ΣτΕ Ολ 1852/2009

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 12/2009, Δεκέμβριος

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Απόσπασμα

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 25 του Ν 2873/2000 ως καταργηθέντα με τη διάταξη αυτή πάγια τέλη χαρτοσήμου λογίζονται και τα τέλη συζητήσεως που καταβάλλονταν, μεταξύ άλλων, στις αιτήσεις αναιρέσεως σε διαφορές ανταγωνισμού, κατά την παρ. 2 του άρθρου 31 του Ν 703/1977. Τα εν λόγω τέλη επανεισήχθησαν με την εκ νέου ρητή πρόβλεψή τους στο άρθρο 26 του Ν 3373/2005, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ (2.8.2005). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στις 21.1.2005, δεν υπέκειτο στα τέλη αυτά και νομίμως δεν συνοδεύθηκε από γραμμάτιο καταβολής τους. Εξάλλου, αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ σε διαφορές ελεύθερου ανταγωνισμού υπόκεινται στο παράβολο που προβλέπεται στην ειδική διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 του Ν 703/1977. Το ποσό του παραβόλου αυτού αναπροσαρμόσθηκε με την ΚΥΑ 856/1999 κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 31 του Ν 1473/1984, ωστόσο η απόφαση αυτή καθ’ όσον αφορά στην αναπροσαρμογή του ποσού του παραβόλου είναι ανίσχυρη διότι κείται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αφού το παράβολο αυτό της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αντικρύζει ειδική αντιπαροχή προς τους βαρυνόμενους με αυτό και δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 703/1977 και του ΠΔ 18/1989, η καταβολή του παραβόλου κατά την κατάθεση ή μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης τάσσεται κατ’ αρχήν ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης, η δε τύχη του συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης κατά τους ορισμούς του ΠΔ 18/1989. Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών και του κατά τον κρίσιμο χρόνο ύψους του εν λόγω παραβόλου (30 χιλ. δρχ.) η υποχρέωση καταβολής του δεν αντίκειται στα περί δικαστικής προστασίας άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.). Ο καθορισμός εξάλλου του ειδικού αυτού παραβόλου σε ποσό μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο για τις αιτήσεις αναίρεσης εν γένει στο ΠΔ 18/1989 (10 χιλ. δρχ.) δικαιολογείται κατ’ αρχήν και γι’ αυτό δεν αντίκειται στις προμνησθείσες διατάξεις, ενόψει της φύσεως των υποθέσεων, στις οποίες αναφέρεται (αντίθ. μειοψ.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων ως άνω διατάξεων, ερμηνευομένων υπό το φως των ιδίων ως άνω συνταγματικών διατάξεων, αν κατά την κατάθεση αίτησης αναίρεσης επί διαφοράς ελεύθερου ανταγωνισμού δεν έχει καταβληθεί το αυξημένο παράβολο, αλλά έχει προσκομισθεί και παραληφθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο γραμμάτιο καταβολής του παραβόλου που απαιτείται γενικώς για τις αιτήσεις αναίρεσης, η αίτηση δεν απορρίπτεται άνευ άλλου για τον λόγο αυτόν και τάσσεται στον αιτούντα εύλογη προθεσμία για τη συμπλήρωση του σχετικού ποσού και μόνον αν παρέλθει άπρακτη η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (μειοψ.).

Το παρόν περιεχόμενο είναι συνδρομητικό και πλήρως προσβάσιμο μόνο στους συνδρομητές του περιοδικού.

  • Εάν είστε συνδρομητής παρακαλώ συνδεθείτε εδώ.
  • Εάν θέλετε να γίνετε συνδρομητής αγοραστε το έργο και αποκτήστε πλήρη δικαιώματα πρόσβασης
  • Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για το πως μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στην Ψηφιακή Νομική Βιβλιοθήκη nbonline.gr επικοινωνήστε μαζί μας με email ή τηλεφωνικώς.