ΣτΕ Ολ 2996/2014 [Προστασία Υμηττού και Πάρκων Γουδή και Ιλισσίων - Προδικαστικά ερωτήματα]

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ & ΔΙΚΑΙΟ

Τεύχος 3/2014, Ιούλιος - Αύγουστος - Σεπτέμβριος

Φυσικό Περιβάλλον - Ενέργεια - Χωροταξία - Πολεοδομία - Δόμηση - Δημόσια Έργα - Μνημεία

Εκδίδεται από το 1997 - Τριμηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Η ίδρυση ή επέκταση και η διαμόρφωση οικιστικής περιοχής πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδιασμού και προγραμματισμού. Ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια, τα οποία θέτουν τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν το πλαίσιο διαμόρφωσης των οικιστικών περιοχών και των ελευθέρων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές. Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, των οποίων η οικιστική, τουριστική και γενικώς οικονομική ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με τη διατήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και τοπίου και να μην παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητά τους. Τα διατάγματα, που εκδίδονται με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως την οριοθέτηση, προστασία και αναβάθμιση των ορεινών όγκων της Αττικής και των οικοσυστημάτων τους και την ανάσχεση της εξάπλωσης των πόλεων και οικισμών, πρέπει να καταλαμβάνουν το σύνολο της οριοθετουμένης ως προστατευτέας εκτάσεως, δεν δύνανται δε να ορίζουν, εκτός αν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με άλλο τρόπο, νέες χρήσεις γης ή να καθιστούν επιτρεπτή την αύξηση των υφισταμένων εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, οι οποίες ως εκ της φύσεως ή της θέσεώς τους, επιδρούν δυσμενώς στα ευπαθή οικοσυστήματα των ορεινών όγκων και άγουν σε ανατροπή της φυσικής τους ισορροπίας. Κατ΄ εξαίρεση είναι ανεκτή η διατήρηση των από μακρού χρόνου υφισταμένων στους ορεινούς όγκους εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων, εφ΄ όσον πρόκειται για ήπιες χρήσεις, οι οποίες δεν επιδεινώνουν τη λειτουργία τους ως οικοσυστημάτων. Η αντικατασταθείσα με τον Ν 3937/2011 διάταξη του άρθ. 21 Ν 1650/1986 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις εκδόσεως διαταγμάτων για τον καθορισμό περιοχών υπαγομένων στην προστασία των διατάξεων αυτών, εφ΄ όσον το σχετικό σχέδιο διαβιβάστηκε προς επεξεργασία στο Συμβούλιο της Επικρατείας εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του εν λόγω νεώτερου Ν 3973/2011. Με τη μεταβατική αυτή ρύθμιση ο νομοθέτης απέβλεψε στη χορήγηση της δυνατότητας να συνεχιστούν και ολοκληρωθούν με βάση τις προϊσχύουσες αντίστοιχες διατάξεις διαδικασίες χαρακτηρισμού προστατευομένων περιοχών ευρισκόμενες ήδη σε προχωρημένο στάδιο, ώστε ν΄ αποτραπεί η διακοπή των διαδικασιών αυτών λόγω της ανωτέρω νομοθετικής μεταβολής. Οι διατάξεις του Ν 3937/2011 δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού το σχέδιο του προσβαλλομένου διατάγματος είχε διαβιβασθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας προς επεξεργασία πριν δημοσιευθεί ο νόμος αυτός. Η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 4 παρ. 3 Ν 1515/1985, που αφορά την εξειδίκευση, τροποποίηση και συμπλήρωση του ρυθμιστικού σχεδίου Αθηνών και η εξουσιοδότηση του άρθ. 21 Ν 1650/1986 για τον χαρακτηρισμό περιοχών υπαγομένων στην προστασία των διατάξεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι περιοχές «απόλυτης προστασίας της φύσης» και «προστασίας της φύσης» και για τον καθορισμό μέτρων προστασίας τους, είναι παράλληλες και δεν επικαλύπτονται, διότι έχουν περιεχόμενο διακριτό και αυτοτελές. Οι διατάξεις των άρθ. 18-21 Ν 1650/1986 συνιστούν ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πλέγμα θεσμικής προστασίας, το οποίο μπορεί να συνυπάρχει με προστατευτικά καθεστώτα προβλεπόμενα από άλλες διατάξεις, προκειμένου να επιτυγχάνεται πληρέστερη και αποτελεσματική προστασία του προστατευτέου αντικειμένου. Δεν αποκλείεται παράλληλη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του Ν 1650/1986 με άλλες διατάξεις, οι οποίες επιδιώκουν την προστασία ευαίσθητων στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος, όπως διατάξεων του Ν 1515/1985, με τις οποίες εισάγεται σειρά προστατευτικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού χαρακτήρα που συγκροτούν το ρυθμιστικό σχέδιο της Αθήνας και προβλέπεται περαιτέρω εξειδίκευση, τροποποίηση και συμπλήρωση των ρυθμίσεων αυτών με προεδρικά διατάγματα. Κατά την έκδοση δε των διαταγμάτων αυτών δεν αποκλείεται να λαμβάνονται υπ΄ όψιν και κριτήρια, στα οποία στηρίζεται ο χαρακτηρισμός προστατευομένων περιοχών κατά τον Ν 1650/1986. Ο καθορισμός με τις ρυθμίσεις του προσβαλλομένου διατάγματος ζώνης Α΄ του ορεινού όγκου του Υμηττού και ο χαρακτηρισμός της ως «απόλυτης προστασίας της φύσης και των μνημείων», δεν έχει την έννοια του χαρακτηρισμού περιοχής ως απόλυτης προστασίας της φύσης κατ΄ άρθ. 21 Ν 1650/1986, αλλά της πρόβλεψης ζώνης αυξημένης προστασίας, όπου απαγορεύεται η δόμηση με σκοπό την προστασία και διατήρηση του ευαίσθητου οικοσυστήματος της συγκεκριμένης περιοχής. Ως εκ τούτου δεν απαιτείτο εν προκειμένω τήρηση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας του άρθ. 21 Ν 1650/1986 ούτε όπως αυτό ίσχυε κατά το χρονικό σημείο που περιήλθε στο ΣτΕ προς επεξεργασία ως σχέδιο το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα, προ της αντικαταστάσεως του άρθρου αυτού με το άρθ. 6 Ν 3937/2011. Σε στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση υποβάλλονται όλα τα σχέδια και προγράμματα, τα οποία, στο σύνολό τους ή εν μέρει, εφαρμόζονται σε περιοχές του εθνικού σκέλους του ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Natura 2000 TKΣ και ΖΕΠ, ενδέχεται δε να τις επηρεάσουν σημαντικά, εξαιρουμένων των σχεδίων διαχείρισης και των προγραμμάτων δράσης, που συνδέονται άμεσα ή είναι απαραίτητα για τη διατήρηση και προστασία των περιοχών αυτών. Στις διαδικασίες περιβαλλοντικού προελέγχου και εφ΄ όσον συντρέχει περίπτωση, στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης (ΣΠΕ), δεν υπόκεινται προγράμματα ή μέτρα, που αποτελούν εξειδίκευση και εφαρμογή υφισταμένου σχεδίου υπερκείμενου επιπέδου, με το οποίο έχει γίνει συνολικός σχεδιασμός, δηλ. σχεδίου το οποίο, από την έναρξη ισχύος των ρυθμίσεων αυτών, υπόκειται το ίδιο στη διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης. Ουδεμία δε σημασία έχει από την άποψη αυτή το γεγονός ότι σε συγκεκριμένη περίπτωση το σχέδιο αυτό δεν είχε υποβληθεί σε στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση, διότι λόγω της ημερομηνίας έγκρισής του, δεν ενέπιπτε στο κατά χρόνο πεδίο εφαρμογής της σχετικής ΚΥΑ. Η κατ΄ άρθ. 6 παρ. 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων σχεδίου σε προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι προ της εγκρίσεώς του προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπ΄ όψιν των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου που θα μπορούσαν, καθεμία από μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατηρήσεως του τόπου αυτού. Το σχέδιο εγκρίνεται μόνον εφ΄ όσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του. Δεν απαιτείτο, εν προκειμένω τήρηση των διαδικασιών της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ και της ΚΥΑ 107017/2006, με την οποία ενσωματώθηκε η Οδηγία στο εθνικό δίκαιο, αφού το σχέδιο, το θεσπισθέν με το προσβαλλόμενο διάταγμα, αποτελεί εξειδίκευση και εφαρμογή ρυθμιστικού σχεδίου υπερκείμενου επιπέδου (δηλ. του ΡΣΑ - Ν 1515/1985) (μειοψ.). Το γεγονός ότι της θεσπίσεως του ΡΣΑ δεν προηγήθηκε στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση των ρυθμίσεών του δεν έχει ως συνέπεια την υποχρέωση προηγουμένης υποβολής του προσβαλλομένου διατάγματος στην εν λόγω εκτίμηση. Και τούτο, διότι λόγω της ημερομηνίας έγκρισής του (18.2.1985) δεν ενέπιπτε στο κατά χρόνο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ (21.7.2004) και της ως άνω ΚΥΑ μεταφοράς της (5.9.2006) στο εσωτερικό δίκαιο. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο να εφαρμόζονται αναδρομικά οι ρυθμίσεις της επίμαχης Οδηγίας σε χρονικό σημείο, κατά το οποίο αυτή δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει τυπικώς (μειοψ.). Το προσβαλλόμενο διάταγμα, κατά το μέρος που καθορίζει τα μέτρα προστασίας της περιοχής της ζώνης προστασίας Α΄ του όρους Υμηττού και τις επιτρεπόμενες δραστηριότητες στην περιοχή αυτή, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως σχέδιο διαχείρισης της ΕΖΔ - ΖΕΠ, της περικλειομένης εντός της εν λόγω ζώνης προστασίας, αφού ουδόλως ελήφθησαν υπ΄ όψιν οι στόχοι διατήρησης των περιοχών αυτών, ήτοι τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, βάσει των οποίων επελέγη προς ένταξη στο δίκτυο Natura. Και ναι μεν το διάταγμα αυτό αποβλέπει στην προστασία της περιοχής και εισάγει ευνοϊκότερες για το περιβάλλον ρυθμίσεις, ωστόσο διατηρεί υφιστάμενες δραστηριότητες και χρήσεις εντός όλων των ζωνών, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των οποίων ουδέποτε έχουν εκτιμηθεί. Συνεπώς, απαιτείτο εν προκειμένω τήρηση των διαδικασιών της ΚΥΑ 107017/2006, ήτοι πραγματοποίηση της ΣΠΕ, ακόμη και σε ό,τι αφορούσε ρυθμίσεις σχετικές με τη ζώνη Α΄ προστασίας, για τον λόγο ότι οι προσβαλλόμενες ρυθμίσεις ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά την ΕΖΔ - ΖΕΠ του ορεινού όγκου (μειοψ.). Αν κριθεί ότι οι ρυθμίσεις του προσβαλλομένου διατάγματος οι αφορώσες τη ζώνη προστασίας Α΄, συνιστούν σχέδια διαχείρισης της ζώνης αυτής ως περιοχής εντεταγμένης στο δίκτυο Natura, η πλημμέλεια της μη διεξαγωγής της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης δεν θα αφορά, το σύνολο της περιοχής Natura, αλλά μόνο το τμήμα της που έχει ενταχθεί στις ζώνες προστασίας Β΄, Δ1, Δ2 και Ε΄, εφ΄ όσον μόνο για το τμήμα αυτό απητείτο η εν λόγω εκτίμηση κατά την έννοια της προαναφερθείσας Οδηγίας 2001/42/ΕΚ σε συνδυασμό με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ ερμηνευομένη. Επομένως, το προσβαλλόμενο διάταγμα καθίσταται ακυρωτέο μόνον ως προς τις ρυθμίσεις που αφορούν τις ζώνες προστασίας Β΄, Δ1, Δ2 και Ε΄, η δε Διοίκηση επανερχομένη, μετ΄ ακύρωση, θα ήταν υποχρεωμένη να πραγματοποιήσει στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση μόνο κατά το μέρος αυτό και ν΄ αφήσει άθικτες τις ρυθμίσεις, που αφορούν τη ζώνη Α΄ (μειοψ.). Απευθύνει προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ.

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.