ΣτΕ 1492/2013 Τμ. Ε΄ [Μεταλλεία Κασσάνδρας Χαλκιδικής - Χώρος απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδας - ΕΠΟ] (παρατ. Π. Καποτάς)

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 1/2013, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή, μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλουμένη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες, ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή. Το επίμαχο επενδυτικό σχέδιο μεταλλευτικών - μεταλλουργικών εγκαταστάσεων των μεταλλείων Κασσάνδρας Χαλκιδικής και απομάκρυνσης, καθαρισμού και αποκατάστασης του χώρου απόθεσης Παλαιών Τελμάτων Ολυμπιάδος ενσωματώνει περιβαλλοντικό σχεδιασμό που διασφαλίζει τις χωροταξικές κατευθύνσεις για την ορθολογική διαχείριση φυσικών πόρων και την προστασία των περιβαλλοντικών μέσων, η δε σχετική κρίση της Διοίκησης, που εμπεριέχεται στην πράξη περιβαλλονικής εκτίμησης και αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) του έργου όσον αφορά τη συμβατότητά του προς τις υφιστάμενες χωροταξικές κατευθύνσεις, κρίνεται αιτιολογημένη και ανέλεγκτη περαιτέρω από τον ακυρωτικό δικαστή ως προς την επιλογή και διαμόρφωση του προτύπου ανάπτυξης της συγκεκριμένης περιφέρειας. Η υλοποίηση του ένδικου επενδυτικού σχεδίου θα έχει ιδιαίτερα θετικές επιπτώσεις, στηρίζεται δε σε σχεδιασμό που διασφαλίζει την ορθολογική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της περιοχής χωρίς να διακυβεύεται το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο, το οποίο θα προστατευθεί και θα ανακάμψει με την αποκατάσταση των θιγέντων από προγενέστερες εκμεταλλεύσεις χώρων. Η πλήρης αξιοποίηση των ήδη διαπιστωμένων και αξιόλογων κοιτασμάτων της επίμαχης περιοχής μέσω μεταλλουργικής επεξεργασία και η μη εξέταση πλην της μηδενικής άλλων εναλλακτικών λύσεων ως προς την έκταση εκμετάλλευσης των διερευνημένων κοιτασμάτων, δεν καθιστά πλημμελώς αιτιολογημένη την προσβαλλομένη απόφαση, αφού εναρμονίζεται με τις σχετικές κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής και του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και έχει σχεδιασθεί, ώστε να επιτυγχάνεται αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος μέσω της χρήσης βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, ορθών πρακτικών και εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων. Σε περιοχές όπου εντοπίζονται κοιτάσματα μεταλλευτικών ορυκτών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων κατ΄ άρθ. 12 παρ. 1 περ. Α΄ Ν 2837/2000 και σε μεταλλευτικές και λατομικές περιοχές, που έχουν καθορισθεί κατά την ισχύουσα νομοθεσία, δεν απαιτείται προκαταρκτική περιβαλλοντική εκτίμηση και αξιολόγηση. Και ναι μεν καταργείται το αυτοτελές στάδιο προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης της μεταλλευτικής δραστηριότητος, πλην όμως η εξέταση όλων των κατά νόμο στοιχείων μετατίθεται στο στάδιο έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, ήτοι της συμβατότητας προς γενικότερες κατευθύνσεις χωροταξικού σχεδιασμού και απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος, επιλογής ειδικότερων θέσεων χωροθέτησης επιμέρους μονάδων και υποδομών εξορυκτικής δραστηριότητας και εξέτασης εναλλακτικών λύσεων συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής. Η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αξιολογήσεως όλων των πρόσφορων εναλλακτικών λύσεων που εξετάσθηκαν για όλες τις βασικές συνιστώσες της σχεδιαζομένης επένδυσης, τόσο ως προς τη χωροθέτηση των βασικών μονάδων και υποδομών, όσο και ως προς τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους στην εξορυκτική και παραγωγική δραστηριότητα, καθώς και στη διαχείριση των αποβλήτων, αξιολόγηση που στηρίχθηκε σε αμιγώς περιβαλλοντικά κριτήρια, γεγονός που διασφαλίζει ότι οι προκριθείσες τελικώς λύσεις είναι αυτές που ενέχουν τις μικρότερες δυνατές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, ενώ αιτιολογείται επαρκώς και η ανάγκη επέκτασης των λιμενικών εγκαταστάσεων σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου. Δεν κλονίζεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως από ότι με την πράξη έγκρισης τεχνικής μελέτης του οικείου υποέργου η αρμόδια Διεύθυνση έθεσε ως όρο την προηγούμενη εκτέλεση προγράμματος δοκιμών σε ημιβιομηχανική μονάδα επί τόπου του έργου και την εκπόνηση μελέτης εφαρμογής και ειδικών μελετών που να καλύπτουν όλες τις διεργασίες της μεταλλουργικής διαδικασίας, καθ΄ όσον οι όροι αυτοί ετέθησαν ώστε να επιτευχθεί η πλήρης προσαρμογή της μεθόδου στις συγκεκριμένες συνθήκες και την τροφοδοσία και ν΄ αντιμετωπισθούν όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες των σταδίων της μεταλλουργικής επεξεργασίας πριν την κατασκευή των εγκαταστάσεων. Η μέθοδος μεταλλουργίας είναι βασική συνιστώσα του επενδυτικού σχεδίου και επηρεάζει τον συνολικό σχεδιασμό ως προς την αναγκαιότητα εκμετάλλευσης του κοιτάσματος Σκουριών, το οποίο και μόνο περιέχει θειούχο χαλκό απαραίτητο για τη λειτουργία της μεθόδου και ως προς τις προβλέψεις της για την ποσότητα και ποιότητα των παραγομένων αποβλήτων, τον περιβαλλοντικό χαρακτηρισμό και τη διαχείρισή τους, τα τεχνικοοικονομικά δεδομένα, ισοζύγια τροφοδοσίας και λοιπά στοιχεία που παρατίθενται στη μελέτη. Τυχόν εφαρμογή άλλης μεθόδου ή ουσιώδης ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τροποποίησή της σε οποιοδήποτε στάδιο θα πρέπει να στηρίζεται σε νέα έγκριση περιβαλλοντικών όρων, εκδοθείσα κατόπιν τηρήσεως εκ νέου της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως λόγω ουσιώδους τροποποιήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου. Είναι κατ΄ αρχήν επιτρεπτές επεμβάσεις πλησίον μνημείου, αλλά μόνον κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία χορηγείται, αν η απόσταση από το ακίνητο μνημείο και το άμεσο περιβάλλον του ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια, ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη σε αυτό. Ο Υπουργός Πολιτισμού δύναται και να απαγορεύει κάθε έργο ή δραστηριότητα που μπορεί να βλάψει άμεσα ή έμμεσα, τόσο από απόψεως ασφάλειας όσο και αισθητικής, τις αρχαιότητες ή τα νεότερα μνημεία, με γνώμονα την εις το διηνεκές διατήρηση και προστασία τους και πάντοτε εν όψει του χαρακτήρα των προστατευτέων μνημείων και του συγκεκριμένου έργου, που πρόκειται να επιχειρηθεί. Η έγκριση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση εκδόσεως των τυχόν απαιτουμένων για τη λειτουργία των δραστηριοτήτων λοιπών διοικητικών πράξεων, χορηγείται μόνον αν κατά την αιτιολογημένη κρίση του αρχαιολογικού οργάνου το έργο ή η δραστηριότητα καθ΄ εαυτό ή εν όψει των συνθηκών, που υφίστανται στην περιοχή, δεν συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις στη διατήρηση, προβολή και εν γένει προστασία του μνημείου, αλλά και του χώρου που το περιβάλλει. Εφ΄ όσον το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) έχει ήδη γνωμοδοτήσει στο στάδιο της ΠΠΕ, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν και αξιολογώντας όλες τις γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων εφορειών, δεν απαιτείται εκ νέου τήρηση του τύπου αυτού και στο στάδιο έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, καθ΄ όσον από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει, αλλ΄ ούτε και προβάλλεται, ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών δεδομένων, επί των οποίων στηρίχθηκε η γνωμοδότηση, ενώ όπως ρητώς βεβαιώνεται σε όλες τις γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων δεν υπάρχουν χαρακτηρισμένα νεώτερα μνημεία στην περιοχή, ώστε να υπάρχει αντικείμενο γνωμοδότησης της εν λόγω εφορείας ή του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων. Η αιτιολογημένη κρίση του αρχαιολογικού οργάνου περί μη οπτικής όχλησης ή άλλης άμεσης ή έμμεσης βλάβης σε όμορα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους αρκεί για να τεκμηριώσει ότι δεν προκαλείται βλάβη στον προστατευόμενο χαρακτήρα των τοπίων αυτών, οι δε οπτικές επιπτώσεις που ενδέχεται να προκαλέσει η αδειοδοτούμενη δραστηριότητα έχουν μελετηθεί υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου και έχουν προταθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία τους. Είναι ανεκτή η μεταβολή της μορφής εκτάσεως με δασική βλάστηση για την άσκηση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθούν ανάγκες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν διαφορετικά, εφ΄ όσον όμως κριθεί ότι η συγκεκριμένη ανάγκη υπερτερεί της διαφυλάξεως εκτάσεως με δασική βλάστηση και ότι δεν υφίσταται άλλος τρόπος ικανοποιήσεώς της. Κριτήριο της ανάγκης είναι ότι η ικανοποίησή της έχει για την εθνική οικονομία ζωτική σημασία, εκτιμώμενη εν όψει της σπανιότητας και του βαθμού επάρκειας των ορυκτών και των υφισταμένων δυνατοτήτων καλύψεως της σχετικής ζήτησης. Η μεταλλευτική δραστηριότητα αποτελεί επιτρεπτή υπό όρους δραστηριότητα εκμετάλλευσης πλουτοπαραγωγικών πόρων, η οποία έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και συνδέεται με υποχρέωση ανάπλασης του μεταλλευτικού χώρου μετά τη λήξη της δραστηριότητας αυτής και πάντως δεν συνεπάγεται μεταβολή του νομικού χαρακτήρα των εκτάσεων, αλλά μόνο προσωρινή δυνατότητα επεμβάσεως σε αυτές. Οι προϋποθέσεις ανάπτυξης εξορυκτικής δραστηριότητας εντός δασών και δασικών εκτάσεων και η χωροθέτηση μονάδων επεξεργασίας ορυκτών μετά των αναγκαίων υποστηρικτικών υποδομών, διέπονται αποκλειστικά από τις ρυθμίσεις του άρθ. 57 Ν 998/1979, οι οποίες είναι ειδικότερες σε σχέση με τις διατάξεις του άρθ. 56 του ιδίου νόμου, που ρυθμίζουν την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων εν γένει εντός δασών και δασικών εκτάσεων. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς τα άρθ. 24 και 106 Συντ. Υπό τις αυτές προϋποθέσεις του άρθ. 57 Ν 998/1979 εγκρίνονται και οι χώροι απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων, οι οποίοι δύνανται να χωροθετούνται και εντός δασών και δασικών εκτάσεων των ανωτέρω κατηγοριών υπό τους ειδικότερους όρους που τίθενται με τις οικείες εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων και εφ΄ όσον πληρούν τις απαιτήσεις και προδιαγραφές της ΚΥΑ 39624/2209/Ε103/2009 περί διαχειρίσεως αποβλήτων εξορυκτικής βιομηχανίας εκδοθείσας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2006/21/ΕΚ. Κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ελήφθησαν υπ΄ όψιν τόσο η σπανιότητα και η ποιότητα του μεταλλεύματος, η εξόρυξή του χάριν του δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα της εθνικής οικονομίας και ανάπτυξης της απασχόλησης, όσο και η επέμβαση στο ευαίσθητο δασικό οικοσύστημα της περιοχής, εξετάσθηκαν οι δυνατές εναλλακτικές λύσεις ως προς τη χωροθέτηση των επιμέρους μονάδων και δραστηριοτήτων, συνεκτιμήθηκε η σημασία του κοιτάσματος Σκουριών, βάσει του οποίου και μόνο καθίσταται δυνατή η χρήση της μεθόδου ακαριαίας τήξης, που παρουσιάζει τα μέγιστα συγκριτικά πλεονεκτήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και κατόπιν αξιολογήσεως των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ελήφθησαν τα απαραίτητα, κατά την ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως, μέτρα για τη μείωση ή εξάλειψη των επιπτώσεων αυτών, τα οποία διασφαλίζουν τη μη διατάραξη του ευρύτερου δασικού οικοσυστήματος, μικρό μέρος του οποίου θίγεται με την επίμαχη δραστηριότητα, τη μη επέμβαση σε οικοτόπους προτεραιότητας, τη διατήρηση σπανίων και ενδημικών ειδών χλωρίδας, την προστασία περιβαλλοντικών μέσων (έδαφος, ύδατα, αέρας), την ανάπτυξη των εργασιών κατά τρόπο που να επιτρέπει σταδιακή αποκατάσταση των χώρων και την αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων μέσω επιστημονικών προσεγγίσεων και κατόπιν εκπονήσεως ειδικών φυτοτεχνικών και δασοτεχνικών μελετών, έτσι ώστε το περιβαλλοντικό ισοζύγιο να αποβεί θετικό υπέρ των αποκατεστημένων επιφανειών και να επανέλθει κατά το δυνατόν η βιοποικιλότητα των περιοχών επέμβασης σε επίπεδα που προσομοιάζουν στην προτέρα κατάσταση. Επιτρεπτώς χωροθετούνται υποστηρικτικές μονάδες επεξεργασίας, στις οποίες κατόπιν μηχανικής προπαρασκευής γίνεται εμπλουτισμός μεταλλεύματος, ήτοι ανάκτηση με επίπλευση συμπυκνώματος χαλκού - χρυσού και βαρυτομετρικός διαχωρισμός του χρυσού καθώς και οι χώροι απόθεσης αποβλήτων σε δάση και δασικές εκτάσεις στις περιοχές Σκουριών και Μαντέμ Λάκκου, εφ΄ όσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθ. 57 Ν 998/1978, η δε μονάδα μεταλλουργίας χωροθετείται εξ ολοκλήρου εντός της υφισταμένης από το έτος 1979 βιομηχανικής ζώνης. Η κατ΄ άρθ. 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους οικοτόπους δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων σχεδίου ή έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι προ της εγκρίσεως σχεδίου ή έργου προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπ΄ όψιν των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή έργου που θα μπορούσαν, καθεμία από μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού. Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνον εφ΄ όσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του. Η δέουσα εκτίμηση πρέπει να διενεργείται και σε σχέδια ή έργα χωροθετημένα εκτός του προστατευομένου τόπου, εφ΄ όσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτόν. Οι διατάξεις του άρθ. 6 της Οδηγίας για τους οικοτόπους δεν απαγορεύουν την άσκηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων εντός ή πλησίον προστατευομένων τόπων, εφ΄ όσον διασφαλίζεται ότι η εν λόγω δραστηριότητα έχει σχεδιασθεί με τρόπο που δεν παραβλάπτεται η ακεραιότητα του τόπου. Όσον αφορά τις οχλήσεις που ενδέχεται να προκληθούν στην πανίδα του προστατευόμενου τόπου από την κατασκευή και λειτουργία των έργων, κατά την αξιολόγηση των μελετητών, οι σημαντικές επιπτώσεις περιορίζονται στην άμεση περιοχή των έργων και δεν εκτείνονται στον προστατευόμενο τόπο. Οι μόνες επιπτώσεις που ενδέχεται να προκληθούν είναι η απομάκρυνση των ειδών σε όμορα ενδιαιτήματα, των οποίων τα οικοσυστημικά χαρακτηριστικά καλύπτουν τις ανάγκες διαβίωσής τους. Ακόμη και για τα είδη πανίδας που βρίσκονται εντός των άμεσων περιοχών μελέτης δεν αναμένονται σημαντικές επιπτώσεις, καθ΄ όσον τα επίπεδα εκπομπών και θορύβου είναι εντός των επιτρεπομένων ορίων και μειώνονται αισθητά κατά την απομάκρυνση από τους χώρους επέμβασης. Το επίμαχο έργο δεν αναμένεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους στόχους διατήρησης του ένδικου προστατευόμενου τόπου ούτε και των λοιπών, που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση από τις περιοχές των έργων (άνω των 3 χλμ.), ούτε αναμένεται να παραβλάψει την ακεραιότητα των τόπων αυτών, η δε σχετική κρίση της Διοικήσεως που υιοθετεί τις αξιολογήσεις των μελετητών, παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη. Η διαχείριση αποβλήτων του προτεινομένου έργου σχεδιάστηκε σε πλήρη συμφωνία με τις κοινοτικές και εθνικές απαιτήσεις, υιοθετώντας τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές και διασφαλίζοντας υψηλή προστασία περιβαλλοντικών μέσων, ήτοι υδάτων, εδάφους και αέρα και της δημόσιας υγείας και υψηλές προδιαγραφές γεωτεχνικής ευστάθειας και ασφάλειας. Τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων. Εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνον εφ΄ όσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος ο καθορισμός της οριογραμμής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθ. 6 Ν 880/1979, έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της ύπαρξης του ρέματος. Η οριοθέτηση υδατορεμάτων σε οικισμούς ή περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου που λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι, τα αρχιτεκτονικά ή παραδοσιακά σύνολα, οι παραδοσιακοί οικισμοί, οι παραλιακές περιοχές ή οικισμοί, οι τουριστικοί τόποι, τα δάση, οι δασικές εκτάσεις, τα τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι περιοχές ιδιαιτέρου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος και οι υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας περιοχές, πρέπει να γίνεται με προεδρικό διάταγμα. Αιτιολογείται νομίμως η κρίση της Διοίκησης ως προς την αναγκαιότητα των επίμαχων επεμβάσεων στα ένδικα ρέματα και τον περιορισμό των επιπτώσεων στα υδάτινα οικοσυστήματα από τις επεμβάσεις αυτές, εν όψει των μέτρων που υιοθετούνται και διασφαλίζουν κατά την ανέλεγκτη ακυρωτικά κρίση της Διοικήσεως τη συνέχιση της φυσικής λειτουργίας των ποτάμιων οικοσυστημάτων μέσω της εκτροπής και την αποφυγή τόσο της ποσοτικής όσο και της ποιοτικής υποβάθμισής τους. Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται ότι τα επίμαχα έργα εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την υδρολογική λειτουργία των ρεμάτων και ότι θα προκαλέσουν ρύπανση του υδροφορέα, ποσοτική υποβάθμιση των υδάτων και σημαντική μεταβολή των συστημάτων επιφανειακής απορροής, θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Άντληση και χρήση νερού κατά την εξόρυξη και συνοδές δραστηριότητες συμβαίνει ανεξαιρέτως σε κάθε εξορυκτική δραστηριότητα και δεν συνιστά έργο διαχείρισης και αξιοποίησης υδατικών πόρων, ώστε ν΄ απαιτείται προηγούμενη εκπόνηση σχεδίων διαχείρισης λεκανών απορροής. Η προσβαλλομένη απόφαση, στηριζομένη στα επιστημονικά δεδομένα της ΜΠΕ κατόπιν εκτιμήσεως των σωρευτικών επιπτώσεων από τη συνολική λειτουργία όλων των έργων σε όλες τις περιοχές κατά τη φάση της μέγιστης ανάπτυξης της δραστηριότητας και υπό το δυσμενέστερο μετεωρολογικό σενάριο και ενσωματώνοντας τα μέτρα μείωσης ή απάλειψης των αέριων ρύπων που προτείνονται και καλύπτουν όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που θα λάβουν χώρα στο πλαίσιο της επίμαχης εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένου και ειδικού προγράμματος παρακολούθησης των αερίων ρύπων, παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη ως προς την αντιμετώπιση, με τα μέτρα που υιοθετούνται, των επιπτώσεων της επίμαχης δραστηριότητας στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής των έργων, περιλαμβανομένων και των πλησιέστερων οικισμών. Η ευθύνη για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων πρόληψης ή/και αποκατάστασης περιβαλλοντικής ζημίας βαρύνει τον φορέα εκμετάλλευσης της δραστηριότητας που την προκάλεσε, ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς του, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ δραστηριότητας και ζημίας.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.