ΣτΕ Ολ 693/2014

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 2/2014, Φεβρουάριος

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Πρόεδρος: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος ΣτΕ

Εισηγήτρια: Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλος Επικρατείας

Δικηγόροι: Π. Βαρελάς, Νομικός Σύμβουλος του Κράτους

Ο εισαγόμενος με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 36 του Ν 2721/1999 και το άρθρο 5 του Ν 2944/2001, κανόνας εφαρμόζεται και ως προς την αίτηση αναιρέσεως που ασκείται κατά δικαστικής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας ασκηθείσα στο πλαίσιο δίκης με χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του κατώτατου ορίου των 5.900 ευρώ, εφόσον και στην περίπτωση αυτή υπάρχει τελεσίδικη κρίση δικαστηρίου της ουσίας επί των αιτιάσεων που αποτελούν αντικείμενο του ενδίκου μέσου της ανακοπής, δηλαδή σε σχέση με τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου που δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως είτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου είτε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας ή τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας στους οποίους οφείλεται η μη παράστασή του. Συνεπώς, υπόθεση με χρηματικό αντικείμενο, υπολειπόμενο των 5.900 ευρώ, δεν άγεται παραδεκτώς κατ’ αναίρεση, και στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη με αίτηση αναιρέσεως δικαστική απόφαση, έχει εκδοθεί επί ανακοπής ερημοδικίας, ασκηθείσας είτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είτε ενώπιον του δευτεροβάθμιου. (αντίθ. μειοψ.)

Διατάξεις: άρθρο 53 ΠΔ 18/1989

1. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση: α) της 39/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, εξαφανίστηκε η 289/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή προσφυγή του ίδιου Ιδρύματος και ακυρώθηκε η 321/26/8.3.2002 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ηρακλείου, με την οποία, ύστερα από μερική αποδοχή ενστάσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά των 829 και 830/2001 Πράξεων Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ) καθώς και κατά των 460 και 461/2001 Πράξεων Επιβολής Πρόσθετων Επιβαρύνσεων Εισφορών (ΠΕΠΕΕ), μειώθηκαν τα καταλογισθένα σε βάρος της με τις ως άνω πράξεις ποσά εισφορών και πρόσθετων επιβαρύνσεων για την ασφαλιστική τακτοποίηση του απασχοληθέντος σ’ αυτήν προσωπικού και β) της 75/2008 αποφάσεως του αυτού ως άνω εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 1ης πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κατόπιν της 3337/2012 απoφάσεως της επταμελούς συνθέσεως του Α΄ Τμήματος, με την οποία παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια ως μείζονος σπουδαιότητας το ανακύψαν ζήτημα αν αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά εφετειακής αποφάσεως απορριπτικής ανακοπής ερημοδικίας εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 36 του Ν 2721/1999 και το άρθρο 5 του Ν 2944/2001, στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία η διαφορά που επιλύθηκε από τα δικαστήρια της ουσίας ερήμην του αναιρεσείοντος έχει χρηματικό αντικείμενο κατώτερο του ορίου που θεσπίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, δηλαδή του ορίου των 5.900 ευρώ. H υπόθεση είχε εισαχθεί στην επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος κατόπιν της 3595/2011 αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του ως άνω Τμήματος.

3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 36 του Ν 2721/1999 (Α΄ 112) ορίζεται ότι: [...]. Όπως έχει ήδη κριθεί, η επιβολή με τις ανωτέρω διατάξεις περιορισμού, o oποίος συναρτάται με το χρηματικό αντικείμενο της διαφοράς, στην άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ΄ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφιση, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου στη Σύμβαση αυτή Πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί με το ΝΔ 53/1974 (Α΄ 256), λαμβανομένου υπόψη ότι, πέραν της προβλεπόμενης από τις ίδιες διατάξεις δυνατότητας άρσεως του απαραδέκτου κατ’ επίκληση ευρύτερων οικονομικών ή δημοσιονομικών επιπτώσεων στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, υφίσταται ήδη τελεσίδικη κρίση των δικαστηρίων της ουσίας, ενώπιον των οποίων παρασχέθηκε η δυνατότητα στο διάδικο να ασκήσει το δικαίωμά του σε παροχή δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 3937/2000 Ολ, 1979/2003 7μ, 1913/2010 7μ, ΕΔΔΑ, Brualla Gomez de la Torre, αποφ. 19.12.1997, πρβ. ΣτΕ 3470/2007 και 647/2004 Ολ., 2214,1479,1304/1997 Ολ). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, όταν με την προσφυγή προσβάλλεται πράξη ασφαλιστικού οργάνου, προκειμένου δε για το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ), η οποία έχει εκδοθεί ύστερα από ένσταση που στρεφόταν κατά δύο ή περισσοτέρων πράξεων επιβολής εισφορών (ΠΕΕ), ως ποσό του αντικειμένου της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας λαμβάνεται το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε ΠΕΕ χωριστά (βλ. ΣτΕ 21/2006, 1496, 4379/2009, 1241/2010, πρβ. ΣτΕ 1462/2005 Ολ). Εξάλλου, το ποσό που επιβάλλεται με την πράξη επιβολής πρόσθετης επιβαρύνσεως εισφορών (ΠΕΠΕΕ) δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της διαφοράς, εκτός αν με την αίτηση προβάλλονται και λόγοι αναιρέσεως αναφερόμενοι σε αυτοτελείς πλημμέλειες της πράξεως αυτής, διότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αντικείμενο της διαφοράς αποτελεί το σύνολο των ποσών που αμφισβητούνται με την αίτηση αναιρέσεως (βλ. ΣτΕ 1496/2009, πρβ. ΣτΕ Ολ 2525/2003).

4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 89 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, Ν 2717/1999, Α΄ 97), ορίζονται τα εξής: [...]. Περαιτέρω, στο άρθρο 91 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: [...]. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στον διάδικο που ερημοδίκησε στο δικαστήριο της ουσίας είτε λόγω πλημμελειών της κλητεύσεώς του είτε λόγω ανωτέρας βίας, να παραστεί σε δημόσια συνεδρίαση του ίδιου δικαστηρίου και να εκθέσει τις απόψεις του, ώστε να διασφαλιστεί η δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας του και να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και της κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αρχής της δίκαιης δίκης. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, αιτιάσεις σε σχέση με τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου που δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεώς του ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ή τη συνδρομή ανωτέρας βίας, μπορεί να προβληθούν μόνο με το ειδικό ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας και όχι με το ένδικο μέσο της εφέσεως. Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει ανακοπή ερημοδικίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για τα νομικά ελαττώματά της που συνδέονται αποκλειστικά με τις ως άνω πλημμέλειες της διαδικασίας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (βλ. ΣτΕ 360/1992 Ολ, 3215/2006, 2308/2009, 3749/2010).

5. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 36 του Ν 2721/1999 και το άρθρο 5 του Ν 2944/2001 και ίσχυαν στον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, θεσπίστηκε ως πάγια ρύθμιση ο κανόνας του απαραδέκτου ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον το ποσό της αγομένης ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου διαφοράς είναι κατώτερο των 2.000.000 δραχμών, δηλαδή των 5.900 ευρώ, με σκοπό να αποσυμφορηθεί το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο από τον όγκο αναιρετικών δικών μικρού χρηματικού αντικειμένου, ώστε να εξυπηρετηθή ο προορισμός αυτού ως Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου και να επιτευχθή μεγαλύτερη ταχύτητα στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης επί υποθέσεων σοβαρότερου αντικειμένου (ΣτΕ 3937/2000 Ολ, 2558/2007 7μ, 1913/2010 7μ κ.α. πρβ. ΣτΕ 1305, 1479, 2214/1997, 4134/2000 Ολ). Σύμφωνα δε με όσα εκτίθενται στη σκέψη 3, η ρύθμιση αυτή είναι συνταγματικώς θεμιτή εφ’ όσον, πάντως, επί των συγκεκριμένων κάθε φορά διαφορών, υφίσταται τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διαφυλάσσεται, με τον τρόπο αυτό, το κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα στην παροχή εννόμου προστασίας από δικαστήριο (πρβ. ΣτΕ 1305 , 1479, 2214/1997, 4134/2000 Ολ). Κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, ερμηνευομένων ενόψει και του ανωτέρω σκοπού τους, ο εισαγόμενος με τις διατάξεις αυτές κανόνας εφαρμόζεται και ως προς την αίτηση αναιρέσεως που ασκείται κατά δικαστικής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας ασκηθείσα στο πλαίσιο δίκης με χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του ως άνω κατώτατου ορίου, εφόσον και στην περίπτωση αυτή υπάρχει τελεσίδικη κρίση δικαστηρίου της ουσίας επί των αιτιάσεων που αποτελούν αντικείμενο του ενδίκου μέσου της ανακοπής, δηλαδή σε σχέση με τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου που δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως είτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου είτε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας ή τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας στους οποίους οφείλεται η μη παράστασή του. Εξάλλου, με την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας αφενός δεν ανοίγεται νέα δίκη αλλά εξακολουθεί η ίδια δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη απόφαση (πρβ. ΣτΕ 2189/2002) και, κατ΄ακολουθίαν, εφόσον η δίκη αυτή έχει χρηματικό αντικείμενο, το αυτό αντικείμενο έχει και η αίτηση αναιρέσεως που στρέφεται κατά απορριπτικής ανακοπής ερημοδικίας δικαστικής αποφάσεως και αφετέρου με τις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται εξαίρεση των αποφάσεων που εκδίδονται επί ανακοπής από τον συναρτώμενο με το ύψος του αμφισβητούμενου ποσού της διαφοράς δικονομικό περιορισμό που επιβάλλεται με τις διατάξεις αυτές, αλλ΄ αντιθέτως η υπαγωγή των εν λόγω αποφάσεων στον περιορισμό αυτόν εναρμονίζεται προς το πνεύμα και το σκοπό της ρυθμίσεως αφού ρητώς ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις ότι στο απαράδεκτο λόγω ύψους του ποσού της διαφοράς, υπάγονται και οι περιπτώσεις, στις οποίες το ένδικο μέσο που ασκήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους (ενδεικτικώς ΣτΕ 1700/2010 7μ, 95/2010, κ.α.), για την εφαρμογή δε των διατάξεων αυτών δεν ασκεί επιρροή ο χαρακτήρας ή η βαρύτητα της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβληθείσα με την αναίρεση απόφαση. Συνεπώς, υπόθεση με χρηματικό αντικείμενο, υπολειπόμενο των 5.900 ευρώ, δεν άγεται παραδεκτώς κατ’ αναίρεση, και στην περίπτωση κατά την οποία η προσβαλλόμενη με αίτηση αναιρέσεως δικαστική απόφαση, έχει εκδοθεί επί ανακοπής ερημοδικίας, ασκηθείσας είτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είτε ενώπιον του δευτεροβάθμιου. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α.Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Α. Ντέμσιας, Α. Καλογεροπούλου και Θ. Αραβάνης, οι οποίοι υποστήριξαν την άποψη ότι, εφόσον ο αναιρετικός έλεγχος εφετειακής αποφάσεως που αποφάνθηκε επί ανακοπής ερημοδικίας περιορίζεται στα προαναφερόμενα ζητήματα, της ορθότητας, δηλαδή, και της νομιμότητας της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς στην εξέταση των αιτιάσεων σε σχέση με τη μη κλήτευση ή τη μη νόμιμη κλήτευση ή τη συνδρομή ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του που δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, η διαφορά που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά δικαστικής αποφάσεως που απορρίπτει ανακοπή ερημοδικίας έχει ως αντικείμενο, προεχόντως, το ζήτημα αν ο ανακόπτων παρά το νόμο στερήθηκε το δικαίωμα ακροάσεως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ενόψει δε αυτού η σχετική διαφορά δεν έχει άμεσο χρηματικό αντικείμενο, ακόμη και αν το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας έχει ασκηθεί στο πλαίσιο δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας που αφορά συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Η πλημμέλεια δε που προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αίτηση αυτή διαφοροποιείται από τις λοιπές νομικές πλημμέλειες που αφορούν το περιεχόμενο της δικαστικής αποφάσεως λαμβανομένου υπόψη ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως αποτελεί θεμελιώδη δικονομικό κανόνα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Και ναι μεν η δικαστική απόφαση επί εφέσεως και η δικαστική απόφαση επί ανακοπής ερημοδικίας εκδίδονται στο πλαίσιο της ίδιας δίκης, πλην για την εφαρμογή, των διατάξεων των παρ. 1 και 3 του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989 λαμβάνεται υπόψη το αντικείμενο της διαφοράς όπως αυτό διαμορφώθηκε με βάση το ένδικο μέσο που ασκήθηκε και όχι η υποκείμενη αιτία της δικαστικής διενέξεως (πρβ. ΣτΕ 4134/2000 Ολ, 1906/2011, 2752/2009, 1038/2005 κ.α. με τις οποίες κρίθηκε ότι η διαφορά που γεννάται κατόπιν ασκήσεως αγωγής, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων έστω και αν η υποκείμενη αιτία της σχετικής αξιώσεως αποτελεί περιοδική παροχή). Εξάλλου, κατά νομική και λογική ακολουθία, η εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως κατά απορριπτικής ανακοπής ερημοδικίας αποφάσεως προηγείται, κατ’ αρχήν, της εξετάσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ερήμην εκδοθείσας δικαστικής αποφάσεως, στην περίπτωση δε που γίνεται δεκτός λόγος αναιρέσεως κατά δικαστικής αποφάσεως που απέρριψε ανακοπή ερημοδικίας, παύει η ερήμην εκδοθείσα δικαστική απόφαση να είναι πλέον τελεσίδικη, με συνέπεια το αναιρετικό δικαστήριο να μην έχει εξουσία να διαλάβει οιαδήποτε κρίση ως προς τη διαφορά που επιλύθηκε με την απόφαση αυτή, επομένως δε και ως προς το ζήτημα αν η διαφορά αυτή άγεται παραδεκτώς ενώπιόν του, από την άποψη των διατάξεων του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989 (πρβ. ΑΠ 1420/2008). Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, άλλωστε, είναι σύμφωνη και με τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, με τις οποίες το ως άνω απαράδεκτο θεσπίζεται ρητώς μόνο ως προς τις τελεσίδικες αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφιση. Συνεπώς, κατά την άποψη της μειοψηφίας, ακόμη και αν η επιλυθείσα με την ερήμην εκδοθείσα δικαστική απόφαση διαφορά έχει χρηματικό αντικείμενο υπολειπόμενο του κατώτατου ορίου των 5.900 ευρώ, οι προπαρατεθείσες διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989 δεν εφαρμόζονται στην αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά εφετειακής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή ερημοδικίας. Η μη εφαρμογή δε των ως άνω διατάξεων στην περίπτωση αυτή διασφαλίζει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ’ επέκταση ως προς τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, η οποία είναι επιβεβλημένη όχι μόνο σε υποθέσεις που άγονται παραδεκτώς ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου, επειδή το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει το εκάστοτε θεσπιζόμενο κατώτατο χρηματικό όριο, αλλά, πολλώ μάλλον, σε υποθέσεις που δεν μπορούν να υποβληθούν σε αναιρετικό έλεγχο, λόγω της θεσπίσεως του ανωτέρω περιορισμού ως προς την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως.

6. Επειδή, μετά την επίλυση, κατά τα ανωτέρω, του ζητήματος, το οποίο παραπέμφηθηκε στην Ολομέλεια με την απόφαση 3337/2012 του Α’ Τμήματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος να κρατήσει και να δικάσει περαιτέρω την αίτηση αναιρέσεως.

7. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (ειδικό έντυπο παραβόλου 866732/2008)

8. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 39/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, ύστερα από καταγγελία που υποβλήθηκε στο Υποκατάστημα ΙΚΑ ... από τον ..., εργαζόμενο στο εμφιαλωτήριο ύδατος της αναιρεσείουσας εταιρείας στο χωριό ..., διενεργήθηκε έλεγχος στα ασφαλιστικά στοιχεία που τηρούσε η εταιρεία αυτή για το προσωπικό της, αρχικά με την επωνυμία «...» και, κατόπιν μετατροπής της την 1.7.1999, με την επωνυμία «...» με έδρα ... Ν. Ηρακλείου. Κατόπιν αυτού και αφού λήφθηκαν υπόψη και οι διαπιστώσεις προηγούμενου επιτοπίου ελέγχου που είχε διενεργήσει η Ειδική Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλίσεως (ΕΥΠΕΑ) του ΙΚΑ, τα αρμόδια όργανα του τελευταίου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τόσο ο πιο πάνω Γεώργιος Καμπιτάκης, όσο και άλλοι δύο μισθωτοί εργάζονταν υπό συνθήκες πλήρους απασχολήσεως στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, ενώ είχαν ασφαλιστεί ως εργαζόμενοι μερικής απασχολήσεως, καταλόγισαν δε εισφορές που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 23.9.1998 έως 30.6.1999 σε βάρος της «...» και εισφορές που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 1.7.1999 έως 31.12.2000 σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας «...». Ειδικότερα, οι εισφορές σε βάρος της τελευταίας για την ασφαλιστική τακτοποίηση του ... από 1.7.1999 έως 15.12.2000 (184 ημέρες εργασίας), ύψους 2.996,33 ευρώ, καταλογίστηκαν με την 829/2001 ΠΕΕ του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., ενώ οι εισφορές για τους άλλους δύο εργαζόμενους (... για 203 ημέρες εργασίας και ... για 147 ημέρες εργασίας), ύψους 6.241,53 ευρώ για το ίδιο χρονικό διάστημα από 1.7.1999 έως 31.12.2000, επιβλήθηκαν με την 830/2001 ΠΕΕ του ίδιου Διευθυντή. Περαιτέρω, με τις 460/2001 και 461/2001 ΠΕΠΕΕ, ύψους 898,90 και 1.872,46 ευρώ, αντιστοίχως, καταλογίστηκαν πρόσθετες επιβαρύνσεις επί των επιβληθεισών με τις πιο πάνω ΠΕΕ εισφορών. Ένσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά των πράξεων αυτών έγινε δεκτή από την Τοπική Διοικητική Επιτροπή (ΤΔΕ) του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ηρακλείου, η οποία, με την .../8.3.2002 απόφασή της, μείωσε τις καταλογισθείσες με τις ανωτέρω πράξεις εισφορές, δεχθείσα απασχόληση 15 ημερών μηνιαίως για όλους τους πιο πάνω εργαζόμενους. Κατά της αποφάσεως αυτής το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα άσκησε προσφυγή, η οποία με την 289/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ηρακλείου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι το δικόγραφο αυτής δεν υπογραφόταν από δικηγόρο, αλλά από το Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ηρακλείου. Έφεση του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος κατά της αποφάσεως αυτής έγινε δεκτή με την 39/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, εκδικάστηκε η προσφυγή του ΙΚΑ, έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η πιο πάνω .../8.3.2002 απόφαση της ΤΔΕ που είχε μειώσει τα καταλογισθέντα ποσά. Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία, όπως κρίθηκε με την απόφαση αυτή του Διοικητικού Εφετείου, δεν είχε παραστεί νομίμως κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 23.11.2006, διότι, όπως βεβαιώνεται στην εν λόγω απόφαση, ο εμφανισθείς στο ακροατήριο ..., αδελφός του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ..., προσκόμισε εξουσιοδότηση του τελευταίου με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο δεν έφερε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου, άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, ισχυριζόμενη αφενός μεν ότι δεν κλητεύθηκε νομίμως στη συζήτηση της υποθέσεώς της ενώπιον του διοικητικού εφετείου, αφετέρου δε ότι συνέτρεχαν λόγοι ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της (...), που είχαν ως συνέπεια τη μη παράσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας στις 23.11.2006. Με την 75/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της εφέσεως του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, επί της οποίας εκδόθηκε η 39/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, από τον Ανθυπαστυνόμο ... προς τον ..., χημικό μηχανικό της εταιρείας, σύμφωνα με τις καταστάσεις προσωπικού που περιλαμβάνονται στο φάκελο της υποθέσεως, επειδή δεν βρέθηκε στην εγκατάσταση του εμφιαλωτηρίου της εταιρείας, στο ..., ο νόμιμος εκπρόσωπός της, είχε διενεργηθεί νομίμως. Περαιτέρω, το εφετείο, αφού εκτίμησε τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα εταιρεία ιατρικές βεβαιώσεις, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του νομίμου εκπροσώπου της και απέρριψε την ανακοπή.

9. Επειδή, όπως προκύπτει από την 39/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων και το .../3.2.2011 έγγραφο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Ηρακλείου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προς το Συμβούλιο της Επικρατείας (αρ.πρωτ. ΣτΕ 667/9.2.2011), με τις .../2001 και .../2001 ΠΕΕ και τις .../2001 και .../2001 ΠΕΠΕΕ είχαν καταλογιστεί σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας τα ποσά των 2.996,33, 6.241,53, 898,90 και 1.872,46 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία με την 321/26/8.3.2002 απόφαση της οικείας ΤΔΕ μειώθηκαν σε 619,22, 2.243,87, 185,77 και 673,16 ευρώ, αντιστοίχως. Με τα δεδομένα αυτά, τα αμφισβητηθέντα με την προσφυγή του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ποσά ανέρχονταν όσον αφορά α) την .../2001 ΠΕΕ σε 2.377,11ευρώ (2.996,33 - 619,22), β) την .../2001 ΠΕΕ σε 3.997,66 ευρώ (6.241,53 - 2.243,87), γ) την .../2001 ΠΕΠΕΕ σε 713,13 ευρώ (898,90 -185,77) και δ) την .../2001 ΠΕΠΕΕ σε 1.199,30 ευρώ (1.872,46 - 673,16), τα ποσά δε αυτά, ύστερα από την αποδοχή της εφέσεως και της προσφυγής του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος από το δικάσαν εφετείο με την 39/2007 απόφασή του, λαμβανόμενα υπόψη για κάθε ΠΕΕ χωριστά, δεδομένου ότι με την κρινόμενη αίτηση δεν προβάλλονται λόγοι αναιρέσεως αναφερόμενοι σε αυτοτελείς πλημμέλειες των ΠΕΠΕΕ, συνιστούν τα ποσά της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπό κρίση αίτηση, κατά το μέρος που με αυτήν αμφισβητείται η νομιμότητα της εν λόγω αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (ΣτΕ 3274/2006, 4379/2009, 1241, 1481/2010). Τα ποσά αυτά υπολείπονται του κατά νόμον ορίου των 5.900 ευρώ, η αναιρεσείουσα δε εταιρεία δεν ισχυρίζεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτήν ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις.

10. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 53 του ΠΔ 18/1989, όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 36 του Ν 2721/1999 και 5 του Ν 2944/2001, τόσο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εκδοθείσας επί της επί ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας εταιρείας 75/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, όσο και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εκδοθείσας επί της εφέσεως του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 39/2007 αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου. Κατά την άποψη της μειοψηφίας δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως κατά το μέρος που με αυτή προσβάλλεται η 75/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, απορριπτική της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα εταιρεία ανακοπής ερημοδικίας, δεδομένου ότι κατά το μέρος αυτό η διαφορά δεν έχει χρηματικό αντικείμενο. Θα έπρεπε δε, κατά την μειοψηφούσα αυτή άποψη, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως που προβάλλονται κατά της αποφάσεως αυτής.

11. Επειδή, κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

[Επιλύει το ζήτημα που αναφέρεται στη σκέψη 2. Κρατεί, δικάζει και απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.]