ΜΕφΑθ 7802/2013 [Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ειδικού διαδόχου]

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Τεύχος 7/2014, Ιούλιος

Περιοδική έκδοση νομολογίας, νομοθεσίας, αρθρογραφίας & πρακτικής

Εκδίδεται από το 2008 - Μηνιαία έκδοση

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

Πρόεδρος: Η. Γιαρένης

Δικηγόροι: Α. Μακεδόνα, Θ. Σούμα, Β. Δαφνομήλης

Άκυρη διάθεση αντικειμένου. Προσωρινή διαταγή. Φύση και δεσμευτικότητα αυτής. Αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος, η μεταγενέστερη εκποίηση πλήττεται με ακυρότητα, που θεμελιώνεται στην ΑΚ 176, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ανακοπή για την ακύρωση διαταγής πληρωμής. Έφεση κατά της απορριπτικής απόφασης. Εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους. Αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης. Ως αυτοτελής χαρακτηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου, ο οποίος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης που θα δημοσιευθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης, εφόσον κατέστη ειδικός διάδοχος όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της.

Διατάξεις: άρθρα 176 ΑΚ, 76-78, 80, 83, 225 [παρ. 2 εδ. β’], 325 [αριθ. 2], 691 [παρ. 2], 700 [παρ. 3], 904 [παρ. 2 περ. ζ’] ΚΠολΔ

[...] Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση α) της από 19 Σεπτεμβρίου 2011 έφεσης (αριθμός έκθεσης κατάθεσης .../19.9.2011) του ανακόπτοντος κατά της καθ’ ης η ανακοπή και β) της από Ιουνίου 2013 πρόσθετης παρέμβασης (αριθμός ΒΑΒ .../7.6.2013) της προσθέτως παρεμβαίνουσας κατά του ανακόπτοντος και υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή, δεδομένου ότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία (ειδική διαδικασία διαφορών από πιστωτικούς τίτλους) και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ενώπιον του οποίου εκκρεμούν, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων από τη συνεκδίκαση της έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης (άρθρα 31, 246 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 3994/2011, στην αρμοδιότητα των Μονομελών Εφετείων υπάγονται οι εφέσεις που ασκούνται εναντίον των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των Τριμελών Εφετείων υπάγονται οι εφέσεις εναντίον των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους. Εξάλλου, σύμφωνα με τη, μεταβατικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 72 παρ. 13 του N 3994/2011, στην αρμοδιότητα των Μονομελών Δικαστηρίων του άρθρου 19 του ΚΠολΔ υπάγονται οι εφέσεις που ασκούνται μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η οποία έλαβε χώρα στις 25 Ιουλίου 2011 (ΦΕΚ Α’ 165/25.7.2011). Περαιτέρω, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 175 εδ. α του ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη εάν ο νόμος την απαγορεύει, σύμφωνα δε με τη διάταξη του επόμενου άρθρου 176 του ΑΚ, εάν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγόρευση από το νόμο.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμία αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των, κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ, στοιχείων της δικαστικής απόφασης που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ’ του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, οι προαναφερόμενες διατάξεις (των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του ΚΠολΔ) καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενό τους και επιβάλλουν σιωπηρά την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους. Από τα πιο πάνω αναφερόμενα παρέπεται ότι εάν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 του ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με την προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατ’ αναλογίαν με εκείνα που ισχύουν σε περίπτωση απαγόρευσης διάθεσης που έχει ταχθεί με δικαστική απόφαση, με την οποία προσομοιάζει μεν, χωρίς ωστόσο να είναι, η προσωρινή διαταγή (ΑΠ Ολ 17/2009 ΕλλΔνη 2009,997, ΑΠ 133/2004 ΝοΒ 2004,1549, ΑΠ 866/2004 ΧρΙΔ 2005,27, ΑΠ 697/2008 Αρμ 2009,913, ΑΠ 1198/2008 ΕφΑΔ 2008,1067, ΑΠ 557/2010 ΧρΙΔ 2011,359, ΑΠ 558/2010, ΤΝΠ NOMOΣ), η ακυρότητα, δε, στην περίπτωση αυτή (της διάταξης του άρθρου 176 του ΑΚ) κρίνεται ως σχετική (ΑΠ 697/2008 ό.π., ΑΠ 557/2010, ό.π., ΑΠ 558/2010, ό.π.).

Η κρινόμενη από 19.9.2011 έφεση (αριθμός έκθεσης κατάθεσης .../19.9.2011) του εκκαλούντος εναντίον της οριστικής απόφασης με τον αριθμό 547/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635 επ. του ΚΠολΔ), την από 3.2.2010 ανακοπή (αριθμός έκθεσης κατάθεσης .../8.2.2010) του εκκαλούντος εναντίον της εφεσίβλητης για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον αριθμό 23187/2009, την οποία -ανακοπή- και απέρριψε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και παρ. 2, 496, 511, 513 παρ. 1 εδ. β, 516, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση, στον εκκαλούντα με επιμέλεια της εφεσίβλητης, της εκκαλούμενης απόφασης που έλαβε χώρα (η επίδοση αυτή) στις 20.7.2011 (βλ. την έκθεση επίδοσης με τον αριθμό .../20.7.2011 του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη), χωρίς να υπολογίζεται στην προθεσμία το χρονικό διάστημα από την 1η μέχρι και τις 31 Αυγούστου (άρθρο 147 παρ. 7 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 του Ν 3994/2011). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθεί ως προς το παραδεκτό, τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση η ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του άρθρου 632 του ΚΠολΔ από το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 4055/2012 που ισχύει από τις 2.4.2012 (άρθρα 110 και 113 του νόμου αυτού) και επομένως η νέα αυτή ρύθμιση (της διάταξης του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 4055/2012) δεν καταλαμβάνει τις ανακοπές που έχουν ασκηθεί (κατατεθεί) πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 4055/2012, αλλά -καταλαμβάνει- μόνο εκείνες που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού [Μαργαρίτης, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, θεωρία - νομολογία, τόμος ΙΙ, 2012, άρθρο 632 αριθ. 5, 30 και 41, σελ. 58, 64 και 66-67, αντίθετα, Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, δεύτερη έκδοση, 2013, σελ. 219-220, σύμφωνα με τον οποίο η διάταξη του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν καταλαμβάνει τις διαταγές πληρωμής που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 4055/2012]. Σύμφωνα με τη διάταξη, λοιπόν, του άρθρου 632 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της από 3.2.2010 ανακοπής του εκκαλούντος, εάν η διαφορά από την απαίτηση, για την οποία έχει εκδοθεί διαταγή πληρωμής, δικάζεται σύμφωνα με ορισμένη ειδική διαδικασία, τότε και η ανακοπή εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας και επομένως στην περίπτωση που η απαίτηση, η οποία έχει εξοπλιστεί με τον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, απορρέει από πιστωτικούς τίτλους (όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση), τότε η ανακοπή εναντίον της διαταγής πληρωμής υπάγεται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (ΑΠ 500/1997 ΕλλΔνη 1998,97, ΑΠ 1538/2000 ΑρχΝομ 2001,912, ΕφΘεσ 610/2005 Αρμ 2005,882, ΕφΔωδ 211/2006, ΤΝΠ NOMOΣ, ΕφΑθ 169/2007 ΝοΒ 2007,1593, ΕφΘεσ 2301/2007 Αρμ 2008,718, ΕφΘεσ 1038/2008 Αρμ 2009,389, ΕφΑθ 2440/2008 ΔΕΕ 2008,1395, ΕφΑθ 3462/2008 ΕλλΔνη 2008,1489 = ΕλλΔνη 2008,1508, ΕφΑθ 5441/2008 ΔΕΕ 2009,86, ΕφΛαρ 144/2009 ΕπισκΕμπΔ 2009,988, ΕφΑθ 19/2010 ΕφΑΔ 2010,973, ΕφΛαρ 76/2010 ΕπισκΕμπΔ 2010,543).

Με την πρόσθετη παρέμβασή της η προσθέτως παρεμβαίνουσα, αφού αναφέρεται στην άσκηση της κρινόμενης έφεσης, ζητεί, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα στην παρέμβασή της, να απορριφθεί η έφεση και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, επικαλείται, δε, έννομο συμφέρον της για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, με την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου της εφεσίβλητης μετά την αναβίωση της εκκρεμοδικίας με την άσκηση της κρινόμενης έφεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 83 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες εάν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι να δημοσιευθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν, εάν, δε, η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία, δηλαδή των άρθρων 76 μέχρι και 78 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση του άρθρου 83 του ΚΠολΔ χαρακτηρίζεται ως αυτοτελής, τούτο, δε, συμβαίνει όταν η σχετική απόφαση πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες (όχι απλώς αντανακλαστικές) στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του υπερ ου η παρέμβαση. Κατά συνέπεια, αυτοτελής είναι και η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 225 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, ο οποίος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της απόφασης που θα δημοσιευθεί στο πλαίσιο της κύριας δίκης (άρθρο 325 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), εφόσον κατέστη ειδικός διάδοχος όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της (ΑΠ 1731/2011, ΤΝΠ NOMOΣ). Με το προαναφερόμενο ιστορικό και τα αιτήματα, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κρίνεται ως αυτοτελής, σύμφωνα με τη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε, αρμοδίως και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο τούτο κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 31 παρ. 1, 80, 81, 83 και 635 επ. του ΚΠολΔ), περαιτέρω, δε, κρίνεται νόμιμη. Στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί στη συνέχεια η κρινόμενη πρόσθετη παρέμβαση ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η υποκατάσταση της εφεσίβλητης από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, δεδομένου ότι τούτο προϋποθέτει τη συμφωνία όλων των διαδίκων (βλ. άρθρο 85 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση έχει δικαίωμα, εάν συμφωνούν όλοι οι διάδικοι, να συμμετάσχει στη δίκη ως κύριος διάδικος, οπότε παίρνει τη θέση του διαδίκου για την υποστήριξη του οποίου άσκησε την παρέμβαση και εκείνος τίθεται εκτός δίκης, στην περίπτωση, δε, αυτή, η απόφαση που θα εκδοθεί δεν ισχύει εναντίον του αρχικού διαδίκου που τέθηκε εκτός δίκης με τη συναίνεση όλων των διαδίκων), μεταξύ αυτών, δε, και του εκκαλούντος, ενώ στην προκείμενη περίπτωση από κανένα στοιχείο (είτε από σχετική δήλωση που να έχει καταχωριστεί στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, είτε από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων, είτε από οποιοδήποτε έγγραφο που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι) δεν προκύπτει ότι ο διάδικος αυτός συναινεί στη συμμετοχή της προσθέτως παρεμβαίνουσας ως κύριας διαδίκου στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης, στη θέση της εφεσίβλητης.

Από όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου εκείνου), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη υπέβαλε στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.10.2009 αίτησή της, με την οποία ζητούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής σε βάρος του εκκαλούντος. Για την αίτηση αυτή εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής με τον αριθμό 23187/2009 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε ο εκκαλών να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την εμφάνιση για πληρωμή της τραπεζικής επιταγής που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, μέχρι την εξόφληση και επιβλήθηκαν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των διακοσίων εξήντα οκτώ (268) ευρώ. Η απαίτηση της εφεσίβλητης που εξοπλίστηκε με τον εκτελεστό τίτλο της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, απορρέει από το αξιόγραφο που περιγράφεται στη συνέχεια: Από την τραπεζική επιταγή με τον αριθμό ..., ποσού 15.000 ευρώ, η οποία φέρεται ότι εκδόθηκε (ως μεταχρονολογημένη επιταγή) στις 30.7.2009 στα Β. Αττικής από τον εκκαλούντα, σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Ε. ΑΕ» και έπρεπε να πληρωθεί από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «A. BANK ΑΕ» (κατάστημα Β.), με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού με τον αριθμό ... που τηρείται στην πληρώτρια Τράπεζα στο όνομα του, εκδότη της επιταγής, εκκαλούντος. Η λήπτρια της επιταγής ανώνυμη εταιρεία μεταβίβασε την επιταγή αυτή στις 10.2.2009, με ενεχυρική οπισθογράφηση και με παράδοση του σώματός της, στην εφεσίβλητη, η επιταγή αυτή, δε παραλήφθηκε από το κατάστημα Χ. της εφεσίβλητης. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 7.8.2009 για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκε γιατί είχε δοθεί εντολή μη πληρωμής της από 28.7.2009 με σχετικό έγγραφο του εκκαλούντος, αλλά και λόγω έλλειψης επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων για την πληρωμή της, όπως εξακριβώθηκε έπειτα από έλεγχο του μηχανογραφικού κέντρου της πληρώτριας Τράπεζας και βεβαιώθηκε στην πίσω όψη της επιταγής, στις 7.8.2009, από την πληρώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (κατάστημα Χ.), η εφεσίβλητη, δε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αποτελεί νόμιμη κομίστρια της επιταγής. Εναντίον της πιο πάνω αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, αντίγραφο από το απόγραφο της οποίας με επιταγή για πληρωμή επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 18.1.2010 (βλ. την έκθεση επίδοσης με τον αριθμό .../18.1.2010 του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη), ο εκκαλών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία διαφορών από πιστωτικούς τίτλους), νομότυπα και εμπρόθεσμα, την από 3.2.2010 ανακοπή του (αριθμός έκθεσης κατάθεσης .../8.2.2010), η οποία επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 8.2.2010 (βλ. την έκθεση επίδοσης με τον αριθμό .../8.2.2010 του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών). Με το μοναδικό λόγο της ανακοπής, ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας για την εμφάνιση προς πληρωμή της προαναφερόμενης τραπεζικής επιταγής και για τη μη πληρωμή της, πάσχει ακυρότητα, αφού αντιβαίνει προς την προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί στις 27.7.2009 και είχε επιδοθεί προς την αντίδικό του (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Π. Ε. ΑΕ») και την πληρώτρια Τράπεζα, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται ειδικότερα στην ανακοπή. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, ο οποίος κρίνεται ορισμένος και επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 176 του ΑΚ (αναλογικά εφαρμοζόμενου), 691 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 700 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως νομικά αβάσιμος, σύμφωνα με τη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε. Ειδικότερα, από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής και σύμφωνα με εκείνα που μνημονεύονται ειδικότερα στο δικόγραφο της ανακοπής, προκύπτει ότι ο εκκαλών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) εναντίον της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. Ε. ΑΕ» την από 20.7.2009 αίτησή του (αριθμός έκθεσης κατάθεσης .../21.7.2009), με την οποία ζητούσε, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα στην αίτηση εκείνη, να ληφθεί το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης - μεταξύ άλλων αξιογράφων και - της τραπεζικής επιταγής, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ μετά την κατάθεση της αίτησης εκείνης, εκδόθηκε η από 27.7.2009 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Απαγορεύει προσωρινά στην καθ’ ης και την πληρώτρια Τράπεζα (A.) κάθε νομική και πραγματική μεταβολή των πραγμάτων και διατάσσει την παράλειψη προσωρινά της μεταβίβασης των επιταγών που αναφέρονται στην αίτηση, την παράλειψη εμφανίσεως αυτών προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα (A.) είτε προ είτε εντός της νομίμου προθεσμίας των 8 ημερών από την αναγραφομένη ημερομηνία εκδόσεώς τους, τη μη σφράγιση αυτών κατά την ημερομηνία εμφανίσεώς τους ή κάθε κατατείνουσα προς τούτο ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της παραχώρησης εξουσιοδοτήσεως σε άλλη Τράπεζα προκειμένου να προβεί στη σφράγισή τους, τη μη σύνταξη διαμαρτυρικού σε περίπτωση μη πληρωμής τους, τη μη λήψη σχετικής βεβαίωσης από την ως άνω πληρώτρια Τράπεζα, τη μη λήψη σχετικής βεβαίωσης από το συμψηφιστικό γραφείο, καθώς και την παράλειψη προσωρινής εισπράξεώς τους μέχρι την συζήτηση της παρούσας αιτήσεως και υπό τον όρο συζητήσεως αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο που έχει ορισθεί». Επισημαίνεται στο σημείο τούτο ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης εκείνης ορίστηκε η 21η.9.2009, ενώ από τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι (ιδίως, ο εκκαλών), δεν προκύπτει εάν η αίτηση εκείνη συζητήθηκε στο Δικαστήριο και εάν γι’ αυτήν δημοσιεύθηκε σχετική δικαστική απόφαση, στη συνέχεια, δε, εάν ακολούθησε κύρια διαγνωστική δίκη για τη διαφορά που είχε αναφυεί μεταξύ του εκκαλούντος και της πιο πάνω αναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας. Η αίτηση εκείνη, μαζί με την προσωρινή διαταγή που είχε το προαναφερόμενο περιεχόμενο, επιδόθηκαν στις 28.7.2009 τόσο στην καθ΄ης η αίτηση (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Π. Ε. ΑΕ»), όσο και στην πληρώτρια Τράπεζα, στην έδρα αυτής που βρίσκεται στην οδό ... στην Αθήνα (βλ. τις εκθέσεις επίδοσης με τους αριθμούς .../28.7.2009 και .../28.7.2009 του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Π., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η τραπεζική επιταγή είχε μεταβιβαστεί με ενεχυρική οπισθογράφηση και με παράδοση του σώματός της από τη λήπτρια αυτής ανώνυμη εταιρεία (με την επωνυμία «Π. Ε. ΑΕ»), προς την εφεσίβλητη σε χρόνο σημαντικά προγενέστερο από εκείνον της έκδοσης της προσωρινής διαταγής και συγκεκριμένα στις 10.2.2009, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη. Περαιτέρω, ως «διάθεση», κατά την έννοια των άρθρων 175 επ. του ΑΚ, θεωρείται οποιαδήποτε δικαιοπραξία που επιφέρει ως αποτέλεσμα την άμεση απώλεια (απόσβεση), τη μεταβίβαση, τη μεταβολή, την επιβάρυνση ή την αλλοίωση του δικαιώματος (Νικολόπουλος, σε Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, άρθρο 175 αριθ. 2, σελ. 310, Γεωργιάδης, Γενικές αρχές Αστικού Δικαίου, τρίτη έκδοση, 2002, παρ. 35 V 1, αριθ. 14, σελ. 463, Κιτσαράς, Ενοχικές δεσμεύσεις της εξουσίας διάθεσης κατά το άρθρο 177 ΑΚ, 1999, παρ. 6ΙΑ2, σελ. 121 και παρ. 6ΙΒ4, σελ. 125). Συνακόλουθα, με βάση τις προαναφερόμενες νομικές και ουσιαστικές παροαδοχές, η διάθεση του δικαιώματος που απορρέει από το αξιόγραφο, με τη μεταβίβασή του με ενεχυρική οπισθογράφηση και με παράδοση του σώματος της προαναφερόμενης τραπεζικής επιταγής από τη λήπτρια αυτής ανώνυμη εταιρεία προς την εφεσίβλητη, δεν πάσχει ακυρότητα, δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, η μεταβίβαση αυτή είχε λάβει χώρα σε χρόνο σημαντικά προγενέστερο (συγκεκριμένα: στις 10.2.2009) από εκείνον της έκδοσης (συγκεκριμένα: στις 27.7.2009) της προσωρινής διαταγής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της επίδοσής της στην καθ’ ης η αίτηση - λήπτρια της επιταγής ανώνυμη εταιρεία και στην πληρώτρια Τράπεζα (στις 28.7.2009). Τούτο, δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, πλήττεται με (σχετική) ακυρότητα σύμφωνα με τις διατάξεις, οι οποίες μνημονεύονται στη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε, μόνο η διάθεση που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο από εκείνον της έκδοσης της προσωρινής διαταγής. Εξάλλου, οι απαγορεύσεις που μνημονεύονται στην προσωρινή διαταγή και αφορούν την καθ’ ης η αίτηση (απαγόρευση μεταβίβασης επιταγής, παράλειψη εμφάνισής της προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα κ.λπ.) σε κάθε περίπτωση είναι πρόδηλο ότι δεν επεκτείνονται και στην ειδική διάδοχο αυτής, εφεσίβλητη, δεδομένου ότι η τελευταία δεν καλύπτεται από τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας που θεσπίζονται στη διάταξη του άρθρου 919 του ΚΠολΔ, αφού η διάδικος αυτή (εφεσίβλητη) δεν αναφέρεται στον τίτλο, δεν καλύπτεται από τα υποκειμενικά όρια του (προσωρινού) δεδικασμένου κατά τη διάταξη του άρθρου 325 του ΚΠολΔ, ούτε απέκτησε τη νομή ή την κατοχή του πράγματος μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής. Περαιτέρω, είναι μεν αληθινό ότι με την προσωρινή διαταγή επιβλήθηκαν μια σειρά από απαγορεύσεις και προς την πληρώτρια Τράπεζα, μολονότι η τελευταία δεν ήταν διάδικος στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων που είχε ανοιχθεί με την άσκηση της προαναφερόμενης αίτησης του εκκαλούντος σε βάρος της λήπτριας της επιταγής ανώνυμης εταιρείας και σχετίζονταν -οι απαγορεύσεις αυτές- με τη μη σφράγιση της επιταγής σε περίπτωση εμφάνισής της για πληρωμή κ.λπ. Εν τούτοις, οι σχετικές ενέργειες της πληρώτριας Τράπεζας -παρά το γεγονός ότι πρέπει να θεωρηθεί πως έχουν οιονεί δικαιοπρακτικό χαρακτήρα- δεν συνιστούν «διάθεση» κατά την έννοια που εκτέθηκε προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, αφού αυτές δεν επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την άμεση απώλεια (απόσβεση), τη μεταβίβαση, τη μεταβολή, την επιβάρυνση ή την αλλοίωση του δικαιώματος, δηλαδή της ενοχικής αξίωσης που απορρέει από το αξιόγραφο, αλλά συνιστούν -οι ενέργειες αυτές- τις προϋποθέσεις που θεσπίζονται στο νόμο (άρθρο 40 του Ν 5960/1933) σε πρώτο επίπεδο για την άσκηση αναγωγής για πληρωμή του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των υπόλοιπων υπόχρεων προσώπων από την επιταγή και σε δεύτερο επίπεδο για τη δικαστική επιδίωξη της σχετικής αξίωσης, προϋποθέσεις που συνίστανται στην εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής για πληρωμή και στη βεβαίωση της εμφάνισης και μη πληρωμής της. Επομένως, η, κατά παράβαση της απαγόρευσης που θεσπίστηκε στην προσωρινή διαταγή και αναφέρεται στη μη σφράγιση κ.λπ. της επιταγής, βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας στο σώμα της επιταγής ότι η τελευταία εμφανίστηκε εμπρόθεσμα και ότι δεν πληρώθηκε για τους λόγους που εκτίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματα της απαγόρευσης διάθεσης (σχετική ακυρότητα), κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 176 του ΑΚ (αναλογικά εφαρμοζόμενου), 691 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 700 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, δεδομένου ότι οι ενέργειες αυτές δεν έχουν την έννοια της «διάθεσης» οποιουδήποτε δικαιώματος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πολύ περισσότερο, δε, του δικαιώματος της εφεσίβλητης που είχε κτηθεί σε χρόνο προγενέστερο από εκείνον της έκδοσης της προσωρινής διαταγής. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το μοναδικό λόγο της ανακοπής, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ούτε προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ορθά, κατά το αποτέλεσμα, έκρινε, παρά το γεγονός ότι διέλαβε στην εκκαλούμενη απόφασή του εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες (ιδίως σε ό,τι αφορά την απαγόρευση σφράγισης της επιταγής), στην αντικατάσταση των οποίων με εκείνες που παρατίθενται προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής προβαίνει το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ομοίως, δε ορθά επέβαλε τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) σε βάρος του εκκαλούντος, ο οποίος ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρο 176 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, μετά από την παραδοχή, άλλωστε, ως βάσιμης και κατ’ ουσίαν, της πρόσθετης παρέμβασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. ΑΕ», η οποία αποδεικνύεται ότι κατέστη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τη συνεδρίασή της με τον αριθμό 66 της 26ης.3.2013 (θέμα 3ο) και με τις διατάξεις των νόμων που μνημονεύονται στην απόφαση αυτή, το διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ως Αρχή Εξυγίανσης, η οποία ασκεί τις εξουσίες που παρέχονται σ’ αυτήν από το άρθρο 9 του Νόμου του 2013 για την Εξυγίανση Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων) με τον αριθμό .../26.3.2013 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στο φύλλο με τον αριθμό .../26.3.2013 και στο πλαίσιο της από 26.3.2013 σύμβασης, με την οποία μεταβιβάστηκαν -λόγω πώλησης- προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της εφεσίβλητης, με το συνδυασμό εκχώρησης απαιτήσεων και αναδοχής χρεών, στα οποία -στοιχεία- περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της εφεσίβλητης που απορρέουν από την προαναφερόμενη τραπεζική επιταγή.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρο 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν τον εκκαλούντα, ο οποίος ηττάται (άρθρα 176, 182 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. [...]