ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 1/2020, Ιανουάριος - Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2020

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα το άρ. L 611-6-1 του Κώδικα Εισόδου και Παραμονής Αλλοδαπών και το Δίκαιο του Ασύλου, όπως προκύπτει από τον Ν 778/2018, καθώς δεν παραβιάζεται η συνταγματική επιταγή της προστασίας του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στη προστασία των προσωπικών δεδομένων (παρ. 10 και 11 του Προοιμίου του Σ , άρ.2 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789). Η αυτόματη συλλογή, επεξεργασία και τήρηση αρχείου αποτυπωμάτων και φωτογραφιών αλλοδαπών που δηλώνουν ότι είναι ανήλικοι, που στερούνται οριστικώς ή προσωρινώς οικογενειακή προστασία, δεν έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την τροποποίηση των προστατευτικών της ανηλικότητας κανόνων, αλλά εξυπηρετεί το συμφέρον των ανηλίκων, διότι επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να προβούν σε ορθή εξακρίβωση της ηλικίας του αλλοδαπού. Τυχόν άρνηση χορήγησης των σχετικών δεδομένων από το πρόσωπο, δεν συνεπάγεται ότι το τελευταίο λογίζεται ως ενήλικος. Ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι συνταγματικής αξίας, αφού κατατείνει στην αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης και την προστασία των πράγματι ανηλίκων, ενώ προβλέπεται ότι η διάρκεια τήρησης των δεδομένων περιορίζεται αυστηρά στο απολύτως αναγκαίο για τη φροντίδα και τη καθοδήγησή τους μέτρο, λαμβάνοντας υπόψη τη προσωπική τους κατάσταση. Σελ. 143.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Απορριπτέα η αίτηση αναστολής κατά των πράξεων του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων, με τις οποίες διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη έκπτωση λόγω ασυμβιβάστου των αιτουσών από τις θέσεις της Προέδρου και Αντιπροέδρου της ΕπΑνταγ, ως αβάσιμη. Η βλάβη που επικαλούνται οι αιτούσες απορρέει ευθέως από τη ρύθμιση του άρ. 101 Ν 4623/2019 και όχι από τις προσβαλλόμενες πράξεις, την ισχύ της οποίας ως διάταξη νόμου δεν δύναται να αναστείλει η ΕΑ. Εξάλλου, οι προσβαλλόμενες πράξεις συνάπτονται με την ομαλή λειτουργία της ΕπΑνταγ και δεν υπόκεινται κατ’ αρχήν σε αναστολή εκτελέσεως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως περί παραβιάσεως της Οδηγίας 2019/1 και των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, λόγω της εφαρμογής του ασυμβιβάστου και στα ήδη υπηρετούντα μέλη της ΕπΑνταγ, δεν παρίστανται ως προδήλως βάσιμοι, διότι αφορούν διατάξεις του εθνικού δικαίου και του δικαίου της ΕΕ, οι οποίες δεν έχουν τύχει επεξεργασίας από τη νομολογία. Σελ. 168.

ΑΡΧΗ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

Αντισυνταγματικό κρίθηκε το στοιχείο Ι του άρ. 232-22 του Κώδικα Αθλημάτων, το οποίο, προβλέποντας την ευχέρεια της Αρχής Καταπολέμησης του Ντόπινγκ να επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος μελών αθλητικών σωματείων που λαμβάνουν μέρος σε ορισμένες διοργανώσεις και προπονήσεις χωρίς τη σχετική άδεια, παραβιάζει την αρχή της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας, που προστατεύονται από το άρ. 16 της Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 περί της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Η κίνηση της διαδικασίας δίωξης από την Αρχή δεν εγγυάτο τον χωρισμό των αρμοδιοτήτων άσκησης της δίωξης και απονομής της δικαιοσύνης. Σε περιπτώσεις που η Ανεξάρτητη Δημόσια Αρχή για την Αντιμετώπιση του Ντόπινγκ κινούσε αυτή, και όχι κάποιο αθλητικό σωματείο, τις διώξεις για παραβιάσεις του Κώδικα Αθλημάτων, δεν προβλεπόταν κανένας χωρισμός, αφού το ίδιο όργανο θα αναλάμβανε και την επιβολή των τελικών κυρώσεων. Σελ. 146.

Παραπομπή στην επταμελή σύνθεση του ζητήματος της νομιμότητας της σύμπτωσης στο πρόσωπο του Προϊσταμένου της Πολεοδομίας των αρμοδιοτήτων αφενός της κρίσης επί αντιρρήσεων του ενδιαφερομένου κι αφετέρου της έκδοσης της διαταγής για κατεδάφιση περίφραξης που εμποδίζει την πρόσβαση στην ακτή, η οποία προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις. Το Τμήμα δέχεται πως η ΥΑ 44353/1812/19.7.1983 καθιστά αρμόδιο τον Προϊστάμενο της Πολεοδομίας για την κρίση επί αντιρρήσεων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αυτόματα τον παντάπασι αποκλεισμό του εν λόγω διοικητικού οργάνου από τη λήψη απόφασης κατεδαφίσεως, καθώς τέτοιος ρητός λόγος εξαίρεσης δεν έχει προβλεφθεί στα άρ. 7 και 25 ΚΔΔιαδ. Σελ. 168.

ΔΑΣΗ

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά πράξης κύρωσης δασικού χάρτη από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης και απόφασης της Επιτροπής Εξετάσεως Αντιρρήσεων, απορριπτικής των αντιρρήσεων των αιτούντων βάσει του άρ. 17 Ν 3889/2010, καθώς δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας (άρ. 7 ΚΔΔιαδ) και η αιτιολογία των πράξεων ήταν νόμιμη. Η προθεσμία προσβολής του δασικού χάρτη, σε περίπτωση που κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο η απόφαση επί των αντιρρήσεων εντός της εξηκονθήμερης προθεσμίας από την δημοσίευση της πράξης κύρωσης, εκκινεί εκ νέου από το χρόνο της κοινοποίησης αυτής, συνεπώς η αίτηση ακύρωσης είναι εμπρόθεσμη. Ο χαρακτηρισμός των εκτάσεων ως δασικών στηρίζεται, αφενός μεν στην κήρυξη τμήματος αυτών ως αναδασωτέων, αφετέρου δε, και προεχόντως, στα μορφολογικά χαρακτηριστικά τους, όπως προκύπτουν διαχρονικά από τα δεδομένα ορθοφωτοχαρτών, κτηματολογικών χαρτών που συντάχθηκαν κατά το Ν 248/76 και την σύγχρονη παρατήρηση. Ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως δασικής συνιστά αρμοδιότητα της Διοίκησης, η οποία δεν δεσμεύεται ούτε από το περιεχόμενο ιδιωτικών συμβολαιογραφικών εγγράφων, ούτε από παρεμπίπτουσες κρίσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες δεν παράγουν δεδικασμένο επί του ζητήματος. Σελ. 165.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Οι διατάξεις του άρ. 8, παρ. 1 και 5, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχουν την έννοια ότι η απαγόρευση ή οι περιορισμοί της επεξεργασίας των ειδικών κατά τις διατάξεις αυτές κατηγοριών δεδομένων εφαρμόζονται, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει η οδηγία αυτή, και ως προς τον φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης στο πλαίσιο των ευθυνών, ικανοτήτων και δυνατοτήτων του ως υπεύθυνου της επεξεργασίας που πραγματοποιείται κατά τη δραστηριότητα της μηχανής αναζήτησης, στο πλαίσιο εξακρίβωσης που διενεργεί ο ως άνω φορέας, υπό τον έλεγχο των αρμόδιων εθνικών αρχών, κατόπιν αίτησης υποβαλλόμενης από το υποκείμενο των δεδομένων. Οι διατάξεις του άρ. 8, παρ. 1 και 5, της οδηγίας 95/46 έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν καταρχήν στον φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης την υποχρέωση, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει η εν λόγω οδηγία, να κάνει δεκτές τις αιτήσεις διαγραφής συνδέσμων προς ιστοσελίδες οι οποίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στις ειδικές κατηγορίες των διατάξεων αυτών. Κατ’ εφαρμογήν του άρ. 8, παρ. 2, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 95/46, ο φορέας αυτός μπορεί να αρνηθεί να κάνει δεκτή αίτηση διαγραφής συνδέσμων, στην περίπτωση που διαπιστώνει ότι οι επίμαχοι σύνδεσμοι οδηγούν προς περιεχόμενο που περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία εμπίπτουν μεν στις ειδικές κατηγορίες του ως άνω άρ. 8, παρ. 1, αλλά των οποίων η επεξεργασία καλύπτεται από την εξαίρεση που προβλέπει το εν λόγω άρ. 8, παρ. 2, στοιχείο ε΄, υπό τον όρο ότι η επεξεργασία αυτή πληροί όλες τις προϋποθέσεις νομιμότητας που προβλέπει η οδηγία αυτή και εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων δεν έχει, δυνάμει του άρ. 14, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της εν λόγω οδηγίας, δικαίωμα να αντιταχθεί στην εν λόγω επεξεργασία για επιτακτικούς και νόμιμους λόγους σχετικούς με την προσωπική κατάστασή του. Οι διατάξεις της οδηγίας 95/46 έχουν την έννοια ότι ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης, όταν του υποβάλλεται αίτηση διαγραφής συνδέσμου προς ιστοσελίδα στην οποία είναι δημοσιευμένα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στις ειδικές κατηγορίες του άρ. 8, παρ. 1 ή 5, της οδηγίας αυτής, οφείλει, επί τη βάσει όλων των κρίσιμων στοιχείων της συγκεκριμένης περίπτωσης και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και για προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρ. 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εξακριβώνει, βάσει των λόγων ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος κατά το άρ. 8, παρ. 4, της εν λόγω οδηγίας και τηρώντας τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, αν η εμφάνιση του συνδέσμου αυτού στον κατάλογο των αποτελεσμάτων που προκύπτει από αναζήτηση με βάση το ονοματεπώνυμο του υποκειμένου των δεδομένων είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία της προστατευόμενης από το άρ. 11 του εν λόγω Χάρτη ελευθερίας πληροφόρησης των χρηστών του διαδικτύου που ενδεχομένως ενδιαφέρονται να αποκτήσουν πρόσβαση στην πληροφορία αυτή μέσω τέτοιας αναζήτησης. Σελ. 120.

Το άρ. 12, στοιχείο β΄, και το άρ. 14, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου καθώς και το άρ. 17, παρ. 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), έχουν την έννοια ότι ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης, όταν κάνει δεκτή αίτηση διαγραφής συνδέσμων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δεν υποχρεούται να διαγράφει τους συνδέσμους αυτούς ως προς όλες τις εκδοχές της μηχανής αναζήτησης που εκμεταλλεύεται, αλλά μόνον ως προς τις εκδοχές της που αντιστοιχούν στο σύνολο των κρατών μελών, σε συνδυασμό, εφόσον είναι αναγκαίο, με μέτρα τα οποία αφενός πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις και αφετέρου εμποδίζουν αποτελεσματικά τους χρήστες του διαδικτύου που πραγματοποιούν εντός κράτους μέλους αναζήτηση με βάση το ονοματεπώνυμο του υποκειμένου των δεδομένων να έχουν πρόσβαση, μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων, στους συνδέσμους τους οποίους αφορά η ως άνω αίτηση ή τουλάχιστον αποθαρρύνουν έντονα την πρόσβαση αυτή. Σελ. 120.

Το άρ. 2, στοιχείο στ΄, και το άρ. 5, παρ. 3, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/136/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σε συνδυασμό με το άρ. 2, στοιχείο η΄, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών καθώς και με το άρ. 4, σημείο 11, και το άρ. 6, παρ. 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46 (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), έχουν την έννοια ότι η κατά τις εν λόγω διατάξεις συγκατάθεση δεν δίδεται εγκύρως όταν η αποθήκευση πληροφοριών ή η πρόσβαση σε πληροφορίες ήδη αποθηκευμένες στον τερματικό εξοπλισμό του χρήστη ιστοτόπου, μέσω cookies, επιτρέπεται βάσει προσυμπληρωμένου τετραγωνιδίου το οποίο ο χρήστης αυτός πρέπει να αποεπιλέξει προκειμένου να αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεσή του. Σελ. 120.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Το άρ. 28, παρ. 2, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, λαμβανομένης υπόψη της απαιτήσεως να υπάρχει νομική και ουσιαστική ταύτιση μεταξύ των προεπιλεγέντων οικονομικών φορέων και των υποβαλλόντων τις προσφορές, δεν αποκλείει τη δυνατότητα υποβολής προσφοράς, στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, εκ μέρους προεπιλεγέντος υποψηφίου ο οποίος αναλαμβάνει τη δέσμευση να απορροφήσει έναν άλλο προεπιλεγέντα υποψήφιο, βάσει συμφωνίας συγχωνεύσεως που έχει συναφθεί μεταξύ του σταδίου προεπιλογής και του σταδίου υποβολής προσφορών και που εκτελείται μετά το στάδιο υποβολής προσφορών. Σελ. 114-115.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου όλων των υπαλλήλων της χώρας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας συνιστά απρόβλεπτη περίσταση που δικαιολογεί την αναπροσαρμογή της πρότερα συναφθείσας δημόσιας σύμβασης, για παροχή υπηρεσιών φύλαξης, με αντίστοιχη αύξηση του ανταλλάγματος του αναδόχου, σύμφωνα με το άρ. 132 παρ. 1 περ. γ΄ Ν 4412/2016. Η πρόβλεψη αντίθετης συμβατικής ρήτρας (απαγόρευσης τροποποίησης) δεν ερμηνεύεται βάσει των άρ. 171 και 200 ΑΚ ότι καλύπτει και την απρόβλεπτη περίπτωση της νομοθετικής αύξησης του κατώτατου μισθού. Ως εκ τούτου δεν αποκλείεται αναπροσαρμογή του τιμήματος, εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρ. 132 παρ. 1 Ν 4412/2016, είτε μέσω της διοικητικής είτε της δικαστικής οδού σε περίπτωση αποτυχίας της πρώτης, η οποία αναπροσαρμογή μπορεί να γίνει μόνο με έρεισμα τα άρ. 200 και 288 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά στις διοικητικές συμβάσεις, ελλείψει ειδικής ρύθμισης, εφόσον δηλαδή επιβάλλεται από τη καλή πίστη και στο προσήκον μέτρο (μειοψ. ). Σελ. 174.

Μια περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, όπου δημόσια σύμβαση ανατέθηκε από αναθέτουσα αρχή σε νομικό πρόσωπο επί του οποίου η ίδια ασκεί έλεγχο ανάλογο προς εκείνο που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών, στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία κινήθηκε ενώ ίσχυε ακόμη η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, και κατέληξε στη σύναψη σύμβασης μετά την κατάργηση της εν λόγω οδηγίας στις 18 Απριλίου 2016, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18, εφόσον η αναθέτουσα αρχή έλαβε μετά την ως άνω ημερομηνία την οριστική της απόφαση ως προς το ζήτημα αν όφειλε να προκηρύξει διαγωνισμό για την ανάθεση δημόσιας σύμβασης. Το άρ. 12, παρ. 1, της οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι επιτρέπει εθνικό κανόνα με τον οποίο κράτος μέλος εξαρτά την πραγματοποίηση εσωτερικής ανάθεσης, μεταξύ άλλων, από την προϋπόθεση ότι η σύναψη δημόσιας σύμβασης δεν καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της καλής ποιότητας, της διαθεσιμότητας και της αδιάλειπτης παροχής των υπηρεσιών, εφόσον η επιλογή που γίνεται υπέρ συγκεκριμένου τρόπου παροχής υπηρεσιών και προηγείται χρονικώς της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης συνάδει με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της αμοιβαίας αναγνώρισης, της αναλογικότητας και της διαφάνειας. Το άρ. 12 παρ. 1, της οδηγίας 2014/24, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας, έχει την έννοια ότι οι προϋποθέσεις από τις οποίες τα κράτη μέλη εξαρτούν την πραγματοποίηση εσωτερικών αναθέσεων πρέπει να ορίζονται με ακριβείς και σαφείς κανόνες του θετικού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίοι πρέπει να είναι επαρκώς προσβάσιμοι και προβλέψιμοι στην εφαρμογή τους προκειμένου να αποτρέπεται κάθε κίνδυνος αυθαιρεσίας, πράγμα που εναπόκειται, εν προκειμένω, στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει. Η πραγματοποίηση εσωτερικής ανάθεσης που πληροί τις προϋποθέσεις του άρ. 12, παρ. 1, στοιχεία α΄ έως γ΄, της οδηγίας 2014/24 δεν είναι αυτή καθ’ εαυτήν σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης. Σελ. 121.

Το άρ. 57, παρ. 4, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, έχει την έννοια ότι η ανάθεση σε υπεργολάβο, από οικονομικό φορέα, μέρους των έργων στο πλαίσιο προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, η οποία αποφασίστηκε χωρίς την έγκριση της αναθέτουσας αρχής και είχε ως αποτέλεσμα την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, συνιστά σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη πλημμέλεια διαπιστωθείσα κατά την εκτέλεση ουσιώδους υποχρέωσης σχετικής με τη σύμβαση αυτή, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως και μπορεί επομένως να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό του εν λόγω οικονομικού φορέα από τη συμμετοχή του σε διαδικασία σύναψης μεταγενέστερης δημόσιας σύμβασης, εάν η αναθέτουσα αρχή που οργανώνει την εν λόγω διαδικασία σύναψης της μεταγενέστερης σύμβασης, αφού προβεί στη δική της αξιολόγηση όσον αφορά την ακεραιότητα και την αξιοπιστία του οικονομικού φορέα για τον οποίον είχε αποφασισθεί η καταγγελία της προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως, κρίνει ότι μια τέτοια υπεργολαβία συνεπάγεται τον κλονισμό της σχέσεως εμπιστοσύνης με τον συγκεκριμένο οικονομικό φορέα. Πριν αποφασίσει τον αποκλεισμό αυτό, η αναθέτουσα αρχή οφείλει, εντούτοις, σύμφωνα με το άρ. 57, παρ. 6, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 102 της εν λόγω οδηγίας, να παράσχει στον εν λόγω οικονομικό φορέα τη δυνατότητα να εκθέσει τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε κατόπιν της καταγγελίας της προγενέστερης δημόσιας συμβάσεως. Σελ. 121.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Το άρ. 2, σημείο 13, και το άρ. 3 της οδηγίας 97/67/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2008/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, έχουν την έννοια ότι φορείς παροχής της υπηρεσίας διανομής αλληλογραφίας όπως οι επίμαχοι στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι οποίοι, ως κάτοχοι εθνικής άδειας που τους επιτρέπει να προσφέρουν την υπηρεσία αυτή, υποχρεούνται να πραγματοποιούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, παροχές υπηρεσιών επίσημων κοινοποιήσεων πράξεων που εκδίδονται από δικαστήρια ή διοικητικές αρχές, πρέπει να θεωρηθούν «φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας», κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, με αποτέλεσμα οι παροχές αυτές να πρέπει να απαλλαγούν από τον φόρο προστιθέμενης αξίας ως παροχές υπηρεσιών οι οποίες πραγματοποιούνται από τις «δημόσιες ταχυδρομικές υπηρεσίες», δυνάμει του άρ. 132, παρ. 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας. Σελ. 122-123.

Απορριπτέα προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρ. 263 ΣΛΕΕ κατά απόφασης της Επιτροπής, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεως λιμένων που έθεσε το Βέλγιο. Η απαλλαγή ορισμένων βελγικών λιμένων από τον φόρο εταιριών συνιστά κρατική ενίσχυση, συνιστάμενη στη διαφορά που προκύπτει από την υπαγωγή στο φόρο νομικών προσώπων βάσει της βελγικής νομοθεσίας, ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά εφόσον και καθόσον οι προσφεύγουσες εταιρίες ασκούν οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με το άρ. 17 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρ. 108 ΣΛΕΕ. Οι προσφεύγουσες εισέπρατταν λιμενικά τέλη τα οποία καταβάλλονταν ως αντάλλαγμα για το δικαίωμα προσβάσεως των πλοίων στη λιμενική υποδομή, εκτελούσαν εργασίες μεταφορτώσεως και ρυμουλκήσεως και διέθεταν σε τρίτους εκτάσεις έναντι τελών παραχωρήσεως. Τα παραπάνω συνιστούν οικονομικές δραστηριότητες ανεξαρτήτως του αν στο φορέα που τις ασκεί έχουν ανατεθεί υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, επομένως οι προσφεύγουσες καλύπτονται από την έννοια της επιχείρησης. Ένας φορέας με νόμιμο μονοπώλιο μπορεί να προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες σε μια αγορά και, ως εκ τούτου, να είναι επιχείρηση υπό την έννοια του άρ. 107 ΣΛΕΕ. Η ύπαρξη νόμιμου μονοπωλίου σε μία εθνική αγορά δε σημαίνει πως δεν παρεμποδίζεται ο ανταγωνισμός σε ενωσιακό επίπεδο αναφορικά με επιχειρήσεις που προσφέρουν παρόμοιες υπηρεσίες. Ο επιλεκτικός χαρακτήρας του πλεονεκτήματος της εν λόγω απαλλαγής, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατ’ άρ. 107, παρ. 1 ΣΛΕΕ έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, προκύπτει από το ότι το επίμαχο εθνικό μέτρο δύναται να ευνοήσει ορισμένες επιχειρήσεις ή κλάδους παραγωγής έναντι άλλων που τελούν, από πλευράς του επιδιωκόμενου με το εν λόγω καθεστώς σκοπού, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση και που υφίστανται, ως αποτέλεσμα, διαφορετική μεταχείριση δυνάμενη κατ’ ουσία να χαρακτηριστεί ως εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις. Σελ. 125.

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά αποφάσεως του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, η οποία απέρριψε δήλωση δρομολόγησης πλοίου της αιτούσας, διότι παρίσταται νομίμως αιτιολογημένη. Η έκπτωση της επιχείρησης από προηγούμενη σύμβαση ανάθεσης της δημόσιας υπηρεσίας διενέργειας δρομολογίων, λόγω προβληματικής εκτέλεσης αυτών, καθώς και η εισαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης του άρ. 106 Ν 3588/2007, αποτελούν πραγματικά στοιχεία που ο εποπτεύων Υπουργός μπορεί να λαμβάνει υπόψη για την διατύπωση ουσιαστικής κρίσης ως προς την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα της, ώστε να μην τίθεται εν κινδύνω η άρτια εκτέλεση δρομολογίων (άρ. 4 παρ. 5 και άρ. 3 παρ. 2 Ν 2932/2001). Ο Υπουργός μπορεί να αφίσταται αιτιολογημένα από την γνώμη που διατυπώνει προς αυτόν το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών, διότι αυτή δεν προβλέπεται ως σύμφωνη αλλά ως απλή γνώμη (άρ. 5 παρ. 4 Ν 2932/2001). Σελ. 165.

Απορριπτέα ως αβάσιμη η αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ορθώς κρίθηκε ως νόμιμο το επιβληθέν πρόστιμο από την ΕΕΤΤ στην αναιρεσείουσα ΟΤΕ ΑΕ, λόγω της άρνησής της να ικανοποιήσει αιτήματα παροχής τηλεφωνικής σύνδεσης σε περίπτωση εγκατάστασης κοινόχρηστων τηλεφώνων από άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά κοινόχρηστων τηλεφώνων (άρ. 3 παρ. 3 και 4 παρ, 3 ΠΔ 165/1999, άρ. 6, 8, 9 ΠΔ 181/1999 και άρ. 2 Ν 703/1977). Το γεγονός ότι η ΟΤΕ ΑΕ αποτελεί πάροχο καθολικής υπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει την υποχρέωση εγκατάστασης κοινόχρηστων τηλεφώνων σε καθορισμένες αναλογίες σε όλη την επικράτεια, δεν αποκλείει την δυνατότητα άλλων επιχειρήσεων να εγκαθιστούν και να εκμεταλλεύονται για εμπορικούς σκοπούς κοινόχρηστα τηλέφωνα. Επιπλέον, η παροχή τηλεφωνικής σύνδεσης σε άλλες επιχειρήσεις αποτελεί υποχρέωση του παρόχου καθολικής υπηρεσίας ανεξαρτήτως του αν οι επιχειρήσεις αυτές παραβιάζουν την τηλεπικοινωνιακή νομοθεσία. Σελ. 167.

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ

Απορριπτέα η αγωγή με αίτημα την καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στα καταργηθέντα επιδόματα εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων από 1.1.2013 έως 9.6.2015, δεδομένου ότι το μέτρο της κατάργησης ήταν πρόσφορο και αναγκαίο για την εξυπηρέτηση σοβαρού δημόσιου συμφέροντος. Η αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων εναπόκειται στην ευχέρεια του νομοθέτη και υπόκειται μόνο σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Το επίδικο μέτρο δεν παραβιάζει την δίκαιη ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και των δικαιωμάτων των αιτούντων και συνεπώς δεν παραβιάζει το άρ. 25 παρ. 1 Σ ούτε το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.). Τέλος, δεν παραβιάζονται τα άρ. 2 παρ. 1, καθώς δεν τίθεται σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωση των υπαλλήλων, ούτε και τα άρ. 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 Σ, διότι το εν λόγω μέτρο αφορά όλους ανεξαιρέτως τους δημοσίους υπαλλήλους (μειοψ.). Σελ. 148-149.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ

Το άρ. 2, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, πρέπει, υπό το πρίσμα του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το αποκλειστικό δικαίωμα το οποίο απονέμει η εν λόγω διάταξη στον παραγωγό φωνογραφημάτων να επιτρέπει ή να απαγορεύει την αναπαραγωγή φωνογραφήματός του παρέχει στον παραγωγό τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη χρήση από τρίτον ενός ηχητικού sample, έστω και πολύ μικρής διάρκειας, από το φωνογράφημά του με σκοπό την ενσωμάτωση του sample σε άλλο φωνογράφημα, εκτός αν το sample ενσωματώνεται εκεί υπό μορφή τροποποιημένη και μη αναγνωρίσιμη κατά την ακρόαση. Το άρ. 9, παρ. 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2006/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα φωνογράφημα το οποίο περιέχει μουσικά samples που ελήφθησαν από άλλο φωνογράφημα δεν συνιστά «αντίγραφο» του άλλου αυτού φωνογραφήματος για τους σκοπούς της ως άνω διάταξης, εφόσον δεν ενσωματώνει ολόκληρο αυτό το φωνογράφημα ή σημαντικό μέρος του. Σελ. 116.

ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η επανειλημμένη άρνηση καταχώρησης σε μητρώο οργάνωσης για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, με ελλιπή και προσχηματική αιτιολογία, από τις ρωσικές αρχές συνιστά παραβίαση των άρ. 11 και 14 ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, ο χαρακτηρισμός «εξτρεμιστική οργάνωση» πρέπει να χρησιμοποιείται στενά, ενώ η προστασία της σωματικής ακεραιότητας των μελών των προσφευγουσών οργανώσεων και η αποφυγή τυχόν συγκρούσεων που μπορεί να δημιουργούνται από τους πολέμιους των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων δεν πρέπει να λειτουργούν για τα κράτη ως δικαιολογία περιορισμού των δικαιωμάτων των τελευταίων. Αντίθετα, πρέπει να λαμβάνονται θετικά μέτρα προς αποφυγή των συγκρούσεων αυτών, όπως δηλώσεις στήριξης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας και τιμώρησης ατόμων που προβαίνουν σε πράξεις βίας εναντίον των μελών της. Σελ. 105.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Δεκτή η έφεση κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ακυρωτικής αποφάσεως του ΥΠΑΙΘ, με την οποία κυρώθηκαν οι πίνακες των εισακτέων στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, διότι η ποσόστωση θέσεων της Σχολής Αστυφυλάκων υπέρ πολύτεκνων και τριτέκνων οικογενειών βάσει του άρ. 42 παρ. 1, 2 του Ν 1481/1984 δεν είναι αντισυνταγματική. Δεδομένου του ιδιάζοντος, μη ακαδημαϊκού κύριου χαρακτήρα της Σχολής Αστυφυλάκων, η οποία έχει ρητά εκ του άρ. 14 παρ. 1 Ν 3686/2008 χαρακτήρα παραγωγικής σχολής και κατ΄ουσίαν συνιστά σχολή μελλοντικών υπηρεσιακών στελεχών, δικαιολογείται κατ’ εξαίρεση η ρύθμιση από το άρ. 21 παρ. 5 Σ για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Η προβλεπόμενη ποσόστωση θέσεων κατά το ύψος της δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Σελ. 166.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΟΓΟΥ

Η επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή σε βουλευτή λόγω άρνησης του Ολοκαυτώματος δεν παραβίασε τα άρθρα 10 και 17 ΕΣΔΑ. Τα κράτη-μέλη έχουν πολύ περιορισμένη εξουσία παρέμβασης στο περιεχόμενο κοινοβουλευτικού λόγου. Ο προσφεύγων βουλευτής στο πλαίσιο ομιλίας στο κοινοβούλιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας αρνήθηκε το ιστορικό γεγονός του Ολοκαυτώματος, δήλωση που δεν προστατεύεται από τη Σύμβαση, ως αντικείμενη στις δημοκρατικές της αξίες. Κρίσιμο είναι, ότι επέλεξε εκ προθέσεως τα λόγια του, τα οποία δεν συνέχονταν άμεσα με εν εξελίξει πολιτικό διάλογο. Εν όψει του ιστορικού πλαισίου της Γερμανίας, υφίσταται ιδιαίτερα πιεστική κοινωνική ανάγκη και ειδική ευθύνη αποστασιοποίησης από τις βιαιότητες των Ναζί. Συνεπώς η ποινή φυλάκισης βασίστηκε σε σχετικούς και επαρκείς λόγους και υπήρξε αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Επιπλέον, η εκδίκαση αίτησης εξαιρέσεως δικαστή από σύνθεση, στην οποία μετείχε ο δικαστής κατά του οποίου αυτή στρεφόταν, συνιστά παραβίαση του άρ. 6§1 ΕΣΔΑ, η οποία ωστόσο θεραπεύτηκε με την εκ νέου εκδίκαση της αίτησης από άλλους δικαστές του αυτού δικαστηρίου (διαφων. γν.). Σελ. 105.

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Κατ’ ορθή εφαρμογή του άρ. 1, παρ. 1, τρίτο εδάφιο, και παρ. 3, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, κύρια προσφυγή ασκηθείσα από υποψήφιο ο οποίος έχει συμφέρον να του ανατεθεί η εκτέλεση συγκεκριμένης συμβάσεως και ο οποίος ζημιώθηκε ή ενδέχεται να ζημιωθεί λόγω προβαλλομένης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης περί δημοσίων συμβάσεων ή των κανόνων περί μεταφοράς σε εσωτερική έννομη τάξη του εν λόγω δικαίου, με αίτημα τον αποκλεισμό άλλου υποψηφίου, δεν επιτρέπεται να κριθεί απαράδεκτη κατ’ εφαρμογήν εθνικών δικονομικών κανόνων ή σχετικών νομολογιακών πρακτικών, περί εκδικάσεως προσφυγών με τις οποίες ο ένας υποψήφιος ζητεί τον αποκλεισμό του άλλου και αντιστρόφως, ανεξαρτήτως του αριθμού των συμμετεχόντων στη διαδικασία του διαγωνισμού και εκείνων που άσκησαν προσφυγές. Σελ. 118.

Απορριπτέα λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος η αίτηση ακυρώσεως κατά ΚΥΑ με την οποία μειώθηκαν οι συντελεστές ΦΠΑ σε νησιά του Αιγαίου λόγω υπέρβασης της δυναμικότητας φιλοξενίας στα κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης (μειοψ.). Η αιτούμενη μερική ακύρωση, κατά το μέρος που η πράξη διαπιστώνει υπέρβαση δυναμικότητας φιλοξενίας και κατά το μέρος που η μείωση περιορίζεται χρονικά σε έξι μήνες, θα οδηγούσε κατ’ ανάγκη σε εν όλω ακύρωση ευνοϊκής για τους αιτούντες πράξης. Απαραδέκτως προβάλλονται λόγοι που αμφισβητούν το κύρος προγενέστερων διατάξεων που κατάργησαν την εφαρμογή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ σε νησιά του Αιγαίου, κατ’ επίκληση μεταξύ άλλων του άρ. 101 παρ. 4 Σ. Σελ. 163.

Απορριπτέα η αίτηση αναστολής κατά απόφασης της ΑΕΠΠ κατά το μέρος που αφορά, πρώτον, τον αποκλεισμό της αιτούσας από το διαγωνισμό και, δεύτερον, την αποδοχή της προσφοράς της παρεμβαίνουσας κατά παράβαση της αρχής του ίσου μέτρου κρίσεως, ενώ κατά τα λοιπά αναβάλλεται η οριστική κρίση, προς διατύπωση προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ (μειοψ.). Τα προδικαστικά ερωτήματα σχετίζονται αφενός με το έννομο συμφέρον του μη οριστικώς αποκλεισθέντος σε στάδιο της διαγωνιστικής διαδικασίας προγενέστερο της αναθέσεως της σύμβασης να προσβάλει την απόφαση περί αποδοχής της προσφοράς των λοιπών διαγωνιζομένων, για λόγους πέραν της παράβασης του ίσου μέτρου κρίσεως, και αφετέρου με την επιρροή που ασκεί στα παραπάνω η εμπλοκή ανεξάρτητης αρχής κατά την παροχή δικαστικής προστασίας, η αδυναμία επαναπροκήρυξης του διαγωνισμού σε περίπτωση αποδοχής των αιτιάσεων του αποκλεισθέντος και η αδυναμία συμμετοχής του τελευταίου σε περίπτωση επαναπροκύρηξης του διαγωνισμού. Σελ. 170.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Οι βελγικές αρχές παραβίασαν την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ κρατών, που απορρέει από το άρ. 2 ΕΣΔΑ, στο πλαίσιο διεξαγωγής αποτελεσματικής έρευνας για ανθρωποκτονία, λόγω της άρνησης εκτέλεσης του εκδοθέντος από τις ισπανικές αρχές Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σε βάρος υπόπτου για το θάνατο του πατέρα των προσφευγόντων κατά τη διάρκεια τρομοκρατικής επίθεσης στο Μπιλμπάο το 1981. Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι ο έλεγχος των βελγικών δικαστηρίων επί του εντάλματος σύλληψης δεν ήταν πλήρης, και ότι ο λόγος άρνησης εκτέλεσής του, δηλαδή ο κίνδυνος εξευτελιστικής και απάνθρωπης μεταχείρισης του υπόπτου στην χώρα της έκδοσης, δεν στηριζόταν σε επαρκή πραγματική βάση, με αποτέλεσμα την παραβίαση του άρ. 2 ΕΣΔΑ. Σελ. 103.

Το άρ. 1, παρ. 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, σε συνδυασμό με το άρ. 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι, όταν η δικαστική αρχή εκτελέσεως έχει στη διάθεσή της αντικειμενικά, αξιόπιστα, συγκεκριμένα και δεόντως επικαιροποιημένα στοιχεία τα οποία μαρτυρούν την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά τις συνθήκες κρατήσεως στα σωφρονιστικά καταστήματα του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, οφείλει, για να εκτιμήσει αν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι προκειμένου να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος αυτό, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, υπό την έννοια του άρ. 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να λάβει υπόψη το σύνολο των κρίσιμων υλικών πτυχών των συνθηκών κρατήσεως στο σωφρονιστικό κατάστημα στο οποίο προβλέπεται συγκεκριμένα να κρατηθεί το πρόσωπο αυτό, όπως είναι ο διαθέσιμος προσωπικός χώρος ανά κρατούμενο σε κελί του καταστήματος αυτού, οι συνθήκες υγιεινής, καθώς και η έκταση της ελευθερίας κινήσεως του κρατουμένου εντός του εν λόγω σωφρονιστικού καταστήματος. Η εκτίμηση αυτή δεν περιορίζεται στον έλεγχο προδήλων πλημμελειών. Προκειμένου να προβεί στην εν λόγω εκτίμηση, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να ζητήσει από τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος τις πληροφορίες τις οποίες κρίνει αναγκαίες και οφείλει, καταρχήν, να εμπιστευθεί τις παρασχεθείσες από την εν λόγω αρχή διαβεβαιώσεις, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων βάσει των οποίων να δύναται να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες κρατήσεως δεν συνάδουν προς το άρ. 4 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Όσον αφορά ειδικότερα τον διαθέσιμο προσωπικό χώρο ανά κρατούμενο, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει, ελλείψει, επί του παρόντος, σχετικών ελάχιστων προδιαγραφών στο δίκαιο της Ένωσης, να λάβει υπόψη τις ελάχιστες απαιτήσεις που απορρέουν από το άρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μολονότι για τον υπολογισμό του εν λόγω διαθέσιμου χώρου δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χώρος που καταλαμβάνουν οι εγκαταστάσεις υγιεινής, ο υπολογισμός αυτός πρέπει να περιλαμβάνει τον χώρο που καταλαμβάνουν τα έπιπλα. Πάντως, οι κρατούμενοι πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να κινούνται άνετα εντός του κελιού. Η δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν μπορεί να αποκλείσει την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχειρίσεως για τον λόγο και μόνον ότι ο ενδιαφερόμενος έχει στη διάθεσή του, στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, ένδικο βοήθημα που του παρέχει τη δυνατότητα να προσφύγει κατά των συνθηκών κρατήσεώς του ή ότι υφίστανται, στο οικείο κράτος μέλος, νομοθετικά ή διαρθρωτικά μέτρα προς ενίσχυση του ελέγχου των συνθηκών κρατήσεως. Η εκ μέρους της εν λόγω αρχής διαπίστωση της υπάρξεως σοβαρών και αποδεδειγμένων λόγων προκειμένου να θεωρηθεί ότι, κατόπιν της παραδόσεώς του στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος, ο ενδιαφερόμενος θα διατρέξει τέτοιο κίνδυνο, λόγω των συνθηκών κρατήσεως που επικρατούν στο σωφρονιστικό κατάστημα στο οποίο προβλέπεται συγκεκριμένα να κρατηθεί, δεν δύναται, προκειμένου να αποφασιστεί η παράδοσή του, να σταθμιστεί με εκτιμήσεις που αφορούν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις καθώς και τις αρχές της εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Σελ. 122.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ακυρωτέα η απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο», δεδομένου ότι παραβιάζει το άρ. 16 παρ. 2 Σ, το άρ. 13 παρ. 1 Σ και το άρ. 4 παρ. 1 Σ, καθώς και το άρ 2 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ (μειοψ.). Με τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, το οποίο, κατά το Σύνταγμα, απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές, πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται να μετατραπεί αυτό σε μάθημα θρησκειολογικού περιεχομένου. Η προσβαλλόμενη μη αποβλέποντας στον προαναφερθέντα συνταγματικό σκοπό παραβιάζει τα άρ. 13 παρ. 1 και 16 παρ. 2 Σ, και στερεί το δικαίωμα των ορθόδοξων χριστιανών μαθητών και των γονέων τους να διδάσκονται, οι πρώτοι, τα δόγματα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, όπως αυτό απορρέει από το άρ.2 ΠΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.). Σελ. 168.

Απορριπτέο το αίτημα αφαίρεσης θρησκευτικής εικόνας που είναι αναρτημένη στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δικαστηρίου. Τούτο, διότι οι αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύουν βλάβη, όπως επιρροή είτε στο φρόνημα των δικαστών είτε στην άσκηση των δικαιωμάτων τους στο ακροατήριο, από την εθιμική πρακτική ανάρτησης θρησκευτικών εικόνων που απορρέει από το άρ. 3 Σ. Ούτε επικαλούνται ότι η διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε αίθουσα με αναρτημένη θρησκευτική εικόνα έχει επιδράσει στο περιεχόμενο απόφασης του Δικαστηρίου κατά τρόπο αντίθετο προς τη δικαστική αμεροληψία, όπως αυτή προβλέπεται στο άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Στον νομοθέτη εναπόκειται η διατήρηση ή η διακοπή, κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, της ως άνω πρακτικής (μειοψ.). Σελ. 169.

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως κατά ΥΑ του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με την οποία προβλεπόταν η υποχρεωτική αναγραφή θρησκεύματος στα απολυτήρια, τα αποδεικτικά και τα πιστοποιητικά σπουδών Γυμνασίου. Η διάταξη στην οποία βασίζεται η ΥΑ παραβιάζει το άρ. 13 παρ. 1 Σ, τα άρ. 9 και 14 ΕΣΔΑ, καθώς και τον Ν 2472/1997 και τον Κανονισμό 2016/679. Ακόμα και η προαιρετική αναγραφή παραβιάζει την θρησκευτική ελευθερία του άρ. 13 Σ υπό την αρνητική της έκφανση, καθώς εξαναγκάζει έμμεσα το άτομο να αποκαλύψει την ενδιάθετη στάση του προς το θείο. Το περιεχόμενο των επίσημων εγγράφων δεν διαμορφώνεται βάσει της βούλησης των διοικουμένων, το θρήσκευμα δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο των εκπαιδευτικών εγγράφων , ενώ η αναγραφή του σε αυτά υποθάλπει τον κίνδυνο διακριτικής μεταχείρισης. Ως ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις πρέπει να τυγχάνουν θεμιτής και νόμιμης συλλογής και επεξεργασίας, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Σελ. 169.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Η παράλειψη του κράτους να εκτελέσει αποφάσεις της διοικήσεως που επιβάλλουν το μέτρο της κατεδαφίσεως επικίνδυνου κτηρίου, το οποίο βρισκόταν δίπλα στο σπίτι της προσφεύγουσας, συνιστά παραβίαση του άρ. 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Παράλληλα, η αδυναμία του προσφεύγοντος να επιδιώξει νομικά τη συμμόρφωση του κράτους προς τις απαιτήσεις του νόμου και η ύπαρξη μόνο αποζημιωτικής κατά του κράτους προσφυγής, βάσει των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, η οποία δεν υποχρεώνει το κράτος σε λήψη θετικών μέτρων συμμόρφωσης και δεν αποτελεί αποτελεσματική προσφυγή, συνιστά παραβίαση του άρ. 13 ΕΣΔΑ. Σελ. 103-104.

Η απαγόρευση των τυχερών παιγνίων με νόμο και ειδικότερα αφενός η ανάκληση βάσει αυτού των προηγουμένως αποκτηθεισών πολυετών αδειών λειτουργίας σχετικών επιχειρήσεων των προσφευγόντων και αφετέρου η αναστολή της άδειας της δεύτερης εξ αυτών, κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, ως παρέμβαση δημόσιας αρχής στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης των περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, η παρέμβαση αυτή χαρακτηρίστηκε ως μη νόμιμη, διότι εξέλειπε το στοιχείο της προβλεψιμότητας της ρύθμισης, και δυσανάλογη, λόγω της ποιότητας της διαδικασίας λήψεως της απόφασης, της έλλειψης αποζημιωτικών μέτρων και της απουσίας μεταβατικής περιόδου από το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς στο καθεστώς της απόλυτης απαγόρευσης διενέργειας τυχερών παιγνίων. Σελ. 104.

Η αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους ακινήτου όπου στεγαζόταν επιχείρηση του προσφεύγοντος και η συνακόλουθη χορήγηση αποζημίωσης για το τμήμα γης και για την μείωση της αξίας του ακινήτου χωρίς την συμπερίληψη διαφυγόντων κερδών και εξόδων μετεγκατάστασης της επιχείρησης, διαταράσσει την ισορροπία μεταξύ ατομικού και δημοσίου συμφέροντος και παραβιάζει το άρ. 1 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ έκρινε πως το ζήτημα εφαρμογής του άρ. 41 ΕΣΔΑ σχετικά με την δίκαιη ικανοποίηση του προσφεύγοντος δεν ήταν ώριμο προς κρίση και επιφυλάχθηκε να το εξετάσει σε μεταγενέστερο χρόνο. Σελ. 104-105.

ΙΣΟΤΗΤΑ - ΙΣΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Συμμόρφωση εργοδοτικής εταιρίας δια της απάλειψης του ορίου ηλικίας σε αγγελίες αναζήτησης υπαλλήλων αλυσίδας καταστημάτων καφεστίασης, ενόψει της διαπιστωθείσας παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης λόγω ηλικίας. Η τοποθέτηση κατώτατου και ανώτατου ηλικιακού ορίου σε αγγελία ως κριτήριο πρόσληψης προσωπικού, χωρίς να καθίσταται προφανής ο λόγος που η ορισμένη ηλικία είναι ουσιαστικό και καθοριστικό προαπαιτούμενο, θέτει μία αδικαιολόγητη προϋπόθεση για την άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας και δεν εναρμονίζεται ούτε με το εθνικό ούτε με το ευρωπαϊκό πλαίσιο προστασίας κατά των διακρίσεων. Σελ. 173-174.

Το άρ. 119 της Συνθήκης ΕΚ (κατόπιν τροποποίησης, άρ. 141 ΕΚ) έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει, ελλείψει αντικειμενικής δικαιολόγησης, σε συνταξιοδοτικό σύστημα να θεσπίσει, προκειμένου να παύσει δυσμενής διάκριση αντιβαίνουσα στη διάταξη αυτή και απορρέουσα από τον καθορισμό διαφορετικού γενικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης ανάλογα με το φύλο, μέτρο το οποίο εξισώνει αναδρομικά το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης των μελών του ως άνω συστήματος με εκείνο των προσώπων της κατηγορίας που βρισκόταν προηγουμένως σε μειονεκτική θέση, όσον αφορά την περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της ανακοίνωσης και της θέσπισης του μέτρου αυτού, ακόμη και όταν ένα τέτοιο μέτρο επιτρέπεται κατά το εθνικό δίκαιο και κατά την πράξη περί σύστασης του εν λόγω συνταξιοδοτικού συστήματος. Σελ. 122.

Δεκτή προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρ. 258 ΣΛΕΕ κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας, η οποία καθορίζοντας, βάσει νόμου, διαφορετικό όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τους άνδρες και για τις γυναίκες που υπηρετούν ως δικαστές ή ως εισαγγελικοί λειτουργοί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρ. 157 ΣΛΕΕ, καθώς και από το άρ. 5, στοιχείο α΄, και το άρ. 9, παρ. 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης. Η Δημοκρατία της Πολωνίας, εξουσιοδοτώντας βάσει του ως άνω νόμου τον Υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει την παράταση του χρονικού διαστήματος ενεργού υπηρεσίας των δικαστών των πολωνικών τακτικών δικαστηρίων πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των εν λόγω δικαστών, όπως αυτό μειώθηκε βάσει του ιδίου αυτού νόμου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρ. 19, παρ. 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ. Σελ. 123.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης της Bayerische Motoren Werke AG κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου Τ-671/14, με την οποία απερρίφθη η προσφυγή της για εν μέρει ακύρωση απόφασης της Επιτροπής, η οποία έκρινε ως συμβατή με την εσωτερική αγορά κρατική ενίσχυση περιφερειακού επενδυτικού σχεδίου για τη κατασκευή εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικών οχημάτων ύψους 49 εκ. ευρώ, μόνο για το ποσό των 17 εκ. ευρώ. Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το σημείο 52 της Ανακοίνωσης 2009 (ΕΕ 2009, C 223), δίνοντάς του την έννοια ότι η Επιτροπή, όταν κρίνει ότι μια περιφερειακή ενίσχυση δεν έχει τον χαρακτήρα «κινήτρου» για την πραγματοποίηση της επένδυσης στην εν λόγω περιφέρεια και άρα δεν πληροί την προϋπόθεση της αναλογικότητας, απαλλάσσεται από την υποχρέωση στάθμισης των θετικών και των αρνητικών συνεπειών της ενίσχυσης, κι επομένως μπορεί να συνάγει κατά τεκμήριο ότι η ενίσχυση επιφέρει στρέβλωση του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, την οποία επίσης δεν υποχρεούται να οριοθετήσει. Περαιτέρω, όταν οι αρχές του κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι ενίσχυση πληροί τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 800/2008, αυτό δεν συνεπάγεται τεκμήριο συμβατότητας της με την εσωτερική αγορά, ούτε εξομοιώνει την ενίσχυση με «υφιστάμενη ενισχύση» κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής βάσει του άρ. 1, στοιχείο β΄ του Κανονισμού 659/1999, καθώς η εφαρμογή του Κανονισμού 800/2008 δεν επηρεάζει την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να ελέγχει κατ’ άρ. 107 παρ. 3 ΣΛΕΕ την εν λόγω συμβατότητα. Η αποκλειστική αυτή εξουσία τελικής εκτίμησης συμβατότητας της ενίσχυσης διαφυλάσσεται υπέρ της Επιτροπής ανεξάρτητα αν το ποσό της υπερβαίνει ή όχι το όριο της ατομικής κοινοποίησης του άρ. 6, παρ. 2 του ως άνω Κανονισμού. Σελ. 117-118.

Το άρ. 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία τροποποιεί καθεστώς ενισχύσεων περιορίζοντας τον κύκλο των δικαιούχων των ενισχύσεων αυτών υπόκειται, κατ’ αρχήν, στην υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει η διάταξη αυτή. Το άρ. 58, παρ. 1, του κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρ. 107 και 108 [ΣΛΕΕ], έχει την έννοια ότι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, βάσει καθεστώτος ενισχύσεων όπως το επίμαχο στις διαφορές των κυρίων δικών, μπορούν, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, να τύχουν απαλλαγής από την υποχρέωση κοινοποίησης που προβλέπει το άρ. 108, παρ. 3, ΣΛΕΕ. Το άρ. 44, παρ. 3, του κανονισμού 651/2014 έχει την έννοια ότι καθεστώς ενισχύσεων, όπως το επίμαχο στις κύριες δίκες, για το οποίο το ποσό της επιστροφής των φόρων επί της ενέργειας καθορίζεται ρητώς με τύπο υπολογισμού προβλεπόμενο από την εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζει το καθεστώς αυτό, είναι σύμφωνο με την εν λόγω διάταξη. Σελ. 124.

ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ - ΛΑΤΟΜΕΙΑ

Δεκτή η αίτηση ακυρώσεως ανώνυμης εταιρείας κατά της παράλειψης εξέτασης και αιτιολογημένης απόφανσης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας επί του αιτήματος παράτασης της άδειας εγκατάστασης ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού υποέργων στο πλαίσιο μεταλλευτικού έργου. Στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, καθώς από το συνδυασμό των άρ. 158 παρ. 1 και 161 του Μεταλλευτικού Κώδικα και 27 παρ. 2, 45 παρ. 1 και 103 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών, ερμηνευόμενων υπό το πρίσμα του άρ. 5 παρ. 1 Σ, προκύπτει ότι η Διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να αποφανθεί αιτιολογημένα επί του σχετικού αιτήματος. Η μη προηγούμενη έγκριση της τεχνικής μελέτης του συνολικού έργου δεν συνιστά λόγο απόρριψης του αιτήματος, καθώς δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της προαναφερθείσας άδειας για τα υποέργα. Σελ. 166-167.

NE BIS IN IDEM

Η επανεξέταση ποινικής υπόθεσης, η οποία είχε τερματιστεί με πράξη του εισαγγελέα, από ανώτερη εισαγγελική αρχή, και η συνακόλουθη επιβολή ποινής φυλάκισης με αναστολή, αφού είχε προηγηθεί η τιμώρηση του προσφεύγοντος μόνο με διοικητική κύρωση (πρόστιμο), χωρίς νέα στοιχεία ή πλημμέλειες της διαδικασίας παραβιάζει το άρ. 4 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ. Το επιβληθέν πρόστιμο είχε μεν ποινικό χαρακτήρα αλλά οι δύο ποινές, το πρόστιμο και η ποινή φυλάκισης, δεν ήταν συμπληρωματικές, καθώς υπήρξε σύμπτωση εφαρμοσθεισών διατάξεων, σκοπού, δικαστικής αρχής και αποδεικτικών στοιχείων. Με την επιβολή του προστίμου και την πάροδο της προθεσμίας προσβολής του ο προσφεύγων είχε «καταδικαστεί με αμετάκλητη απόφαση», σύμφωνα με την αυτόνομη ερμηνεία άρ. 4 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ, και συνεπώς η επανεξέταση της υπόθεσής του από την ανώτερη αρχή επιτρεπόταν μόνον εφόσον προέκυπταν νέα στοιχεία ή ελαττώματα της προηγούμενης διαδικασίας, καθοριστικά για την έκβαση της υπόθεσης, γεγονός που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω. Σελ. 103.

ΟΛΠ

Ακυρωτέα η απόφαση της ΑΕΠΠ που έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα να εξετάσει προδικαστικές προσφυγές κατά της Πρόσκλησης Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος και της έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης του διαγωνισμού που προκήρυξε η ΟΛΠ ΑΕ για την επέκταση του επιβατικού λιμένα . Δεδομένου ότι το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης της λιμενικής ζώνης του Πειραιά παραχωρήθηκε στην ΟΛΠ ΑΕ με διαδικασία η οποία έτυχε επαρκούς δημοσιότητος, βασίσθηκε σε αντικειμενικά κριτήρια και ήταν σύμφωνη με την αρχή της διαφάνειας, η ΟΛΠ ΑΕ δεν αποτελεί αναθέτοντα φορέα κατ’ άρ. 4 της Οδηγίας 2014/25/ΕΕ. Κατ’ επέκταση, οι συναπτόμενες από αυτήν συμβάσεις δεν έχουν τον χαρακτήρα δημόσιας σύμβασης και ο έλεγχος του οικείου διαγωνισμού υπάγεται στη δικαιοδοσία του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου κατ’ άρ. 8 και 9 του Ν 4404/2016 (μειοψ.). Σελ. 162.

Δεκτές προδικαστικές προσφυγές κατά όρου προκήρυξης διαγωνισμού του ΟΛΠ για επέκταση επιβατικής ζώνης λιμένα, ο οποίος προέβλεπε τον αποκλεισμό των διαγωνιζομένων για παρελθούσες παραβάσεις κανόνων ανταγωνισμού, κατά παράβαση του άρ. 57 παρ. 6 Οδηγίας 2014/24/ΕΕ και 73 παρ. 7 Ν 4412/2016, δεδομένου ότι προέβλεπε τον αποκλεισμό οικονομικού φορέα άνευ ετέρου, χωρίς δηλαδή τη δυνατότητα απόδειξης της αξιοπιστίας του παρά την παρελθούσα παράβαση. Ακυρωτέα στο σύνολό της η διακήρυξη λόγω ακύρωσης ενός τουλάχιστον όρου της που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προσφορών, ενόψει των αρχών της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων και της διαφάνειας των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Σελ. 172-173.

ΟΠΑΠ

Παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα της συνταγματικότητας του άρ. 50 παρ. 12 του Ν 4002/2011, σχετικά με το μεταβατικό καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου που κατέχουν σχετική άδεια λειτουργίας από κράτος της ΕΕ και του ΕΟΧ μέχρι την τελική αδειοδότηση των παρόχων, καθώς και της συμβατότητας με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο της προθεσμίας, του άρ. 1 της αποφάσεως του Αναπληρωτή ΥΠΟΙΚ Πολ.1248/13/12/2011, για την υποβολή αίτησης υπαγωγής στο προαναφερθέν καθεστώς. Το Τμήμα δέχεται ότι το άρ. 50 παρ. 12 παραβιάζει την αρχή του κράτους δικαίου και το άρ. 4 παρ. 1 Σ, καθώς ο νομοθέτης ούτε ήλεγξε ούτε ρύθμισε προσηκόντως την αγορά παροχής διαδικτυακών τυχερών παιγνίων κατά το μεταβατικό, μέχρι την αδειοδότηση των παρόχων, διάστημα, γεγονός που συνιστά απαγορευμένη διάκριση εις βάρος επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε πλήρως ρυθμισμένη αγορά τυχερών παιγνίων, όπως η αιτούσα, η οποία ασκεί εκμετάλλευση καζίνο. Εξάλλου, η προθεσμία του άρ. 1 της ΥΑ συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της ελεύθρης παροχής υπηρεσιών (άρ. 56 ΣΛΕΕ), καθώς δεν επιτρέπει την υποβολή αίτησης καθ’ όλο το μεταβατικό διάστημα. Σελ. 164.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Η δυνατότητα άσκησης προσφυγής βάσει του άρ. 76 παρ. 3 του Ν 3386/2005, κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεων που διέτασσαν την απέλαση και την επέκταση της κράτησής των προσφευγόντων-αιτούντων άσυλο, δεν συνιστούσε αποτελεσματικό μέσο αμφισβήτησης της κράτησης. Οι εν λόγω αποφάσεις συντάχθηκαν στα ελληνικά, ενώ παρά την παροχή ενημερωτικού φυλλαδίου για την άσκηση ενδίκων μέσων εναντίον τους, ελλείψει συνδρομής δικηγόρων στα κέντρα ΒΙΑΛ και ΣΟΥΔΑ, οι προσφεύγοντες δεν διέθεταν τις αναγκαίες για την κατανόησή του νομικές γνώσεις. Ακόμα, όμως, κι αν το εν λόγω ένδικο βοήθημα ήταν αποτελεσματικό, το γεγονός ότι το αρμόδιο για την εξέταση της προσφυγής διοικητικό δικαστήριο βρισκόταν σε άλλο νησί είχε ως συνέπεια τον πλήρη αποκλεισμό των προσφευγόντων από τη δυνατότητα άσκησής του, κατά παραβίαση του άρ. 5 παρ. 4 της Συμβάσεως. Από την άλλη, η κράτηση και η διαμονή των προσφευγόντων, μεταξύ αυτών και ασυνόδευτων ανηλίκων, στη ΒΙΑΛ και στη ΣΟΥΔΑ δεν παραβίασε το άρ. 3 ΕΣΔΑ. Σελ. 104.

Το άρ. 46, παρ. 3, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι, υπό περιστάσεις, όπου το μεν πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά από πλήρη και ex nunc εξέταση του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων που υπέβαλε ο αιτών διεθνή προστασία, διαπίστωσε ότι, κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που προβλέπει η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, πρέπει να χορηγηθεί στον ανωτέρω αιτούντα η εν λόγω προστασία για τον λόγο που αυτός επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεώς του, αλλά ένα διοικητικό ή οιονεί δικαστικό όργανο εκδίδει εν συνεχεία αντίθετη απόφαση, χωρίς να διαπιστώσει προς τούτο ότι ανέκυψαν νέα στοιχεία που δικαιολογούν εκ νέου εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας του προμνησθέντος αιτούντος, το εν λόγω δικαστήριο οφείλει να μεταρρυθμίσει την ως άνω μη σύμφωνη προς την προηγούμενη απόφασή του διοικητική απόφαση και να την υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη την εθνική νομοθεσία που του απαγορεύει να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σελ. 115-116.

Το άρ. 20, παρ. 4 και 5, της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία, σε συνδυασμό με το άρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προβλέπει, μεταξύ των κυρώσεων που δύνανται να επιβληθούν σε αιτούντα σε περίπτωση σοβαρής παράβασης των κανόνων των κέντρων φιλοξενίας καθώς και σε περίπτωση επίδειξης ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς, κύρωση συνιστάμενη στην ανάκληση, έστω και προσωρινή, των υλικών συνθηκών υποδοχής, κατά την έννοια του άρ. 2, στοιχεία στ΄ και ζ΄, της οδηγίας αυτής, οι οποίες αφορούν τη στέγαση, την τροφή ή την ένδυση, καθώς μια τέτοια κύρωση θα είχε ως αποτέλεσμα τη στέρηση από τον εν λόγω αιτούντα της δυνατότητας να αντιμετωπίσει τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες του. Η επιβολή άλλων κυρώσεων δυνάμει του ως άνω άρ. 20, παρ. 4, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του άρ. αυτού, ιδίως δε εκείνες που αφορούν τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όταν πρόκειται για ασυνόδευτο ανήλικο, για την επιβολή των κυρώσεων αυτών, πρέπει, βάσει, μεταξύ άλλων, του άρ. 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το μείζον συμφέρον του παιδιού. Σελ. 123.

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΙ

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν μπορεί να αρνηθεί το διορισμό ως συμβολαιογράφων δύο επιτυχόντων στον οικείο διαγωνισμό, για το λόγο ότι δεν διαθέτουν το τυπικό προσόν της ηλικίας, εφόσον η απόφαση της Τριμελούς Οργανωτικής Επιτροπής του διαγωνισμού, που έκανε δεκτή την αίτηση συμμετοχής τους δεν έχει ανακληθεί. Η κατ’ απόκλιση από τους όρους της προκήρυξης συμπερίληψη των ενδιαφερομένων στον πίνακα υποψηφίων περιβάλλεται το τεκμήριο νομιμότητας και το κύρος της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρεμπιπτόντως κατά την σύνταξη του Τελικού Πίνακα κατάταξης. Δύναται όμως η Διοίκηση, ενόψει της κρίσης του ΣτΕ περί αντίθεσης της διατάξεως, που προβλέπει το 42ο έτος ως όριο συμμετοχής στον διαγωνισμό,, στα άρ. 4 παρ. 1 και 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ και κατ’ εφαρμογή των αρχών της χρηστής διοίκησης και του κράτους δικαίου να προβεί στην περίληψη των προαναφερθέντων επιτυχόντων στον Τελικό Πίνακα κατάταξης ανά Ειρηνοδικείο. Σελ. 174.

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ - ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ - ΕΦΚΑ

Ακυρωτέα η Υπουργική Απόφαση που ρυθμίζει τον τρόπο υπολογισμού των εφεξής καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων των μελλοντικών συνταξιούχων. Τούτο, διότι το άρ. 22 παρ. 5 υπό το φως του άρ. 106 παρ. 1 Σ επιβάλλει την εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης αποκλειστικά από την αρμόδια Εθνική Αναλογιστική Αρχή, πριν από την ψήφιση του νόμου, με την οποία πρέπει να τεκμηριώνεται με αναλογιστικές προβολές η βιωσιμότητα του κλάδου της επικουρικής σύνταξης του ΕΤΕΑΕΠ (μειοψ.). Ελλείψει αυτής κρίνονται αντισυνταγματικές οι διατάξεις περί νέου τρόπου υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων του ΕΤΕΑΕΠ (άρ. 96 παρ.1 και 4 Ν 4387/2016) και η αύξηση των εισφορών για την επικουρική σύνταξη (άρ. 97 ίδιου Ν). Συνεκτιμώντας τον μεγάλο αριθμό των επικουρικών συντάξεων, το ακυρωτικό αποτέλεσμα μεταφέρεται την ημέρα της δημοσίευσης της αποφάσεως, καθώς μετάθεση πέραν αυτού του χρονικού σημείου απαγορεύεται εκ του άρ. 93 παρ. 4 Σ (μειοψ.). Σελ. 169-170.

Ακυρωτέα η απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την οποία αναπροσαρμόζονταν οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του Ν 4387/2016 συντάξεις του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών. Ο νομοθέτης νομίμως υιοθέτησε, ως βάση επανυπολογισμού των ήδη καταβαλλόμενων επικουρικών συντάξεων, τις συντάξεις που καταβάλλονταν μετά τις περικοπές των Ν 4051/2012 και 4093/2012, οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις αποφάσεις 2287-8/2015 της Ολομέλειας του ΣτΕ, καθώς αιτιολόγησε επαρκώς την αναγκαιότητα της επιλογής του αυτής για την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, συμμορφούμενος προς τις προαναφερθείσες αποφάσεις (μειοψ.). Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη αναλογιστικής μελέτης, η οποία να τεκμηριώνει την βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του ΕΤΕΑΕΠ κατόπιν της εφαρμογής του συστήματος αναπροσαρμογής των ήδη καταβαλλομένων επικουρικών συντάξεων, καθώς και η υιοθέτηση ως κριτηρίου, για την αναπροσαρμογή ή μη των επικουρικών συντάξεων, του αθροίσματος της καταβαλλόμενης κύριας και επικουρικής σύνταξης, παραβίασε τα άρ. 22 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 παρ. 5 Σ (μειοψ.). Σελ. 170.

Ακυρωτέα η απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας περί αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων βάσει του Ν 4387/2016, ελλείψει αναλογιστικής μελέτης που να αποδεικνύει την επάρκεια του συνόλου των χορηγούμενων παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης. Ο νομοθέτης νομίμως τεκμηριώνει μέσω αναλογιστικής μελέτης τη βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ όπως απαιτεί το άρ. 22 παρ. 5 (μειοψ.). Η διαπιστωθείσα όμως με τις υπ’ αριθμ. 1890 και 1889/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ θέτει εν αμφιβόλω την δυνατότητα του εν λόγω φορέα να παρέχει επικουρικές παροχές και κλονίζει την επάρκεια των παρεχόμενων με τον Ν 4387/2016 συνολικών συνταξιοδοτικών παροχών, κυρίων και επικουρικών, κατά παράβαση των άρ. 2 παρ. 1, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 Σ (μειοψ.). Η δε διάταξη του άρ. 14 θεσπίζει προφανώς δυσανάλογη σε σχέση με τις συντάξιμες αποδοχές ανταποδοτική συνταξιοδοτική παροχή και εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης σε πρόσωπα με μικρότερες αποδοχές, σε σχέση με πρόσωπα με υψηλότερες αποδοχές που ανήκουν στην ίδια κλίμακα από πλευράς χρόνου ασφαλίσεως, κατά παράβαση των αρχών της ανταποδοτικότητας και της ισότητας (μειοψ.) Σελ. 170.

Παραπομπή στην Ολομέλεια του ΕλΣυν του ζητήματος της συνταγματικότητας της ένταξης των δημόσιων λειτουργών, στρατιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων στον Ε.Φ.Κ.Α και της ενιαίας αντιμετώπισής τους με τους λοιπούς ασφαλισμένους μέσω κοινών κανόνων υπολογισμού εισφορών και παροχών δυνάμει του Ν 4387/2016. Το Τμήμα δέχεται ότι η εν λόγω ένταξη παραβιάζει τα άρ. 4 παρ. 1, 5 παρ. 1, 16, 17, 21 παρ. 3, 22 παρ. 2, 23 παρ. 2 εδ. β΄, 25 παρ. 1, 45, 73 παρ. 2, 80, 87 επ., 103 και 104 Σ, καθώς το Σ κατοχυρώνει ειδικό συνταξιοδοτικό σύστημα για τους δημόσιους λειτουργούς, διακριτό από τους κατ’ άρθρον 22 παρ. 5 Σ φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, ο κανονισμός της σύνταξης του Δημοσίου χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν το νομοθετικό καθεστώς υπό το οποίο θεμελίωσε δικαίωμα σύνταξης ο δικαιούχος παραβιάζει το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, την αρχή της ασφάλειας δικαίου, της προβλεψιμότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά και ενέχεται εις ολόκληρον με τον ΕΦΚΑ για τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, χωρίς ο τελευταίος να συνιστά οιονεί καθολικό διάδοχό του, λόγω της συνταγματικής κατοχύρωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των συνταξιούχων του Δημοσίου, και της εγγυητικής θέσης του Δημοσίου ως προς αυτά. Σελ. 170-171.

ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θεσπίσει, μέχρι το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της 30ής Σεπτεμβρίου 2016 προθεσμίας, όπως αυτή παρατάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2014/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και, κατά μείζονα λόγο, παραλείποντας να ανακοινώσει στην Επιτροπή τέτοια μέτρα μεταφοράς της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρ. 13 της οδηγίας αυτής. Η παράβαση του Βασιλείου του Βελγίου συνεχίστηκε εν μέρει, δεδομένου ότι αυτό εξακολούθησε να μην έχει λάβει, κατά τον χρόνο εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό του δίκαιο, όσον αφορά την Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης, του άρ. 2, παρ. 7 έως 9 και 11, του άρ. 4, παρ. 5, καθώς και του άρ. 8 της οδηγίας 2014/61 και, κατά μείζονα λόγο, να μην έχει ανακοινώσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τέτοια μέτρα μεταφοράς. Σε περίπτωση που η διαπιστωθείσα παράβαση εξακολουθεί ακόμη να υφίσταται κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως, το Δικαστήριο υποχρεώνει το Βασίλειο του Βελγίου να καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από της ημερομηνίας αυτής και μέχρι τερματισμού της παραβάσεως, ημερήσια χρηματική ποινή ύψους 5.000 ευρώ, βάσει του άρ. 260, παρ. 3 ΣΛΕΕ. Σελ. 114.

ΦΑΡΜΑΚΑ

Έρευνα του Διαμεσολαβητή σχετικά με τη διαφάνεια τόσο της προπαρασκευαστικής διαδικασίας παροχής συμβουλών από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA) όσο και της χορήγησης άδειας κυκλοφορίας των φαρμάκων από τον ίδιο. Ανησυχία προκαλούσε η αλληλεπίδραση με τους κατασκευαστές φαρμάκων αφενός των εκτιμητών του EMA, οι οποίοι συμβουλεύουν τους κατασκευαστές φαρμάκων πώς να διενεργήσουν κλινικές μελέτες σε ένα προκαταρκτικό της έκδοσης της άδειας στάδιο, και αφετέρου των εισηγητών, οι οποίοι βάσει των κλινικών αποτελεσμάτων εισηγούνται, αν ένα φάρμακο είναι ασφαλές, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αποφαίνεται επί των σχετικών αιτήσεων χορήγησης αδειών κυκλοφορίας. Ο Διαμεσολαβητής προτείνει τη λήψη υπόψη της προγενέστερης ανάμειξης του εξειδικευμένου προσωπικού στην φάση της παροχής συμβουλών και τον αποκλεισμό αυτών από την επιτροπή αξιολόγησης των αιτήσεων. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, ο EMA θα πρέπει να αιτιολογήσει την επιλογή του. Παράλληλα, χρήζουν δημοσίευσης τα ονόματα των ειδικών και το περιεχόμενο των συμβουλών που παρασχέθηκαν, ενώ θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι τουλάχιστον ένας εκ των δύο εισηγητών δεν είχε κάποιο σημαντικό ρόλο κατά το στάδιο προ της κατάθεσης της αίτησης χορήγησης άδειας. Σελ. 148.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης αλλοδαπής ΑΕ κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία επικυρώθηκε η επιβολή σε βάρος της ειδικού φόρου επί ακινήτων και πρόσθετου φόρου λόγω μη υποβολής σχετικής δήλωσης, επειδή λόγω της αρχής της αναδρομικότητας της ευμενέστερης ρύθμισης, εφαρμογής τυγχάνει η διάταξη του άρ. 3 παρ. 7 Ν 4337/2015, με αποτέλεσμα την μείωση του φόρου κατά ποσοστό 50 επί τοις εκατό. Η επιβολή του φόρου σε off - shore εταιρείες δεν παραβιάζει τα άρ. 4 παρ. 5, 5 παρ. 1, 17, 20 και 25 παρ. 1 Σ, 6 ΕΣΔΑ, 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ, καθώς υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και συναρτάται με γενικό κι αντικειμενικό κριτήριο από το οποίο τεκμαίρεται κατά την κοινή πείρα η ύπαρξη οικονομικής δύναμης, άρα και φοροδοτικής ικανότητας, των υποκειμένων στον φόρο εταιριών. Τηρήθηκε η αρχή της νομιμότητας των διοικητικών κυρώσεων, η αρχή της υποκειμενικής ευθύνης και το τεκμήριο αθωότητας, καθώς η επίμαχη καταλογιστική πράξη δεν φέρει τον χαρακτήρα διοικητικής κύρωσης, αλλά αποτελεί φόρο κατ’ άρ. 78 παρ. 1 Σ. Σελ. 165.

ΦΠΑ

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η πράξη επιβολής των διασφαλιστικών των συμφερόντων του Δημοσίου μέτρων, σύμφωνα με το άρ. 14 Ν 2523/1997, για την έκδοση εικονικών τιμολογίων. Τα εν λόγω μέτρα αίρονται, εκτός των άλλων, και με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που ακυρώνει την καταλογιστική πράξη για ουσιαστικό μόνο λόγο, κι όχι απλώς για τυπικό. Σε περίπτωση, διαπιστώσεως με περισσότερερες διαδοχικές εκθέσεις ελέγχου περισσοτέρων φορολογικών παραβάσεων από τον ίδιο φορολογούμενο, κι ως εκ τούτου επιβολής των μέτρων του άρ. 14 Ν 2523/1996 περισσότερες από μία φορές, δεν μπορεί να δεσμευτεί ποσό μεγαλύτερο του 50% του υπάρχοντος πιστωτικού υπολοίπου στους τραπεζικούς λογαριασμούς του φορολογούμενου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το 50% που ενδεχομένως έχει ήδη δεσμευθεί από το Δημόσιο. Σελ. 168.