Ευρετήριο

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 1/2019, Ιανουάριος 2019

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Από την αιτούσα ζητήθηκε η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης αιγιαλού και θαλάσσιου χώρου, με μετατροπή άδειας σε 50ετούς διάρκειας και παράτασή της, ενεργούσα ως φορέας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προαναφερθείσα, από 4.12.1961, Σύμβαση, όπως αυτή παρατάθηκε και επί τη βάσει και προς εκτέλεση του εκτεθέντος σχετικού όρου του άρθρου 3 της Σύμβασης. Στις ανωτέρω αιτήσεις γίνεται ρητώς επίκληση των όρων του άρθρου 3 της Σύμβασης, η δε αναφορά στις διατάξεις του Ν 4171/1961 καθώς και του Ν 3775/2009 δεν έχει την έννοια της επίκλησης αυτοτελούς νομικής βάσης πέραν της σύμβασης (όπως θα συνέβαινε λ.χ. αν η σύμβαση δεν περιείχε τον όρο περί υποχρέωσης παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης του αιγιαλού), δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές, ιδίως του Ν 4171/1961, εξειδικεύονται στην επίμαχη σύμβαση. Η επίκληση στις αιτήσεις και του ΑΝ 522/1968 χωρεί, ομοίως, επικουρικώς, για τον προσδιορισμό της χρονικής διάρκειας της παραχώρησης και δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό έρεισμα της παραχώρησης. Η προσβαλλομένη άρνηση της Διοίκησης για την εν λόγω παραχώρηση θεμελιώνεται στην άποψη, αφενός, ότι η παραχώρηση, αφορώσα σε κοινόχρηστες εκτάσεις του αιγιαλού και σε θαλάσσιο χώρο, κωλύεται από διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας και, αφετέρου, ότι για την παραχώρηση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ο ανωτέρω όρος της σύμβασης, με την υπό κρίση δε αίτηση αμφισβητείται η νομιμότητα της κρίσης αυτής της Διοίκησης. Η επίδικη διαφορά στο σύνολό της αφορά την ερμηνεία και την έκταση εφαρμογής του ρηθέντος όρου της Σύμβασης και συνεπώς η επίλυση της διαφοράς αυτής δεν ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο. ΣτΕ 21/2019 Τμ Ε΄επταμ.,

σελ. 61.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδυτικές συμβάσεις. Η νομοθετική κύρωση σύμβασης, η οποία είναι επιβεβλημένη όταν η σύμβαση περιέχει διατάξεις που δημιουργούν υποχρεώσεις για τους τρίτους ή όταν η κύρωση είναι αναγκαία για την έγκυρη συμβατική δέσμευση του Δημοσίου από τα όργανά του που ενήργησαν σχετικώς, δεν προσδίδει στη σύμβαση την ισχύ κανόνα εξ αντικειμένου δικαίου έναντι των συμβαλλομένων μερών, ούτε αλλοιώνει τον συμβατικό χαρακτήρα της πράξης, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την αποκλειστική πηγή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων. Γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας και στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος της Διοίκησης εγείρει αμφισβήτηση περί τη νομιμότητα της ρητής ή συναγόμενης πράξης, με την οποία εκδηλώνεται άρνηση συμμόρφωσης σε συμβατικό όρο, έστω κι αν αυτός περιέχεται σε σύμβαση που έχει κυρωθεί και αποκτήσει ισχύ νόμου. Η επίδικη διαφορά στο σύνολό της αφορά την ερμηνεία και την έκταση εφαρμογής του ρηθέντος όρου της Σύμβασης και συνεπώς η επίλυση της διαφοράς αυτής δεν ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο. ΣτΕ 21/2019 Τμ. Ε΄επταμ.,

σελ. 61.

Ο ακυρωτικός έλεγχος του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των διοικητικών πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών. Η Εκκλησία της Ελλάδος αποτελεί θρησκευτικό καθίδρυμα, ασκώντας ταυτόχρονα δοτή (δευτερογενή) διοικητική εξουσία και εφαρμόζοντας ως ΝΠΔΔ διατάξεις της πολιτειακής νομοθεσίας. Υπό την πρώτη ιδιότητά της, η Εκκλησία εκδίδει πράξεις που αφορούν στο δόγμα, στη λατρεία ή στα θρησκευτικά καθήκοντα, οι οποίες δεν υπόκεινται σε πολιτειακό έλεγχο. Υπό τη δεύτερη ιδιότητά της, εκδίδει εκτελεστές διοικητικές πράξεις σε εφαρμογή διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αναφέρονται και σε θέματα διοικητικής φύσης. Επί των τελευταίων πράξεων, χωρεί δικαστικός ακυρωτικός έλεγχος και από το ΣτΕ. Στην παρούσα μελέτη ανασκοπείται η σχετική πλούσια νομολογιακή παραγωγή. Αφιέρωμα: Σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας, Στ. Ταπουρίδου,

σελ. 33.

Το ζήτημα της υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ στο πλαίσιο των μέτρων διήθησης για την παραδεκτή προβολή λόγου αναιρέσεως. Εφόσον λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται στο επίπεδο του παραδεκτού και δεν εξετάζεται το βάσιμο αυτού, στο πλαίσιο του οποίου θα μπορούσαν να εγερθούν ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με τη συμφωνία των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων προς το ενωσιακό δίκαιο, δεν ανακύπτει ζήτημα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. [Αντίθετη μειοψηφία: Λόγος αναίρεσης με τον οποίο τίθεται, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και ορισμένο, ουσιώδες για την επίλυση της διαφοράς ζήτημα ερμηνείας κανόνα του ενωσιακού δικαίου, που, αυτό τούτο, δεν έχει επιλυθεί από το ΔΕΕ, ενώ έχει κριθεί με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δίχως υποβολή προδικαστικού ερωτήματος, δεν καθίσταται απαράδεκτος εκ του ότι αφορά σε νομικό ζήτημα για το οποίο υπάρχει νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ δεν υπάρχει νομολογία του ΔΕΕ, εφόσον με τον λόγο αυτό προβάλλεται αντίθεση προς το ενωσιακό δίκαιο, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούνται στο Δικαστήριο εύλογες αμφιβολίες για την ορθή έννοια του επίμαχου κανόνα του ενωσιακού δικαίου και, συνακόλουθα, για την ορθότητα της υφιστάμενης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (εν όψει και συναφών οψιγενών κρίσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης)]. ΣτΕ 2568/2018 Τμ. Β΄ επταμ. (παρατ. Ε. Παυλίδου),

σελ. 50.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του ορθόδοξου κλήρου. Σκοπός της μελέτης που ακολουθεί, είναι να απαντήσει στο συχνά τιθέμενο ερώτημα αν η μισθοδοσία των κληρικών συνιστά συμβατική υποχρέωση του Δημοσίου προς την Εκκλησία, έναντι των αλλεπάλληλων παραχωρήσεων μεγάλων τμημάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας για τις ανάγκες του πρώτου. Κατ’ αρχάς, παρουσιάζονται αδρομερώς τα ισχύοντα σήμερα νομικά καθεστώτα, αφενός μεν της εκκλησιαστικής περιουσίας, με τις γενόμενες τους δύο περασμένους αιώνες κρατικές απαλλοτριώσεις της, και αφετέρου της κρατικής μισθοδοσίας των ορθόδοξων κληρικών. Στη συνέχεια, διερευνάται η τυχόν υπάρχουσα μεταξύ τους θεσμική σχέση. Διαπιστώνεται ότι, ρητή, τουλάχιστον, νομοθετική υποχρέωση του κράτους να μισθοδοτεί τον ορθόδοξο κλήρο, ως αντάλλαγμα για τις πολλαπλές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις της εκκλησιαστικής περιουσίας, δεν προβλέφθηκε. Συνιστάται η επαναφορά σε ισχύ του θεσμού της ενοριακής εισφοράς, που αποτέλεσε, σύμφωνα με τον καταργηθέντα ΑΝ 536/1945 (καταργήθηκε το 2004) ένα δημοσιονομικό έσοδο αντισταθμιστικού χαρακτήρα, ως προς την ανάληψη από το Δημόσιο της μισθοδοσίας του ορθόδοξου κλήρου. Αφιέρωμα: Σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας, Κ. Παπαγεωργίου,

σελ. 14.

Η φορολογική μεταχείριση των θρησκευμάτων. Κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της θρησκευτικής ισότητας έναντι όλων των εκκλησιών ή θρησκευμάτων, οι παλαιότερες προνομιακές φορολογικές απαλλαγές της ελληνικής εκκλησίας ως προς διάφορες κατηγορίες φόρων, έχουν σχεδόν εξαλειφθεί. Αφιέρωμα: Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, Α. Πανούσης,

σελ. 28.

Το έννομο συμφέρον στις εκκλησιαστικές ακυρωτικές διαφορές του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η έννοια του έννομου συμφέροντος, ως μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των αιτήσεων ακυρώσεως κατά των εκκλησιαστικής φύσεως εκτελεστών διοικητικών πράξεων, έχει αποτελέσει αντικείμενο πλούσιας νομολογίας του ΣτΕ, ήδη από την ίδρυσή του (1929). Η νομολογιακή αυτή παραγωγή ασχολήθηκε με αιτήσεις ακυρώσεως εκ μέρους φυσικών προσώπων ή/και εκκλησιαστικών ΝΠΔΔ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αποφάσεις επί αμφιλεγόμενων ζητημάτων, μεταξύ των οποίων και η απαγόρευση αντιμετώπισης της αιτήσεως ακυρώσεως ως ‘λαϊκής αγωγής’. Αφιέρωμα: Σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας, Φ. Μύρου,

σελ. 42.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Το μέλλον της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής: η θέση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου επί της Ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με το μέλλον της γεωργίας μετά το 2020. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο στο έγγραφο για «Το μέλλον της ΚΑΠ» με αφορμή την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την Κοινή Αγροτική Πολιτική μετά το 2020, έλεγξε εάν η εν λόγω δημόσια πολιτική ανταποκρίνεται στις αρχές της οικονομικότητας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, δηλαδή γενικότερα της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Το ΕΕΣ έθεσε κριτήρια αναφορικά με την αξιολόγηση των αναγκών, των στόχων, των εισροών, των διαδικασιών, των εκροών, των αποτελεσμάτων, των εξωτερικών παραγόντων καθώς και της λογοδοσίας της ΚΑΠ. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον, Κ. Σαββαΐδου,

σελ. 89.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ανάδειξη σημαιοφόρων με κλήρωση. Κατά την έννοια της διάταξης του παραπάνω άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, με την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ’ ύλην το αντικείμενό της, δηλαδή να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης, κανονιστικώς. Επιπλέον, οι κανονιστικές πράξεις, καταρχήν, δεν απαιτείται να φέρουν αιτιολογία· ως εκ τούτου, ελέγχονται μόνον από την άποψη της συνδρομής των όρων της εξουσιοδότησης, με βάση την οποία εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπέρβασης των ορίων της. Εξ άλλου, η αξιολόγηση από την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση των κριτηρίων που θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη, η οποία δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στην ίδια την κανονιστική ρύθμιση αλλά μπορεί να προκύπτει από προπαρασκευαστικές πράξεις ή και άλλα στοιχεία του φακέλου, ανήκει στην ουσιαστική κρίση της διοίκησης, η οποία εκφεύγει, καταρχήν, του δικαστικού ελέγχου και ελέγχεται μόνον αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπίστηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διάταξης. Η εξουσιοδοτική διάταξη του εδαφίου στ΄ της παραγράφου 11 του άρθρ. 4 του Ν 1566/1985, στην οποία στηρίζεται η επίμαχη ρύθμιση, όπως -άλλωστε- και η προϊσχύσασα, και η οποία αναφέρεται “ ... (σ)την οργάνωση της μαθητικής ζωής και το γενικό πλαίσιο των σχολικών εκδηλώσεων”, είναι ειδική και ορισμένη και το ζήτημα της ανάδειξης των σημαιοφόρων βρίσκεται μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, εφόσον οι μαθητικές παρελάσεις εντάσσονται στις εορταστικές σχολικές εκδηλώσεις για τις επετείους των εθνικών εορτών της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου (αλλά και για τις τοπικές εορτές, σύμφωνα με το πρόγραμμα των αντίστοιχων δήμων) και συνιστούν έκφανση της μαθητικής ζωής. Από την εν λόγω εξουσιοδοτική διάταξη δεν προκύπτει ότι επιβάλλονται κριτήρια στη σχετική κανονιστική δράση της διοίκησης, ούτε υπάρχει άλλη διάταξη που να προβλέπει τον τρόπο ανάδειξης των μαθητών που φέρουν τη σημαία κατά τις παρελάσεις. Η πληττόμενη ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 5 του ΠΔ 79/2017 βρίσκεται εντός των ορίων της ειδικής εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 4 παρ. 11 εδάφιο στ΄ του Ν 1566/1985 και ο αντίθετος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος. ΣτΕ 2374/2018 Τμ. Γ΄ (παρατ. Α. Μπουζιάς),

σελ. 69.

Δικαίωμα στην υγεία. Προμήθεια ειδικών σκευασμάτων διατροφής. Μείωση ποσού μηνιαίας αποζημίωσης ασθενών για προμήθεια ειδικών σκευασμάτων διατροφής. Κανονιστική η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ (α΄ προσβαλλόμενη), με την οποία εγκρίθηκε ανώτατη τιμή αποζημίωσης ύψους 100 ευρώ για τη μηνιαία θεραπεία, με συνένζυμο Q10, των ασθενών που πάσχουν από παθήσεις προβλεπόμενες στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας. Κανονιστικό χαρακτήρα φέρει και το υπ’ αριθ. ΔΒ4Γ/Γ55/30/οικ. 31480/14.8.2015 έγγραφο του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ κατά το μέρος που με αυτό ορίζεται η ημερομηνία έναρξης της ισχύος (1.9.2015) της ανωτέρω κανονιστικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ. Μετά την έναρξη της ισχύος του Ν 3918/2011, νομίμως ορίσθηκε με τη διάταξη του άρθρου 9 του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ (υπ’ αριθ. Φ90380/25916/3294/2011/3.11.2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως ισχύει) ότι το ΔΣ του ΕΟΠΥΥ είναι αρμόδιο να ορίσει ανώτατες τιμές αποζημίωσης για τα χορηγούμενα στους ασφαλισμένους του οργανισμού φάρμακα και σκευάσματα ειδικής διατροφής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 παρ. 4 του Ν 3846/2010, η ίδια δε διάταξη του άρθρου 9 του ΕΚΠΥ δεν συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΟΠΥΥ. Νομίμως με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΟΠΥΥ ορίσθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32 παρ. 4 του Ν 3846/2010 και 9 του ΕΚΠΥ, ανώτατη τιμή αποζημίωσης (ύψους 100 ευρώ) για τη μηνιαία θεραπεία των ασφαλισμένων που λαμβάνουν σκεύασμα περιέχον το συνένζυμο Q10. Δεν παραβιάζεται το δικαίωμα στην υγεία, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερών δημοσιονομικών συνθηκών υπό τις οποίες τελεί η χώρα, η σημαντική, πράγματι, μείωση της μηνιαίας αποζημίωσης που χορηγείται στους ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν σκευάσματα περιέχοντα το συνένζυμο Q10, αποβλέπει σε εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος, ήτοι στη μείωση και στον εξορθολογισμό των υψηλών δημόσιων δαπανών, οι οποίες κατεβάλλοντο για την υγεία, ειδικότερα δε στη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, την οποία επωμίζονται οι ασφαλιστικοί οργανισμοί και, τελικώς, το Κράτος, καθώς και στη διασφάλιση της βιωσιμότητος του ΕΟΠΥΥ, ενόψει του ότι οι ασφαλισμένοι του εν λόγω οργανισμού αποτελούν τον κύριο όγκο των ασφαλισμένων της Χώρας. Ανυπόστατες διοικητικές πράξεις. Πρέπει να ακυρωθούν διότι έχουν εφαρμοσθεί. ΣτΕ 2156/2018 Τμ. Δ΄ (παρατ. Ι. Χαρχαλάκη),

σελ. 77.

Ιδιωτικοποιήσεις και δημόσιο συμφέρον. Η συνταγματική επαναξιολόγηση των ιδιωτικοποιήσεων. Προσέγγιση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος μέσω των ιδιωτικοποιήσεων. Οι θεσμικές διαστάσεις της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Νομ. Συμβολές Ν. Σημαντήρας,

σελ. 1.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Ελεύθεροι επαγγελματίες. Τέλος επιτηδεύματος. Μόνη η παρέλευση πενταετίας από την έναρξη εργασιών, ακόμη και αν αφορά την ίδια κατ’ αντικείμενο επαγγελματική δραστηριότητα, δεν αρκεί κατά νόμον για την επιβολή του τέλους, εφόσον, προ της συμπληρώσεως πέντε ετών ασκήσεως του επαγγέλματος, επήλθε διακοπή εργασιών, με την υποβολή σχετικής δήλωσης ενώπιον της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όρος που περιορίζει τον κίνδυνο καταστρατηγήσεως των σχετικών διατάξεων. Η φορολογική διοίκηση δεν υποχρεούται να ερευνά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, την πραγματική φύση του δηλωθέντος από τον ίδιο τον φορολογούμενο επαγγέλματος. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο, στις περιπτώσεις που, όπως εν προκειμένω, ο φορολογούμενος δεν προβάλλει επικαίρως, προσκομίζοντας πρόσφορα για την απόδειξη των ισχυρισμών του στοιχεία, ότι η δηλωθείσα άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος υπέκρυπτε σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αμφισβητεί εκ των υστέρων την πραγματική φύση του επαγγέλματός του, επ’ ευκαιρία της αμφισβήτησης της νομιμότητας φορολογικών επιβαρύνσεων που συνδέονται με την άσκηση της σχετικής επαγγελματικής δραστηριότητας.ΣτΕ 89/2019 Τμ. Β΄ (παρατ. Μ. Αλεξοπούλου),

σελ. 83.