ΣτΕ Ολ 2035/2011 [Παράνομη ανοικοδόμηση στην περιοχή Σταυρονικήτα Χαλκιδικής - Τριτανακοπή - Αρχή αναλογικότητας]

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 3/2013, Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβριος

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Σε τριτανακοπή υπόκεινται μόνον αποφάσεις, με τις οποίες περατούται οριστικά η ακυρωτική δίκη με την έκδοση αποφάσεως, κατά το διατακτικό της οποίας γίνεται εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση ακυρώσεως. Μη οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε τριτανακοπή, έστω και αν περιέχουν οριστικές κρίσεις, παρά μόνο μετά την τυχόν έκδοση οριστικής ακυρωτικής αποφάσεως, συμπροσβαλλόμενες με αυτή. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση που με απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου επιλύονται οριστικά ζητήματα της υποθέσεως και η υπόθεση παραπέμπεται προς περαιτέρω εκδίκαση στον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, ο οποίος εκδίδει την τελική απόφαση. Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση τριτανακοπής είναι στενά συνδεδεμένο με το έννομο συμφέρον προς άσκηση παρεμβάσεως, υπό την έννοια ότι κατά ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαιούται ν΄ ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος, ο οποίος είχε έννομο συμφέρον να παρέμβει στην ακυρωτική δίκη για τη διατήρηση της ισχύος της προσβαλλομένης πράξεως. Για το παραδεκτό της παρεμβάσεως, το έννομο συμφέρον δεν απαιτείται να συντρέχει και κατά την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, πρέπει όμως να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεως της παρεμβάσεως και συζητήσεως της υποθέσεως. Παρέμβαση και τριτανακοπή μπορεί ν΄ ασκήσει και ο ειδικός διάδοχος του έχοντος το δικαίωμα τούτο, ανεξάρτητα αν ο δικαιοπάροχός του έχει ασκήσει παρέμβαση ή αν στον δικαιοπάροχο έχει κοινοποιηθεί νομίμως αντίγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου. Αντιθέτως στερείται του δικαιώματος ν΄ ασκήσει τριτανακοπή ο ειδικός διάδοχος, εφ΄ όσον έχει κοινοποιηθεί σε αυτόν νομίμως αντίγραφο της αιτήσεως ακυρώσεως με σημείωση της δικασίμου ή αν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου πλήρης γνώση της υπάρχουσας εκκρεμοδικίας σε χρόνο απέχοντα τουλάχιστον 20 πλήρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο (μειοψ.). Το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως είναι απαράδεκτο σε περίπτωση που ο αιτών έχει αποδεχθεί την προσβαλλομένη πράξη. Η αποδοχή πρέπει να περιέχεται σε ρητή δήλωση του αιτούντος ή να προκύπτει από την εν γένει συμπεριφορά του κατά τρόπο που δεν καταλείπει αμφιβολίες. Δεν συνιστά αποδοχή της προσβαλλομένης πράξεως μόνη η παράλειψη του αιτούντος ν΄ ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά προγενεστέρων πράξεων παρομοίου περιεχομένου. Η ένδικη παράλειψη της Κοινότητας Νέας Φώκαιας να προσβάλει με αίτηση ακυρώσεως οικοδομικές άδειες προγενέστερες των επιδίκων, βάσει των οποίων ανεγέρθηκαν οικοδομές στην ευρύτερη περιοχή, δεν συνιστά αποδοχή των επιδίκων αυτών αδειών. Επί προσβολής αδείας ανεγέρσεως οικοδομής, για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται γνώση όχι μόνο της εκδόσεως, αλλά και του περιεχομένου της αδείας ως προς τα βασικά στοιχεία και χαρακτηριστικά του κτηρίου και της χρήσης του, η δε γνώση αυτή συναρτάται και με τις πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη πράξη και το έννομο συμφέρον, επί του οποίου θεμελιώνεται η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Προκειμένου να εκφέρουν σχετική κρίση, τα δικαστήρια εκτιμούν τα στοιχεία του φακέλου, λαμβάνουν δε υπ΄ όψη και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της πράξεως ή την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, σε συνδυασμό προς το εύλογο ενδιαφέρον του ασκούντος την αίτηση ακυρώσεως να λάβει πληροφορίες για την έκδοση της οικοδομικής αδείας και το περιεχόμενό της. Ως οικείος Δήμος ή Κοινότητα νοείται μόνον ο πρωτοβάθμιος ΟΤΑ, εντός των διοικητικών ορίων του οποίου κείται το ακίνητο, το οποίο αφορά η οικοδομική άδεια. Αβασίμως ισχυρίζονται οι τριτανακόπτοντες ότι η ένδικη Κοινότητα είχε λάβει γνώση της εκδόσεως των επίδικων αδειών, λόγω του ότι με το άρθ. 7 παρ. 2 του από 8-13.7.1993 πδ/τος εγκαθιδρύεται η υποχρέωση ανάρτησης πινακίδας με τον αριθμό της οικοδομικής αδείας εντός του χώρου εκτελέσεως των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής, διότι πέραν του ότι από την ανάρτηση αυτή δεν θα συναγόταν και η γνώση της Κοινότητας, δεν προκύπτει η εν τοις πράγμασι τήρηση της υποχρέωσης αυτής. Είναι δυνατή η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων για καθορισμό ειδικών χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης τόσο σε περιοχές εντός σχεδίου πόλεως όσο και σε περιοχές εκτός σχεδίου, όταν ο καθορισμός αυτός κρίνεται εν όψει τοπικών ή ειδικών συνθηκών απαραίτητος, ιδίως όταν οι συγκεκριμένες πολεοδομικές ρυθμίσεις υπαγορεύονται από την ανάγκη έγκαιρης επέμβασης προς προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ή έλεγχο της οικοδομικής δραστηριότητας. Το κύρος των κανονιστικών αυτών διαταγμάτων ελέγχεται παρεμπιπτόντως. Το ένδικο ΒΔ της 23.3-8.4.1965 περί καθορισμού ζωνών και όρων δόμησης της περιοχής Σταυρονικήτα Κοινότητος Κασσάνδρας Χαλκιδικής έχει κανονιστικό χαρακτήρα, ως εκ τούτου η νομιμότητά του ελέγχεται παρεμπιπτόντως, μη εφαρμοζομένου του άρθ. 3 παρ. 6 εδαφ. ε΄ Ν 998/1979, που αναφέρεται σε περιοχές με εγκεκριμένα σχέδια πόλεων. Με το ΒΔ της 23.3-8.4.1965 δεν εγκρίθηκε ρυμοτομικό σχέδιο στην περιοχή Σταυρονικήτα, αλλά καθορίστηκαν ζώνες, όροι και περιορισμοί δόμησης σε δασική περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, επομένως το διάταγμα αυτό έχει κανονιστικό χαρακτήρα, το δε κύρος του ελέγχεται παρεμπιπτόντως κατά την εξέταση της νομιμότητας των οικοδομικών αδειών, που έχουν εκδοθεί βάσει των διατάξεών του. Ο κανονιστικός χαρακτήρας του ΒΔ της 23.3-8.4.1965 δεν μεταβάλλεται από το ότι στο προοίμιό του μνημονεύονται οι διατάξεις του άρθ. 3 ΝΔ της 17.7-16.8.1923 ούτε από το ότι πριν την έκδοσή του γνωμοδότησε το Κοινοτικό Συμβού-λιο Κασσάνδρας. Η κατ΄ εφαρμογή του διατάγματος αυτού έκδοση οικοδομικών αδειών εξ αιτίας της μακροχρόνιας αντιλήψεως της Διοικήσεως ότι τούτο αποτελούσε ρυμοτομικό σχέδιο, που μετέβαλε τον δασικό χαρακτήρα της περιοχής σε οικιστικό και η συνακόλουθα δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση, δεν συνεπάγονται τη μεταβολή του κανονιστικού χαρακτήρα του διατάγματος. Το ως άνω διάταγμα, με το οποίο επετράπη το πρώτον η δόμηση, χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση ρυμοτομικού διατάγματος, σε περιοχή με δάσος χαλεπίου πεύκης δεν είναι νόμιμο, για τον λόγο ότι εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του ΝΔ της 17.7/16.8.1923, οι οποίες και πριν την έναρξη ισχύος του Συντάγματος 1975, εν όψει και της ειδικής περί δασών νομοθεσίας, δεν επέτρεπαν οικιστική αξιοποίηση δασών και δασικών εκτάσεων, διότι τούτο θα συνεπαγόταν εκχέρσωση και μερική ή εξ ολοκλήρου καταστροφή του δάσους. Εν όψει τούτων οι οικοδομικές άδειες, οι οποίες εκδόθηκαν από τη Διοίκηση με την αντίληψη ότι το ανωτέρω διάταγμα αποτελούσε ρυμοτομικό σχέδιο που μετέβαλε τον δασικό χαρακτήρα της περιοχής σε οικιστικό, δεν είναι νόμιμες. Είναι δε αδιάφορο ότι η οικιστική ανάπτυξη είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση επωφελή αποτελέσματα για την προστασία του εναπομείναντος, μετά τη ρυμοτόμηση και οικοδόμηση, δασικού οικοσυστήματος της περιοχής. Το ζήτημα αν θα ήταν δυνατή η δυνάμει των γενικών διατάξεων για τη δόμηση εκτός σχεδίου πόλεως, έκδοση αδειών για τυχόν μη περιλαμβανόμενα εντός δασών και δασικών εκτάσεων ακίνητα, είναι διαφορετικό και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, εφ΄ όσον όλες οι προσβληθείσες οικοδομικές άδειες εκδόθηκαν από τη Διοίκηση κατ΄ εφαρμογή του από 23.3-8.4.1965 βδ/τος και όχι κατ΄ εφαρμογή των γενικών αυτών διατάξεων. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιοριστεί ο παρεμπίπτων έλεγχος κανονιστικής πράξεως, όταν αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα ευθέως κατά το περιεχόμενό της ή ως στηριζομένη σε αντισυνταγματικό εξουσιοδοτικό νόμο, διότι τούτο θα προσέκρουε στα άρθ. 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 Συντ. Η δικαστική προστασία του έχοντος έννομο συμφέρον να προβάλει ως λόγο ακυρώσεως ατομικής πράξεως την παρανομία κανονιστικής πράξεως, στην οποία στηρίζεται η πρώτη, δεν πρέπει να εξαρτάται από το τυχαίο γεγονός της εκδόσεως ατομικής πράξεως, που θα μπορούσε να προσβληθεί εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 17 και 24 Συντ., οι οποίες είναι τυπικά ισοδύναμες προκύπτει ότι τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου. Τα εκτός οικιστικών περιοχών ακίνητα, εφ΄ όσον δεν προστατεύονται πληρέστερα, όπως τα δάση ή οι αρχαιολογικοί χώροι, προορίζονται για γεωργική ή άλλη σχετική εκμετάλλευση, είναι δε δυνατόν να δομηθούν, εφ΄ όσον τούτο επιτρέπεται από τον νόμο, υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις δόμησης εντός οικιστικών περιοχών. Σε κάθε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία προσώπου πρέπει να εξασφαλίζεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και των απαιτήσεων για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου. Για τη στάθμιση αυτή λαμβάνεται υπ΄ όψη και η αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσης του θιγομένου. Η θεμιτή επιδίωξη της προστασίας των δασών δεν απαλλάσσει το κράτος από την ευθύνη να παρέχει επαρκή προστασία στους καλόπιστους κύριους ή νομείς περιουσίας. Στην προστασία αυτή περιλαμβάνεται η αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσής τους. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται και ορισμένες διοικητικές άδειες περιουσιακού χαρακτήρα, όπως οι άδειες ανέγερσης οικοδομών. Ο υπό εξέταση λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι με τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας του ανωτέρω βδ/τος και τη συνακόλουθη ακύρωση των επιδίκων οικοδομικών αδειών παραβιάστηκε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των τριτανακοπτόντων και οι αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και αναλογικότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.