ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 11/2019, Νοέμβριος 2019

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Προσωρινή δικαστική προστασία στις διοικητικές διαφορές από τις δημόσιες συμβάσεις. Από την αίτηση αναστολής στην… αίτηση αναστολής διά της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Η καθυστερημένη συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας με την υποχρέωσή της για ενσωμάτωση της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ («Δικονομική Οδηγία») αποτέλεσε την αφορμή να αναδειχθούν τα σχετικά κενά στην παρεχόμενη προστασία επί των προσυμβατικών διαφορών. Τα κενά αυτά επιχείρησε να θεραπεύσει η νομολογία (ΕπΑν ΣτΕ 355/1995, 470-475/1995) χωρίς ωστόσο να αντιμετωπιστεί πλήρως το ανακύψαν ζήτημα (ΔΕΕ Επιτροπή κατά Ελλάδος C-236/1995). Ενόψει αυτών των εξελίξεων, ο νομοθέτης θέσπισε τον Ν 2522/1997 με εισαγωγικό ένδικο βοήθημα την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Το σύστημα εξελίχθηκε με τον Ν 3886/2010 λόγω των τροποποιήσεων που επέφερε η Οδηγία 2007/66/ΕΚ. Με τον Ν 4412/2016 ο νομοθέτης επανέφερε το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, κατάλληλα διαμορφωμένο βάσει των πορισμάτων της εμπειρίας που απεκόμισε από την εφαρμογή των Ν 2522/1997 και 3886/2010. Νομ. Συμβολές Χ. Χρυσανθάκης,

σελ. 969.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ

Μείωση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης δικαστών Ανωτάτου Δικαστηρίου Πολωνίας. Διακριτική ευχέρεια ΠτΔ παράτασης της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας πέραν του ορίου. Προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η οποία μείωσε με εθνικό της κανόνα το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) με εφαρμογή του μέτρου αυτού στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018. Παροχή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της διακριτική ευχέρειας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου αυτού πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Παράβαση υποχρεώσεων που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, β΄ εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΔΕΕ C-619/18 (Τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφ. της 24ης Ιουνίου 2019, υποθ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας (παρατ. Δ. Λέντζης / Δ. Γαμπά),

σελ. 1030.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμμονή στην αντικειμενική νομιμότητα versus υποκειμενικοποίηση της ακυρωτικής δίκης: «αρχαϊκή» αιτιολόγηση μιας ορθολογικής κρίσης (ΣτΕ Ολ 682/2019). Ειδικά Θέματα Ε. Πρεβεδούρου,

σελ. 1045.

Προσωρινή δικαστική προστασία στις διοικητικές διαφορές από τις δημόσιες συμβάσεις. Από την αίτηση αναστολής στην… αίτηση αναστολής διά της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Η καθυστερημένη συμμόρφωση της Ελληνικής Δημοκρατίας με την υποχρέωσή της για ενσωμάτωση της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ («Δικονομική Οδηγία») αποτέλεσε την αφορμή να αναδειχθούν τα σχετικά κενά στην παρεχόμενη προστασία επί των προσυμβατικών διαφορών. Τα κενά αυτά επιχείρησε να θεραπεύσει η νομολογία (ΕπΑν ΣτΕ 355/1995, 470-475/1995) χωρίς ωστόσο να αντιμετωπιστεί πλήρως το ανακύψαν ζήτημα (ΔΕΕ Επιτροπή κατά Ελλάδος C-236/1995). Ενόψει αυτών των εξελίξεων, ο νομοθέτης θέσπισε τον Ν 2522/1997 με εισαγωγικό ένδικο βοήθημα την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Το σύστημα εξελίχθηκε με τον Ν 3886/2010 λόγω των τροποποιήσεων που επέφερε η Οδηγία 2007/66/ΕΚ. Με τον Ν 4412/2016 ο νομοθέτης επανέφερε το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως, κατάλληλα διαμορφωμένο βάσει των πορισμάτων της εμπειρίας που απεκόμισε από την εφαρμογή των Ν 2522/1997 και 3886/2010. Νομ. Συμβολές Χ. Χρυσανθάκης,

σελ. 969.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Αρχή non bis in dem. Δεν εφαρμόζεται η αρχή non bis in idem διότι σκοπός του επίμαχου καταλογισμού δεν είναι ο κολασμός και η εν γένει νομική και ηθική απαξία της συμπεριφοράς του υπαίτιου προσώπου και κατά τούτο δεν συνιστά κατά τη φύση και το χαρακτήρα του κύρωση ποινικής φύσεως, αλλά εντάσσεται σε ένα προβλεπόμενο από το Σύνταγμα σύστημα δημόσιας παρακολούθησης και ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπευθύνων των μέσων ενημέρωσης και επιβάλλεται στις περιπτώσεις που τα ανωτέρω πρόσωπα δεν δύνανται να δικαιολογήσουν επαρκώς την πηγή προέλευσης των περιουσιακών στοιχείων των οποίων εμφανίζονται ως δικαιούχοι. ΕλΣυν Ολ 390/2017,

σελ. 1021.

Έννοια καταλογιστέου περιουσιακού οφέλους. Κατάθεση χρηματικού ποσού σε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, η οποία συνεπάγεται, έστω στη δεδομένη χρονική στιγμή της διενέργειάς της, αύξηση των καταθέσεων του ελεγχομένου, εφόσον δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η νόμιμη προέλευση αυτής εμπίπτει στην έννοια του καταλογιστέου περιουσιακού οφέλους, ανεξαρτήτως εάν το εν λόγω ποσό εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι ως (πραγματικό) αποταμιευτικό υπόλοιπο στο τέλος του ελεγχόμενου έτους. Δεν ασκεί έννομη επιρροή ο μεταγενέστερος του καταλογισμού μειωτικός επαναπροσδιορισμός από τη φορολογική διοίκηση του φορολογητέου εισοδήματός του αναιρεσείοντος, καθόσον δεν συνιστά καθεαυτόν δικαιολόγηση της νόμιμης προέλευσης του κατατεθέντος ως άνω ποσού (Μειοψ.). ΕλΣυν Ολ 390/2017,

σελ. 1021.

Καταλογιστική πράξη λόγω πειθαρχικού παραπτώματος ιατρού. Εφαρμογή τεκμηρίου αθωότητας. Καταλογισμός σε βάρος του αναιρεσίβλητου ιατρού χρηματικού ποσού αντίστοιχου της ζημίας που φέρεται ότι προκλήθηκε στον ΟΓΑ λόγω πλασματικής συνταγογράφησης φαρμάκων σε βιβλιάρια ασφαλισμένων του. Καταλογιστική πράξη επιβαλλόμενη από τον Διοικητή του ΟΓΑ, βάσει του άρθρου 2 του προεδρικού διατάγματος 67/2000, για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα. Δεδομένου ότι οι αποδοθείσες στον αναιρεσίβλητο πράξεις στο πλαίσιο της κατηγορίας που του απαγγέλθηκε για το αδίκημα της απάτης είναι όμοιες με εκείνες που αποτέλεσαν την πραγματική βάση του επίδικου καταλογισμού, δεν δύναται το ΕλΣυν, εκτιμώντας τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, να παραγνωρίσει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσίβλητου που καθιερώνει η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και να αποστεί από την κρίση περί της μη τέλεσης των πράξεων αυτών. Το τεκμήριο αθωότητας λαμβάνεται υπόψη σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία, οποιασδήποτε φύσης και όχι μόνο ποινικής (κυρωτικής). Δεν προσκρούει στα άρθρα 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντ. η εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας. (Μειοψ.). Η ακύρωση καταλογιστικών πράξεων παράτυπης συνταγογράφησης του αναιρεσίβλητου εκ μόνου του λόγου ότι δεν αποδεικνύεται ότι οφείλονται σε «πρόθεση» αυτού, χωρίς να εξεταστεί αν μπορούν να αποδοθούν και σε αμέλεια, περιορίζει ανεπίτρεπτα την έκταση της αστικής ευθύνης σε βαθμό δόλου, τούτο δε ανεξαρτήτως της μη ύπαρξης υποχρέωσης της Διοίκησης να αιτιολογεί ειδικώς τις προβλεπόμενες καταλογιστικές πράξεις (άρθρο 2 Γ του προεδρικού διατάγματος 67/2000). ΕλΣυν Ολ 271/2019 (Ελάσσονα, Δεύτερη Σύνθεση),

σελ. 1015.

Πόθεν έσχες. Δημοσιογράφοι. Non bis in dem. Κατα­λογισμός εις βάρος του αναιρεσείοντος δημοσιογράφου και μετόχου εταιρειών που εκδίδει έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας για περιουσιακό όφελος, του οποίου η νόμιμη προέλευση δεν δύναται να δικαιολογηθεί (Ν 3213/2003). Δικαιοδοτούν Δικαστήριο ως προς τις εκ του «πόθεν έσχες» αναφυόμενες διαφορές είναι το Ελεγκτικό Συνέδριο. ΕλΣυν Ολ 390/2017,

σελ. 1021.

Υπεύθυνοι των μέσων ενημέρωσης. Ως συνακόλουθο ενός συστήματος δημόσιας παρακολούθησης και ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπευθύνων των μέσων ενημέρωσης, δύναται περαιτέρω να θεσπισθεί από τον κοινό νομοθέτη ότι τα εν λόγω πρόσωπα τότε μόνον είναι νόμιμοι φορείς των περιουσιακών στοιχείων των οποίων εμφανίζονται ως δικαιούχοι, όταν είναι σε θέση να δικαιολογήσουν επαρκώς την πηγή προέλευσης αυτών και τον τρόπο περιέλευσής τους στην περιουσία τους, έτσι ώστε αν δεν μπορούν να ικανοποιήσουν αυτήν την προϋπόθεση, να μη δικαιούνται να κατέχουν στοιχεία αντίστοιχης περιουσιακής αξίας, τα οποία, συνεπώς, υποχρεούνται να αποχωρισθούν από την περιουσία τους, προκειμένου αυτά να περιέλθουν στην περιουσία της Πολιτείας. ΕλΣυν Ολ 390/2017,

σελ. 1021.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η δογματική στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην παρούσα μελέτη αναλύεται η έννοια της δογματικής του δικαίου, οι λειτουργίες και οι νομικές βάσεις αυτής στο δίκαιο της Ε.Ε. και δίνονται παραδείγματα δογματικής επιχειρηματολογίας στη νομολογία του ΔΕΕ. Νομ. Συμβολές W. Kahl, μετάφραση Κ. Γώγος / Δ.-Α. Μπουλταδάκη,

σελ. 974.

Μείωση ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης δικαστών Ανωτάτου Δικαστηρίου Πολωνίας. Διακριτική ευχέρεια ΠτΔ παράτασης της ενεργού δικαστικής υπηρεσίας πέραν του ορίου. Προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η οποία μείωσε με εθνικό της κανόνα το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) με εφαρμογή του μέτρου αυτού στους εν ενεργεία δικαστές που έχουν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν από τις 3 Απριλίου 2018. Παροχή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της διακριτική ευχέρειας να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου αυτού πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Παράβαση υποχρεώσεων που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, β΄ εδάφιο, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΔΕΕ C-619/18 (Τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφ. της 24ης Ιουνίου 2019, υποθ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας (παρατ. Δ. Λέντζης / Δ. Γαμπά),

σελ. 1045.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Δημόσιοι υπάλληλοι. Ανεξαρτήτως αντιθέσεως προς το Σύνταγμα επί μέρους ρυθμίσεων του Ν 4387/2016 (πρβ. απόφαση 1/2018 του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου), η κατ’ αρχήν υπαγωγή δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών σε καθεστώς υποχρεωτικής κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως, κατάληξη μιας μακράς πορείας σύγκλισης του συνταξιοδοτικού καθεστώτος των δημόσιων υπαλλήλων με την κοινωνική ασφάλιση (άρθρο 6 Ν 1902/1990, άρθρο 20 παρ. 2 Ν 2084/1992, άρθρο 27 παρ. 2 Ν 3863/2010) προς ουδεμία διάταξη του Συντάγματος αντίκειται. Μειοψ. ΣτΕ Ολ 1880/2019 (παρατ. Π. Ξυλάκη),

σελ. 983.

Διακριτική ευχέρεια νομοθέτη για την επιλογή κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέγει το κατάλληλο, κατά την κρίση του, σύστημα χρηματοδοτήσεως των ασφαλιστικών παροχών (καθορισμένες εισφορές, καθορισμένες παροχές) και να παρέχει την κοινωνική ασφάλιση με ιδιαίτερους κανόνες ανά κατηγορία απασχολήσεως (μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες) από ένα ή περισσότερους ασφαλιστικούς φορείς ή από ένα ασφαλιστικό φορέα αδιαφόρως της φύσεως της απασχολήσεως των ασφαλισμένων και, δη, υπό ενιαίους κανόνες, εφ’ όσον επιτυγχάνει τούτο με όρους ισότητας, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Είναι, επίσης, ελεύθερος ο κοινός νομοθέτης, επικαλούμενος ανάγκη αναδιάρθρωσης του ασφαλιστικού συστήματος, να συγχωνεύει ή να εντάσσει πλείονες ασφαλιστικούς φορείς με διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ευρωστίας και βιωσιμότητας σε ένα υφιστάμενο ή σε ένα νέο ασφαλιστικό φορέα, χωρίς τούτο να αντίκειται σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που προστατεύουν την περιουσία, καθ’ όσον η περιουσία οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης, που αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, δεν έχει αναγνωρισθεί σ’ αυτόν με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά προς εξυπηρέτηση του δημόσιου σκοπού για τον οποίο έχει συσταθεί ο οργανισμός (ΣτΕ Ολ 3096-3101/2001), υπό την προϋπόθεση ότι από τις απαιτούμενες επιστημονικές μελέτες προκύπτει τόσο η βιωσιμότητα του συγχωνεύοντος ή του νέου φορέα όσο και η επάρκεια των παροχών του. Λαμβάνοντας δε υπ’ όψη την φύση της ασφαλιστικής εισφοράς όχι μόνο ως δημόσιου βάρους για την κάλυψη της δαπάνης της κοινωνικής ασφαλίσεως αλλά και ως ανταποδοτικής παροχής του ασφαλιζόμενου για την πρόσβαση σε ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων, ο κοινός νομοθέτης είναι ελεύθερος να υπολογίζει αυτήν, επί βάσεως η οποία μαρτυρεί εισφοροδοτική ικανότητα (όπως είναι το πραγματοποιούμενο εισόδημα από την ασφαλιζόμενη εργασία και το ασφαλιζόμενο επάγγελμα), να καθορίζει δε το ύψος της σε επίπεδο που να διασφαλίζει μεν την επάρκεια των παροχών χωρίς όμως να πλήττει το κατά την διάρκεια του εργασιακού βίου παραγόμενο – κατ’ ενάσκηση του συνταγματικώς αναγνωριζόμενου δικαιώματος συμμετοχής στην οικονομική ζωή της Χώρας – εισόδημα υπερμέτρως σε σχέση προς τον σκοπό της διασφαλίσεως εισοδήματος μετά το πέρας του εργασιακού βίου. ΣτΕ Ολ 1880/2019 (παρατ. Π. Ξυλάκη),

σελ. 983.

Ενιαίοι κανόνες ασφαλιστικών εισφορών. Αντίθετα προς την διακηρυγμένη πρόθεση του νομοθέτη για εγκαθίδρυση ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως διεπόμενου από την αρχή της ισονομίας, οι ενιαίοι κανόνες ασφαλιστικών εισφορών έχουν ως συνέπεια την εκδήλως δυσμενή διάκριση των αυτοαπασχολούμενων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών έναντι των μισθωτών κατά την πρόσβασή τους στην κοινωνική ασφάλιση και την υπαγωγή τους στον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα, η οποία καθιστά τις ρυθμίσεις των άρθρων 39 και 40 του Ν 4387/2017, καθώς και του άρθρου 41 του ίδιου νόμου, καθ’ όσον αφορά τις εισφορές υγειονομικής περιθάλψεως των αυτοαπασχολούμενων, των ελευθέρων επαγγελματιών και των αγροτών, αντίθετες στην συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Μειοψ. ΣτΕ Ολ 1880/2019 (παρατ. Π. Ξυλάκη),

σελ. 983.

Σύνταγμα. Υποχρέωση κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένων. Minimum ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, για την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, «το Κράτος μεριμνά», «όπως νόμος ορίζει», συνίσταται στην, έναντι καταβολής εισφοράς, προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση κινδύνων (γήρας, ασθένεια, αναπηρία κ.λπ.) οι οποίοι αναιρούν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), και, συνακολούθως, τείνουν να υποβαθμίσουν τις συνθήκες διαβίωσής του. Εφόσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να καταβάλλει εισφορές και αποκτά, κατ’ αρχήν, αξίωση έναντι του ασφαλιστικού φορέα να του χορηγήσει παροχή, η οποία, χωρίς να απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως στις καταβληθείσες εισφορές του ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά την διάρκεια του εργασιακού του βίου. Με την συνταγματική αυτή διάταξη ο σκοπός της κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή η διασφάλιση στους εργαζόμενους, όταν αναιρείται η ικανότητά τους να εργάζονται, ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης εγγύς εκείνου που είχαν κατά τον εργασιακό τους βίο, ανάγεται σε δημόσιο και δικαιολογεί την καθιέρωση από τον κοινό νομοθέτη της κοινωνικής ασφάλισης ως υποχρεωτικής, με περαιτέρω συνέπεια, την ανάθεση αυτής αποκλειστικώς στο Κράτος ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως εγγύηση προς όσους υποχρεωτικώς ασφαλίζονται. Το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 17, να αναθέτει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση στο κράτος ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, παρέχει σε αυτόν ευρεία εξουσία για την εξειδίκευσή της, με γνώμονα την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου, αναλόγως των εκάστοτε επικρατουσών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών. Η εξουσία αυτή υπόκειται σε περιορισμούς οι οποίοι επιβάλλονται από άλλες συνταγματικές διατάξεις. ΣτΕ Ολ 1880/2019 (παρατ. Π. Ξυλάκη),

σελ. 983.

Υπαγωγή μισθωτών, αυτοαπασχολούμενων, ελεύθερων επαγγελματιών και αγροτών σε ένα Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η αρχή του κοινωνικού κράτους. Η ερμηνεία της διάταξης αυτής δεν δύναται να διασταλεί σε βαθμό που να περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της και τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς λόγω της δημοσίου δικαίου σχέσης υπό την οποία αυτοί παρέχουν τις υπηρεσίες τους. Στην περίπτωση που ο κοινός νομοθέτης δεν παρέχει στους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς προστασία από τους κινδύνους γήρατος, ασθενείας, αναπηρίας και θανάτου -με ιδιαίτερο τρόπο- η αρχή του κοινωνικού κράτους δεν θα ανεχόταν την μη υπαγωγή αυτών σε καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως. Ό,τι επιβάλλει το Σύνταγμα είναι η προστασία των δημόσιων υπαλλήλων από τους κινδύνους αυτούς μετά το πέρας της σχέσης δημόσιου δικαίου που τους συνδέει με το Δημόσιο, όπως επιβάλλει την προστασία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα από τους ίδιους κινδύνους, αφήνει δε ελεύθερο τον κοινό νομοθέτη να επιλέξει τον τρόπο της προστασίας. Είναι δε διάφορο ζήτημα ότι οποιαδήποτε σχετική επιλογή του κοινού νομοθέτη τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση του σεβασμού συνταγματικών διατάξεων από τις οποίες προκύπτει υποχρέωση διασφάλισης επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης δημόσιων υπαλλήλων και λειτουργών και μετά την έξοδό τους από την δημόσια υπηρεσία και το λειτούργημά τους. Μειοψ. ΣτΕ Ολ 1880/2019 (παρατ. Π. Ξυλάκη),

σελ. 983.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αναθεώρηση άδειας κτιρίου πλησίον μνημείου. Αναθεώρηση άδειας δόμησης κατ’ άρθρο 6 παρ. 3 του Ν 4030/2011 ή κατ’ άρθρο 42 του Ν 4495/2017. Αναθεώρηση άδειας δόμησης «για αλλαγή τοπογραφικού διαγράμματος, διαγράμματος δόμησης, όψεων και εσωτερικών διαρρυθμίσεων» οικοπέδου στη περιοχή Μακρυγιάννη των Αθηνών πλησίον της Ακρόπολης. Απαράδεκτο προσβολής τυπικού νόμου. Αίτηση ακυρώσεως χωρεί μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και όχι κατά των πράξεων της νομοθετικής εξουσίας. Απαραδέκτως προσβάλλονται αυτοτελώς οι εγκρίσεις δόμησης, διότι ενσωματώθηκαν στις άδειες δόμησης. ΣτΕ Ολ 2102/2019 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1003.

Αυτοτελείς συνέπειες της αναθεώρησης άδειας δόμησης, συνιστάμενες μεταξύ άλλων στην αύξηση του όγκου του κτιρίου και του ύψους του κατά ένα μέτρο λόγω «φυτεμένου δώματος» (άρθρο 15 παρ. 1 ΝΟΚ). ΣτΕ Ολ 2102/2019 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1003.

Έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του Ν 3028/2002 με τις διατάξεις του Ν 4030/2011 και 4497/2017 προκύπτει ότι η απαιτούμενη άδεια του Υπουργού Πολιτισμού προηγείται κάθε πράξης που αφορά τη δόμηση και χρήση του ακινήτου χωρίς τη δέσμευση του Υπουργού από γενικούς ή ειδικούς όρους δόμησης, όπως αυτούς που θέτει ο ΝΟΚ (Ν 4067/2012) στο άρθρο 15 παρ. 1, διότι η αρμοδιότητά του ασκείται με μοναδικό γνώμονα την προστασία του μνημείου ή του αρχαιολογικού χώρου. Η Ακρόπολη των Αθηνών, εν όψει της σημασίας των μνημείων της για τον κλασικό πολιτισμό, καθώς και ο περιβάλλων αυτήν χώρος έχουν τύχει ειδικής κρατικής προστασίας. Εγγραφή της Ακρόπολης και στον Κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Το ΠΔ της 19.2/5.3.1975 «Περί τροποποιήσεως του από 30.8.1955 ΒΔ/τος “περί όρων δομήσεως εν Αθήναις”... κ.λπ.», με το οποίο θεσπίσθηκαν κατά τομείς μειωμένα ανώτατα ύψη και αριθμός ορόφων σε ακίνητα πέριξ μεταξύ άλλων των αρχαιολογικών χώρων της Ακροπόλεως και του Φιλοπάππου δε διέπει το επίδικο ακίνητο επί της οδού Μακρυγιάννη, καθώς το τελευταίο εντάχθηκε σε αρχαιολογικό χώρο το πρώτον με την αναοριοθέτηση του 2004. Ελλείψη ενιαίας ρύθμισης για τον καθορισμό του επιτρεπόμενου ύψους των ανεγειρόμενων οικοδομών στην επίδικη περιοχή. Η γνωμοδότηση του ΚΑΣ για ανέγερση κτιρίων πλησίον μνημείων εγγεγραμμένων στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, όπως η Ακρόπολη και εντός του Αρχαιολογικού χώρου των Αθηνών, όπως εν προκειμένω, καθώς και η έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωτική, βάσει των άρθρων 10 και 50 του Ν 3028/2002, ανεξαρτήτως του γεγονότος αν το επίδικο ακίνητο εντάσσεται σε «θεσμοθετημένη ζώνη ελέγχου των υψών» του ΠΔ/τος της 19.2/5.3.1975. Δεν λαμβάνεται υπόψη εν προκειμένω κρίση της τοπικής εφορείας αρχαιοτήτων διότι αποκλειστικά νομιμοποιούμενοι να κρίνουν σχετικά με κτίρια πλησίον σημαντικού μνημείου Παγκόσμιας Κληρονομιάς και εντός του αρχαιολογικού χώρου Αθηνών είναι ο Υπουργός Πολιτισμού και το ΚΑΣ. Σε κάθε δε περίπτωση για τη διαμόρφωση κρίσης περί του επιτρεπόμενου ύψους ενός υπό ανέγερση κτιρίου σε περιοχή όπως η επίδικη απαραίτητο είναι να λαμβάνεται υπόψη και το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, όπως η κατηφορική κλίση του εδάφους. ΣτΕ Ολ 2102/2019 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1003.

Έννομο συμφέρον των αιτούντων ως κατοίκων της εν λόγω περιοχής και ενδιαφερομένων για την προστασία του πολιτιστικού και οικιστικού περιβάλλοντος της περιοχής για την ακύρωση της διοικητικής πράξης αναθεώρησης, η οποία αποτελεί αυτοτελώς προσβαλλόμενη πράξη ανεξαρτήτως αν οι μεταβολές που επέρχονται με την αναθεώρηση της άδειας δόμησης δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να οδηγούν σε καθόλα αντικατάσταση της αρχικής άδειας δόμησης. ΣτΕ Ολ 2102/2019 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1003.

Σύνταγμα. Βάσει του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος για τη αυξημένη προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, κάθε επέμβαση επί ή πλησίον αρχαίου ή νεώτερου μνημείου πρέπει κατ’ αρχήν να αποβλέπει στην προστασία και ανάδειξη αυτού, να ενεργείται δε ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του και βάσει των δεδομένων της αρχαιολογικής επιστήμης, απαγορευμένων επεμβάσεων και χρήσεων μη συμβατών προς την κατά προορισμό χρήση του μνημείου και του περιβάλλοντος αυτό χώρου. ΣτΕ Ολ 2102/2019 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1003.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Ανάκληση διορισμού υπαλλήλου. Πλαστά πτυχία. Μόνη παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη με την απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου νοσοκομείου περί ανάκλησης διορισμού υπαλλήλου αποτελεί η τελικώς εκδοθείσα απόφαση ανάκλησης του διορισμού από τον Διοικητή του εν λόγω Νοσοκομείου. Κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών διορισθέντα υπαλλήλου, μόνη η διαπίστωση της έλλειψης στο πρόσωπό του αναγκαίας για τον διορισμό ιδιότητας ή προβλεπόμενου εκ του νόμου προσόντος δεν συνεπάγεται την ανάκληση του διορισμού του υπαλλήλου. Η σύμφωνη με το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες λειτουργίες (άρθρο 4 παρ. 4 του Συντάγματος) και με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) ερμηνεία του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν 3528/2007 επιτάσσει την ανάκληση του διορισμού του υπαλλήλου μόνο εφόσον ο υπάλληλος δεν θα ήταν διοριστέος χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω στερούμενης ιδιότητας ή προσόντος. Διαφορετική ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνα με την οποία πρέπει να ανακληθεί ο διορισμός του υπαλλήλου και στην αντίθετη περίπτωση δεν θα ήταν σύμφωνη με το σκοπό της ως άνω διάταξης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα επιβολής διοικητικής κύρωσης. Ακυρώνεται λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας η απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου νοσοκομείου που ανακαλεί τον διορισμό υπαλλήλου εκ μόνου του λόγου της προσκόμισης πλαστού πτυχίου κατά την πρόσληψή της, διότι αφενός δεν αμφισβητήθηκε η πραγματική λήψη και νόμιμη κατοχή εκ μέρους της αιτούσας του απαιτούμενου για την κατοχή της θέσης πτυχίου, αφετέρου δεν εξετάστηκε αν η υπάλληλος θα παρέμενε διοριστέα στην επίμαχη θέση και χωρίς να ληφθεί υπόψη το υποβληθέν πλαστό πτυχίο, ήτοι να εξεταστεί αν υπήρχε άλλος συνυποψήφιος για την επίμαχη θέση ή ο βαθμός που επηρέασαν οι αποκλίσεις μεταξύ του υποβληθέντος πλαστού και του νόμιμου πτυχίου της. ΔΕφΠειρ 439/2019 Τμ. Α1΄ (Ακυρωτικός Σχηματισμός),

σελ. 1002.

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Ανάκληση διορισμού υπαλλήλου. Πλαστά πτυχία. Μόνη παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη με την απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου νοσοκομείου περί ανάκλησης διορισμού υπαλλήλου αποτελεί η τελικώς εκδοθείσα απόφαση ανάκλησης του διορισμού από τον Διοικητή του εν λόγω Νοσοκομείου. Κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών διορισθέντα υπαλλήλου, μόνη η διαπίστωση της έλλειψης στο πρόσωπό του αναγκαίας για τον διορισμό ιδιότητας ή προβλεπόμενου εκ του νόμου προσόντος δεν συνεπάγεται την ανάκληση του διορισμού του υπαλλήλου. Η σύμφωνη με το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες λειτουργίες (άρθρο 4 παρ. 4 του Συντάγματος) και με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) ερμηνεία του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν 3528/2007 επιτάσσει την ανάκληση του διορισμού του υπαλλήλου μόνο εφόσον ο υπάλληλος δεν θα ήταν διοριστέος χωρίς την ύπαρξη της παραπάνω στερούμενης ιδιότητας ή προσόντος. Διαφορετική ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνα με την οποία πρέπει να ανακληθεί ο διορισμός του υπαλλήλου και στην αντίθετη περίπτωση δεν θα ήταν σύμφωνη με το σκοπό της ως άνω διάταξης, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα επιβολής διοικητικής κύρωσης. Ακυρώνεται λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολο­γίας η απόφαση Διοικητικού Συμβουλίου νοσοκομείου που ανακαλεί τον διορισμό υπαλλήλου εκ μόνου του λόγου της προσκόμισης πλαστού πτυχίου κατά την πρόσληψή της, διότι αφενός δεν αμφισβητήθηκε η πραγματική λήψη και νόμιμη κατοχή εκ μέρους της αιτούσας του απαιτούμενου για την κατοχή της θέσης πτυχίου, αφετέρου δεν εξετάστηκε αν η υπάλληλος θα παρέμενε διοριστέα στην επίμαχη θέση και χωρίς να ληφθεί υπόψη το υποβληθέν πλαστό πτυχίο, ήτοι να εξεταστεί αν υπήρχε άλλος συνυποψήφιος για την επίμαχη θέση ή ο βαθμός που επηρέασαν οι αποκλίσεις μεταξύ του υποβληθέντος πλαστού και του νόμιμου πτυχίου της. ΔΕφΠειρ 439/2019 Τμ. Α1΄ (Ακυρωτικός Σχηματισμός),

σελ. 1002.

Αποδελτίωση ζητημάτων σχετικά με την ανάκληση διορισμού λόγω πλαστού πτυχίου ενόψει των αποφάσεων ΑΠ Ολ 3/2019, ΕλΣυν 39/2019 (Ι Τμήμα) και ΔΕφΠειρ 439/2019. Ειδικά Θέματα, Κ. Φαρμακίδης-Μάρκου,

σελ. 1040.