ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 3/2019, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2019

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΑΣΗ - ΔΑΣΙΚΕΣ ΕΚΤΑΣΕΙΣ

Αναδασωτέα έκταση – Αιτιολογία. Εφόσον ορισμένη έκταση έχει ήδη κηρυχθεί ως αναδασωτέα, τα όργανα, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει ο χαρακτηρισμός εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του Ν 998/1979, δεσμευόμενα από την μη ελεγχόμενη πάντως παρεμπιπτόντως πράξη αναδάσωσης, οφείλουν είτε να απόσχουν από την έκδοση πράξεως χαρακτηρισμού είτε να περιορισθούν απλώς στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα και, ως εκ του λόγου αυτού αποτελεί δασική έκταση. Όπως έχει κριθεί, καθ’ερμηνεία του άρθρου 3 του Ν 998/1979 (Α΄ 289), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση των παραγράφων 1-5 αυτού με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3208/2003 (Α΄ 303) και του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, η απόφαση του δασάρχη και των οικείων επιτροπών σχετικά με το χαρακτήρα ορισμένης εκτάσεως ως δάσους ή δασική εκτάσεως ή μη πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με την περιγραφή της μορφολογίας του εδάφους, του είδους της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως, η αιτιολογία δε αυτή μπορεί να συμπληρώνεται και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 4933/2014, 4436/2014, 2937/2014). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί, κρίσιμη για τη συγκρότηση της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως είναι η οργανική ενότητα της δασικής βλαστήσεως (δενδρώδους ή θαμνώδους), η οποία προσδίδει στην έκταση την ιδιαίτερή της ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος. Νομικώς η ενότητα αυτή δύναται να συνάγεται από τα χαρακτηριστικά της άγριας ξυλώδους βλαστήσεως, τα οποία περιγράφονται στα στοιχεία του φακέλου (ΑΕΔ 27/1999, ΣτΕ 2937/2014, 4247/2009). ΣτΕ 652/2019, [παρατ. Στ. Μελιδώνης],

σελ. 443.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Διασύνδεση Κρήτης με το Ελληνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας. Το σύνθετο έργο της διασύνδεσης του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο χωρικού και ενεργειακού σχεδιασμού και προγραμματισμού. Ειδικότερα, το έργο αυτό έχει συμπεριληφθεί, κατά τα προαναφερόμενα, στα Δεκαετή Προγράμματα Ανάπτυξης (ΔΠΑ) των περιόδων 2014-2023 (διασύνδεση μέσω Αττικής) και 2017-2026 (διασύνδεση μέσω Πελοποννήσου), τα οποία, κατά το νόμο, αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη του συστήματος και των διασυνδέσεων με το υφιστάμενο εθνικό διασυνδεδεμένο σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της ικανότητας μεταφοράς των υφιστάμενων διασυνδέσεων και την ανάπτυξη νέων, περιέχουν τεκμηρίωση της σκοπιμότητας κατασκευής κάθε έργου σε σχέση με κριτήρια, στα οποία προδήλως συμπεριλαμβάνεται η προστασία του περιβάλλοντος (βλ. και άρθρο 261 του προμνημονευομένου Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας), περιλαμβάνουν χρονοδιάγραμμα υλοποίησης κάθε έργου, το οποίο προσδιορίζεται κατ’ εκτίμηση και των απαιτήσεων της περιβαλλοντικής νομοθεσίας που αναφέρεται στην κατάρτιση των απαιτουμένων μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τέλος δε, περιέχουν ομαδοποίηση των έργων ανά γεωγραφική περιοχή, ώστε να επιτυγχάνεται συντονισμός και έγκαιρη επίτευξη των στόχων των ΔΑΠ. Περαιτέρω δε, το τεχνικο-οικονομικά εφικτό του έργου λαμβανομένων υπόψη και των σημαντικών περιβαλλοντικών παραμέτρων του αποτέλεσαν αντικείμενο και της από το Δεκέμβριο του 2016 Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Τέλος, οι αναπτυξιακοί σκοποί αφενός της διασύνδεσης της Κρήτης με την ηπειρωτική χώρα και αφετέρου της χρησιμοποίησης και βελτίωσης των υφιστάμενων υποδομών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβάνονται, κατά τα προαναφερόμενα, στο Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης και στα Περιφερειακά Πλαίσια Κρήτης και Πελοποννήσου, αντιστοίχως. Ενόψει τούτων, το συγκεκριμένο έργο στο οποίο αφορά η προσβαλλόμενη πράξη, έχει ενσωματώσει σχεδιασμό πλειόνων επιπέδων, η συμβατότητα του οποίου (σχεδιασμού) με το άρθρο 24 του Συντάγματος και την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ειδικώς της Πελοποννήσου δεν αμφισβητείται κατά τρόπο ορισμένο από τους αιτούντες. ΣτΕ 1272/2019, [παρατ. Π. Γαλάνης],

σελ. 450.

Προμήθεια Καυσίμων και Γεννητριών Ντίζελ. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την υπόθεση Lighthouse κατά του Ανατολικού Τιμόρ, η οποία αφορούσε σε προμήθεια καυσίμων και γεννητριών ντίζελ. Το διεθνές δικαιοδοτικό όργανο αποφάσισε τον διαχωρισμό της διαδικασίας εξετάζοντας πρώτα τις ενστάσεις επί της αρμοδιότητας και του παραδεκτού. Το επόμενο στάδιο, αυτό της εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκδικάστηκε, καθώς το διεθνές δικαιοδοτικό όργανο έκρινε ότι στερούνταν δικαιοδοσίας ελλείψει συμφωνίας των διάδικων μερών επί διαιτησίας ICSID για την επίλυση των μεταξύ διαφορών τους, καθώς αφενός δεν είχε εγχαρτωθεί σχετική ρήτρα στην μεταξύ τους συμφωνία, και αφετέρου δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που προβλέπονταν στην εθνική νομοθεσία προστασίας ξένων επενδύσεων. Στις παρατηρήσεις συζητείται το αξίωμα iura novit curia, η δυνατότητα πρόσβασης σε διαιτησία ICSID βάσει συμβολαίου, όπως και η διαιτητική διαδικασία, με ιδιαίτερη αναφορά στα ασφαλιστικά μέτρα και στον διαχωρισμό της διαδικασίας μεταξύ εξέτασης της αρμοδιότητας του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου και εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης. Διεθνείς Διαφορές Ενέργειας, Ν. Χαραλαμπίδου,

σελ. 511.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Πολεοδομικός σχεδιασμός, δικαιώματα ιδιοκτησίας και διαδικασία αξιοποίησης ακινήτων: η θεσμική θεώρηση. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός, ως εργαλείο άσκησης πολιτικής για την επίτευξη οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών στόχων, μπορεί να έχει θετική επίδραση στον μετασχηματισμό της αγοράς ακινήτων, συμβάλλοντας όχι μόνο στη ρύθμισή της, αλλά και στη διάπλαση και ενίσχυσή της, μεταξύ άλλων, αποδίδοντας δικαιώματα δόμησης. Ενώ μέχρι πρόσφατα ταυτιζόταν με τις προσπάθειες του Δημοσίου να προσδιορίσει τις χρήσεις της έγγειας ιδιοκτησίας, έχει γίνει πλέον αντιληπτό ότι εξαρτάται και από την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, καθώς, λόγω της αυξανόμενης συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην οικονομική ζωή, βαθμιαία διευρύνθηκε και ο ρόλος των ιδιωτών στον καθορισμό της πολεοδομικής ταυτότητας της έγγειας ιδιοκτησίας. Στο παρόν άρθρο εξετάζονται οι μορφές υπό τις οποίες ο πολεοδομικός σχεδιασμός παρεμβαίνει στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας με ιδιαίτερη έμφαση στην ελληνική περίπτωση. Βασική παραδοχή του άρθρου είναι ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί κατ’ αρχήν να προσδώσει αξία στην ακίνητη περιουσία και στα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν. Η αξία, όμως, αυτή δεν κατανέμεται απαραίτητα κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό στους ιδιοκτήτες γης, καθώς κάθε αρχικός καθορισμός ή μεταβολή των σχετικών πολεοδομικών μεγεθών μπορεί να επηρεάσει θετικά ή αρνητικά την οικονομική απόδοση των ακινήτων στην αγορά. Με το παρόν άρθρο επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα, πώς ο πολεοδομικός σχεδιασμός μπορεί να καταστεί δικαιότερος, αλλά και αποτελεσματικότερος στην επιτέλεση των στόχων του, ώστε, αφενός, να αποφύγει τις έκδηλες ανισότητες κατά την κατανομή αξιών γης και, αφετέρου, να αναδιανείμει την υπεραξία που γεννάται από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσία για την εξυπηρέτηση ευρύτερων κοινωνικών και περιβαλλοντικών σκοπών. Αφιέρωμα, Ι. Αλεξανδροπούλου,

σελ. 375.

ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Χαρακτηρισμός ευρύτερης περιοχής ως λατομικής. Δεν αποκλείεται ο καθορισμός της επίμαχης εκτάσεως ως λατομικής, εκ μόνου του λόγου του προορισμού ή της χρήσεως αυτής ως βοσκοτόπου, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις. Η διαδικασία εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων προβλέπεται για συγκεκριμένα έργα ή δραστηριότητες και πρέπει να τηρείται πριν την χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως λατομείου, όχι δε πριν τον χαρακτηρισμό ευρύτερης περιοχής ως λατομικής. Οι λεπτομέρειες και οι όροι λειτουργίας του λατομείου ελέγχονται κατά το στάδιο της αδειοδότησης. ΣτΕ 469/2019,

σελ. 475.

Περιορισμός λατομικής δραστηριότητας σε αρχαιολογικό χώρο - Απόρριψη αιτήματος αποζημίωσης. Εκ του γεγονότος ότι η άδεια εκμετάλλευσης λατομείου εκτός των περιοχών που χαρακτηρίζονται ως λατομικές, όπως εν προκειμένω, επιτρεπόταν μόνο κατ’ εξαίρεση, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι οι προσφεύγοντες εκμεταλλεύονταν το λατομείο με τρόπο που ήταν ανεμπόδιστος ή ότι η διοίκηση τους έδωσε τη νόμιμη προσδοκία ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν να το λειτουργούν. Συναφώς, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι προσφεύγοντες γνώριζαν πάντα ότι οι αποφάσεις που επέτρεπαν την εκμετάλλευση του λατομείου ήταν αβέβαιες και ανακλητές ενώ επιπλέον οι ίδιοι αγνόησαν τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια εκμετάλλευσης, ενώ αντίθετα, οι αρμόδιες αρχές, ιδίως η Εφορεία και το Υπουργείο Πολιτισμού και η Νομαρχία σε μικρότερο βαθμό, δεν επέδειξαν αμέλεια όσον αφορά στην εκμετάλλευση του λατομείου και τις επιπτώσεις του στις αρχαιότητες που βρίσκονταν σε αυτό. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Υπόθεση Μαλλιακού και λοιπών κατά Ελλάδας, [παρατ. Κ. Παπαδοπούλου],

σελ. 489.

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Πολεοδομικός σχεδιασμός και αγορά ακινήτων: η οικονομική διάσταση. Στην εργασία αυτή γίνεται μια σύντομη επισκόπηση των κύριων οικονομικών θεωριών που επηρέασαν τον πολεοδομικό σχεδιασμό καθώς και μια θεώρηση των επιδράσεων του σχεδιασμού στην αγορά ακινήτων. Η σχέση του πολεοδομικού σχεδιασμού με την οικονομία και την αγορά ακινήτων είναι μακρά και θεμελιώδης, αλλά μάλλον άρρητη ή ελλιπώς αναλυόμενη στα κείμενα της πολεοδομικής θεωρίας. Οι υπάρχουσες θεωρίες του πολεοδομικού σχεδιασμού δεν αναφέρονται επαρκώς σε έναν κρίσιμο ρόλο του σχεδιασμού, που είναι η ρύθμιση ζητημάτων της δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η συμβολή του στη δημιουργία πλαισίου λειτουργίας της αγοράς ακινήτων. Η «κλασσική» θεώρηση ότι ο σχεδιασμός αντίκειται στην αγορά παραμένει επίκαιρη, αλλά οι σύγχρονες συνθήκες ευνοούν την ανάπτυξη θεωρητικών προσεγγίσεων που επιχειρούν να γεφυρώσουν αυτήν την αντίθεση. Αφιέρωμα, Ν. Τριανταφυλλόπουλος,

σελ. 365.

Πολεοδομικός σχεδιασμός και οικιστική αξιοποίηση ακινήτων: Ο ρόλος των νεότερων εργαλείων χωρικού σχεδιασμού στη ρύθμιση της οικιστικής ανάπτυξης. Το άρθρο εξετάζει τη σχέση του πολεοδομικού σχεδιασμού και της οικιστικής αξιοποίησης των ακινήτων στην Ελλάδα από την εποχή της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα. Έμφαση δίδεται στην κριτική ανάλυση των νεώτερων εργαλείων που εισήχθησαν στο σύστημα χωρικού σχεδιασμού μετά την εκδήλωση της δημοσιονομικής κρίσης (ΠΠΑΙΠ, ΕΣΧΑΣΕ, ΕΣΧΑΔΑ, ΕΧΣ, ΤΧΣ, ΠΣΕ). Τελικό συμπέρασμα είναι η ανάδυση δύο παράλληλων θεσμικών υποδειγμάτων οικιστικής ανάπτυξης. Το πρώτο περιλαμβάνει τα ειδικά σχέδια χωρικής ανάπτυξης και καθεστώτα πολεοδόμησης που υλοποιούνται, κυρίως, από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Tο δεύτερο αφορά τον δημόσιο πολεοδομικό σχεδιασμό και τον εκσυγχρονισμό του. Τα δύο υποδείγματα λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα μεταξύ τους, αλλά το πρώτο χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ορισμένων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Αυτά εντοπίζονται στην ειδική ανάγκη και ζήτηση για στοχευμένη αναπτυξιακή παρέμβαση σε αυτοτελείς χωρο-λειτουργικές ενότητες, στη μεγαλύτερη αξιοπιστία του σχεδιασμού και στην καλύτερη ποιότητα του παραγόμενου οικιστικού περιβάλλοντος. Τελικά, η ζήτηση για ειδικό σχεδιασμό σε περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας περιοχές, όπου υπάρχει η δυνατότητα υποστήριξης και υλοποίησης του σχεδιασμού από ενιαίο φορέα, ίσως καθορίσει την οικιστική ανάπτυξη στο μέλλον. Αφιέρωμα, Γ. Γεμενετζή,

σελ. 386.

Πολεοδομικός σχεδιασμός και τουριστική αξιοποίηση ακινήτων. Στην πρόσφατη περίοδο της οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης το σύστημα του εθνικού χωρικού σχεδιασμού αναδιαρθρώθηκε. Τα παλαιότερα εργαλεία ρύθμισης του χώρου αντικαταστάθηκαν από νεώτερα, που αντανακλούν την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμογή σε νέα δεδομένα και τα οποία μπορούν να εκκινούν και από την ιδιωτική πρωτοβουλία. Παράλληλα, εντάχθηκαν στο σύστημα σχεδιασμού ειδικά εργαλεία με αναπτυξιακό χαρακτήρα, που προορίζονται να λειτουργήσουν ως οργανωμένοι υποδοχείς για την εγκατάσταση παραγωγικών επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό διερευνάται η σχέση του πολεοδομικού σχεδιασμού με την αξιοποίηση ακινήτων με σκοπό την άσκηση της τουριστικής δραστηριότητας. Ειδικότερα στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης επιχειρείται να διαπιστωθεί εάν και σε ποιο βαθμό ο πολεοδομικός σχεδιασμός, τόσο εκείνος που εκπονείται χάριν της διαβίωσης του γενικού πληθυσμού όσο και εκείνος που έχει ειδικό και αναπτυξιακό χαρακτήρα, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των προϋποθέσεων αξιοποίησης των ακινήτων, να διαμορφώσει επενδυτικές πρωτοβουλίες και εν τέλει να παράγει και να δημιουργήσει χώρο κατάλληλο για τουριστική αξιοποίηση. Αφιέρωμα, Κ. Σταματίου,

σελ. 401.

Μεταλλαγές του πολεοδομικού σχεδιασμού για την οργανωμένη ανάπτυξη των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων: θεσμικές εξελίξεις και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Παρά τις σημαντικές εξελίξεις που σημειώθηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90 στη νομοθεσία για την ανάπτυξη των οργανωμένων υποδοχέων μεταποιητικών και εν γένει επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η χώρα μας καταγράφει διαχρονικά χαμηλές επιδόσεις στην υποστήριξη της οργανωμένης χωροθέτησης. Η μειωμένη ευελιξία και προσαρμοστικότητα του θεσμικού πλαισίου που διέπει τις διαδικασίες ανάπτυξης των υποδοχέων, καθώς και η παράλληλη -και ανταγωνιστική προς την οργανωμένη χωροθέτηση- διατήρηση της εκτός σχεδίου δόμησης, είναι ζητήματα για τα οποία πρέπει να αναληφθούν άμεσα πρωτοβουλίες. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται ότι, μέσω των έως τώρα διαδεδομένων μεθόδων πολεοδομικού σχεδιασμού, δεν γίνεται να ανακοπούν οι δυνάμεις και οι πιέσεις που ασκούνται από την ελεύθερη οικονομία. Στο επίκεντρο της όλης προβληματικής τίθεται η αναγκαιότητα ύπαρξης μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης του θεσμικού πλαισίου, προκειμένου να προχωρήσει η απλοποίηση και ο εξορθολογισμός των διαδικασιών οργάνωσης και ανάπτυξης των Επιχειρηματικών Πάρκων. Απαιτείται συνεχής θεσμική καινοτομία και ειδική επενδυτική στόχευση για την ανάπτυξη των Επιχειρηματικών Πάρκων, τα οποία, ως σύγχρονες μορφές επιχειρηματικής χωροθέτησης, στοχεύουν όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στην περιβαλλοντική και κοινωνική ευημερία. Αφιέρωμα, Ι. Λαϊνάς,

σελ. 415.

Πολεοδομικός σχεδιασμός και αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου. Η αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου αποτέλεσε κατά την περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής της Χώρας βασικό στόχο των μνημονιακών δεσμεύσεων με στόχο την απομείωση του χρέους και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο της αξιοποίησης προβλέφθηκε ειδικό καθεστώς πολεοδομικής ανάπτυξης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, με στόχο την απόδοση χρήσεων γης και όρων δόμησης που κατατείνουν στην αειφόρο ανάπτυξη και την αποδοτικότερη λειτουργία των επενδύσεων. Το πολεοδομικό εργαλείο των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης για την Αξιοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας κλήθηκε να συνδυάσει πολεοδομικά, περιβαλλοντικά, αλλά και οικονομικά κριτήρια για να επιτύχει την εναρμόνιση του βασικού χωρικού προορισμού των ακινήτων με τον υπερκείμενο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τη νομοθεσία για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και τη δημιουργία υπεραξιών δια της προσέλκυσης επενδύσεων. Το νέο πολεοδομικό εργαλείο, σε επίπεδο νομοθεσίας, νομολογίας και οικονομικών αποτελεσμάτων, αποτέλεσε αλλαγή παραδείγματος, συνδυάζοντας αρμονικά όλες τις παραμέτρους του σχεδιασμού. Αφιέρωμα, Α. Ρασούλης,

σελ. 427.

ΡΕΜΑΤΑ

Αποστολή σχεδίου ΠΔ - Συμμόρφωση της Διοίκησης. Ενόψει: α) του ανωτέρω ιστορικού της υπόθεσης, β) της προθεσμίας που χορήγησε στη Διοίκηση το Δικαστήριο, με την 1132/2018 απόφασή του, προκειμένου να αποστείλει σχέδιο προεδρικού διατάγματος για την οριοθέτηση του ρέματος της Πικροδάφνης στο σύνολό του και του γεγονότος ότι αυτή δεν τηρήθηκε, γ) του ανωτέρω υπ’ αριθ. …/26.11.2018 εγγράφου, με το οποίο η Διεύθυνση ΠΕΧΩ της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, λόγω της πολυπλοκότητας του θέματος, δεν κατέστη δυνατή η αποστολή σχεδίου προεδρικού διατάγματος εντός της ως άνω προθεσμίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί για οκτώ (8) ακόμη μήνες η εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου η Διοίκηση να αποστείλει στο Δικαστήριο σχέδιο προεδρικού διατάγματος για την οριοθέτηση του ρέματος της Πικροδάφνης στο σύνολό του. Εάν δεν τηρηθεί ούτε η νέα αυτή προθεσμία, που αρχίζει από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στη Διοίκηση, θα γεννηθεί άμεση δυνατότητα των αιτούντων να προσφύγουν στο Τριμελές Συμβούλιο συμμόρφωσης του άρθρου 2 του Ν 3068/2002 για τη μη συμμόρφωση προς την ΣτΕ 1915/2017 ζητώντας, αν και για όσους συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την επιβολή χρηματικής κύρωσης, το ύψος της οποίας θα είναι ανάλογο της σπουδαιότητας του ζητήματος και της μακροχρόνιας καθυστέρησης της Διοίκησης να το επιλύσει. ΣτΕ 573/2019, [παρατ. Π. Γαλάνης],

σελ. 478.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Απόλυτη προστασία οικοσυστήματος - Επέμβαση μικρής κλίμακας - Αναστολή. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής της οποίας είναι κάτοικος, είναι έννομο, ανεξαρτήτως της παρελθούσης σχέσης του με το ακίνητο και της εξ αυτού του λόγου αντιδικίας του με τον Δήμο Ζαχάρως. Οι ρυθμίσεις του από 17.9.2018 ΠΔ (ΦΕΚ Δ΄391/3.10.2018), εισάγουν ένα αυστηρό πλαίσιο προστασίας της ακεραιότητας της περιοχής του Κυπαρισσιακού Κόλπου και της ευρύτερης περιοχής ως προς τις οικολογικές της λειτουργίες και το ακίνητο (υπό ονομασία ...), για το οποίο εγκρίθηκε η εκτέλεση εργασιών μικρής κλίμακας, βρίσκεται εντός της περιοχής Προστασίας της Φύσης (ΠΠΦ-1), όπου σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω ΠΔ, η ανθρώπινη επέμβαση μπορεί να είναι όλως ήπια. Ειδικότερα το ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Νικολάου του Δήμου Ζαχάρως, όπου σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 8 του ανωτέρω ΠΔ δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε επέμβαση. Συνεπώς το Δικαστήριο ως Συμβούλιο κρίνει ότι η εκτέλεση των εργασιών που προβλέπονται στην υπ’ αριθμ. ...2019 έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, συνιστά επέμβαση στο αυστηρώς προστατευόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις φυσικό περιβάλλον και θα δημιουργήσει πραγματική κατάσταση, της οποίας η ανατροπή σε περίπτωση ακυρώσεως των προβαλλομένων πράξεων, θα είναι ιδιαίτερα δυσχερής. Συντρέχει, επομένως, λόγος δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συναρτάται με την απόλυτη προστασία του οικοσυστήματος της περιοχής αυτής και συνδέεται με την δυσεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος από την εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, που δικαιολογεί την αναστολή εκτελέσεώς τους. ΔΕφΠατρ 26/2019,

σελ. 483.

Χρήση αποβλήτων. Προδικαστική παραπομπή. Οδηγία 2008/98/ΕΚ. Χρησιμο-ποιημένα φυτικά έλαια που έχουν υποστεί χημική επεξεργασία. Αποχαρακτηρισμός αποβλήτων. Οδηγία 2009/28/ΕΚ. Προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εθνικές διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Χρήση βιορευστού ως πηγής τροφοδοσίας σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών, σε συνδυασμό με το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας αίτημα χορήγησης άδειας για αντικατάσταση του μεθανίου, ως πηγής τροφοδοσίας ενός σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ο οποίος εκλύει ατμοσφαιρικές εκπομπές, με ουσία παραγόμενη από τη χημική επεξεργασία χρησιμοποιημένων φυτικών ελαίων πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι, αφενός, η ουσία αυτή δεν έχει περιληφθεί στον κατάλογο των κατηγοριών καυσίμων από βιομάζα που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για τέτοιο σκοπό και ότι, αφετέρου, ο κατάλογος αυτός δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνο με υπουργική απόφαση της οποίας η διαδικασία έκδοσης δεν είναι συντονισμένη με τη διοικητική διαδικασία χορήγησης άδειας για τη χρήση μιας τέτοιας ουσίας ως καυσίμου, εφόσον το κράτος μέλος δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η χρήση του εν λόγω φυτικού ελαίου, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, πληροί τους όρους του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/98 και, ιδίως, ότι δεν έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-212/18,

σελ. 508.

Προστασία υδάτων. Προδικαστική παραπομπή. Οδηγία 91/676/ΕΟΚ. Προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προελεύσεως. Σκοπός η μείωση της ρυπάνσεως. Ύδατα που πλήττονται από τη ρύπανση. Συγκέντρωση νιτρικών ιόντων ανερχόμενη σε 50 mg/l κατ’ ανώτατο όριο. Προγράμματα δράσεως των κρατών μελών. Δικαιώματα των ιδιωτών να απαιτήσουν την τροποποίηση ενός τέτοιου προγράμματος. Ενεργητική νομιμοποίηση ενώπιον των εθνικών αρχών και δικαστηρίων. Το άρθρο 288 ΣΛΕΕ καθώς και το άρθρο 5, παράγραφοι 4 και 5, και το παράρτημα I, A, σημείο 2, της οδηγίας 91/676/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης, έχουν την έννοια ότι, εφόσον η απόρριψη αζωτούχων ενώσεων γεωργικής προελεύσεως συμβάλλει σημαντικά στη ρύπανση των επίμαχων υπόγειων υδάτων, φυσικά και νομικά πρόσωπα όπως οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης πρέπει να μπορούν να απαιτήσουν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές την τροποποίηση υφιστάμενου προγράμματος δράσεως ή τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων ή την ανάληψη ενισχυμένων δράσεων που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που η περιεκτικότητα των υπόγειων υδάτων σε νιτρικά ιόντα υπερβαίνει ή υπάρχει κίνδυνος να υπερβεί, εάν δεν ληφθούν τα μέτρα αυτά, τα 50 mg/l σε ένα ή σε περισσότερα σημεία μετρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση Τ-197/18,

σελ. 508.

Φυσικοί οικότοποι. Προδικαστική παραπομπή. Διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Καθεστώς αυστηρής προστασίας των ζωικών ειδών. Canis lupus (λύκος). Παρέκκλιση που επιτρέπει τη σύλληψη περιορισμένου αριθμού ορισμένων δειγμάτων. Θήρα διαχειρίσεως. Εκτίμηση της καταστάσεως διατηρήσεως των πληθυσμών του συγκεκριμένου είδους. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην έκδοση αποφάσεων περί χορηγήσεως αδειών κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση της εκ προθέσεως θανατώσεως του λύκου, την οποία προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σε συνδυασμό με το παράρτημα IV, στοιχείο α΄, της οδηγίας αυτής, στο πλαίσιο της θήρας διαχειρίσεως, της οποίας σκοπός είναι η καταπολέμηση της λαθροθηρίας, εάν: πρώτον, ο σκοπός που επιδιώκεται με τις κατά παρέκκλιση άδειες δεν τεκμηριώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή και εάν, εν όψει συγκεκριμένων επιστημονικών στοιχείων, η εθνική αρχή δεν επιτυγχάνει να αποδείξει ότι οι κατά παρέκκλιση άδειες είναι κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού αυτού˙ δεύτερον, δεν έχει δεόντως αποδειχθεί ότι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκουν δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλη αποτελεσματική λύση, καθόσον η ύπαρξη και μόνον παράνομης δραστηριότητας ή οι δυσκολίες στις οποίες προσκρούει η εφαρμογή του ελέγχου της δραστηριότητας αυτής δεν μπορούν να αποτελέσουν επαρκές στοιχείο συναφώς˙ τρίτον, δεν διασφαλίζεται ότι οι κατά παρέκκλιση άδειες δεν θα παραβλάψουν τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατηρήσεως, των πληθυσμών του συγκεκριμένου είδους στην περιοχή της φυσικής κατανομής τους˙ τέταρτον, οι παρεκκλίσεις δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκτιμήσεως της καταστάσεως διατηρήσεως των πληθυσμών του συγκεκριμένου είδους, καθώς και των συνεπειών που η σχεδιαζόμενη παρέκκλιση μπορεί να έχει επ’ αυτής, στο επίπεδο του οικείου κράτους μέλους ή, κατά περίπτωση, στο επίπεδο της βιογεωγραφικής περιοχής την οποία αφορά η παρέκκλιση, όταν τα σύνορα του κράτους μέλους καλύπτουν περισσότερες βιογεωγραφικές περιοχές ή ακόμη αν το απαιτεί η περιοχή της φυσικής κατανομής του είδους και, κατά το μέτρο του δυνατού, σε διασυνοριακό επίπεδο, και, πέμπτον, δεν πληρούται το σύνολο των προϋποθέσεων που αφορούν τον επιλεκτικό τρόπο και την περιορισμένη έκταση των συλλήψεων ενός περιορισμένου και συγκεκριμένου αριθμού ορισμένων δειγμάτων ειδών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV της εν λόγω οδηγίας υπό αυστηρά ελεγχόμενους όρους, η τήρηση των οποίων πρέπει να αποδεικνύεται λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του επιπέδου του πληθυσμού, της καταστάσεως διατηρήσεώς του και των βιολογικών χαρακτηριστικών του. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-674/17,

σελ. 508.

Γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί. Αίτηση αναιρέσεως. Γενετικώς τροποποιημένα προϊόντα. Απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση της διαθέσεως στην αγορά προϊόντων που περιέχουν τη γενετικώς τροποποιημένη σόγια MON 87701 × MON 89788 – Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006. Αίτηση εσωτερικής επανεξετάσεως της αποφάσεως που υποβάλλεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων σε θέματα περιβάλλοντος. Απόρριψη αιτήσεως. Με την αίτησή τους αναιρέσεως, οι αιτούντες TestBioTech eV κλπ ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Δεκεμβρίου 2016, TestBioTech κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-177/13), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 8ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με την εσωτερική επανεξέταση της εκτελεστικής αποφάσεως 2012/347/ΕΕ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2012, για την έγκριση της διαθέσεως στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από τη γενετικώς τροποποιημένη σόγια MON 87701 × MON-89788, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, κάθε ΜΚΟ που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού δύναται να κινήσει, με αιτιολογημένη αίτηση, εσωτερική επανεξέταση διοικητικής πράξεως ενώπιον του οργάνου ή του οργανισμού της Ένωσης που την εξέδωσε δυνάμει του δικαίου του περιβάλλοντος. Όταν το αντικείμενο της επίμαχης διοικητικής πράξεως αφορά, όπως εν προκειμένω, άδεια διαθέσεως στην αγορά προϊόντων που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένη σόγια, όπως αυτά που μνημονεύονται στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, το αντικείμενο της αιτήσεως επανεξετάσεως αφορά, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής, την επαναξιολόγηση τέτοιας άδειας. Επομένως, η αίτηση εσωτερικής επανεξετάσεως διοικητικής πράξεως αποσκοπεί στη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα ή της ελλείψεως βασιμότητας της οικείας πράξεως. Στη συνέχεια, ο αιτών μπορεί να προσφύγει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αίτηση εσωτερικής επανεξετάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 1367/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του κανονισμού αυτού, λόγω αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβιάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Η προσφυγή αυτή δεν μπορεί να στηρίζεται σε νέους λόγους ή σε αποδεικτικά στοιχεία που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αίτηση επανεξετάσεως, άλλως η απαίτηση περί αιτιολογήσεως της αιτήσεως αυτής, η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1367/2006, θα στερούνταν την πρακτική της αποτελεσματικότητας και θα τροποποιείτο το αντικείμενο της κινηθείσας με την οικεία αίτηση διαδικασίας. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε, αφενός, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο της προσφυγής της πρωτοδίκως, κάθε λόγο αντλούμενο από αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εκδώσει την επίδικη απόφαση, κάθε παράβαση ουσιώδους τύπου, κάθε παραβίαση των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή τους ή κάθε κατάχρηση εξουσίας κατά την έκδοση της εν λόγω πράξεως και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει άλλους λόγους πλην αυτών που προέβαλε η εν λόγω αναιρεσείουσα κατά την υποβολή της αιτήσεώς της εσωτερικής επανεξετάσεως της εγκριτικής αποφάσεως, προκειμένου να κρίνει αν τέτοιου είδους αίτηση ήγειρε σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της χορηγήσεως της επίμαχης άδειας. Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπόθεση C-82/17 Ρ,

σελ. 509.