή περιήλθε παρανόμως. Κατά ταύτα, η διγράμμιση γίνεται προς το συμφέρον όχι μόνον του εκδότη και των λοιπών εξ αναγωγής υποχρέων, αλλά και του πραγματικού δικαιούχου της επιταγής, από τα χέρια του οποίου αυτή εξήλθε με ανώμαλο τρόπο. Για το λόγο αυτό, στη διγράμμιση μπορεί να προβεί, όχι μόνον ο εκδότης, αλλά και οιοσδήποτε κομιστής της επιταγής. Ομοίως, για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν την επιταγή εμφανίζει ο λήπτης αυτής, μπορεί να γίνει προς αυτόν η πληρωμή παρά την ύπαρξη διγράμμισης (βλ. Ν. Δελούκα, Αξιόγραφα, παρ. 229, σελ. 342-343). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ Ολ 7/2002, ΑΠ 1618/2006, ΑΠ 1512/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ).

Την ένδικη επιταγή, η οποία έφερε γενική διγράμμιση, απέκτησε η εκκαλούσα νομίμως από την λήπτρια της επιταγής και πελάτιδά της «Ι. ΑΕ», η οποία τηρούσε σ' αυτήν τον προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό, αφού προηγουμένως έλεγξε και βεβαιώθηκε για την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας αυτής προς εκείνη της εφεσίβλητης, εκδότριας της επιταγής, καθώς και τη φερεγγυότητα της τελευταίας, ενώ δεν υπήρχαν ενδείξεις για την ελαττωματικότητα της αιτίας εκδόσεως αυτής και για το λόγο αυτό δεν ζήτησε τα παραστατικά στοιχεία που είχαν εκδοθεί για την υποκειμένη αιτία της πωλήσεως του πλυντηρίου, τα οποία συνηθίζει να ζητά μόνον όταν προκύπτουν αμφιβολίες για την ύπαρξη της οφειλής, όπως κατέθεσε η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας της εκκαλούσας. Το γεγονός της διγράμμισης της επιταγής, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εφεσίβλητη, δεν περιόριζε τη δυνατότητα κυκλοφορίας της, παρά μόνον τα πρόσωπα, στα οποία μπορούσε να γίνει η εξόφλησή της, η δε εκκαλούσα, ως Τράπεζα, ήταν τέτοιο πρόσωπο.

Εξάλλου η διγράμμιση δεν δημιουργούσε στην εκκαλούσα πρόσθετη υποχρέωση επιμελείας ως προς την εξακρίβωση της προελεύσεως αυτής, πολύ περισσότερο μάλιστα, καθόσον την απέκτησε από τη λήπτρια αυτής και όχι από τρίτο κομιστή, ούτε υποχρέωση, κατά τον χρόνο κτήσεως απ' αυτήν της επιταγής, να επικοινωνήσει προηγουμένως με την εφεσίβλητη ή να απαιτήσει από τη λήπτρια αυτής να της παραδώσει τα εκδοθέντα παραστατικά στοιχεία για την υποκειμένη αιτία. Επομένως, ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η εκκαλούσα, κατά την απόκτηση της επιταγής, παραμέλησε συνειδητά να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις της, αποβλέποντας, με την οπισθογράφηση προς αυτήν της επιταγής, να ματαιώσει την προβολή των ενστάσεων που διατηρούσε αυτή (εφεσίβλητη) από την υποκειμένη αιτία κατά της λήπτριας της επιταγής, ελέγχεται αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εκκαλούσα είχε πράγματι υποχρέωση να πράξει τα προαναφερόμενα, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η εκκαλούσα συνειδητά δεν έπραξε τα ανωτέρω, κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής, γνωρίζοντας την εγγυητική λειτουργία της και την υποχρέωση της λήπτριας αυτής να μην τη μεταβιβάσει περαιτέρω.

Άλλωστε, από μόνο τον επικαλούμενο ανεπαρκή έλεγχο των παραστατικών της πωλήσεως, για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της εκκαλούσας δεν μπορεί να συναχθεί γνώση της ίδιας για το περιεχόμενο της υποκείμενης αιτίας, για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή και των συναφών με αυτή ενστάσεων της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, η μετά την κτήση της ένδικης επιταγής από την εκκαλούσα (28.5.2008) γνωστοποίηση προς αυτήν από την εφεσίβλητη, με την προαναφερόμενη από 25.2.2009 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη στις 6.3.2009, της εγγυητικής λειτουργίας της επιταγής και της ελλείψεως εξουσίας μεταβιβάσεως αυτής από τη λήπτρια, δεν καθιστά την εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή από την εκκαλούσα και τη σφράγιση αυτής καταχρηστική. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής, δεχόμενο ότι η αξίωση της εκκαλούσας Τράπεζας ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον, παρότι, με τις ως άνω εξώδικες δηλώσεις που κοινοποίησε προς αυτήν η εφεσίβλητη - που έλαβαν χώρα μετά την εκ μέρους της κτήση της επίμαχης επιταγής και μέχρι την εμφάνιση αυτής προς πληρωμή - είχε πληροφορηθεί ότι η ένδικη επιταγή που είχε ήδη στα χέρια της δεν οφειλόταν από την εφεσίβλητη, εκδότρια αυτής και γι' αυτό είχε ανακληθεί με επαρκές υπόλοιπο, δεν φρόντισε να ελέγξει τους ισχυρισμούς της τελευταίας, επικοινωνώντας με την πελάτιδά της «Ι. ΑΕ» για να ζητήσει διευκρινίσεις ή και την αντικατάσταση της επιταγής με άλλη, αλλά αδιαφόρησε και εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή, επιδιώκοντας την είσπραξή της από την εφεσίβλητη, επικαλούμενη το απρόβλητο της κατ’ αυτής, ως τρίτης κομίστριας, προβολής των ενστάσεων της εφεσίβλητης από την υποκειμένη αιτία, κατ’ άρθρο 22 του Ν 5960/1933, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, βάσιμα παραπονείται περί τούτου η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. [...]

(Δέχεται την έφεση.)