ΣτΕ 392/2014 [Κτήση ιδιότητας κοινοχρήστου χωρίς αποζημίωση - Ανάκληση απαλλοτρίωσης]

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 2/2014, Απρίλιος - Μάιος - Ιούνιος

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €90.00
ΝΠ €135.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Κατ΄ άρθ. 28 Ν 1337/1983 αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση, εφ΄ όσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, με την προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγομένης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ΄ ανοχήν του ιδιοκτήτη. Για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διαθέσεως του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να υπάρχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια. Η διάταξη του άρθ. 28 Ν 1337/1983 δεν αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι η απώλεια της κυριότητας συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του κυρίου του ακινήτου, ο οποίος με τη συναίνεση ή ανοχή του απεδέχθη τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου και δεν δύναται εκ των υστέρων να προβάλει καταχρηστικώς δικαιώματα αποζημίωσης. Εφ΄ όσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου ΟΤΑ, αδιαφόρως αν το ακίνητο έχει αφεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ως άνω διάταξη, αλλ΄ αντιθέτως, ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίσθηκε η συγκεκριμένη ρύθμιση συντρέχει και στις δύο περιπτώσεις. Κατ΄ άρθ. 11 ΚΑΑΑ δεν προβλέπεται αυτοδίκαιη ανάκληση ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων μετά την άπρακτη πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος από την κήρυξή τους. Και αυτές όμως οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφ΄ όσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο υπερβαίνει τα εύλογα όρια, αποτελούν νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας, το οποίο είναι αντίθετο προς τη συνταγματική προστασία της. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, όπως και στις περιπτώσεις ρυμοτομικού βάρους, το οποίο συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός ακινήτου ως χώρου κοινωφελών χρήσεων, ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι για την άρση απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση με σκοπό την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή άλλου ρυμοτομικού βάρους είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση. Ο αιτούμενος την άρση απαλλοτριώσεως λόγω παρόδου απράκτων των κατά νόμο χρονικών ορίων συντελέσεώς της πρέπει με την προς τη Διοίκηση αίτησή του, να υποβάλει και τα αποδεικτικά της ιδιοκτησίας του στοιχεία, τα οποία συνεκτιμώμενα με τα λοιπά τυχόν υπάρχοντα σχετικά στοιχεία του οικείου διοικητικού φακέλου, άγουν στο συμπέρασμα ότι ο αιτών φέρεται ως κύριος του αντιστοίχου ακινήτου και νομιμοποιείται στην υποβολή του αιτήματος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι επίκαιρα, να τείνουν δηλ. στην απόδειξη της κυριότητας κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Σε περίπτωση μη επαρκούς αποδείξεως ή αμφισβητήσεως της κυριότητας του αιτούντος, η Διοίκηση οφείλει να εκφέρει παρεμπίπτουσα κρίση, ελεγκτή από το τυχόν επιλαμβανόμενο της υποθέσεως αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο οφείλει να εξετάζει αν ο αιτών φέρεται ως κύριος του επιμάχου ακινήτου, υποχρεούμενο στην περίπτωση αυτή να συνεξετάσει και αντιστοίχους καταλλήλως τεκμηριουμένους αντιθέτους ισχυρισμούς των λοιπών διαδίκων. Το δικαστήριο αυτό πάντως δεν επιλύει κατά την ως άνω δίκη οριστικώς το ζήτημα της τυχόν υπάρξεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο επίμαχο ακίνητο, για το οποίο κατά το Σύνταγμα τελικώς αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Οι επίμαχες δηλώσεις του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου προς τον ένδικο Δήμο, με τις οποίες αυτός διατυπώνει απλώς την πρόθεσή του να παραιτηθεί, υπό όρους, από την αξίωση αποζημιώσεως για την ένδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση, δεν συνιστούν κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας εκδήλωση βουλήσεως αποδόσεως της ενδίκου εκτάσεως στην κοινή χρήση ή επίδειξη αντιστοίχου εκ μέρους του ανοχής κατ΄ άρθ. 28 Ν 1337/1983, αλλ΄ αντιθέτως έτειναν στην προς όφελός του αξιοποίηση της εκτάσεως αυτής μέσω διαπραγματεύσεων με τη Διοίκηση, με αντάλλαγμα τη μεταφορά συντελεστή δόμησης. Η τροποποίηση σχεδίου πόλεως ή η αναθεώρηση πολεοδομικής μελέτης είναι όλως εντοπισμένη, όταν με αυτήν επέρχεται μικρής εκτάσεως μεταβολή και θίγεται ένα οικόπεδο ή μικρός αριθμός γειτονικών οικοπέδων, έστω και ευρίσκονται σε διαφορετικά οικοδομικά τετράγωνα. Πλην και στην περίπτωση αυτή η τροποποίηση δεν θεωρείται όλως εντοπισμένη, όταν λόγω του χαρακτήρα της συνιστά σημαντική πολεοδομική παρέμβαση για το συγκεκριμένο οικιστικό σύνολο. Τέτοιας δε σημασίας και εκτάσεως επεμβάσεις σε σχέδιο πόλεως δεν επιτρέπεται να ανατίθενται σε άλλα όργανα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας και μόνο με προεδρικό διάταγμα είναι δυνατή η τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου ή πολεοδομικής μελέτης στην περίπτωση αυτή. Αίτηση άρσεως ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρεπτώς υποβάλλεται όχι μόνο στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, αλλά και σε κάθε όργανο της κρατικής Διοικήσεως ή τοπικής αυτοδιοικήσεως, στο οποίο έχουν ανατεθεί αποφασιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε θέματα εγκρίσεως και τροποποιήσεως πολεοδομικών σχεδίων ή έστω και γνωμοδοτικού χαρακτήρα αρμοδιότητα στο πλαίσιο της διαδικασίας της σχετικής πολεοδομικής ρύθμισης. Αν η αρχή, στην οποία υποβάλλεται το αίτημα, δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση αρμοδιότητα τροποποιήσεως πολεοδομικού σχεδίου, όπως οι ΟΤΑ πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001, οφείλει να διαβιβάσει περαιτέρω τη σχετική αίτηση στο κατά περίπτωση αρμόδιο όργανο, δεν συντελείται ωστόσο σιωπηρή άρνηση της αρχής αυτής να άρει την απαλλοτρίωση με την πάροδο άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως. Όταν η Διοίκηση διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσεως ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, οφείλει χωρίς καθυστέρηση, τηρώντας τις προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, να προβεί σε άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή του ρυμοτομικού βάρους και ταυτοχρόνως να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, καθ΄ όσον με μόνη την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση, εν όψει της υποχρέωσής της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, που δεν επιτρέπει την υπέρμετρη κατά χρόνο δέσμευσή της χωρίς συντέλεση της απαλλοτριώσεως κατ΄ άρθ. 24 Συντ. Η Διοίκηση οφείλει επομένως να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει για κάποιο νόμιμο λόγο να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή να δεσμευθεί εκ νέου με επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα αποζημίωσης των θιγομένων ιδιοκτητών ή να καταστεί οικοδομήσιμη με τους γενικούς όρους δόμησης ή με ειδικούς όρους δόμησης, που πρέπει να καθορισθούν. Οι ανωτέρω ειδικοί όροι δόμησης επιβάλλονται από τη Διοίκηση, αφού επανεκτιμηθεί η συνολική πολεοδομική φυσιογνωμία της περιοχής, στην οποία βρίσκεται η επίμαχη ιδιοκτησία, δεδομένου ότι η άρση, έστω κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, επιβληθέντων ρυμοτομικών βαρών δεν συνεπάγεται αυτομάτως εφαρμογή των όρων δόμησης που ίσχυαν γενικώς και είχαν τεθεί σύμφωνα με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, που προέβλεπε στην εν λόγω περιοχή συγκεκριμένους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, αλλά μπορεί ενδεχομένως να απαιτεί τον καθορισμό ειδικών όρων δόμησης, προσαρμοσμένων στην κατάσταση που έχει προκύψει μετά την άρση, αποτέλεσμα της οποίας μπορεί να είναι και η μείωση του ισοζυγίου κοινοχρήστων χώρων σε σχέση με το προηγούμενο πολεοδομικό καθεστώς.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.