ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 7, Ιούλιος 2018

Συνταγματικό - Διοικητικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΓΩΓΗ

Περιορισμός ακίνητης περιουσίας. Αξίωση αποζημίωσης. Από τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν 1650/1986 προκύπτει ότι η υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση του ιδιοκτήτη έκτασης, του οποίου το δικαίωμα κυριότητας επί της εκτάσεως αυτής περιορίζεται υπέρμετρα από τους επιβαλλόμενους όρους, περιορισμούς και απαγορεύσεις με τη δημιουργία ΖΟΕ, δεν εξαρτάται από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 του νόμου αυτού· τούτο δε, διότι το Δημόσιο, μη εκδίδοντας το διάταγμα, θα είχε τη δυνατότητα να καταστήσει ανενεργό την υποχρέωσή του να προσφέρει στο θιγόμενο ιδιοκτήτη ένα από τα αντισταθμίσματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, γεγονός που θα προσέκρουε στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 παρ. 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αν το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης που δικαιούται να αξιώνει το κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και, ενόψει του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται σε θυσία ολίγων. Παραπέμπεται στην Ολομέλεια προς επίλυση το ζήτημα εάν κατά την έννοια του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, ο θιγόμενος από τη δημιουργία ΖΟΕ ιδιοκτήτης έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει με την άσκηση ευθείας αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου την επιδίκαση αποζημιώσεως ή απαιτείται προηγούμενη υποβολή από αυτόν σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση. ΣτΕ 487/2018 (παρατ. Σ. Τσεβάς),

σελ. 638.

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ

Η έκταση του ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων του παραδεκτού στην αίτηση αναιρέσεως του άρθρου 2 Ν 3900/2010. Εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 2 του Ν 3900/2010, η έστω και ρητή κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την αντισυνταγματικότητα διάταξης νόμου δεν ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το αναιρετικό δικαστήριο, αλλά μόνον κατόπιν προβολής σχετικού ειδικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος, που πρέπει να προβάλλεται με το εισαγωγικό δικόγραφο και όχι το πρώτον με το υπόμνημα. Αντίθ. μειοψ. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του Ν 3900/2010 εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το ΣτΕ, προς διασφάλιση της συνταγματικής αρχής της ασφάλειας του δικαίου που δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στην πρωτοβουλία των διαδίκων. ΣτΕ 711/2018 (παρατ. Ε. Παυλίδου),

σελ. 613.

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Τα όρια της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης φαρμακευτικών εταιρειών και η ρύθμιση των ιατρικών συνεδρίων. Έναυσμα για το παρόν σημείωμα αποτέλεσαν δύο γνωμοδοτήσεις (5/2016 και 2/2017), της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), οι οποίες αφορούν στο ζήτημα του πεδίου εφαρμογής, του επιτρεπτού και του τρόπου δημοσιοποίησης των παροχών των φαρμακευτικών εταιρειών προς Επαγγελματίες Υγείας, υποχρέωση που τέθηκε το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 7 του Ν 4316/2014. Νομ. Συμβολές, Θ. Ροζής,

σελ. 595.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Η έννομη προστασία του αναδόχου μελετητή από βλαπτικές πράξεις της διοίκησης κατά την εκτέλεση δημόσιων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και συναφών υπηρεσιών υπό το καθεστώς του Ν 4412/2016. Το καθεστώς της εκτέλεσης των δημόσιων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και συναφών υπηρεσιών διέπεται, πλέον, από τον Ν 4412/2016, που τροποποιήθηκε με τα άρθρα 21-23 του Ν 4491/2017. Οι σχετικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται για όλες τις συμβάσεις από 13.10.2017, οποτεδήποτε και αν συνήφθησαν. Στο κείμενο που ακολουθεί, αναλύονται οι διαδικασίες διοικητικής και δικαστικής επίλυσης διαφορών που αναφύονται κατά την εκτέλεση δημόσιων συμβάσεων εκπόνησης μελετών. Αποτιμάται το νέο καθεστώς ιδίως μέσα από τη σύγκρισή του με την προϊσχύσασα νομοθετική και νομολογιακή αντιμετώπιση των αναφυόμενων ζητημάτων. Νομ. Συμβολές, Ν. Παπαθανασίου,

σελ. 605.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας ενώπιον των Τακτικών Διοικητικών Δικαστήριων. Στην παρούσα μελέτη αναλύεται η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και ιδίως, δικονομικά ζητήματα, όπως οι προϋποθέσεις άσκησης, η προθεσμία, η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση καθώς και η αρμοδιότητα. Νομ. Συμβολές, Ν.-Χ. Σαμαρά,

σελ. 585.

Καταβολή παραβόλου. Άσκηση αίτησης ακύρωσης από περισσότερα πρόσωπα. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που ασκείται (με κοινό δικόγραφο) από περισσότερα του ενός πρόσωπα, ακόμα και αν αυτά συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, τόσες όσοι οι αιτούντες, η δε κρίση του Δικαστηρίου επί καθεμίας από αυτές διενεργείται αυτοτελώς, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση μπορεί, αφενός, να απορριφθεί ως προς ορισμένους από τους αιτούντες και, αφετέρου, να γίνει δεκτή κατά το μέρος που ασκείται από άλλους. Από το συνδυασμό των αναφερόμενων στις δύο προηγούμενες σκέψεις προκύπτει αβίαστα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 36 του ΠΔ 18/1989, σε περίπτωση, όπως η παρούσα, άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως από περισσότερα πρόσωπα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους, οφείλεται, επί ποινή απαραδέκτου, παράβολο χωριστά για καθένα από τα πρόσωπα αυτά. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει και κρίνει το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος (ενδεχομένως, δε, ανάλογα με το αντικείμενο της υπόθεσης, και το βάσιμο αυτού) χωριστά ως προς καθέναν από τους αιτούντες (ιδίως, όσον αφορά τη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου και τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος), με συνέπεια την επιβάρυνση του έργου του, κατά τρόπο ώστε η λυσιτέλεια και η αποτελεσματικότητα του παραβόλου, ως μέσου αποτροπής απαράδεκτων (ή αβάσιμων) ένδικων βοηθημάτων, να εξυπηρετείται μέσω της υποχρέωσης καταβολής του, επί ποινή απαραδέκτου, από καθέναν από τους αιτούντες, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξέταση της καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού αιτήσεως ακυρώσεως, προηγείται, καταρχήν, της εξέτασης των όρων του παραδεκτού που αφορούν στη νομιμοποίηση πληρεξούσιου δικηγόρου, στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο εκάστου των αιτούντων και στην ύπαρξη δεσμού ομοδικίας μεταξύ τους. Μειοψ. ΣτΕ 1354/2018,

σελ. 621.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ελευθερία της έκφρασης. Διάκριση γεγονότος-αξιολογικής κρίσης. Ελευθερία της έκφρασης. Προκειμένου να εκτιμηθεί το δικαιολογημένο μιας επίμαχης δήλωσης, πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα σε δηλώσεις γεγονότων και αξιολογικές κρίσεις. Τυχόν απαίτηση να πρέπει κάποιος να αποδείξει την αλήθεια αξιολογικών κρίσεων είναι μη-πραγματοποιήσιμη, και θίγει την ίδια την ελευθερία της γνώμης. Η φύση και η βαρύτητα των ποινών που επιβλήθηκαν είναι επίσης στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου για την εκτίμηση της αναλογικότητας της παρέμβασης. ΕΔΔΑ 5135/10 (πρώτο τμήμα), Στρασβούργο, απόφ. της 9.3.2017, υπόθ. Αθανάσιος Μακρής κατά της Ελλάδας (παρατ. Κ. Δεμερτζής),

σελ. 662.

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Περιορισμοί της αρχής ne bis in idem από το ΔΕΕ. Προϋποθέσεις σώρευσης διοικητικών διώξεων ή κυρώσεων «ποινικού» χαρακτήρα και ποινικών διώξεων ή κυρώσεων. Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται εάν η αρχή ne bis in idem εμποδίζει την εκ μέρους του κράτους μέλους επιβολή για την ίδια πράξη διαδοχικώς μιας διοικητικής και μιας ποινικής κύρωσης, παρά το γεγονός ότι και η πρώτη κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό εφαρμογής της αρχής σε ενωσιακό επίπεδο, τηρουμένων βέβαια των προαναφερθεισών προϋποθέσεων της ύπαρξης γενικότερου σκοπού προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και των χρηματοπιστωτικών αγορών της, αλλά και της τήρησης των ορίων του απολύτως αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Διάλογος με το Διεθνές Περιβάλλον, Β. Καραγκούνη,

σελ. 657.

Τεκμήριο αναδρομικής εφαρμογής νέου ηπιότερου νόμου. Σύμφωνα με την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης, ως προς την επιβολή κυρώσεων, διάταξης –η οποία έχει συνταγματική βάση, ως απορρέουσα από την αρχή της αναλογικότητας– όταν ο νομοθέτης, μεταβάλλοντας αντιλήψεις, κρίνει ότι ο επιδιωκόμενος με την επιβολή των σχετικών κυρώσεων σκοπός δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, τότε ελέγχεται όχι μόνον ως άσκοπη και αδικαιολόγητη, αλλά και ως αντίθετη, κατ’ αρχήν, προς τη νεότερη νομοθετική βούληση η επιβολή των παλαιοτέρων αυστηρότερων κυρώσεων, οι οποίες υπερβάλλουν το μέτρο, το οποίο, ήδη, κρίνεται από τον νομοθέτη ως αναγκαίο. Συνακόλουθα δε, εφόσον με νεότερη ρύθμιση καταργείται ένα πρόστιμο λόγω μεταβολής «επί το επιεικέστερον» των σχετικών αξιολογήσεων του νομοθέτη, η κατάργηση έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών υποθέσεων, εφόσον δεν υπάρχει σαφής αντίθετη διάταξη. Συνεπώς, ειδικώς, προκειμένου περί παράβασης, για την οποία προβλέπονται διαδοχικά, από τον χρόνο διάπραξής της έως το χρόνο έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης επί της υπόθεσης, περισσότερες κυρώσεις, κατ’ εξαίρεση του γενικού κανόνα περί μη αναδρομικότητας του νόμου, υπάρχει τεκμήριο αναδρομικής εφαρμογής του νέου ηπιότερου νόμου και επί εκκρεμών υποθέσεων, το οποίο μόνο με σαφή αντίθετη διάταξη δύναται να ανατραπεί. ΜΔΠρΑθ 1316/2018,

σελ. 651.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Περιορισμός ακίνητης περιουσίας. Αξίωση αποζημίωσης. Από τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν 1650/1986 προκύπτει ότι η υποχρέωση του Δημοσίου για αποζημίωση του ιδιοκτήτη έκτασης, του οποίου το δικαίωμα κυριότητας επί της εκτάσεως αυτής περιορίζεται υπέρμετρα από τους επιβαλλόμενους όρους, περιορισμούς και απαγορεύσεις με τη δημιουργία ΖΟΕ, δεν εξαρτάται από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 22 του νόμου αυτού· τούτο δε, διότι το Δημόσιο, μη εκδίδοντας το διάταγμα, θα είχε τη δυνατότητα να καταστήσει ανενεργό την υποχρέωσή του να προσφέρει στο θιγόμενο ιδιοκτήτη ένα από τα αντισταθμίσματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η καταβολή χρηματικής αποζημιώσεως, γεγονός που θα προσέκρουε στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας των πολιτών στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 παρ. 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, με το οποίο κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αν το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης που δικαιούται να αξιώνει το κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος και, ενόψει του κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται σε θυσία ολίγων. Παραπέμπεται στην Ολομέλεια προς επίλυση το ζήτημα εάν κατά την έννοια του άρθρου 22 του Ν 1650/1986, ο θιγόμενος από τη δημιουργία ΖΟΕ ιδιοκτήτης έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει με την άσκηση ευθείας αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου την επιδίκαση αποζημιώσεως ή απαιτείται προηγούμενη υποβολή από αυτόν σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση. ΣτΕ 487/2018 (παρατ. Σ. Τσεβάς),

σελ. 638.

Στρατιωτικά φαρμακεία. Ίδρυση και λειτουργία. Τα θέματα, που αφορούν την ίδρυση και την λειτουργία του Στρατιωτικού Φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του και τις κατηγορίες των δικαιούχων παροχής υπηρεσιών από τα στρατιωτικά φαρμακεία συνιστούν ειδικότερα θέματα κατά το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, αφού αποτελούν μερικότερη περίπτωση σε σχέση με το γενικό πλαίσιο οργανώσεως του στρατιωτικού φαρμακείου, που καθορίζεται στο άρθρο 6 του ΝΔ 107/1969. Κατά συνέπεια επιτρεπτώς κατά την προμνησθείσα συνταγματική διάταξη οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο και παρ. 6 του ΝΔ 107/1969 παρέχουν εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των θεμάτων αυτών με τις οριζόμενες υπουργικές αποφάσεις, είναι δε απορριπτέα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα. Ειδικώς η ίδρυση και λειτουργία του στρατιωτικού φαρμακείου και των υποκαταστημάτων του αποβλέπει, όπως η διάταξη αυτή ισχύει ύστερα από την αντικατάστασή της από το άρθρο 17 παράγραφος 1 του Ν 2743/1999, στη διάθεση φαρμάκων σε μειωμένες τιμές στους δικαιούχους παροχής. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις περί του στρατιωτικού φαρμακείου σκοπείται η χορήγηση πρόσθετης παροχής στο πεδίο της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης προς τους εν ενεργεία και συνταξιούχους στρατιωτικούς των ενόπλων δυνάμεων, τους εν ενεργεία και συνταξιούχους πολιτικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα μέλη των οικογενειών τους που είναι ασφαλισμένα από αυτούς, καθώς και στις λοιπές κατηγορίες δικαιούχων που καθορίζονται με την κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 εδ. δεύτερο του ΝΔ 107/1969 κοινή υπουργική απόφαση. Η παροχή αυτή, εκτός του ότι διασφαλίζει τον ομαλό εφοδιασμό του χώρου του στρατεύματος με τα αναγκαία φάρμακα, συμβάλλει στα προσφερόμενα από την Πολιτεία ανταλλάγματα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες από το εν γένει προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και εν τέλει εξυπηρετεί την διατήρηση της λειτουργικότητας και του αξιόμαχού τους. ΣτΕ 314/2018,

σελ. 627.