ΤρΔΠρΑθ 17159/2010 (Τμ. 28ο) [Όροι δόμησης και χρήσης διατηρητέου βιομηχανικού συγκροτήματος - Ιδιοκτησία]

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 2/2012, Απρίλιος - Μάιος - Ιούνιος

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Όροι και περιορισμοί δόμησης κτηρίων χαρακτηριζομένων ως διατηρητέων, με τους οποίους παρέχεται δυνατότητα πραγματοποίησης εργασιών, είναι επιτρεπτοί μόνο στο μέτρο που οι εν λόγω εργασίες δεν συνεπάγονται αλλοίωση ή υποβάθμιση του κτηρίου. Οι θεσπιζόμενοι κατ΄ άρθ. 4 παρ. 2 ΓΟΚ πρόσθετοι όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσεως διατηρητέου κτηρίου δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, αλλ΄ εξυπηρετούν αποκλειστικά τον σκοπό του θεσμού, ήτοι τη διατήρηση του κρινομένου ως προστατευτέου κτηρίου, προσαρμόζοντας τις επιτρεπόμενες επεμβάσεις επ΄ αυτού και του περιβάλλοντος χώρου στον προστατευόμενο χαρακτήρα του, κατά τρόπον ώστε διατηρητέο κτήριο και επεμβάσεις ν΄ αποτελούν ένα αρμονικό σύνολο. Οι ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης διατηρητέου κτηρίου δεν επιτρέπεται να είναι ευνοϊκότεροι για τον ιδιοκτήτη από τους γενικώς ισχύοντες για την περιοχή όρους και περιορισμούς δόμησης άγοντες σε υπέρβαση αυτών, εκτός αν η παρέκκλιση είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση του σκοπού της κήρυξης του κτηρίου ως διατηρητέου, όπως σε περίπτωση που επιδιώκεται αποκατάσταση της αρχικής μορφής κτηρίου, το οποίο είχε ανεγερθεί υπό διαφορετικό καθεστώς όρων δόμησης. Η διάταξη του άρθ. 4 παρ. 2 Ν 1577/1985, όπως ισχύει, είναι σύμφωνη με τη συνταγματική ρύθμιση αυξημένης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο δε καθορισμός ειδικών όρων προστασίας και περιορισμών δόμησης και χρήσης διατηρητέου ακινήτου αποτελεί τεχνικό ζήτημα συναρτημένο προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη φυσιογνωμία εκάστου διατηρητέου κτηρίου, τις ειδικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελεί και τις ανάγκες του. Πρόβλεψη χρήσεων σε διατηρητέα κτίρια, κατά παρέκκλιση από εκείνες που έχουν καθορισθεί για την περιοχή ή για τμήμα παραδοσιακού οικισμού, εντός του οποίου βρίσκονται, επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον σχετίζεται με τον λόγο χαρακτηρισμού του κτηρίου ως διατηρητέου και είναι αναγκαία για τη διατήρηση και ανάδειξη του διατηρητέου κτηρίου. Η επιβολή ειδικών όρων δόμησης σε παραδοσιακούς οικισμούς αποτελεί ανεκτό περιορισμό της ιδιοκτησίας εν όψει της ανάγκης προστασίας και ανάδειξης της φυσιογνωμίας τους, προκειμένου δε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική προστασία και διατήρηση του παραδοσιακού χαρακτήρα τους, είναι δυνατόν να επιβάλλεται αναστολή εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών και έκδοσης οικοδομικών αδειών και πριν κινηθεί η διαδικασία τροποποίησης του οικείου πολεοδομικού καθεστώτος. Υποχρέωση αποζημιώσεως γεννάται όχι μόνο για απαλλοτριούμενη, αλλά και για μη απαλλοτριούμενη έκταση, όταν το απομένον στον ιδιοκτήτη τμήμα υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση, για την οποία προορίζεται. Στην τελευταία αυτή περίπτωση με την απόφαση καθορισμού της αποζημιώσεως προσδιορίζεται και παρέχεται στον ιδιοκτήτη ιδιαίτερη για τη ζημία αυτή αποζημίωση, η οποία δεν ταυτίζεται με την πλήρη, αφού το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας παραμένει πάντως στην κυριότητα του ιδιοκτήτη. Στον ιδιοκτήτη ακινήτου που απαλλοτριώνεται, απόκειται να ισχυρισθεί και ν΄ αποδείξει ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων ότι τμήμα του ακινήτου του, που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο και συνεπώς, δικαιούται ιδιαιτέρας για το τμήμα αυτό αποζημιώσεως κατ΄ άρθ. 13 παρ. 4 ΝΔ 797/1971. Αν ο ιδιοκτήτης δεν προβάλει τη σχετική αξίωσή του, τούτο δεν δύναται να καταλογισθεί στα όργανα του Δημοσίου, ούτως ώστε να δημιουργηθεί θέμα ευθύνης του κατ΄ άρθ. 105 ΕισΝΑΚ. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπ΄ όψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας. Η αποζημίωση για την αξία επιχείρησης, η οποία ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται, δεν συμπεριλαμβάνεται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης, αλλά λαμβάνεται υπ΄ όψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Η άυλη οικονομική αξία επιχείρησης δεν αποτελεί αυτοτελές απαλλοτριούμενο περιουσιακό στοιχείο, οι δε σχετικές διατάξεις του άρθ. 13 Ν 797/1971 δεν είναι αντίθετες προς τα άρθ. 17 παρ. 2 Συντ. και 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.