ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 11, Νοέμβριος 2017

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Αγόρασέ το στο nb.org

ΦΠ €110.00
ΝΠ €160.00 *

* Οι τιμές περιλαμβάνουν ΦΠΑ.

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

Ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Περιπτώσεις γέννησης υποχρέωσης της διοίκησης. Έννομο συμφέρον παρεμβαίνοντος. Η κρίση περί της συνδρομής των προϋποθέσεων ανάκλησης της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης διέπεται, κατά τις γενικές αρχές περί διοικητικών πράξεων, από το ισχύον κατά το χρόνο της εκφοράς της νομοθετικό καθεστώς. Η ανάκληση συντελεσμένης απαλλοτρίωσης αποκλείεται στην περίπτωση, κατά την οποία, από τη φύση του ήδη υλοποιηθέντος έργου, δεν αποκλείεται η στο μέλλον χρησιμοποίηση του τμήματος της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, η οποία δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί, για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό του έργου. Ανεξαρτήτως του ότι μικρό μέρος του επίμαχου ακινήτου κατέστη κοινόχρηστος χώρος (πεζόδρομος), πάντως, ως εκ της φύσεως της δημιουργίας οικισμού, δηλαδή έργου αποβλέποντος εν προκειμένω στην αποκατάσταση των σεισμοπλήκτων, στην έννοιά του περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκη και εκτάσεις προοριζόμενες όχι μόνο για την ανοικοδόμηση κατοικιών αλλά και για τη δημιουργία κοινωφελών εγκαταστάσεων καθώς και για την εξασφάλιση ελεύθερου από κτίσματα περιβάλλοντος χώρου προς βελτίωση της αισθητικής του οικισμού και διαμόρφωση χώρων πρασίνου, περιπάτου και αναψυχής, η απόφαση δε για την έκταση που θα έχει ο επιπλέον αυτός χώρος και για τον τρόπο διαμόρφωσής του, αναγόμενη σε ουσιαστική κρίση της διοίκησης, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Περιπτώσεις γέννησης υποχρέωσης της διοίκησης να ανακαλέσει την απαλλοτρίωση. Υποχρέωση ανάκλησης κατά τα άρθρα 17 Συντ. και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ. ΣτΕ 2244/2017,

σελ. 1081.

ΑΥΤΟΨΙΑ

Τεκμήριο γνώσης εκθέσεων αυτοψίας αυθαίρετων κατασκευών - Εμπρόθεσμο άσκησης αίτησης ακύρωσης. Εκθέσεις αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών. Ισχυρισμοί αίροντες το απαράδεκτο της έφεσης. Ως αντίθεση προς νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης. Προθεσμία άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως. Προκειμένου για ατομική διοικητική πράξη μη δημοσιευτέα, η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο, η προθεσμία αυτή αρχίζει από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση της πράξης και του περιεχομένου της. Το συγκεκριμένο δε χρονικό σημείο της κατά τα ανωτέρω πλήρους γνώσης μπορεί να συνάγεται, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Τεκμήριο γνώσης της προσβαλλόμενης πράξης. ΣτΕ 1965/2017,

σελ. 1109.

ΔΑΣΗ

Ορισμός λατομικού χώρου, στη θέση «Κοκκαλίτσα» Μακρυρράχης Ν. Φθιώτιδας για την λήψη δανείων (αδρανών) υλικών, για την κάλυψη αναγκών εκτέλεσης έργου. Έννομο συμφέρον συνεταιρισμού. Από την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης απορρέει η επί μέρους υποχρέωση σχεδιασμού και προγραμματισμού για την εξόρυξη αδρανών υλικών, ώστε να εξασφαλίζεται αφ’ ενός μεν η μείωση των δυσμενών για το περιβάλλον επιπτώσεων και ο σεβασμός της φέρουσας ικανότητας της περιοχής, στην οποία αναπτύσσεται η σχετική δραστηριότητα, αφ’ ετέρου δε η ορθολογική και με φειδώ εκμετάλλευση των φυσικών πόρων. Οι οικείες διατάξεις του Ν 1428/1984, κατά το μέρος που επιτρέπουν την εκμετάλλευση λατομικών χώρων και εκτός καθορισμένων λατομικών περιοχών, προκειμένου να εκτελεσθούν έργα ειδικών κατηγοριών, μεταξύ δε αυτών και έργα χαρακτηριζόμενα, κατά τη νομοθεσία, ως έργα εθνικής σημασίας, δεν προσκρούουν σε καμία συνταγματική διάταξη. ΣτΕ 2222/2017 (παρατ. Ν. Ρόζος),

σελ. 1096.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το έννομο του οικονομικού συμφέροντος του ανταγωνιστή στη διοικητική διαδικασία και τη διοικητική δίκη. Διερευνάται το έννομο του οικονομικού συμφέροντος των ανταγωνιστών που είναι καθοριστικό για τη συμμετοχή τους τόσο στη διοικητική δίκη όσο και στην προηγούμενή της διοικητική διαδικασία. Οι τρόποι ανάμιξής τους ποικίλλουν από την υποβολή καταγγελίας κατά του ανταγωνιστή και την πρόσβασή τους σε σχετικά στοιχεία, μέχρι την κίνηση της δίκης, ή την άσκηση παρέμβασης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα οικονομικά συμφέροντα των ανταγωνιστών δεν είναι, απλώς, αρκούντως «έννομα», αλλά, στην πραγματικότητα, απεικονίζουν και το ίδιο το διακύβευμα της διαφοράς. Νομ. Συμβολές, Ε. Παυλίδου,

σελ. 1032.

ΕΣΔΑ

Προϋποθέσεις παραδεκτού αίτησης αναίρεσης. Αντίθεση σε νομολογία του ΕΔΔΑ. Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας. Επιβολή πολλαπλού τέλους. Για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να προβάλλεται με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Νομολογία «ανωτάτου δικαστηρίου», κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του ΠΔ 18/1989, αποτελεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), από την οποία προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ερμηνεία διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συμπεριλαμβανομένων των Πρόσθετων Πρωτόκολλων αυτής. Προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της απαγόρευσης της αρχής ne bis in idem. Αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς. Τεκμήριο αθωότητας. Ανεξαρτήτως του παραδεκτού της επίκλησης, με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, αντίθεσης της αναιρεσιβαλλομένης προς τις δύο τελευταίες αποφάσεις του ΕΔΔΑ , πάντως καμία από τις προαναφερόμενες πέντε αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν επιλύει το τιθέμενο, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, καθώς δεν αφορά σε κρίση διοικητικού οργάνου ή δικαστηρίου περί διοικητικής παράβασης, κατόπιν παύσης της σχετικής ποινικής διαδικασίας λόγω παραγραφής του αδικήματος. ΣτΕ 167/2017,

σελ. 1085.

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

Πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας. Αρχή ne bis in idem. Λόγοι αναίρεσης. Παραδεκτό. Ως αντίθεση προς νομολογία ανωτάτου δικαστηρίου νοείται και η αντίθεση σε νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία αναφέρεται σε ζήτημα ερμηνείας διατάξεως της ΕΣΔΑ ή προσαρτημένου σε αυτήν Πρωτοκόλλου. Τέτοια αντίθεση μπορεί να προκύψει, ιδίως, σε περίπτωση απόφασης του ΕΔΔΑ, με την οποία γίνεται δεκτή προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, βάσει σκεπτικού, από το οποίο προκύπτει, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ορισμένη ερμηνευτική κρίση του ΕΔΔΑ όσον αφορά διάταξη της ΕΣΔΑ. ΣτΕ 2987/2017,

σελ. 1089.

ΝΟΜΟΣ

Ειδικός φόρος στην τιμή των εισιτηρίων των κινηματογράφων. Έννομο συμφέρον σωματείου. Εκτελεστός χαρακτήρας προσβαλλόμενης πράξης. Η παράλειψη νομοθετήσεως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ακυρωτικού ελέγχου, κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του ΠΔ 18/1989, με το οποίο προβλέπεται η δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά παραλείψεως της διοικητικής αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, εφόσον ο νόμος επιβάλλει την υποχρέωση σε αυτήν να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξεως. Ειδ. γνώμη. ΣτΕ Ολ 2349/2017,

σελ. 1111.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Φορολογικές αξιώσεις. Τραπεζικοί λογαριασμοί. Συμπληρωματικά στοιχεία. Κατά την έννοια των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 (περ. β) του άρθρου 84 του ΚΦΕ, ερμηνευόμενων σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας των νομοθετικών διατάξεων περί παραγραφής, (α) ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της δήλωσης) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, (β) κατά παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα της παρ. 1, χωρεί, σύμφωνα με την στενώς ερμηνευτέα διάταξη της περ. β της παραγράφου 4 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περ. α), έλεγχος (ακόμα και αρχικός) και έκδοση, βάσει αυτού, πράξης καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου, εντός δεκαετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, εάν περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής Διοίκησης «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω πενταετία. Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα, τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο. ΣτΕ 2934/2017 (παρατ. Π. Πανταζόπουλος),

σελ. 1039.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Αρχαία και Σύγχρονη Δημοκρατία. «Αρχαία και Σύγχρονη Δημοκρατία Διδάγματα από την Αρχαία». Ανδρέα Μήλιου, εκδ. Αθ. Σταμούλη, Αθήνα, 2017, σελίδες 343. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκρισία, (Παρουσίαση: Χ. Χρυσανθάκης),

σελ. 1118.

Ισότητα. Επαγγελματίες οπλίτες. Μη προαγωγή στο βαθμό του Δεκανέα, με αιτιολογία που αφορά τη βαθμολογία σε εκθέσεις αξιολόγησης με το βαθμό «καλός» και τη διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων. Απόλυση από τις τάξεις του Στρατού. Διαφορετική αντιμετώπιση των επαγγελματιών οπλιτών σε σχέση με τους μόνιμους υπαξιωματικούς, ως προς το ζήτημα των προαγωγών τους. Η θέσπιση διαφορετικών προϋποθέσεων προαγωγής για τις δύο κατηγορίες στρατιωτικών υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. ΣτΕ 2826/2017 (παρατ. Ε. Σιβένα),

σελ. 1077.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας de constitutione ferenda. Σε αναζήτηση διευρύμενου ρόλου στη λειτουργία του πολιτεύματος. Την πέμπτη αναθεώρηση του Συντάγματος, όποτε εκκινήσει, αναμένεται να απασχολήσει η συνταγματική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η διεύρυνση του ρόλου του στη λειτουργία του πολιτεύματος αποτελεί κοινό τόπο στις προτάσεις συνταγματικής πολιτικής των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων. Η αποσύνδεση της εκλογής του από την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, όταν δεν συγκεντρωθεί η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, είναι, πλέον και στον απόηχο όσων έλαβαν χώρα τον Δεκέμβριο του 2014, ώριμο θεσμικό αίτημα. Στην περίπτωση που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποκτήσει αποφασιστικές αρμοδιότητες στη σχέση του με τη Βουλή και την κυβέρνηση, ακόμη και εάν δεν επανέλθουν στο σύνολο τους οι καταργηθείσες το 1986, η εκλογή του επιβάλλεται να παραμείνει έμμεση. Νομ. Συμβολές, Θ. Ξηρός,

σελ. 1025.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Έννοια του όρου «Ολυμπιακά συγκροτήματα». Επιβολή ειδικού φόρου επί ακαθάριστων εσόδων ανώνυμης εταιρίας. Ειδικός φόρος σε ποσοστό 2% επί των ακαθαρίστων εσόδων της ανώνυμης εταιρίας. Το άρθρο 9 του Ν 3342/2005 ορίζει ποιές από τις εγκαταστάσεις ή ενότητες ολυμπιακών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 νοούνται ως «Ολυμπιακά Συγκροτήματα» για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου 3342/2005, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται ο νέος Ιππόδρομος, του οποίου κύριος, κάτοχος και νομέας κατά τον κρίσιμο χρόνο εφέρετο η αναιρεσείουσα, δίχως τούτο ν’ αμφισβητείται, ενώ η διαχείριση και εκμετάλλευση του Ολυμπιακού Ιππικού Κέντρου, που περιλαμβάνεται, κατά τα προεκτεθέντα στα Ολυμπιακά Συγκροτήματα του Ν 3342/2005, είχε ανατεθεί, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, με το άρθρο 35 του ιδίου ως άνω νόμου 3342/2005 στην ανώνυμη εταιρία «Ολυμπιακά Ακίνητα». Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υπόκειται στον ανωτέρω φόρο για τον λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 7, 9 και 26 του Ν 3342/2005 και του -συνεπεία αυτής- χαρακτηρισμού του Νέου Ιπποδρόμου ως Ολυμπιακού Συγκροτήματος για την επιβολή του επιδίκου ειδικού φόρου. ΣτΕ 1628/2017,

σελ. 1059.

Επιβολή ειδικού φόρου ακινήτων. Προστασία δασών. Ταυτότητα πραγματικού κυρίου του ακινήτου. Διορθωτικός προσδιορισμός Ειδικού Φόρου Ακινήτων. Αναδρομική επιβολή φόρου. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, είναι επιτρεπτή η θέσπιση από το νομοθέτη ρυθμίσεων, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι πρόσφορες για την εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου δημόσιου σκοπού και συμβατές με την αρχή της αναλογικότητας. Ελευθερία ασκήσεως επιχειρηματικής δραστηριότητας. Προορισμός δασών και δασικών εκτάσεων. Η υπαγωγή των ακινήτων της ως άνω κατηγορίας σε φόρο ακίνητης περιουσίας θα συνιστούσε, κατ’ αρχήν, υπερβολική επιβάρυνση της ιδιοκτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, εφόσον, πάντως, κατά την επιβολή της φορολογίας, συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες αυτές κατά νόμο ιδιότητες των εν λόγω ακινήτων και οι εξ αυτών περιορισμοί στο δικαίωμα κυριότητας. Ο νομοθέτης επεδίωξε να επιβαρύνει με τον ένδικο ειδικό φόρο επί των ακινήτων όχι όλες ανεξαιρέτως τις εταιρείες, αλλά εκείνες μόνον τις εταιρείες, οι οποίες, μη «επιθυμώντας» την «αποκάλυψη» στις φορολογικές αρχές της ταυτότητας των πραγματικών κυρίων των ακινήτων τους, καθιστούν τελικώς ανέφικτo τoν εκ μέρους των φορολογικών αρχών έλεγχο φυσικών προσώπων υποκειμένων κατ’ αρχήν σε φορολογία στην Ελλάδα. Τεκμήριο προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας. Το θεσπιζόμενο από το Σύνταγμα και τον κοινό νομοθέτη αυστηρό καθεστώς προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων και αναδασωτέων εκτάσεων δεν αποκλείει την επιβολή και στις ειδικές αυτές κατηγορίες ακινήτων φορολογικών επιβαρύνσεων, όπως ο ένδικος ειδικός φόρος επί των ακινήτων (ενόψει, μάλιστα, του επιδιωκομένου με αυτόν σκοπού), εφόσον, πάντως, κατά την επιβολή της φορολογίας, συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες αυτές κατά νόμο ιδιότητες των εν λόγω ακινήτων και οι εξ αυτών περιορισμοί στην άσκηση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των υπόχρεων στην καταβολή τους. ΣτΕ 2810/2017,

σελ. 1063.

Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου. Συνδρομή προϋποθέσεων άσκησης παραδεκτώς αίτησης αναίρεσης. Ο επιβαλλόμενος κατ’ άρθρο 13 παρ. 2 ΚΦΕ φόρος έχει τον χαρακτήρα φόρου εισοδήματος επιβαλλομένου κατ’ αρχήν αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρεώσεως στην προσαύξηση της περιουσίας που προκύπτει από την πώληση μετοχών ημεδαπών ανώνυμων εταιριών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ήτοι στο κέρδος που προσπορίζεται ο πωλών τις μετοχές από την μεταβίβαση αυτή, εν όψει της υπεραξίας τους. Η επιβολή του φόρου αυτού προϋποθέτει περιουσιακή επαύξηση. Σε περίπτωση αναστροφής πωλήσεως μετοχών με συνέπεια την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, ο καταβληθείς φόρος εισοδήματος καθίσταται αχρεώστητος και πρέπει είτε να επιστραφεί στον πωλητή είτε να συμψηφιστεί με τον φόρο εισοδήματος που ο ίδιος τυχόν οφείλει για την ίδια χρήση. Απαραδέκτως προβάλλεται το αίτημα περί καταβολής τόκων το πρώτον με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. ΣτΕ 2080/2017,

σελ. 1114.