ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 7/2017, Ιούλιος 2017

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΙΓΙΑΛΟΣ

Ζητήματα δικαστικής προστασίας στις διαφορές από πρωτόκολλα εκδιδόμενα επί αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού. Παρατίθενται τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα και μέσα για την παροχή κύριας και προσωρινής δικαστικής προστασίας στις διαφορές από πρωτόκολλα εκδιδόμενα επί αυθαίρετης χρήσης αιγιαλού. Εξετάζεται η συμφωνία της διάσπασης της δικαιοδοσίας εκδίκασης των ανωτέρω διαφορών με τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ διοικητικών και ιδιωτικών διαφορών. Ελέγχεται αν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις και περιορισμοί στην άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων συνιστούν επιτρεπτούς περιορισμούς του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας.Νομ. Συμβολές Ν. Χρηστάκης,

σελ. 611.

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

Η ακυρωτική δίκη ως δίκη δικαιωμάτων. Η παρούσα μελέτη με αφορμή την απόφαση του Conseil d’État της 14 Μαΐου 2014, Société Addmedica, η οποία διέταξε να παραμείνει σε ισχύ η διοικητική πράξη που εκδόθηκε ως συνέπεια της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, παρά την έκδοση οριστικής αποφάσεως, εξετάζει το ζήτημα της προστασίας των ουσιαστικών δημοσίου δικαίου δικαιωμάτων από τον ακυρωτικό δικαστή. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί μία ιδιόρρυθμη μορφή περιορισμού ακυρωτικών αποτελεσμάτων η οποία συνίσταται στον περιορισμό των συνεπειών που επιφέρει μια οριστική δικαστική απόφαση που ακυρώνει αναδρομικά μια διοικητική πράξη. Η λύση αυτή του δικαστηρίου εξετάζεται από πλευράς τήρησης της αρχής της ασφάλειας του δικαίου και προστασίας του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Νομ. Συμβολές Γ. Ναζίρογλου,

σελ. 617.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Αδυναμία εφαρμογής Οδηγίας κατά τρόπο που να απορρέουν υποχρεώσεις προς ιδιώτες, κατόπιν αναγνώρισης από το Δικαστήριο της παράβασης της Οδηγίας από το κράτος μέλος. Δημόσιες συμβάσεις ανάθεσης μελετών που καταρτίσθηκαν εγκύρως κατά το ελληνικό δίκαιο, πριν από την ενσωμάτωση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών στην ελληνική έννομη τάξη. Η οδηγία που δεν μεταφέρθηκε εμπρόθεσμα στην εθνική έννομη τάξη ούτε δημιουργεί καθαυτή υποχρεώσεις σε βάρος των ιδιωτών ούτε μπορεί να γίνει επίκλησή της σε βάρος τους από το Δημόσιο. Ο εθνικός δικονομικός κανόνας που απαγορεύει τον παρεμπίπτοντα δικαστικό έλεγχο των ατομικών διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να παρακαμφθεί προκειμένου να συμμορφωθεί η Ελλάδα σε απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ. Περιορισμός της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών επιτρέπεται μόνο προκειμένου να διασφαλισθούν δικαιώματα ιδιωτών που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και όχι προκειμένου να εφαρμοσθούν σε βάρος ιδιωτών οδηγίες που δεν έχουν μεταφερθεί εμπρόθεσμα στην εθνική έννομη τάξη. Νομ. Συμβολές Π. Στάγκος/Ι. Κτενίδης (γνωμ),

σελ. 593.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

Ανακολουθίες και ασυμβατότητες στις πολιτικές διεθνών οργανισμών έναντι κρατών-μελών της ΕΕ σε οικονομική κρίση. Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται οι ουσιαστικές διαφορές των οικονομικών πολιτικών που προκρίνονται από την ΔΟΕ αφενός και αφετέρου τον ΟΟΣΑ το ΔΝΤ και την ΕΕ. Περαιτέρω, εξετάζεται η προσπάθεια της ΕΕ να συνθέσει τις διαφορετικές αυτές απόψεις, αλλά και η θέση που έλαβαν για την ελληνική περίπτωση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης με αφορμή υποθέσεις που έφτασαν ενώπιόν τους. Τέλος, αποτιμώνται οι συνέπειες που συνεπάγεται η ασυμβατότητα που επικρατεί μεταξύ των Διεθνών Οργανισμών στο ζήτημα της επιλογής της οικονομικής πολιτικής. Νομ. Συμβολές Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη,

σελ. 606.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Δικαίωμα άσκησης. Η διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 περ. α του ΚΔΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 30 του Ν 3659/2008, πρέπει να ερμηνευθεί ευρύτερα από το γράμμα της και να θεωρηθεί ότι νομιμοποιείται να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης όχι μόνο ο καθ’ ου η εκτέλεση ή ο θιγόμενος ενυπόθηκος δανειστής, αλλά και ο έχων γενικό προνόμιο δανειστής. Υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή, η διάταξη του άρθρου 219 παρ. 1 περ. α του ΚΔΔ δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (μειοψ.). ΣτΕ 105/2017 Τμ. Στ΄ επταμ. (παρατ. Σ. Κυβέλος, Δ. Φινοκαλιώτης),

σελ. 709.

ΕΔΔΑ

Ne bis in idem. Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem (άρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ) σε υποθέσεις λαθρεμπορικών τελωνειακών παραβάσεων έχει προβληματίσει τα διοικητικά δικαστήρια. Οι συνεχείς καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η αμηχανία της διοικητικής δικαιοσύνης οδήγησαν σε έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και δημιούργησαν σύγχυση στον εφαρμοστή του δικαίου. ΕΔΔΑ υπόθ. Α και Β κατά Νορβηγίας, Δ. Παπαδοπούλου,

σελ. 640.

Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι διεμφυλικά άτομα, ισχυρίστηκαν ότι η απόρριψη της αίτησής τους για διόρθωση της μνείας του φύλου τους στο πιστοποιητικό γέννησης τους, με την αιτιολογία, ότι για να δικαιολογηθεί μια τέτοια αίτηση, ο αιτών πρέπει να αποδείξει την πραγματικότητα του συνδρόμου της διαφυλικότητας και τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της αλλαγής εμφάνισής του, οδηγεί σε παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ (σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της σύμβασης, ως τον πρώτο αιτούντα). ΕΔΔΑ, αρ. προσφ. 79885/12, 52471/13 και 52596/13, απόφ. της 6.4.2017, υπόθ. A.R. Garçon και Nicot κατά Γαλλίας (παρατ. Χρ. Τσεβάς),

σελ. 645.

Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης λόγω καταδίκης δημοσιογράφων. Παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης λόγω καταδίκης δημοσιογράφων σε καταβολή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης. ΕΔΔΑ αρ. προσφ. 52137/12 απόφ. της 19.1.2017, υπόθ. Καψής και Δανίκας κατά Ελλάδας (παρατ. Σ. Τρεκλή),

σελ. 627.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Αδυναμία εφαρμογής Οδηγίας κατά τρόπο που να απορρέουν υποχρεώσεις προς ιδιώτες, κατόπιν αναγνώρισης από το Δικαστήριο της παράβασης της Οδηγίας από το κράτος μέλος. Δημόσιες συμβάσεις ανάθεσης μελετών που καταρτίσθηκαν εγκύρως κατά το ελληνικό δίκαιο, πριν από την ενσωμάτωση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών στην ελληνική έννομη τάξη. Η οδηγία που δεν μεταφέρθηκε εμπρόθεσμα στην εθνική έννομη τάξη ούτε δημιουργεί καθαυτή υποχρεώσεις σε βάρος των ιδιωτών ούτε μπορεί να γίνει επίκλησή της σε βάρος τους από το Δημόσιο. Ο τρόπος συμμόρφωσης προς απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ που διαπίστωσε την παράβαση από την Πολιτεία της Συνθήκης λόγω σύναψης των δημοσίων συμβάσεων κατά παράβαση οδηγίας μη εμπροθέσμως μεταφερθείσας στην εθνική έννομη τάξη, είναι η λύση των εν λόγω συμβάσεων. Ο εθνικός δικονομικός κανόνας που απαγορεύει τον παρεμπίπτοντα δικαστικό έλεγχο των ατομικών διοικητικών πράξεων δεν μπορεί να παρακαμφθεί προκειμένου να συμμορφωθεί η Ελλάδα σε απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ. Περιορισμός της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών επιτρέπεται μόνο προκειμένου να διασφαλισθούν δικαιώματα ιδιωτών που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και όχι προκειμένου να εφαρμοσθούν σε βάρος ιδιωτών οδηγίες που δεν έχουν μεταφερθεί εμπρόθεσμα στην εθνική έννομη τάξη. Παραδείγματα από τη νομολογία. Νομ. Συμβολές Π. Στάγκος, (γνωμ.),

σελ. 593.

Αντισταθμιστικές ενισχύσεις από τον ΕΛΓΑ. Κρατικές ενισχύσεις. Καταβολή αντισταθμιστικών ενισχύσεων από τον ΕΛΓΑ. Έννοια κρατικής ενίσχυσης. Υποχρέωση αιτιολογήσεως του Δικαστηρίου. Πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 107 παρ. 3 στοιχ. β΄ ΣΛΕΕ. Η ύπαρξη σοβαρής διαταράξεως της ελληνικής οικονομίας από το τέλος του 2008 και κατά το έτος 2009, δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι συνιστά εξαιρετική ειδική περίσταση, κατά το άρθρο 107 παρ. 3 στοιχ. β΄ ΣΛΕΕ. ΔΕΕ C-431/14 P (Τμήμα μείζονος συνθέσεως), απόφ. της 8ης Μαρτίου 2016, υπόθ. Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (παρατ. Α. Λελέκη),

σελ. 653.

Επαγγελματική ελευθερία. Πτυχιούχος νομικής Πανεπιστημίου ΕΕ. Η Επιτροπή Αξιολόγησης των αιτημάτων εγγραφής στα βιβλία ασκουμένων δικηγόρων των πολιτών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 15 παρ. 1 Α του Κώδικα Δικηγόρων) έχει τη δυνατότητα, κατά το στάδιο διερεύνησης των επαγγελματικών προσόντων του υποψηφίου, λαμβάνοντας υπόψη την κατά κοινή πείρα διαφορετικότητα των εθνικών εννόμων τάξεων και τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, να διαπιστώνει αιτιολογημένα τυχόν ελλείψεις του υποψηφίου όσον αφορά τις γνώσεις ελληνικού δικαίου, οι οποίες θεωρούνται απαραίτητες για την κατά το άρθρο 12 του Κώδικα Δικηγόρων αυτοτελή παράσταση των ασκουμένων δικηγόρων ενώπιον δικαστηρίων και διοικητικών αρχών, ιδίως στην περίπτωση που η έλλειψή τους δεν μπορεί να καλυφθεί από τυχόν επίκληση εκ μέρους του υποψήφιου ασκούμενου δικηγόρου εμπειρίας σε εργασίες νομικής φύσης. Η κρίση αυτή περί αντιστοιχίας ή μη των επαγγελματικών προσόντων του υποψηφίου προς τα απαιτούμενα για την εγγραφή του ως ασκούμενου δικηγόρου πρέπει να εκφέρεται αιτιολογημένα, μετά από εκτίμηση των δεδομένων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο αιτούμενος την εγγραφή έχει διδαχθεί στην αλλοδαπή, μεταξύ άλλων γνωστικών αντικειμένων, και «ελληνικό δίκαιο» (μειοψ.). ΣτΕ 1043/2017,

σελ. 697.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Κτίρια υπεραγορών. Όροι δόμησης. Οι διατάξεις των άρθρων 162 – 166 ΚΒΝΠ καθορίζουν, κατά την έννοιά τους, αφενός, μεν, γενικούς όρους δόμησης εκτός σχεδίου γηπέδων, εφαρμοζόμενους σε κτίρια που δεν υπάγονται σε ορισμένη ειδική κατηγορία κτιρίων (άρθρο 162), και, αφετέρου, ειδικούς όρους δόμησης που εφαρμόζονται σε ειδικές κατηγορίες κτιρίων και κατασκευών και αποκλίνουν εν μέρει των γενικών όρων για λόγους που σχετίζονται με την εκάστοτε ειδική χρήση των κτιρίων και τη λειτουργικότητά τους ενόψει της χρήσης αυτής. Οι εν λόγω διατάξεις κείνται εντός της παρασχεθείσης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και έχουν τεθεί εγκύρως (αντίθ. μειοψ.) ΣτΕ 937/2017 Τμ. Ε΄επταμ.,

σελ. 724.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Αρχή αξιοκρατίας. Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Προνομιακή μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών αθλητών. Οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν 2725/1999 παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μέτρου/σκοπού, προβλέποντας την πριμοδότηση αθλητών ακόμα και για λιγότερο σημαντικές επιτυχίες (πανελλήνια σχολικά πρωταθλήματα) και την καθ’ υπέρβαση εισαγωγή τους στις ανώτατες σχολές στο δυσανάλογα υψηλό ποσοστό του 4,5% των προβλεφθεισών θέσεων. Ειδικά το ως άνω ποσοστό του 4,5% παρίσταται αυθαίρετο ενόψει και του πάγιου χαρακτήρα της ρύθμισης αυτής, η οποία δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε επίκαιρη εκτίμηση της δυνατότητας μιας σχολής για απορρόφηση σπουδαστών. Οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν 2725/1999, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές αρχές στο μέτρο που προβλέπουν αδιακρίτως την απευθείας εισαγωγή στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή την προνομιακή μοριοδότηση διακριθέντων σε αγώνες αθλητών-υποψηφίων σπουδαστών ανώτατων σχολών. Παραπομπή των ζητημάτων στην Ολομέλεια. ΣτΕ 1443/2017 Τμ. Γ΄ επταμ. (παρατ. Θ. Φορτσάκης),

σελ. 678.

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αστικώς συνυπεύθυνοι για την καταβολή τελών και διαφυγόντων φόρων. Σε περίπτωση, όπως η επίδικη, στην οποία δεν καταλογίζεται λαθρεμπορική παράβαση στο νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας (ελλείψει δόλιας συμμετοχής του στην παράβαση), δεν επιτρέπεται να κηρυχθεί η εν λόγω εταιρεία αστικώς συνυπεύθυνη για την καταβολή των σχετικών με την παράβαση πολλαπλών τελών και διαφυγόντων φόρων, εφόσον κανένας από τους δράστες της παράβασης (κύριους υπεύθυνους για την πληρωμή των αντίστοιχων ποσών) δεν συνδεόταν μαζί της με έννομη σχέση, από την οποία να προκύπτει ότι ενήργησε υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου, διαχειριστή ή αντιπροσώπου της, χωρίς να προσαπαιτείται ούτε παρεμπίπτουσα κρίση ως παράνομης ή ακύρωση της πράξης καταλογισμού της παράβασης και πολλαπλών τελών στους δράστες αυτούς ούτε κρίση ότι η εταιρεία δεν μπορούσε να έχει καν γνώση της πιθανότητας τέλεσης της παράβασης. ΣτΕ 1366/2017 Τμ. Β΄επταμ.,

σελ. 716.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Αντισυνταγματικότητα παρατάσεων παραγραφής φορολογικών αξιώσεων. Διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων. ΣτΕ Ολ 1738/2017 (παρατ. Γ. Μυλωνογιάννης),

σελ. 669.