ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ (IOYNIOY 2014)

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 6/2014, Ιούνιος

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

Εγκαταστάσεις κοινωφελών οργανισμών. Κατασκευή αντλιοστασίου. Άρση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 του Συντ., ουσιώδες στοιχείο του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως είναι ο καθορισμός της θέσεως των δημοσίων, δημοτικών και κοινωφελών κτιρίων, ώστε αυτή να είναι η προσήκουσα, ενόψει τόσο του σκοπού τον οποίο εξυπηρετούν τα εν λόγω κτίρια, όσο και της σχέσεώς τους προς τα λοιπά στοιχεία του σχεδίου πόλεως. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τις εγκαταστάσεις των δημόσιων επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, η θέση των οποίων πρέπει να επιλέγεται με πολεοδομικά κριτήρια και κατά την πολεοδομική διαδικασία. Η διάταξη, του άρθρου μόνου του ΝΔ/τος 272/1969 (άρθρου 152 παρ. 10 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας) δεν αντίκειται στην προαναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος, κατά το μέρος που επιτρέπει την κατασκευή σε περιοχή εντός σχεδίου πόλεως, στην οποία επιτρέπονται κατ’ αρχήν εγκαταστάσεις κοινωφελών οργανισμών, μικρής σε μέγεθος εγκαταστάσεως, που εντάσσεται σε έργο υποδομής κοινωφελούς επιχειρήσεως, το οποίο αποβλέπει στην εξυπηρέτηση βασικής βιοτικής ανάγκης. ΣτΕ Ολ 149/2014 (παρατ. Χ. Ταγαρούλιας),

σελ. 555.

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Ιθαγένεια πλοίων. Ορθή μεταφορά Οδηγίας. Σε περίπτωση, κατά την οποία κράτος μέλος παραβαίνει την υποχρέωση που υπέχει, δυνάμει του άρθρου 189 εδάφιο τρίτο της Συνθήκης ΕΟΚ (ήδη άρθρο 288 εδάφιο τρίτο ΣΛΕΕ), να θεσπίσει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκεται από μια οδηγία γεννάται ευθύνη του προς αποζημίωση, εφόσον, πέραν του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής και της ζημίας, συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις, δηλαδή α) το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα περιλαμβάνει χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες και β) το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών μπορεί να προσδιορισθεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας. ΣτΕ 1629/2014 Τμ. Α΄ επταμ.,

σελ. 544.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αντισυνταγματική η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία -υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς- για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο (αντίθ. μειοψ., συγκλ.γνωμ.). ΣτΕ Ολ 1906/2014 (παρατ. Χ. Τσιλιώτης / Αικ. Ηλιάδου),

σελ. 511.

Κατάργηση δημόσιας επιχείρησης ΕΡΤ ΑΕ. Με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 5Α παρ. 1, 14 παρ. 1, 2 και 9 και 15 παρ. 2 του Συντάγματος το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται. Από τις ως άνω, όμως, συνταγματικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι επιβάλλεται η λειτουργία δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης. Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια, συνεκτιμώντας την οικονομική δυνατότητα του Κράτους σε κάθε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να επιλέξει αν, με κριτήριο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών για τη ραδιοτηλεόραση, είναι αναγκαίο και δυνατό να ιδρυθεί δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης. Σε περίπτωση, κατά την οποία επιλεγεί η ίδρυση δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης, αυτός επιβάλλεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να έχει πλουραλιστική δομή, να οργανώνεται κατά τρόπο που αποτρέπει κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να λειτουργεί αυστηρά με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας. Οίκοθεν νοείται ότι η εκάστοτε νομοθετική επιλογή υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμφωνία της με τις προμνημονευόμενες συνταγματικές επιταγές. ΣτΕ Ολ 1901/2014 (παρατ. Κ. Παναγούλιας),

σελ. 534.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

O έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο των δημοσίων συμβάσεων. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει μέσα από τον έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων από το ΕλΣυν την προάσπιση του δημόσιου χρήματος. Στον έλεγχο αυτό το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της Χώρας δεν λειτουργεί ως δικαιοδοτικό όργανο. Προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας, ωστόσο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ίδια την φύση του ελέγχου με τον οποίο είναι από τη συνταγματική διάταξη επιφορτισμένο να πράξει, αλλά να επικεντρώνεται στην προστασία του δημοσιονομικού γενικού συμφέροντος, δίδοντας αποκλειστική βαρύτητα, στην επικράτηση των αρχών της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού. Χρειάζεται ο αυτοπεριορισμός της έκτασης του ελέγχου στα όρια που ο ίδιος ο αναθεωρητικός νομοθέτης επιζητά, ώστε να μην καταλήξει το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο να λειτουργεί ως ένα όργανο ελέγχου της νομιμότητας των δημόσιων συμβάσεων. Νομ. Συμβολές Χ. Δετσαρίδης,

σελ. 489.

Σύνταξη νέων τιμών μονάδας. Καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης σε εργοληπτική επιχείρηση. Άρθρα 200 και 288 ΑΚ. Με τις διατάξεις αυτές αποδίδεται γενική αρχή του δικαίου. Ανάλογη εφαρμογή αυτών και επί συμβάσεων περί εκτελέσεως δημοσίων έργων. Το αρμόδιο δικαστήριο δύναται, εάν αυτό δεν επετεύχθη κατά την ενώπιον των διοικητικών οργάνων διαδικασία, να παρεμβαίνει διορθωτικώς στη σύμβαση, καθορίζοντας ακόμη και κατά παρέκκλιση από τα συμφωνηθέντα, την παροχή και την αντιπαροχή, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στις περιπτώσεις, δηλαδή, εκείνες, κατά τις οποίες συντρέχουν απρόβλεπτες συνθήκες, οι οποίες, αν και δεν συνεπάγονται την εφαρμογή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα, καθιστούν, εντούτοις, την παροχή που οφείλεται από έναν από τους αντισυμβληθέντες υπερμέτρως επαχθή και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει τον κίνδυνο, ο οποίος δύναται να αναληφθεί από αυτόν, συμφώνως προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Εφόσον το διοικητικό εφετείο περιορίσθηκε στο να αποσαφηνίσει απλώς, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, τις συμβατικές υποχρεώσεις της αναιρεσειούσης, παραλείποντας να εκφέρει τις ως άνω οφειλόμενες κρίσεις, οι οποίες, ως κρίσεις ουσίας, δεν δύναται να διατυπωθούν το πρώτον από το αναιρετικό δικαστήριο, καθ’ υποκατάσταση της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η απόφαση αυτή είναι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, αναιρετέα. ΣτΕ 379/2014 Τμ. Στ΄ (παρατ. Ι. Κίτσος),

σελ. 538.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο. Μη πρόβλεψη στον νόμο πρόσθετης υποχρέωσης κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου. Η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικότερα, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη απόδοσης, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποίησης του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών. (αντίθ. μειοψ.) ΣτΕ 2080/2014 Τμ. ΣΤ΄ επταμ. (παρατ. Σ. Κυβέλος / Δ. Αλεξανδροπούλου),

σελ. 563.

ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Τα κωλύματα εκλογιμότητας και τα ασυμβίβαστα αποτελούν περιορισμούς του παθητικού εκλογικού δικαιώματος. Στην τοπική αυτοδιοίκηση δεν καθορίζονται από τον συντακτικό νομοθέτη, αλλά προβλέπονται νομοθετικά. Το θεμέλιο για τη θέσπισή τους με διάταξη υποδεέστερης τυπικής ισχύος εντοπίζεται στα άρθρα 52, 5 παρ. 1, 1 παρ. 1 και 2, κατά μία δε άποψη και στην πρόταση 2 της παρ. 2 του άρθρου 102 Συντ. Η συνδρομή κωλύματος εξετάζεται εκ των υστέρων, δηλαδή μετά τις εκλογές, με την υποβολή ένστασης. Ο σχετικός έλεγχος δεν αποκλείεται πάντως, de lege ferenda, να λάβει χώρα κατά την ανακήρυξη των αυτοδιοικητικών συνδυασμών. Νομ. Συμβολές, Θ. Ξηρός,

σελ. 504.

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

O έλεγχος από το Ελεγκτικό Συνέδριο των δημοσίων συμβάσεων. Ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να εξασφαλίσει μέσα από τον έλεγχο των δημοσίων συμβάσεων από το ΕλΣυν την προάσπιση του δημόσιου χρήματος. Στον έλεγχο αυτό το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της Χώρας δεν λειτουργεί ως δικαιοδοτικό όργανο. Προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας, ωστόσο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ίδια την φύση του ελέγχου με τον οποίο είναι από τη συνταγματική διάταξη επιφορτισμένο να πράξει, αλλά να επικεντρώνεται στην προστασία του δημοσιονομικού γενικού συμφέροντος, δίδοντας αποκλειστική βαρύτητα, στην επικράτηση των αρχών της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού. Χρειάζεται ο αυτοπεριορισμός της έκτασης του ελέγχου στα όρια που ο ίδιος ο αναθεωρητικός νομοθέτης επιζητά, ώστε να μην καταλήξει το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο να λειτουργεί ως ένα όργανο ελέγχου της νομιμότητας των δημόσιων συμβάσεων. Νομ. Συμβολές Χ. Δετσαρίδης,

σελ. 489.

ΚΕΔΕ

Λήψη μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο. Μη πρόβλεψη στον νόμο πρόσθετης υποχρέωσης κοινοποίησης στον οφειλέτη του κατασχετηρίου εγγράφου. Η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικότερα, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη απόδοσης, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποίησης του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών. (αντίθ. μειοψ.) ΣτΕ 2080/2014 Τμ. ΣΤ΄ επταμ. (παρατ. Σ. Κυβέλος / Δ. Αλεξανδροπούλου),

σελ. 563.

ΟΤΑ

Κωλύματα εκλογιμότητας και ασυμβίβαστα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Τα κωλύματα εκλογιμότητας και τα ασυμβίβαστα αποτελούν περιορισμούς του παθητικού εκλογικού δικαιώματος. Στην τοπική αυτοδιοίκηση δεν καθορίζονται από τον συντακτικό νομοθέτη, αλλά προβλέπονται νομοθετικά. Το θεμέλιο για τη θέσπισή τους με διάταξη υποδεέστερης τυπικής ισχύος εντοπίζεται στα άρθρα 52, 5 παρ. 1, 1 παρ. 1 και 2, κατά μία δε άποψη και στην πρόταση 2 της παρ. 2 του άρθρου 102 Συντ. Η συνδρομή κωλύματος εξετάζεται εκ των υστέρων, δηλαδή μετά τις εκλογές, με την υποβολή ένστασης. Ο σχετικός έλεγχος δεν αποκλείεται πάντως, de lege ferenda, να λάβει χώρα κατά την ανακήρυξη των αυτοδιοικητικών συνδυασμών. Νομ. Συμβολές, Θ. Ξηρός,

σελ. 504.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Αναγνώριση οδού προϋφιστάμενης του 1923. Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 δεν έχουν εφαρμογή σε περιοχές, οι οποίες εντάχθηκαν σε σχέδιο πόλεως υπό το καθεστώς του από 17.7.1923 ΝΔ/τος, αφού στις περιοχές αυτές οι κοινόχρηστοι και οι οικοδομήσιμοι χώροι καθορίζονται αποκλειστικά από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις ενγένει προϋποθέσεις που προβλέπονται με το νομοθέτημα αυτό. Συνεπώς, δεν είναι νοητή η αναγνώριση ως κοινοχρήστου χώρου, για την εφαρμογή της πολεοδομικής και οικοδομικής νομοθεσίας, εδαφικής λωρίδας μη προβλεπόμενης με τον χαρακτηρισμό αυτό στο ρυμοτομικό σχέδιο, έστω και αν προηγουμένως είχε αφεθεί με ιδιωτική βούληση σε κοινή χρήση. Η αρμοδιότητα αναγνωρίσεως οδών ως προϋφισταμένων του 1923 κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του ΝΔ/τος της 17.7.1923, περιήλθε στον Νομάρχη. Η κατ’ εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων αναγνώριση οδών ως προϋφισταμένων του 1923, συνδεόμενη κατά την πολεοδομική νομοθεσία με την οικοδομησιμότητα των ακινήτων που έχουν πρόσωπο στις αναγνωριζόμενες αυτές οδούς, έχει τις συνέπειες της δημιουργίας κοινοχρήστου χώρου και εξομοιώνεται με τροποποίηση πολεοδομικού σχεδίου, επιτρεπτώς, όμως, ανατίθεται κατά τα ανωτέρω, σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα, ως εντοπισμένη ρύθμιση, εφόσον αφορά ένα ακίνητο ή μικρό αριθμό γειτονικών ακινήτων, εκτός αν η εν λόγω αναγνώριση αφορά οδό ευρισκομένη σε ευαίσθητη περιοχή φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, διότι ακόμη και οι όλως εντοπισμένες τροποποιήσεις των πολεοδομικών σχεδίων στις περιοχές αυτές υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η αναγνώριση οδού προϋφισταμένης του 1923 πρέπει να επιχειρείται με προεδρικό διάταγμα. ΣτΕ 1420/2014 Τμ Ε΄ επταμ.,

σελ. 551.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Νομοθετικές πρωτοβουλίες και νομολογιακές εξελίξεις στον περιορισμό των αναδρομικών αποτελεσμάτων ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Περιορισμός αναδρομικών αποτελεσμάτων ακυρωτικών αποφάσεων. Εισαγωγή σχετικών διατάξεων στο σχέδιο νόμου «Ενέχυρο - ποινική συνδιαλλαγή σε εγκλήματα εις βάρος του Δημοσίου». Ειδική πρόβλεψη σε περίπτωση ακύρωσης κανονιστικής πράξης, για την επέλευση του ακυρωτικού αποτελέσματος σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της έναρξης ισχύος της ακυρούμενης πράξης. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον Ε. Πρεβεδούρου,

σελ. 570.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Αντισυνταγματική η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ. Η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία -υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς- για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος και για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο (αντίθ. μειοψ., συγκλ.γνωμ.). ΣτΕ Ολ 1906/2014 (παρατ. Χ. Τσιλιώτης / Αικ. Ηλιάδου),

σελ. 511.

Κατάργηση δημόσιας επιχείρησης ΕΡΤ ΑΕ. Με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 5Α παρ. 1, 14 παρ. 1, 2 και 9 και 15 παρ. 2 του Συντάγματος το κράτος καθίσταται ο ρυθμιστής της λειτουργίας της ραδιοτηλεόρασης και ο εγγυητής του πλουραλισμού των ιδεών και των πληροφοριών που μεταδίδονται. Από τις ως άνω, όμως, συνταγματικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι επιβάλλεται η λειτουργία δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης. Ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια, συνεκτιμώντας την οικονομική δυνατότητα του Κράτους σε κάθε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, να επιλέξει αν, με κριτήριο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των συνταγματικών επιταγών για τη ραδιοτηλεόραση, είναι αναγκαίο και δυνατό να ιδρυθεί δημόσιος φορέας ραδιοτηλεόρασης. Σε περίπτωση, κατά την οποία επιλεγεί η ίδρυση δημόσιου φορέα ραδιοτηλεόρασης, αυτός επιβάλλεται, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να έχει πλουραλιστική δομή, να οργανώνεται κατά τρόπο που αποτρέπει κυβερνητικές και κομματικές επιρροές και να λειτουργεί αυστηρά με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αμεροληψίας και της πολυφωνίας. Οίκοθεν νοείται ότι η εκάστοτε νομοθετική επιλογή υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο ως προς τη συμφωνία της με τις προμνημονευόμενες συνταγματικές επιταγές. ΣτΕ Ολ 1901/2014 (παρατ. Κ. Παναγούλιας),

σελ. 534.