ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Τεύχος 3/2020, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος - Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2020

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εκδίδεται από το 1987

Θεματολογία νέων άρθρων;

Αν έχετε κάποια ιδέα πατήστε εδώ

Αν έχετε κάποια ερώτηση ή ένα άρθρο για δημοσίευση

πατήστε εδώ

ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ

Απαράδεκτη η προσφυγή Σύριων υπηκόων, οι οποίοι αιτήθηκαν την έκδοση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στην βελγική πρεσβεία στην Βηρυτό και έπειτα προσέβαλαν την απόρριψη της αίτησής τους στα αρμόδια δικαστήρια του Βελγίου, καθώς οι προσφεύγοντες δεν βρίσκονταν υπό τη «δικαιοδοσία» του βελγικού κράτους σύμφωνα με το άρ. 1 ΕΣΔΑ και κατά τούτο δεν αποτελούσαν φορείς των δικαιωμάτων που απονέμει η ΕΣΔΑ. Αν η δικαστική κρίση επί αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής επαρκούσε για να δημιουργήσει δικαιοδοτικό σύνδεσμο με το εμπλεκόμενο Συμβαλλόμενο Κράτος, τότε θα εδημιουργείτο μια απεριόριστη υποχρέωση του Κράτους να επιτρέπει την είσοδο στο έδαφός του σε άτομα, τα οποία βρίσκονται εκτός του εδάφους του και διατρέχουν κίνδυνο κακομεταχείρισης. Περαιτέρω, δεν υφίσταται παραβίαση του άρ. 6 παρ. 1 και για τον ειδικότερο λόγο ότι η άδεια παραμονής δεν αποτελεί «δικαίωμα» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Σελ. 433.

Παράνομη κρίνεται η απόφαση απέλασης του αναιρεσείοντος - υπηκόου Πακιστάν -, ο οποίος αποτέλεσε θύμα εμπορίας ανθρώπων τόσο στο Πακιστάν όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, διότι η απέλαση αντίκειται στο άρ. 4 ΕΣΔΑ. Τούτο διότι παραβιάσθηκε η διαδικαστική υποχρέωση διενέργειας έρευνας από τις αστυνομικές αρχές, σχετικά με την τέλεση εμπορίας ανθρώπων στην περίπτωση του αναιρεσείοντος. Η δε έρευνα δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική αν ο αναιρεσείων απελαυνόταν. Η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Μετανάστευσης, η οποία ακύρωσε την απόφαση απέλασης, νομίμως διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων αποτέλεσε θύμα εμπορίας ανθρώπων, παρά την αντίθετη απόφαση του Εθνικού Μηχανισμού Παραπομπής (που συνιστά την αρμόδια διοικητική αρχή για τη διαπίστωση της ιδιότητας του θύματος εμπορίας ανθρώπων), διότι οφείλει να αναπτύσσει ανεξάρτητη ίδια κρίση για τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης. Σελ. 510.

Η δεκαπενταετής περίοδος αβεβαιότητας που βίωσε ο ανιθαγενής προσφεύγων ως προς την αναγνώριση του νομικού καθεστώτος διαμονής του στην Ουγγαρία, με αποτέλεσμα την αδυναμία πρόσβασής του στο σύστημα υγείας και σύναψης γάμου με τη σύντροφό του, παραβίασε το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Οι ουγγρικές αρχές παραβίασαν τη θετική υποχρέωσή τους βάσει του άρ. 8 ΕΣΔΑ προς παροχή αποτελεσματικής διαδικασίας για την υπαγωγή του προσφεύγοντος στο καθεστώς νόμιμης διαμονής που δικαιούταν ως ανιθαγενής και το οποίο θα του επέτρεπε την απόλαυση των ως άνω δικαιωμάτων. Σελ. 433.

ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑ

Απορριπτέα η προσφυγή κατά απόφασης της Ολομέλειας του ΝΣΚ, με την οποία μεταρρυθμίστηκε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΝΣΚ με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ποινή παύσης τριών μηνών με στέρηση αποδοχών (άρ. 39 ΠΔ 238/2003) για το πειθαρχικό παράπτωμα της αναξιοπρεπούς και απρεπούς συμπεριφοράς, διότι δεν παραβιάζεται η αρχή της αμεροληψίας. Τούτο διότι η πειθαρχική αγωγή σε βάρος της προσφεύγουσας δεν ασκήθηκε από το ίδιο φυσικό πρόσωπο ως Πρόεδρο του ΝΣΚ με τον Πρόεδρο που προήδρευσε επί της απόφασης της Ολομέλειας. Σε κάθε περίπτωση, η συμμετοχή στην Ολομέλεια μελών που είχαν συμμετάσχει στην σύνθεση του πειθαρχικού συμβουλίου δεν αντίκειται στην ως άνω αρχή, λόγω των αυξημένων συνταγματικών εγγυήσεων του προσωπικού του ΝΣΚ. Σελ. 539.

Απορριπτέα έφεση κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου που διέταξε την κατεδάφιση παράνομης περίφραξης που εμποδίζει την πρόσβαση στις ακτές, καθώς δεν γεννώνται υπόνοιες μεροληψίας εις βάρος του. Όπως προκύπτει από το άρ. 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η άσκηση της αρμοδιότητας απόφανσης επί ενδικοφανούς προσφυγής από το ίδιο όργανο που εξέδωσε την ελεγχόμενη πράξη, δεν γεννά, από μόνη της, υπόνοια μεροληψίας, εφόσον παρίσταται ως αναγκαία συνέπεια της εφαρμογής αναγκαίων και συναφών με την ομαλή λειτουργία της Υπηρεσίας κανόνων περί αρμοδιότητας που διέπουν την οργάνωση της συγκεκριμένης Υπηρεσίας. Η σχετική αρμοδιότητα του Προϊσταμένου ορίζεται στις οικείες διατάξεις, οπότε η απόκλιση από τη γενική αρχή της απαγόρευσης σύμπτωσης του ελέγχοντος οργάνου με το ελεγχόμενο, ως αφορώσα σε διοικητικό και όχι σε δικαστικό όργανο, δεν αντίκειται ούτε στο άρ. 20 παρ. 1 Σ ούτε στο άρ. 6 ΕΣΔΑ. Σελ. 540.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ

Το άρ. 35, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση του κράτους αυτού είναι αρμόδια για τον διορισμό και την παύση του προέδρου της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, εφόσον τηρούνται όλες οι απαιτήσεις τις οποίες προβλέπουν οι ως άνω διατάξεις, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Το άρ. 35, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2009/72 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κράτους μέλους η οποία, προς διασφάλιση της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, προβλέπει τη συμμετοχή εκπροσώπων υπουργείων του κράτους αυτού σε ορισμένες διαδικασίες ενώπιον της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, σχετικές με τον καθορισμό τιμών, εφόσον δεν θίγεται η ανεξαρτησία λήψεως αποφάσεως εκ μέρους της εν λόγω αρχής, πράγμα που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Σελ. 562.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Έγκριση συγκέντρωσης γνωστοποιούμενη από εταιρεία αναφορικά με την απόκτηση (ποσοστού 99% επί του μετοχικού κεφαλαίου) άμεσου αποκλειστικού ελέγχου επί έτερης εταιρείας, αμφότερες εκ των οποίων δραστηριοποιούνται στην κατασκευή και διαχείριση τουριστικών λιμένων, καίτοι η συγκέντρωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρ. 6 παρ. 1 Ν 3959/2011, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν αμφισβητείται το συμβατό αυτής με τις απαιτήσεις λειτουργίας του ανταγωνισμού στις εξεταζόμενες αγορές. Η υπό γνωστοποίηση συγκέντρωση αφορά σε επιχειρήσεις που δεν δραστηριοποιούνται στις ίδιες σχετικές αγορές υπηρεσιών ή σε στενά σχετιζόμενες αγορές ή στις ίδιες ή γειτνιάζουσες γεωγραφικές αγορές, ενώ τα μερίδια αγοράς στις τοπικές γεωγραφικές αγορές και στο σύνολο της επικράτειας δεν θα μεταβληθούν λόγω της συγκέντρωσης. Ως εκ τούτου, δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω της συγκέντρωσης στις ανταγωνιστικές συνθήκες και δεν πρόκειται να επέλθει αλλαγή στη δομή των επιμέρους τοπικών αγορών, καθώς δεν θα εξαλειφθεί κάποια ουσιώδης και ενεργή ανταγωνιστική πίεση. Παράλληλα, ο πραγματικός ανταγωνισμός είναι υπαρκτός, καθώς ασκούνται ανταγωνιστικές πιέσεις από τη δραστηριοποίηση λοιπών ανταγωνιστών στις επιμέρους αγορές, και έτσι οι καταναλωτές έχουν δυνατότητες εναλλακτικής επιλογής (πχ. Μαρίνα Φλοίσβου έναντι Μαρίνας Ζέας). Σελ. 551.

ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Βάσει του άρ. 1 παρ. 3 του Θεμελιώδους Νόμου, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο ΘΝ δεσμεύουν τις γερμανικές αρχές και όταν αυτές δρουν εκτός της γερμανικής επικράτειας, με αποτέλεσμα αυτά να εφαρμόζονται και σε αλλοδαπούς πολίτες που βρίσκονται σε άλλα κράτη. Οι διατάξεις που προβλέπουν την εξουσία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών να παρακολουθεί τις τηλεπικοινωνίες αλλοδαπών πολιτών παραβιάζουν το απόρρητο των επικοινωνιών και την ελευθερία του τύπου βάσει των άρ. 10 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ΘΝ αντίστοιχα. Δεν προβλέπονται συγκεκριμένοι σκοποί τους οποίους να πρέπει να εξυπηρετεί η παρακολούθηση, ούτε προβλέπονται εγγυήσεις για την προστασία του δικηγορικού και του δημοσιογραφικού απορρήτου. Επιπλέον, δεν προβλέπονται επαρκείς περιορισμοί και εγγυήσεις για τον διαμοιρασμό των προσωπικών δεδομένων μεταξύ των εθνικών αρχών και την διαβίβασή τους σε τρίτες χώρες, ούτε ένα σύστημα ανεξάρτητου ελέγχου νομιμότητας των διαδικασιών παρακολούθησης. Οι αντισυνταγματικές διατάξεις μπορούν να συνεχίζουν να εφαρμόζονται μέχρι το τέλος του 2021, προκειμένου να μπορέσει ο νομοθέτης μέχρι τότε να τις τροποποιήσει υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας. Σελ. 512.

Παράνομη η απόφαση περί διαβίβασης στις ΗΠΑ - δυνάμει συμφωνίας αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής - πληροφοριών περί συμμετοχής του υιού της αναιρεσείουσας σε τρομοκρατική οργάνωση που δραστηριοποιείται στην Συρία, διότι συνιστά παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Τούτο διότι η διαβίβαση δεν βασίστηκε σε απόφαση επάρκειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ούτε αξιολογήθηκε, ελλείψει αυτής, αν το επίπεδο προστασίας των δεδομένων στις ΗΠΑ είναι επαρκές. Επιπλέον, οι πληροφορίες δύνανται να χρησιμοποιηθούν σε δίκη στην οποία πιθανολογείται η επιβολή θανατικής ποινής, κατά παράβαση του άρ. 76 παρ. 2 του Νόμου περί Προστασίας Δεδομένων, ερμηνευόμενου υπό το φως της ΕΣΔΑ. Ωστόσο, δεν υφίσταται αρχή του κοινοδικαίου που να απαγορεύει την διαβίβαση σε τρίτες χώρες πληροφοριών που δύνανται να διευκολύνουν την επιβολή της θανατικής ποινής (διαφ. γν.). Σελ. 510.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά απορριπτικής αποφάσεως της ΑΠΔΠΧ επί προσφυγής των αιτούντων κατά πράξης του Προϊσταμένου του Κλάδου Ασφαλείας του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ που απέρριψε αίτημά τους για διαγραφή από τον ΕΚΑΝΑ και το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, λόγω ορθής ερμηνείας του άρ. 29 παρ. 1, 2 του Κανονισμού SIS II. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, η τριετία από την καταχώρηση δεν αποτελεί το ανώτατο χρονικό όριο διατήρησής της, αλλά χρονικό σημείο μετά την πάροδο του οποίου γεννάται υποχρέωση της αρμόδιας διοικητικής αρχής να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση για την αναγκαιότητα της διατηρήσεως. Κατά την εξέταση της προσφυγής, η ΑΠΔΠΧ ελέγχει μόνο τις τυπικές προϋποθέσεις, ήτοι την ύπαρξη αιτιολογημένης πράξεως της αρμόδιας αρχής και την τήρηση των κανόνων περί επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, και δεν έχει αρμοδιότητα εκ νέου ελέγχου των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την εγγραφή ή τη διατήρηση ορισμένου αλλοδαπού στον Κατάλογο. Σελ. 540.

Επιτρεπτή η ανάρτηση των πινάκων κατάταξης και διοριστέων στον διαδικτυακό τόπο του ΑΣΕΠ, δεδομένου ότι ικανοποιείται με αυτόν τον τρόπο το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη διαφάνεια, αρκεί να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του ΓΚΠΔ και του Ν 4624/2019. Προκειμένου να είναι σύμφωνη με τους κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων, η ανάρτηση πρέπει να πληροί ορισμένους όρους. Πρέπει να δίνεται η δυνατότητα πρόσβασης των υποψηφίων σε όλα τα στοιχεία, τόσο δικά τους, όσο και των ανυποψηφίων. Καθίσταται απαραίτητη η χορήγηση στους υποψηφίους εκ μέρους του ΑΣΕΠ μοναδικού ατομικού λογαριασμού πρόσβασης στα στοιχεία των διενεργηθέντων διαγωνισμών. Η ενημέρωση του ευρύτερου κοινού θα πραγματοποιείται με την απάλειψη συγκεκριμένων στοιχείων ταυτοποίησης και η διατήρηση της ανάρτησης των πινάκων θα περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο για την ικανοποίηση του επιδιωκόμενου με την ανάρτηση σκοπού. Σελ. 550.

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Οι αιτιολογικές σκέψεις 25 και 27 της οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων, το άρ. 1, παρ. 1 και 3, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66, το άρ. 1, παρ. 1 και 3, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/66, το άρ. 83, παρ. 1 και 2, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, και το άρ. 99, παρ. 1 και 2, της οδηγίας 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ, έχουν την έννοια ότι δεν επιβάλλουν ούτε απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ρύθμιση δυνάμει της οποίας ελεγκτική αρχή δύναται να κινήσει αυτεπαγγέλτως, για λόγους προστασίας των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαδικασία προσφυγής με σκοπό τον έλεγχο των παραβάσεων της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Εντούτοις, τέτοια διαδικασία προσφυγής, εφόσον προβλέπεται, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης στο μέτρο κατά το οποίο οι δημόσιες συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής αυτής εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων και, επομένως, πρέπει να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών του στις οποίες καταλέγεται η γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου. Αντιβαίνει στη γενική αρχή της ασφάλειας δικαίου νέα εθνική ρύθμιση η οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής κινούμενης αυτεπαγγέλτως από ελεγκτική αρχή για λόγους προστασίας των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει, προς τον σκοπό ελέγχου της νομιμότητας τροποποιήσεων δημοσίων συμβάσεων, την κίνηση της διαδικασίας αυτής εντός της οριζόμενης με την εν λόγω ρύθμιση αποκλειστικής προθεσμίας, καίτοι έχει παρέλθει η εφαρμοστέα κατά τον χρόνο των επίμαχων τροποποιήσεων αποκλειστική προθεσμία που προέβλεπε η προϊσχύσασα ρύθμιση. Σελ. 454.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης της ΕΑΑΔΗΣΥ με την οποία διακόπτεται η πρόοδος της διαγωνιστικής διαδικασίας ανάθεσης από την ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ πιλοτικού ενεργειακού έργου κατ’ άρ. 2 παρ. 2 περ. ζ΄ Ν 4013/2011, λόγω παραβάσεως της ενωσιακής αρχής της διαφάνειας και στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Η ανάθεση στην ΕΑΑΔΗΣΥ εκ του νόμου του σχετικού ελέγχου νομιμότητας και κατ’ επέκταση η απόφαση περί διακοπής της προόδου διαγωνισμού, είναι σύμφωνη με το άρ. 98 Σ, ήτοι δεν περιορίζει αντισυνταγματικώς την αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την άσκηση προσυμβατικού ελέγχου. Είναι, επίσης, σύμφωνη με το Σύνταγμα και το ενωσιακό δίκαιο, καθώς η άσκηση ελέγχου νομιμότητας από την ΕΑΑΔΗΣΥ επί πράξεων, οι οποίες θα είχαν άλλως διαφύγει του δικαστικού ελέγχου και θα υπέκειντο πλέον μόνο στον (διοικητικό – δημοσιονομικό) έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνεπάγεται τον έλεγχο των πράξεων αυτών από το αρμόδιο δικαστήριο, κατόπιν ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος κατά της πράξεως της ΕΑΑΔΗΣΥ που εκδίδεται κατά την άσκηση ελέγχου νομιμότητας και κατατείνει έτσι στην ενίσχυση της διαφάνειας και την άσκηση δικαστικού ελέγχου επί των διαγωνιστικών διαδικασιών σε χρονικό σημείο που οι εν λόγω παραβάσεις ενδεχομένως μπορούν να διορθωθούν. Σελ. 540.

Δεκτή η αίτηση ακύρωσης ΕΠΕ κατά της απόρριψης προδικαστικής προσφυγής της, στρεφομένης κατά απόφασης του Υπουργού Υποδομών, με την οποία αποκλείστηκε από διαγωνισμό για την εκτέλεση δημοσίου έργου, καθώς τα δικαιολογητικά ονομαστικοποιήσεως των μετοχών της μέχρι φυσικού προσώπου δεν ήταν ελλιπή κατ’ άρ. 24.1.4 β και 7 της Διακηρύξεως. Η μη υποβολή των δικαιολογητικών για το μοναδικό μέτοχο της αιτούσας που δεν είναι φυσικό πρόσωπο, ήτοι κυπριακή ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, αντίστοιχη της ελληνικής ΕΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2009/102/ΕΚ, δεν συνεπάγεται αποκλεισμό της αλλά υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής να την καλέσει να προσκομίσει στοιχεία προσδιορισμού, μέχρι φυσικού προσώπου, όλων των δικαιούχων τίτλων του εν λόγω μετόχου. Σελ. 544.

Η αναθέτουσα αρχή μπορεί να προβεί στη ματαίωση της διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης δημοσίου έργου, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρ. 106 του Ν 4412/2016, συμμορφούμενη με απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ, η οποία πιθανολογεί σοβαρά ότι μη νομίμως έγιναν δεκτές οι τεχνικές προσφορές των διαγωνιζομένων εταιρειών ως πληρούσες τους ελάχιστους όρους της διακήρυξης του διαγωνισμού και άρα ότι θα έπρεπε να έχουν αποκλειστεί ήδη από την πρώτη φάση ελέγχου αυτών. Στο πλαίσιο της απόφασης περί ματαίωσης του διαγωνισμού, θα πρέπει να εκτιμάται πάντως και ο κίνδυνος αποδοχής των αιτήσεων ακυρώσεως που υποβλήθηκαν από τις διαγωνιζόμενες εταιρείες, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης αυτών από την αναθέτουσα αρχή. Σελ. 553.

ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ

Το άρ. 3 του διατάγματος της 31ης Μαΐου 2020 παραβιάζει ουσιωδώς και προδήλως τις θεμελιώδεις ελευθερίες της έκφρασης και του συνέρχεσθαι, όπως κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ, δια της πρόβλεψης της απαγόρευσης διαδηλώσεων άνω των δέκα ατόμων σε δημόσιους ανοικτούς χώρους. Η εν λόγω γενική και καθολική απαγόρευση δεν πληροί την προϋπόθεση της αναγκαιότητας και της προσφορότητας, καθώς οι συγκεντρώσεις αυτές υπόκεινται σε κάθε περίπτωση σε προηγούμενη ανακοίνωση βάσει του άρ. 211-1 του Κώδικα για την Εσωτερική Ασφάλεια, βάσει των οποίων το κράτος μπορεί να απαγορεύσει και για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας διαδηλώσεις, υπό τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας από τον διοικητικό δικαστή. Περαιτέρω, δεν δύναται να θεωρηθεί εν στενή εννοία αναλογική προς τον υγειονομικό κίνδυνο, ούτε κατάλληλη χρονικά και τοπικά, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. L3131-15 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας δεν μπορούν σε μια συγκεκριμένη διαδήλωση να τηρηθούν τα περιοριστικά μέτρα ή πρόκειται για συγκέντρωση περισσότερων των 5.000 προσώπων. Σελ. 514.

Δεκτή η αίτηση αναστολής των διατάξεων του άρ. 3 του διατάγματος της 31ης Μαΐου 2020, οι οποίες απαγορεύουν, καταρχήν, τις διαδηλώσεις άνω των δέκα ατόμων σε δημόσιους ανοικτούς χώρους, προβλέποντας τη χορήγηση προηγούμενης διοικητικής άδειας σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις τήρησης των περιοριστικών ενόψει της πανδημίας μέτρων. Η ως άνω υπαγωγή των διαδηλώσεων σε καθεστώς προηγούμενης άδειας από διοικητική αρχή αναστέλλεται, διότι οι διαδηλώσεις είναι δυνατό να υπόκεινται μόνο σε προηγούμενη ανακοίνωση και όχι αδειοδότηση, όπως παρανόμως επιτάσσουν οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες δημιουργούν δυσανάλογους περιορισμούς στην ελευθερία του συνέρχεσθαι. Η άσκηση της ελευθερίας έκφρασης αποτελεί προϋπόθεση για τη δημοκρατία, ωστόσο, πρέπει να συμβιβάζεται με τον συνταγματικής αξίας σκοπό της προστασίας της υγείας ενόψει του υγειονομικού κινδύνου μετάδοσης του Covid-19. Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί των διαδηλώσεων σε δημόσιο χώρο απαιτούν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων αντίστοιχων προς την πολυπλοκότητα του επιδιωκόμενου συμβιβασμού. Σελ. 514.

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ

Ακυρωτέα η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου για την Ένατη Περιφέρεια, με την οποία εσφαλμένως κρίθηκε ότι η θέση της Αρχής Χρηματοοικονομικής Προστασίας των Καταναλωτών (CFPB) υπό την ηγεσία ενός μόνο Διευθυντή, ο οποίος μπορεί να παυθεί μόνο για λόγους αναποτελεσματικής άσκησης καθηκόντων, παραμέληση καθήκοντος ή τέλεση παράνομης πράξης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Το άρ. ΙΙ του Ομοσπονδιακού Συντάγματος ορίζει ότι η εκτελεστική εξουσία ασκείται αποκλειστικά από τον Πρόεδρο, το έργο του οποίου επικουρούν οι λοιποί αξιωματούχοι της Διοίκησης. Από το άρθρο αυτό απορρέει η απεριόριστη εξουσία του Προέδρου να παύει κατά βούληση τους αξιωματούχους της Διοίκησης, έτσι ώστε οι τελευταίοι να εξαρτώνται από τον πρώτο, ο οποίος με τη σειρά του είναι δημοκρατικά υπεύθυνος ενώπιον του λαού. Ο περιορισμός της εξουσίας αυτής από το Κογκρέσο, με τη νομοθετική πρόβλεψη δυνατότητας παύσης μόνο για συγκεκριμένο λόγο, είναι αντισυνταγματικός στην περίπτωση της CFPB, καθώς αυτή διοικείται από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο διαθέτει σημαντικές διοικητικές αρμοδιότητες (διαφων. γν.). Σελ. 484.

Ακυρωτέα η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου για την Περιφέρεια της Κολούμπια, καθώς δεν έλαβε δεόντως υπόψιν τα σημαντικά ζητήματα διάκρισης των εξουσιών που αναφύονται στην περίπτωση που το Κογκρέσο εκδίδει κλήση προκειμένου να προσκομιστούν ιδιωτικά έγγραφα που αφορούν στον Πρόεδρο. Το Κογκρέσο έχει την εξουσία να εξασφαλίζει τις απαραίτητες πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου στη συνέχεια να είναι σε θέση να νομοθετήσει, αρκεί οι εν λόγω πληροφορίες να εξυπηρετούν έναν θεμιτό νομοθετικό σκοπό και να είναι σχετικές με και αναγκαίες για την επίτευξη αυτού. Όταν το Κογκρέσο ζητά την προσκόμιση ιδιωτικών εγγράφων που αφορούν στον Πρόεδρο, κατά τη στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων, το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του ιδίως την αναγκαιότητα αναζήτησης των σχετικών πληροφοριών συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο, τον περιορισμό της σχετικής κλήσης στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, την σημασία του εξυπηρετούμενου με την προσκόμιση των πληροφοριών νομοθετικού σκοπού, καθώς και τα εμπόδια που θέτει η κλήση στην άσκηση των καθηκόντων του Πρόεδρο, ενόψει του κινδύνου έκδοσης καταχρηστικών κλήσεων (διαφων. γν.). Σελ. 511.

ΔΙΑΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ

Κατά το τετραμερές σύστημα καρτών πληρωμής της Visa και της Mastercard (V&M), όταν ένας κάτοχος κάρτας αγοράζει αγαθά ή υπηρεσίες κάνοντας χρήση αυτής, τότε η «εκδότρια της κάρτας τράπεζα (ET)» αποδίδει το τίμημα της συναλλαγής στην «αποδέκτρια τράπεζα (AT)», η οποία παρέχει στον λιανέμπορο-πωλητή υπηρεσίες αποδοχής καρτών και αποδίδει σε αυτόν το τίμημα, αφού αφαιρέσει την επιβάρυνση του εμπόρου για την παρεχόμενη υπηρεσία (MSC). Στη συνέχεια, η AT αποδίδει στην ET την «πολυμερή διατραπεζική προμήθεια (ΠΔΠ)», η οποία ισοδυναμεί με ποσοστό των MSC. Κρίνεται ότι οι ΠΔΠ περιορίζουν εκ του αποτελέσματος τον ανταγωνισμό στην αγορά των υπηρεσιών αποδοχής καρτών. Τούτο διότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ επί της υποθέσεως C-382/12, αλλά ακόμα και αν δεν δεσμευόταν θα κατέληγε στο αυτό συμπέρασμα, διότι οι ΠΔΠ δημιουργούν αυτομάτως ένα κατώτατο ύψος των MSC, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να είναι αδιαπραγμάτευτες μεταξύ ΑΤ και λιανεμπόρων έως το ύψος αυτό. Δεν συντρέχει η εξαίρεση του άρ. 101 παρ. 3 ΣΛΕΕ, καθώς δεν εξασφαλίζεται δίκαιο όφελος για τους καταναλωτές, διότι στο πλαίσιο της αγοράς των υπηρεσιών αποδοχής καρτών καταναλωτές είναι οι λιανέμπορες που αγοράζουν τις σχετικές υπηρεσίες και υφίστανται τις συνέπειες της αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς, και όχι οι κάτοχοι καρτών. Τα οφέλη των κατόχων καρτών δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την βλάβη των λιανέμπορων, καθώς οι πρώτοι δεν εντάσσονται στην αγορά υπηρεσιών αποδοχής καρτών. Σελ. 466

Το άρ. 101, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στο να θεωρηθεί ότι η ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά περιορίζει τον ανταγωνισμό τόσο ως εκ του αντικειμένου όσο και ως εκ του αποτελέσματος, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Το άρ. 101, παρ. 1, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι διατραπεζική συμφωνία ορίζουσα ενιαίο ποσό διατραπεζικής προμήθειας, η οποία εισπράττεται, όταν πραγματοποιείται πράξη πληρωμής με κάρτα, από τις εκδότριες τράπεζες τέτοιων καρτών οι οποίες προτείνονται από τις εταιρίες παροχής υπηρεσιών πληρωμής με κάρτα που δραστηριοποιούνται στην οικεία εθνική αγορά, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως συμφωνία έχουσα «ως αντικείμενο» την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, εκτός εάν η συμφωνία αυτή, λαμβανομένων υπόψη της διατυπώσεώς της, των σκοπών της και του πλαισίου της, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αρκούντως βλαπτική για τον ανταγωνισμό ώστε να χαρακτηρισθεί με τον τρόπο αυτόν, όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Σελ. 455.

ΔΙΑΥΓΕΙΑ

Παραπέμπονται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας ζητήματα ανακύπτοντα επ’ αφορμή του χαρακτηρισμού παραλιακής ζώνης ως περιοχής Τουρισμού-Αναψυχής (ΠΕΠΔ-ΤΑ) και του περιορισμού των επιτρεπόμενων σε αυτή χρήσεων. Το Τμήμα κρίνει ότι υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του αιτούντος, διότι από τα διαγράμματα της προσβαλλόμενης φαίνεται το ακίνητο ιδιοκτησίας του να εντάσσεται στη Ζώνη Οικοανάπτυξης (μειοψ.). Η παράλειψη δημοσίευσης κατά το άρ. 4 παρ. 2 Ν 3861/2006 στο διαδίκτυο της απόφασης συγκρότησης του Περιφερειακού Συμβουλίου Χωροταξίας και Οικισμού και Περιβάλλοντος της Αποκεντρωμένης Διοίκησης πριν από τη διατύπωση της γνωμοδοτήσεώς του, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλομένη, δεν επιδρά στο υποστατό την εν λόγω απόφασης, καθώς εξυπηρετεί απλώς το σκοπό επίτευξης της μέγιστης δημοσιότητας της διοικητικής δράσης. Τέλος, η μη εκτέλεση, κατ’ άρ. 4 παρ. 2 Ν 3861/2006, της υποχρεωτικώς αναρτώμενης στο διαδίκτυο πράξης πριν από την ανάρτησή της, θα πρέπει να ερμηνευθεί, ενόψει και του επιδιωκόμενου σκοπού του νόμου, απλώς ως έντονη παραίνεση στη Διοίκηση (μειοψ.). Σελ. 538.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Παρά το γεγονός ότι η προσφεύγουσα επέτυχε στο Διοικητικό Εφετείο την ακύρωση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της άρνησης του αρμοδίου Υπουργού να την επανεντάξει ως υπάλληλο στο σώμα της Ολυμπιακής Αεροπορίας, και παρά το γεγονός ότι το ζήτημα επεστράφη για νέα κρίση στη Διοίκηση, μετά την πάροδο εννέα πλέον χρόνων η Διοίκηση δεν έχει εκφέρει ακόμα νέα κρίση. Κατά τούτο, συνάγεται πως η Διοίκηση δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω απόφαση, κατά παράβαση του δικαιώματος της προσφεύγουσας σε πραγματική και αποτελεσματική δικαστική προστασία βάσει του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Παράλληλα, η απουσία στο ελληνικό δίκαιο ενδίκου μέσου ικανού να οδηγήσει στην εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως του ΔΕφ συνιστά παραβίαση του άρ. 13 της ΕΣΔΑ, καθώς εν προκειμένω ούτε η αγωγή αποζημίωσης, ούτε η αίτηση στο Συμβούλιο του Ν 3068/2002, αλλά ούτε και μία νέα αίτηση ακύρωσης θα παρίσταντο αποτελεσματικές. Σελ. 433.

Η αποστέρηση της δυνατότητας της προσφεύγουσας, Εισαγγελέως Διαφθοράς, να προσβάλλει δικαστικά, για λόγους ουσίας, την πρόωρη απομάκρυνση από τη θέση της, παραβιάζει το άρ. 6 ΕΣΔΑ. Το Συνταγματικό Δικαστήριο μπορούσε να ελέγξει μόνο την τυπική νομιμότητα του προεδρικού διατάγματος παύσης της, με αποτέλεσμα να αποκλείεται η κατ’ ουσίαν εξέταση της απομάκρυνσης της και να στερείται η προσφεύγουσα πρόσβασης σε δικαστήριο κατά τους ορισμούς της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η πρόωρη απομάκρυνσή της λόγω της δημόσιας έκφρασης των απόψεών της για τις νομοθετικές αλλαγές που επήλθαν στο δικαστικό σώμα έρχεται σε αντίθεση με το άρ. 10 της ΕΣΔΑ, καθώς δεν αποβλέπει σε νόμιμο σκοπό και δεν είναι αναγκαία στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Σελ. 433.

Δεδομένου ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη περιλαμβάνει την κρατική υποχρέωση εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, άνευ της οποίας η σχετική διάταξη στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας, η άρνηση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους να προβεί σε αναπροσαρμογή της σύνταξης του προσφεύγοντος πρώην αστυνομικού υπαλλήλου, σε συμμόρφωση, αρχικά, με αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και, κατόπιν, με απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου Συμμόρφωσης, παραβιάζει το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και το άρ. 1 ΠΠΠ ΕΣΔΑ. Η άπρακτη πάροδος της τρίμηνης προθεσμίας που έθεσε το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης, φανερώνει την έλλειψη στο εσωτερικό δίκαιο διαδικασίας ικανής να διασφαλίσει την εκτέλεση της απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται παραβίαση και του άρ. 13 ΕΣΔΑ. Σελ. 434.

Η απόρριψη ως ανομιμοποίητης της αγωγής του προσφεύγοντος με αίτημα την απόδοση της δικηγορικής αμοιβής που δικαιούταν λόγω χειρισμού υπόθεσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αποτελεί δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο κατά το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με τα άρ. 8 και 18 του Ν 2882/2001, ο υπόχρεος σε αποζημίωση λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης πρέπει να καταβάλλει στο ΤΠΔ το αντίστοιχο ποσό της δικηγορικής αμοιβής, το οποίο έπειτα αποδίδεται στον Δικηγορικό Σύλλογο, στον οποίο ανήκει ο εκάστοτε δικηγόρος και στο τέλος αποδίδεται στον ίδιο τον δικηγόρο. Βάσει του σκοπού των εν λόγω διατάξεων και προκειμένου αυτές να εγγυώνται την αποτελεσματική προστασία των σχετικών δικαιωμάτων, αγωγή με αίτημα την απόδοση της αμοιβής νομιμοποιείται να ασκήσει ο ίδιος ο δικηγόρος εξ ιδίου δικαιώματος, και όχι μόνο πλαγιαστικώς σε περίπτωση που παραλείπει να ασκήσει αγωγή ο εκάστοτε Δικηγορικός Σύλλογος. Σελ. 434.

ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Ακυρωτέα η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου για την Ένατη Περιφέρεια, λόγω λανθασμένης ερμηνείας της απαγόρευσης της διακριτικής μεταχείρισης στη βάση της φυλετικής καταγωγής. Ο ενάγων που επικαλείται διακριτική μεταχείριση λόγω φυλετικής καταγωγής κατά τη διαδικασία σύναψης σύμβασης πρέπει να αποδείξει ότι η φυλετική καταγωγή του αποτελούσε conditio sine qua non για την μη σύναψη της σύμβασης. Δεν αρκεί η φυλετική καταγωγή να υπήρξε απλώς ένα από τα κίνητρα που οδήγησαν στη μη σύναψη της σύμβασης. Σελ. 484.

Ακυρωτέα η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου για την Ενδέκατη Περιφέρεια λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της απαγόρευσης διακριτικής μεταχείρισης στην εργασία λόγω φύλου. Όταν εργοδότης απολύει εργαζόμενο αποκλειστικά λόγω του ότι αυτός είναι ομοφυλόφιλος ή διεμφυλικός, παραβιάζει την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου που καθιερώνει το Κεφάλαιο 7 του Νόμου για τα Ατομικά Δικαιώματα του 1964, καθώς, σύμφωνα με τη γραμματική του ερμηνεία, η διάκριση λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού εμπεριέχει αναγκαστικά και διάκριση λόγω φύλου. Με άλλα λόγια, αν εν προκειμένω ο ομοφυλόφιλος ή διεμφυλικός εργαζόμενος ήταν του αντίθετου φύλου δεν θα είχε υποστεί διάκριση, καθώς η σχέση που θα είχε συνάψει θα ήταν ετεροφυλική και η ταυτότητα φύλου του θα αντιστοιχούσε στο βιολογικό του φύλο. Η ιστορική ερμηνεία παραμερίζεται εν προκειμένω από την σαφή έκφραση του νομοθέτη. Ακόμα και αν το φύλο δεν είναι ο αποκλειστικός λόγος απόλυσης, η παραβίαση του ως άνω Κεφαλαίου δεν θεραπεύεται (διαφ. γν.). Σελ. 511.

Ακυρωτέα η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Μοντάνα, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της διάταξης του Αμερικάνικου Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας. Το νομοθετικό σώμα της Μοντάνα χορήγησε εκπτώσεις φόρου σε άτομα που δώριζαν χρήματα σε οργανισμούς που χορηγούσαν υποτροφίες για φοίτηση σε ιδιωτικά σχολεία. Για να είναι σύμφωνο το εν λόγω πρόγραμμα με διάταξη του Συντάγματος της Μοντάνα, η οποία απαγόρευε την κρατική ενίσχυση σχολείων που ανήκαν σε οποιαδήποτε εκκλησία, απαγορεύτηκε στους δικαιούχους να χρησιμοποιήσουν τις υποτροφίες για να φοιτήσουν σε θρησκευτικά σχολεία. Η απαγόρευση αυτή αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος τόσο των θρησκευτικών σχολείων όσο και των οικογενειών των οποίων τα παιδιά ήθελαν να φοιτήσουν στα εν λόγω σχολεία. Η θρησκευτική ελευθερία απαγορεύει την άνιση μεταχείριση λόγω θρησκείας, καθώς και τα νομοθετήματα που θεσπίζουν κωλύματα επί τη βάσει θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η ανάγκη για αυστηρό διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας δεν θεραπεύει την παραβίαση της θρησκευτική ελευθερίας εν προκειμένω, καθώς δεν αποτελεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον (διαφ. γν.). Σελ. 511.

Επιβολή προστίμων στην εγκαλούμενη εταιρεία λόγω παρουσίασης των γυναικών που τελούν σε χηρεία και λαμβάνουν σχετική σύνταξη κατά τρόπο ενθαρρύνοντα τον εξευτελισμό τους, τις διακρίσεις βάσει φύλου και το μίσος εναντίον τους, κατά παράβαση των άρ. 4 παρ. 1 και 2 ΠΔ 77/2003, άρ. 7 παρ. 1 και άρ. 26 παρ. 4 ΠΔ 109/2010, άρ. 2 παρ. 5 του Κανονισμού 2/1191. Οι ανωτέρω αναγκαστικού δικαίου κανόνες, που απαγορεύουν τις διακρίσεις και προάγουν συνταγματικές και υπερεθνικής τάξεως αξίες, δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησής τους, άρα και συζήτησης με σκοπό την αμφισβήτηση αυτών στα ΜΜΕ. Ο συνολικός τρόπος παρουσίασης του θέματος και η αναφερθείσα φρασεολογία, καθιστούσαν το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιβλαβές και για την ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Σελ. 552.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ

Τα άρθρα 49 και 54 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν είναι αντίθετα σε νομοθεσία κράτους μέλους με την οποία επιβάλλεται ένας έντονα προοδευτικός φόρος επί του κύκλου εργασιών, ο οποίος στην πράξη επιβαρύνει κυρίως επιχειρήσεις που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από υπηκόους άλλων κρατών μελών ή από εταιρίες που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος μέλος, λόγω του ότι οι επιχειρήσεις αυτές πραγματοποιούν τους υψηλότερους κύκλους εργασιών στην οικεία αγορά. Σελ. 450.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗΣ

Η ποινική καταδίκη των προσφευγόντων, οι οποίοι ως μέλη οργάνωσης ακτιβιστών υπέρ της Παλαιστίνης καλούσαν τους πελάτες γαλλικών πολυκαταστημάτων σε μποϋκοτάζ σε βάρος των ισραηλινών προϊόντων, για το αδίκημα της διέγερσης σε διακριτική μεταχείριση (discrimination) σε βάρος ομάδας ατόμων επί τη βάσει της εθνικότητάς τους, παρά τον ήπιο χαρακτήρα της (χρηματική ποινή) και το ανασταλτικό της αποτέλεσμα, παραβιάζει το δικαίωμα τους στην ελεύθερη έκφραση κατά το άρ. 10 παρ. 1 ΕΣΔΑ, καθότι δεν αποτελεί μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Το κάλεσμα σε μποϋκοτάζ αφορούσε σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και αποτελούσε εκδήλωση πολιτικής άποψης, χωρίς να περιλαμβάνει οποιοδήποτε κάλεσμα σε μίσος ή βία, πράξεις οι οποίες αποτελούν το όριο της ελευθερίας του πολιτικού λόγου. Δεν υφίσταται παραβίαση του άρ. 7 ΕΣΔΑ, καθώς οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι λόγω του μποϋκοτάζ θα καταδικάζονταν για το ως άνω αδίκημα, δεδομένης της προηγούμενης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (διαφων. γν.). Σελ. 435.

H παρ. 1 του άρ. 1 του Νόμου περί Αντιμετώπισης Ρητορικής Μίσους στο Διαδίκτυο παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης, καθώς δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Η υποχρέωση των διαχειριστών ηλεκτρονικών πλατφορμών να διαγράφουν ή να καθιστούν μη προσβάσιμο τυχόν αναρτημένο περιεχόμενο τρομοκρατικού ή πορνογραφικού χαρακτήρα ή περιεχομένου συνιστάμενου σε ρητορική μίσους, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η επιβολή προστίμου και ποινής στερητικής της ελευθερίας, δεν είναι αναγκαίες, πρόσφορες και αναλογικές. Η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας έγκειται στη δυσκολία ελέγχου εκ μέρους των υπευθύνων των πλατφορμών του μεγάλου όγκου του περιεχομένου τους, την επιβολή κύρωσης μετά από την πρώτη κιόλας παραβίαση, τη δυσκολία αξιολόγησης εξειδικευμένων νομικών εννοιών από τους υπεύθυνους, την εικοσιτετράωρη προθεσμία για συμμόρφωση μετά την ενημέρωση των υπευθύνων για την ύπαρξη παράνομου περιεχομένου στην πλατφόρμα τους και την απουσία πρόβλεψης περιπτώσεων ειδικής απαλλαγής από την εν λόγω ευθύνη. Σελ. 513.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Το άρ. 16, παρ. 6, του κανονισμού (ΕΚ) 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενεργείας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1228/2003, έχει την έννοια ότι έχει εφαρμογή στην περίπτωση επιχείρησης η οποία είναι απλώς υπεύθυνη για τη λειτουργία διασυνοριακής γραμμής διασύνδεσης. Το άρ. 16, παρ. 6, πρώτο εδάφιο, στ. β΄, του κανονισμού 714/2009 έχει την έννοια ότι, όταν ένας διαχειριστής συστήματος μεταφοράς (ΔΣΜ) είναι απλώς υπεύθυνος για τη λειτουργία διασυνοριακής γραμμής διασύνδεσης, οι δαπάνες για τη λειτουργία και τη συντήρηση της γραμμής αυτής δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επενδύσεις στο δίκτυο προκειμένου να διατηρηθούν ή να αυξηθούν οι δυνατότητες διασύνδεσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Το άρ. 16, παρ. 6, εδ. β΄, του κανονισμού 714/2009 έχει την έννοια ότι, όταν μια εθνική ρυθμιστική αρχή εφαρμόζει τη διάταξη αυτή σε διαχειριστή συστήματος μεταφοράς (ΔΣΜ) ο οποίος είναι απλώς υπεύθυνος για τη λειτουργία διασυνοριακής γραμμής διασύνδεσης, απόκειται στην αρχή αυτή να επιτρέψει στον εν λόγω ΔΣΜ να χρησιμοποιεί μέρος των εσόδων συμφόρησης για την επίτευξη κέρδους, καθώς και για τη λειτουργία και τη συντήρηση της γραμμής διασύνδεσης, προκειμένου να μην υφίσταται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους λοιπούς ενδιαφερόμενους ΔΣΜ, καθώς και να του εξασφαλίζει τη δυνατότητα να ασκεί τη δραστηριότητά του υπό οικονομικά αποδεκτές συνθήκες, ακόμη και πραγματοποιώντας προσήκον κέρδος. Σελ. 452.

Το άρ. 3, παρ. 3, της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ σε συνδυασμό με το παράρτημα Α, στοιχεία β΄ και γ΄, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι, όταν τροποποιήσεις των τιμολογίων που δεν κοινοποιούνται ατομικώς στους πελάτες πραγματοποιούνται από ύστατο προμηθευτή φυσικού αερίου με μοναδικό σκοπό τη μετακύλιση της αυξήσεως του κόστους αγοράς του φυσικού αερίου χωρίς επιδίωξη κέρδους, η τήρηση από τον εν λόγω προμηθευτή των σχετικών με την τιμολόγηση υποχρεώσεων διαφάνειας και ενημερώσεως τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις αυτές δεν συνιστά προϋπόθεση για να είναι έγκυρες οι τροποποιήσεις των τιμών, υπό την επιφύλαξη ότι οι πελάτες μπορούν να καταγγείλουν τη σύμβαση ανά πάσα στιγμή και έχουν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα ένδικα βοηθήματα προκειμένου να ζητήσουν αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως υπέστησαν λόγω της μη ατομικής κοινοποιήσεως των τροποποιήσεων. Σελ. 456.

Απορριπτέα εν μέρει αίτηση ακύρωσης κατά απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος που ρυθμίζει το καθεστώς επιβολής υποχρέωσης βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης σε διανομείς ενέργειας και εταιρείες λιανικής πώλησης ενέργειας, ως κείμενη εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η προσβαλλόμενη βρίσκεται εντός της εξουσιοδότησης του Ν 4342/2015, καθώς τα πρατήρια υγρών καυσίμων δεν αποκλείστηκαν κανονιστικώς από τους δυνητικώς υπόχρεους, σε κάθε δε περίπτωση η δυνατότητα αποκλεισμού των πρατηρίων καυσίμων από τον κύκλο των υπόχρεων μερών δεν αντίκειται ούτε στο άρ. 7 της Οδηγίας 2012/27/ΕΕ, ούτε στο άρ. 9 Ν 4342/2015. Επιπλέον, ο κανονιστικός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίσει μικρότερο χρονικό διάστημα για την επίτευξη του εθνικού στόχου, ήτοι τριών ετών, απ’ αυτό που ορίζει η νομοθετική εξουσιοδότηση, χρονικό διάστημα το οποίο εν προκειμένω δεν συνεπάγεται υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση των υποχρέων κατά παράβαση του άρ. 5 Σ. Τέλος, το δικαστήριο αναβάλλει την περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης προκειμένου η Διοίκηση να προσκομίσει στοιχεία απ’ τα οποία να προκύπτει η μέθοδος που ακολουθήθηκε για τον προσδιορισμό του κόστους συμμόρφωσης. Σελ. 542

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η χειρόγραφη προσθήκη στη ληξιαρχική πράξη γέννησης της προσφεύγουσας της ένδειξης «ονοματοδοσία» δίπλα από το όνομά της, ενώ παράλληλα το τμήμα της πράξης που αφορούσε τη βάπτισή της έμεινε κενό, συνιστά παραβίαση του άρ. 9 ΕΣΔΑ, και συγκεκριμένα της αρνητικής έκφανσης της θρησκευτικής ελευθερίας. Με τη συγκεκριμένη ένδειξη υποδεικνύεται πως η προσφεύγουσα δεν βαφτίστηκε, με αποτέλεσμα, δεδομένης της συχνότητας χρήσης της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως, να πιθανολογούνται διακρίσεις εις βάρος της. Η προσθήκη της εν λόγω ένδειξης δεν προβλεπόταν από το νόμο, αλλά ήταν αποτέλεσμα της πρακτικής των ληξιαρχείων. Σελ. 435.

ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

Αναιρετέα η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (T-423/14, EU:T:2018:57, Λάρκο κατά Επιτροπής), κατά το μέρος που αφορά την κρίση του τελευταίου σχετικά με το αν η εγγύηση την οποία χορήγησε το 2008 το Ελληνικό Δημόσιο στη Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ για δάνειο ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο είχε χορηγήσει η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στην εταιρία αυτή, συνιστούσε παράνομη κρατική ενίσχυση. Ειδικότερα, η Επιτροπή φέρει το βάρος να αποδείξει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επιχειρηματία/πιστωτή κατά τον χρόνο λήψης του επίμαχου μέτρου. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει να προβαίνει σε συνολική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε κρίσιμο στοιχείο, το οποίο της παρέχει τη δυνατότητα να κρίνει εάν ένας ιδιώτης επιχειρηματίας προδήλως δεν θα παρείχε παρεμφερείς διευκολύνσεις στη δικαιούχο επιχείρηση. Κρίσιμα είναι μόνο τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα και οι εξελίξεις που ήταν δυνατόν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως για το επίμαχο μέτρο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποθέσει ότι μια επιχείρηση έτυχε πλεονεκτήματος που συνιστά κρατική ενίσχυση βασιζόμενη απλώς σε αρνητικό τεκμήριο, το οποίο στηρίζεται στην απουσία στοιχείων που καθιστούν δυνατόν να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα, χωρίς να διαθέτει άλλα στοιχεία δυνάμενα να καταδείξουν καταφατικώς την ύπαρξη τέτοιου πλεονεκτήματος. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, τεκμαίροντας ότι ένας ιδιώτης επιχειρηματίας ευρισκόμενος στην κατάσταση των ελληνικών αρχών όφειλε να γνωρίζει, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η Λάρκο, διότι δεν απεφάνθη βάσει του χρονικού πλαισίου εντός του οποίου ελήφθη το εν λόγω μέτρο. Σελ. 454.

Το Δικαστήριο αναιρεί το σημείο 1 του διατακτικού της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-272/16), κατά το μέρος που το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με τις κατ’ αποκοπήν διορθώσεις ύψους 25% και 10% που εφαρμόσθηκαν στις στρεμματικές ενισχύσεις για τους βοσκοτόπους, όσον αφορά τα έτη υποβολής αιτήσεων 2012 και 2013, καθώς και σχετικά με την εφάπαξ διόρθωση ποσού 37.163.161,78 ευρώ για το έτος υποβολής αιτήσεων 2013, οι οποίες επιβλήθηκαν με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/417 της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 2016, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), λόγω αδυναμιών κατά τον καθορισμό και τον έλεγχο των επιλέξιμων μονίμων βοσκοτόπων. Το κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψιν κατά την έννοια του ενωσιακού δικαίου, προκειμένου να προσδιοριστεί αν η οικεία έκταση χαρακτηρίζεται ως «μόνιμος βοσκότοπος», δεν είναι το είδος της βλάστησης που καλύπτει τη γεωργική έκταση, αλλά η πραγματική χρήση της για γεωργική δραστηριότητα. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, ότι το αποφασιστικό κριτήριο είναι μόνο το είδος της βλάστησης της συγκεκριμένης έκτασης, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία της έννοιας του «μόνιμου βοσκότοπου». Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η μέθοδος υπολογισμού που υιοθέτησε η Επιτροπή για να προσδιορίσει τη διόρθωση για το 2013 δεν κατέληξε σε διπλή διόρθωση για τις ίδιες παρατυπίες και για το ίδιο έτος υποβολής αιτήσεων. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή η παραβίαση της αρχής ne bis in idem, ούτε την αρχής της αναλογικότητας. Παράλληλα, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επισήμανε ότι ο εκ μέρους της Διεύθυνσης Τεχνικών Μελετών και Κατασκευών έλεγχος προεπιλογής των έργων που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο μέτρο δεν πληρούσε τις απαιτήσεις του άρ. 71 του Κανονισμού 1698/2005, καθόσον συνιστούσε έλεγχο της επιλεξιμότητας των έργων βάσει κριτηρίων που γνώριζε μόνον η διεύθυνση αυτή και τα οποία δεν είχαν καθοριστεί από το αρμόδιο όργανο. Επιπροσθέτως, όταν πραγματοποιούνται ενδιάμεσες και προσωρινές πληρωμές πριν από την εξόφληση του υπολοίπου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η τελευταία πληρωμή για τον υπολογισμό της προθεσμίας των 24 μηνών. Τέλος, το φάσμα των μέτρων που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία δεν συνιστά σύστημα αποτελεσματικών, ανάλογων με τις παραβάσεις, αποτρεπτικών κυρώσεων, κατά την έννοια του άρ. 73 του Κανονισμού 817/2004. Σελ. 457.

Δεκτή αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (Τ-216/18, μη δημοσιευθείσα, Dôvera zdravotná poist’ovňa κατά Επιτροπής), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση (ΕΕ) 2015/248 της Επιτροπής αναφορικά με κρατική ενίσχυση εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, η οποία αναγνώριζε ότι οι ασφαλιστικοί φορείς είναι φορείς οικονομικής δραστηριότητας και συνεπώς, εμπίπτουν στην έννοια της «επιχείρησης». Για το χαρακτηρισμό δραστηριότητας που ασκείται στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το Δικαστήριο προβαίνει σε συνολική εκτίμηση, με κριτήρια την επιδίωξη κοινωνικού σκοπού από το σύστημα, την εκ μέρους του εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης, τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα της ασκούμενης δραστηριότητας και την εποπτεία του φορέα της από το κράτος. Η δυνατότητα των φορέων που διαχειρίζονται το σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας να επιδιώκουν, να χρησιμοποιούν και να διανέμουν κέρδη οριοθετείται αυστηρά από τον νόμο, οι δε νομικές υποχρεώσεις αποσκοπούν στη διαφύλαξη της βιωσιμότητας και της συνέχειας της υποχρεωτικής ασφάλισης υγείας, και ως εκ τούτου το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο θεωρώντας την επιδίωξη κέρδους ως στοιχείου ικανού να άρει τον κοινωνικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα της φύσης των σχετικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις τήρησης συγκεκριμένων διατυπώσεων ως προς τη νομική μορφή των φορέων, και συγκεκριμένα η εκ του νόμου υποχρέωση υιοθέτησης καθεστώτος κερδοσκοπικής ΑΕ, και η δυνατότητα επιλογής ασφαλιστικού φορέα από τους ασφαλισμένους εισήχθησαν προς το συμφέρον της ορθής λειτουργίας του εν λόγω συστήματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη μη οικονομική φύση της δραστηριότητας αυτής. Σελ. 461.

NE BIS IN IDEM

Απορριπτέα αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη προσφυγή κατά πράξεως επιβολής προστίμου λόγω τέλεσης λαθρεμπορίας, καθώς το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε την ΕΣΔΑ, το ενωσιακό δίκαιο αλλά και τις διατάξεις του Ν 4002/2011. Η επιβολή προστίμων για τελωνειακές παραβάσεις ενόσω έχει εκκινήσει η διαδικασία ποινικής δίωξης είναι σύμφωνη με την αρχή ne bis in idem, καθώς η σχετική απαγόρευση αφορά μόνο την επιβολή κυρώσεων κατόπιν της έκδοσης αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως. Η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ευνοϊκότερης διοικητικής κύρωσης βρίσκει όρια στην εκ του ενωσιακού δικαίου υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν αποτελεσματικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για σοβαρές φορολογικές παραβάσεις. Κατά τούτο, είναι ασύμβατες με το ενωσακό δίκαιο οι διατάξεις του άρ. 19 Ν 4002/2011, οι οποίες προβλέπουν τη μη επιβολή κυρώσεων για τελωνειακές παραβάσεις σε περιπτώσεις κατά τις οποίες για πλοίο εισαχθέν υπό καθεστώς απαλλαγής από το ΦΠΑ, ως προοριζόμενο να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματικό σκάφος αναψυχής, έχει χρησιμοποιηθεί το τέχνασμα των εικονικών ναυλώσεων, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή του ΦΠΑ που οφείλεται για την εισαγωγή πλοίου αναψυχής ιδιωτικής χρήσης. Τέλος, ο τρόπος υπολογισμού του προστίμου βάσει του ποσού των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αναλογούν στο αντικείμενο της τελωνειακής παράβασης είναι σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας, ενόψει και του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται. Σελ. 544.

Δεκτή εν μέρει αίτηση αναιρέσεως κατά απόφασης του ΔΕφ Πειραιώς, με την οποία επικυρώθηκε ο καταλογισμός εις βάρος της αναιρεσείουσας, ως υπαίτιας λαθρεμπορίας, πολλαπλών τελών, ύστερα από την αμετάκλητη αθώωση της για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, λόγω παράβασης της αρχής του ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρ. 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Η έλλειψη συνδρομής αρκούντως στενού ουσιαστικού συνδέσμου, ο οποίος πρέπει να υπάρχει μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής διαδικασίας και δίκης επιβολής κυρώσεων για παράβαση λαθρεμπορίας προκειμένου να μην παραβιάζεται η αρχή του ne bis in idem, προκύπτει από το ότι οι δύο επίμαχες διαδικασίες προβλέπονται ως αυτοτελείς μεταξύ τους, καταλήγουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, κατόπιν διαφορετικής εκτιμήσεως της ουσίας της υποθέσεως, επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς. Το πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας έχει ποινικό χαρακτήρα και η ποινική και η διοικητική διαδικασία στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να πληρούνται όλα τα κριτήρια εφαρμογής του άρ. 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ ΕΣΔΑ (μειοψ.). Σελ. 545.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Απορριπτέα ως αβάσιμη η αίτηση ακυρώσεως κατά KYA, με την οποία αναπροσαρμόστηκε το τιμολόγιο νοσηλίων των συμβαλλόμενων με φορείς κοινωνικής ασφάλισης ιδιωτικών κλινικών, και συγκεκριμένα αυξήθηκε κατά 18% κατόπιν ακύρωσης προηγούμενης ΚΥΑ επί του ιδίου ζητήματος με την υπ’ αριθ. 3551/2005 ΣτΕ, καθώς ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των εν λόγω κλινικών δεν θίγει τον πυρήνα του άρ. 5 παρ. 1 και 106 παρ. 1 και 2 Σ. Η εν λόγω μεταβατική ρύθμιση επιφέρει μεν περιορισμό των χρηματικών απαιτήσεων των ιδιωτικών κλινικών θέτοντας ανώτατη τιμή στο ποσό που καταβάλλει ο ασφαλιστικός φορέας σε συμβεβλημένη ιδιωτική κλινική για κάθε ημέρα νοσηλείας του υπαγόμενου σε αυτόν ασθενούς, όμως δεν επιβάλλει την εν γένει παροχή των υπηρεσιών των εν λόγω κλινικών σε ασφαλισμένους ασφαλιστικών φορέων με όρους αμοιβής που οι ίδιες δεν αποδέχονται, καθώς αυτοβούλως προβαίνουν στη σύναψη των σχετικών συμβάσεων με τους ασφαλιστικούς φορείς (μειοψ). Η μη αναδρομικότητα της ανακοστολόγησης, την οποία απαιτούσε η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης με την υπ’ αριθ. 3551/2005 ΣτΕ, είναι συνταγματική, καθώς δικαιολογείται από τον επιτακτικό λόγο υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος της διαφύλαξης της βιωσιμότητας των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (μειοψ.). Ο νομοθέτης, ενόψει και της επιβαλλόμενης από το άρ. 22 παρ. 5 Σ κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, δεν κωλύεται να θεσπίσει, κανονιστική ρύθμιση συνεπαγόμενη, όπως η επίδικη, τον περιορισμό της υποχρέωσης της Διοίκησης για συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση, προβλέποντας ότι η ισχύς της νεότερης ρύθμισης δεν θα ανατρέχει στον χρόνο έναρξης ισχύος της ακυρωθείσης πράξης. Σελ. 537.

ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2120, για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο, έχει την έννοια ότι πακέτα υπηρεσιών διατιθέμενα από τον πάροχο υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω συμφωνιών συναφθεισών με τελικούς χρήστες, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι μπορούν να αγοράζουν πακέτο υπηρεσιών που τους παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν άνευ περιορισμών ορισμένο όγκο δεδομένων, χωρίς να αφαιρείται από αυτόν η χρήση ορισμένων συγκεκριμένων εφαρμογών και υπηρεσιών που υπόκεινται σε «μηδενικό τέλος», μετά δε την εξάντληση του εν λόγω όγκου δεδομένων μπορούν να συνεχίζουν να χρησιμοποιούν άνευ περιορισμών τις συγκεκριμένες αυτές εφαρμογές και υπηρεσίες, ενώ η κίνηση δεδομένων παρεμποδίζεται ή επιβραδύνεται όσον αφορά τις λοιπές διαθέσιμες εφαρμογές και υπηρεσίες: α) είναι ασύμβατα προς την παράγραφο 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι τα εν λόγω πακέτα υπηρεσιών, οι εν λόγω συμφωνίες και τα εν λόγω μέτρα παρεμπόδισης ή επιβράδυνσης περιορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των τελικών χρηστών, και β) είναι ασύμβατα προς την παράγραφο 3 του προμνησθέντος άρθρου, δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα παρεμπόδισης ή επιβράδυνσης βασίζονται σε εμπορικούς λόγους. Σελ. 436.

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Το άρ. 12, παρ. 1, στ. α΄, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/17/ΕΕ, της 13ης Μαΐου 2013, έχει την έννοια ότι η σύλληψη και η μεταφορά δείγματος προστατευόμενου ζωικού είδους δυνάμει του παραρτήματος IV της οδηγίας αυτής, όπως ο λύκος, στις παρυφές κατοικημένης περιοχής ή εντός μιας τέτοιας περιοχής μπορούν να καλύπτονται από την απαγόρευση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή. Το άρ. 16, παρ. 1, της εν λόγω οδηγίας έχει την έννοια ότι απαγορεύεται κάθε είδος εκ προθέσεως σύλληψης δειγμάτων του εν λόγω ζωικού είδους υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις όταν η αρμόδια εθνική αρχή δεν έχει προβλέψει καμία παρέκκλιση δυνάμει της διατάξεως αυτής. Σελ. 461.

Δεκτή εν μέρει αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΥΠΕΝ, με την οποία απερρίφθη αίτηση θεραπείας κατά αποφάσεως περί επιστροφής στην αιτούσα της τεχνικής μελέτης της Μονάδας Μεταλλουργίας Μαντέμ Λάκκου, καθώς η μελέτη ήταν νομίμως τεκμηριωμένη. Η προσβαλλόμενη ήταν πλημμελώς αιτιολογημένη, προσάπτοντας στην αιτούσα ασυμφωνία μεταξύ των παραμέτρων της τεχνικής μελέτης και των αποτελεσμάτων των δοκιμών, καθώς η προκριθείσα από την ΜΠΕ και την τεχνική μελέτη τροφοδοσία δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε κατά την πραγματοποίηση των διαφόρων δοκιμών, εφόσον η επιλεγείσα αναλογία εμφανίζεται πρόσφορη για την τεκμηρίωση της δυνατότητας εφαρμογής της νέας μεθόδου της ακαριαίας τήξης. Η ευχέρεια της Διοίκησης να ζητά συγκεκριμένα στοιχεία στην τεχνική μελέτη (άρ. 101 παρ. 2 ΚΜΛΕ) δεν θεραπεύει την έλλειψη σαφούς ορισμού της έννοιας της «μελέτης εφαρμογής» στη νομοθεσία που διέπει την επίμαχη δραστηριότητα, πόσο μάλλον όταν οι όροι που τίθενται από τη Διοίκηση αναφορικά με αυτά στοιχεία, δεν θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί από την αιτούσα ως επιβάλλοντες επίπεδο λεπτομέρειας που ανάγεται στην επόμενη φάση της διαδικασίας, ήτοι την χορήγηση άδειας εγκατάστασης ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. Σελ. 543.

Ακυρωτέες οι αποφάσεις του Αν. Υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τις οποίες καθορίστηκαν ο τύπος των τίτλων κυριότητας και αγροτικής χρήσης ή των διαπιστωτικών πράξεων αλλαγής χρήσης δασικών εκτάσεων εκχερσωθεισών αυθαιρέτως, καθώς τα άρ. 47 και 47Β Ν 998/1979, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες, αντίκεινται στο Σύνταγμα. Οι διατάξεις του άρ. 47 παρ. 5 επ. Ν 998/1979, οι οποίες προβλέπουν τη μεταβίβαση κατά κυριότητα δασών και δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν πριν από την ισχύ του Συντάγματος του 1975 και καλλιεργούνται έκτοτε γεωργικώς, καθώς και οι διατάξεις του άρ. 47Β Ν 998/1979, με τις οποίες προβλέπεται η έκδοση άδειας επέμβασης και η μεταβίβαση της χρήσης δασικών εκτάσεων που εκχερσώθηκαν αυθαιρέτως και καλλιεργούνται μετά την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975 αντίκεινται στα άρ. 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 Σ, τα οποία επιβάλλουν την κήρυξη της δασικής έκτασης που αποψιλώθηκε παρανόμως ως αναδασωτέας, ανεξαρτήτως του χρόνου της αποψίλωσης, και αποκλείουν τη διάθεσή της για οποιονδήποτε άλλο σκοπό δημοσίου συμφέροντος που θα δικαιολογούσε κατά νόμο επέμβαση στο δάσος πριν την καταστροφή του, σύμφωνα με το έκτο κεφάλαιο του Ν 998/1979 και το άρ. 24 παρ. 1 Σ. Αντίκεινται, επίσης, στις αρχές του κράτους δικαίου και της ισότητας, καθώς δημιουργούν αδικαιολόγητη ευμενή μεταχείριση των αυθαιρέτως καλλιεργησάντων δάση και δασικές εκτάσεις. Τέλος, δεν προκύπτει ότι με τις ως άνω ρυθμίσεις εξυπηρετείται ανάγκη με ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία, που θα δικαιολογούσε, όλως κατ’ εξαίρεση, την έγκριση της επέμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 Σ. Σελ. 548.

Επιβολή χρηματικής κύρωσης 10.000 ευρώ ανά εξάμηνο στο γαλλικό Κράτος, εάν εντός εξάμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης, δεν προβεί στην εκτέλεση της υπ’ αριθμόν 394254 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία ακυρώνονται οι σιωπηρές αρνήσεις των αρμοδίων Υπουργών να λάβουν μέτρα σε συμμόρφωση με το άρ. 23 της οδηγίας 2008/50/ΕΕ για την ποιότητα του αέρα. Με αυτή την απόφαση διετάχθησαν, περαιτέρω, ο Πρωθυπουργός και οι αρμόδιοι Υπουργοί να προβούν στην κατάρτιση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, με σκοπό τη μείωση των συγκεντρώσεων του διοξειδίου του αζώτου και των σωματιδίων PM10 υπό του ανωτάτου ορίου που θέτει ο Περιβαλλοντικός Κώδικας, και να το αποστείλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επειδή η αποτελεσματική συμμόρφωση προς το δίκαιο της ΕΕ συνδέεται με επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, η πλήρης εκτέλεση της εν λόγω απόφασης καθίσταται ιδιαίτερα επείγουσα. Σελ. 514.

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Απορριπτέα αίτηση ακύρωσης κατά απόφασης του Υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία ανεστάλη για ένα έτος η χορήγηση οικοδομικών αδειών για ανέγερση νέων κτιρίων ή προσθήκης σε υφιστάμενα, ύψους άνω των 17,50 μέτρων, σε ορισμένη περιοχή, πλησίον της Ακρόπολης, καθώς η απόφαση ερείζεται επί συνταγματικών διατάξεων. Η τεκμηριωμένη διαπίστωση της Διοίκησης ότι η ανέγερση πολυώροφων οικοδομών πλησίον της Ακρόπολης υποβαθμίζει το μνημείο αφενός επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ήτοι να προστατεύσει το πολιτιστικό περιβάλλον, και αφετέρου έχει τεθεί μέχρι να επαναξιολογηθούν οριστικά οι όροι δόμησης στην συγκεκριμένη περιοχή, και για χρόνο μικρότερο από τον ανώτατο επιτρεπτό από την εξουσιοδοτική διάταξη. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρ. 17 Σ) δεν θίγεται υπέρμετρα, καθώς επιτρέπεται η μερική δόμηση και η εκμετάλλευση της ιδιοκτησίας έως τα 17,50 μέτρα. Τέλος, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν απαγορεύει στη Διοίκηση να τροποποιεί το σχέδιο πόλεως ή να θεσπίζει ειδικούς κανονισμούς, προκειμένου να εξασφαλίζει τους βέλτιστους όρους διαβίωσης. Σελ. 547.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως συνιδιοκτήτριας ακινήτου στον Βοτανικό κατά της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, η οποία καθορίζει το χώρο εγκατάστασης του Κέντρου Αποτέφρωσης Νεκρών (ΚΑΝ), καθώς η διάταξη του άρ. 3 παρ. 8 ΠΔ της 20.9.1995, στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη, δεν παραβιάζει την αρχή του ορθού πολεοδομικού σχεδιασμού κατ’ άρ. 24 παρ. 2 Σ. Το σχετικό ΠΔ περιέχει πλήρη ρυμοτομικό σχεδιασμό της ρυθμιζόμενης περιοχής, η δε διάταξη του άρ. 3 παρ. 8 αναθέτει στη Διοίκηση όχι την τροποποίηση, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με νέο ΠΔ, αλλά την υλοποίησή του μέσω της εξατομικευμένης επιλογής του συγκεκριμένου κοινόχρηστου χώρου και της ειδικής λειτουργίας που θα εγκατασταθεί σε αυτόν. Με έννομο συμφέρον η αιτούσα ζητά την ακύρωση, καθώς η απόσταση του ακινήτου της από το ΚΑΝ δεν υπερβαίνει αυτήν που θα αρκούσε για τη δημιουργία προσωπικού δεσμού της με την προσβαλλόμενη (μειοψ.). Σελ. 548.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Το άρ. 46, παρ. 3, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που παρέχει στα δικαστήρια μόνον την εξουσία να ακυρώνουν τις αποφάσεις των αρμόδιων σε θέματα διεθνούς προστασίας αρχών, αποκλειομένης της εξουσίας μεταρρυθμίσεώς τους. Εντούτοις, σε περίπτωση αναπομπής του φακέλου στην αρμόδια διοικητική αρχή, πρέπει να εκδίδεται νέα απόφαση εντός σύντομου χρόνου και η απόφαση αυτή να είναι σύμφωνη με την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στην ακυρωτική δικαστική απόφαση. Εξάλλου, σε περίπτωση που εθνικό δικαστήριο, κατόπιν πλήρους και ex nunc εξετάσεως του συνόλου των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων που υπέβαλε ο αιτών διεθνή προστασία, διαπίστωσε ότι, κατ’ εφαρμογήν των κριτηρίων που προβλέπει η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, πρέπει να χορηγηθεί στον αιτούντα διεθνής προστασία για τον λόγο που αυτός επικαλείται προς στήριξη της αιτήσεώς του, αλλά διοικητική αρχή εκδίδει εν συνεχεία αντίθετη απόφαση, χωρίς να διαπιστώνει προς τούτο ότι ανέκυψαν νέα στοιχεία που δικαιολογούν εκ νέου εκτίμηση των αναγκών διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτούντος, το δικαστήριο αυτό οφείλει, όταν το εθνικό δίκαιο δεν του παρέχει κανένα μέσο με το οποίο να μπορεί να επιβάλει τη συμμόρφωση προς την απόφασή του, να μεταρρυθμίσει τη μη σύμφωνη προς τη δική του προηγούμενη απόφαση επίμαχη διοικητική απόφαση και να την υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη την εθνική νομοθεσία που του απαγορεύει να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Σελ. 453.

Το άρ. 33 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει την απόρριψη αιτήσεως διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης με την αιτιολογία ότι ο αιτών αφίχθη στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους από κράτος στο οποίο δεν εκτίθεται σε διώξεις ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή εντός του οποίου εξασφαλίζεται κατάλληλο επίπεδο προστασίας. Το άρ. 46, παρ. 3, της οδηγίας 2013/32, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρ. 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση τάσσουσα στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά αποφάσεως περί απορρίψεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης προθεσμία οκτώ ημερών για να αποφανθεί, εφόσον το δικαστήριο αυτό δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει εντός της προθεσμίας αυτής την αποτελεσματικότητα των ουσιαστικών κανόνων και των διαδικαστικών εγγυήσεων που αναγνωρίζει υπέρ του αιτούντος το δίκαιο της Ένωσης. Σελ. 453.

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, έχει την έννοια ότι ο ανακριτής ο οποίος καλείται να αποφανθεί επί της θέσης υπό κράτηση παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την επαναπροώθησή του συμπεριλαμβάνεται στις «άλλες αρχές» στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή και οι οποίες ενδεχομένως παραλαμβάνουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας, αλλά δεν είναι, δυνάμει του εθνικού δικαίου, αρμόδιες για την καταχώρισή τους. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32 έχει την έννοια ότι ο ανακριτής οφείλει, υπό την ιδιότητά του ως «άλλης αρχής», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αφενός, να ενημερώνει τους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών σχετικά με τη διαδικασία κατάθεσης αίτησης διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, όταν υπήκοος τρίτης χώρας έχει εκδηλώσει τη βούλησή του να υποβάλει τέτοια αίτηση, να διαβιβάζει τον φάκελο στην αρμόδια αρχή για την καταχώριση της αίτησης αυτής, προκειμένου ο εν λόγω υπήκοος να τύχει των υλικών συνθηκών υποδοχής και της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που προβλέπονται στο άρθρο 17 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία. Το άρθρο 26 της οδηγίας 2013/32 και το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/33 έχουν την έννοια ότι ο παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει εκδηλώσει τη βούλησή του να ζητήσει διεθνή προστασία ενώπιον «άλλης αρχής», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2013/32, δεν μπορεί να τεθεί υπό κράτηση για άλλο λόγο πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33. Σελ. 463.

ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

Tο άρ. 22, παρ. 3, της οδηγίας 97/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία παρέτεινε, για το έτος 1998, την υποχρέωση που επιβαλλόταν σε επιχείρηση τηλεπικοινωνιών η οποία ήταν κάτοχος άδειας υφιστάμενης κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της οδηγίας αυτής να καταβάλλει τέλος υπολογιζόμενο με βάση τον κύκλο εργασιών και όχι μόνο με βάση τις διοικητικές δαπάνες χορήγησης, διαχείρισης, ελέγχου και εκτέλεσης του συστήματος γενικών και ειδικών αδειών. Το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να αφήνουν ανεφάρμοστους τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε δικαστική απόφαση, ακόμη και αν κατά τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να θεραπευτεί μια παράβαση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, χωρίς τούτο να αποκλείει τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων να ζητήσουν τη διαπίστωση της ευθύνης του Δημοσίου προκειμένου να επιτύχουν με τον τρόπο αυτό την έννομη προστασία των δικαιωμάτων τους που αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ένωσης. Σελ. 451.

Το άρ. 8, παρ. 1, της απόφασης 626/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2008, για την επιλογή και αδειοδότηση συστημάτων που παρέχουν κινητές δορυφορικές υπηρεσίες (MSS), σε συνδυασμό με το άρ. 7, παρ. 1, της απόφασης αυτής, έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση στην οποία αποδεικνύεται ότι ένας φορέας εκμετάλλευσης ο οποίος επελέγη σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ της εν λόγω απόφασης και έλαβε άδεια χρήσης του ραδιοφάσματος δυνάμει του άρ. 7 της ίδιας απόφασης δεν έχει παράσχει κινητές δορυφορικές υπηρεσίες μέσω κινητού δορυφορικού συστήματος μέχρι την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπει το άρ. 4, παρ. 1, στ. γ΄, σημείο ii, της απόφασης 626/2008, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν μπορούν να αρνούνται στον φορέα αυτόν τη χορήγηση των αναγκαίων αδειών για την παροχή συμπληρωματικών επίγειων σκελών κινητών δορυφορικών συστημάτων, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν τήρησε τη δέσμευση που είχε αναλάβει κατά την υποβολή της αίτησής του. Σελ. 451.

Επιβολή προστίμου σε εταιρία παροχής υπηρεσιών πολυμεσικής πληροφόρησης (ΥΠΠ) ύψους 250.000 ευρώ και ανάκληση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπό καθεστώς Γενικής άδειας και των δικαιωμάτων χρήσης των αριθμοδοτικών πόρων (πενταψήφια νούμερα), λόγω ασαφειών και ανακριβειών στους όρους χρήσης των ιστοσελίδων της, κατά παράβαση του άρ. 8 παρ. 1 περ. α΄ και παρ. 11 του Κώδικα Δεοντολογίας για την Παροχή ΥΠΠ και του άρ. 2.1.15 του Κανονισμού Γενικών Αδειών της ΕΕΤΤ. Κρίσιμος χρόνος για την αξιολόγηση των ευρημάτων της ΕΕΤΤ δεν είναι μόνο ο χρόνος διεξαγωγής του ελέγχου, αλλά και ο χρόνος υποβολής των καταγγελιών. Έτσι, δεν ενδιαφέρει τυχόν διακοπή της συνεργασίας της καταγγελλόμενης εταιρείας με τους παρόχους περιεχομένου, στους οποίους είχε παραχωρήσει τα δικαιώματα διαχείρισης και χρήσης των πενταψήφιων αριθμών, κατά τον χρόνο ελέγχου. Η σχετική παραχώρηση είναι παράνομη, καθώς τα δικαιώματα αυτά παραχωρούνται μόνο από την ΕΕΤΤ δια της έκδοσης Γενικής Άδειας. Η πρόβλεψη του καταχρηστικού γενικού όρου περί απαλλαγής της εταιρείας από την ευθύνη για πάσης φύσεως ζημία του καταναλωτή αντίκειται στο άρ. 2.1.14 του παραρτήματος Β του Κανονισμού Γενικών Αδειών και στο άρ. 2 παρ. 7 Ν 2251/1994. Η παράλειψη απόκρισης στις καταγγελίες των καταναλωτών παραβιάζει το άρ. 3, παρ. 6, 7 και άρ. 9, παρ. 1, 2, 3 του Κώδικα Δεοντολογίας, το άρ. 8 του Κανονισμού Γενικών Αδειών της ΕΕΤΤ και το άρ. 38 Ν 4070/2012. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε χρέωση στους καταγγέλλοντες για την αποστολή μηνυμάτων σε αυτούς δεν αναιρεί τη παραβατική συμπεριφορά του παρόχου. Σελ. 551.

ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά ΠΔ που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης φαρμακείου, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις, βάσει των οποίων δεν απαιτείται η ιδιότητα του φαρμακοποιού για την χορήγηση της σχετικής άδειας, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος για την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς η παροχή όλων των υπηρεσιών που αφορούν sτη διάθεση των φαρμάκων θα γίνεται από επιστήμονα φαρμακοποιό, ο οποίος θα κατέχει τουλάχιστον το 1/3 του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ, στη μορφή της οποίας λειτουργεί υποχρεωτικά το φαρμακείο σε περίπτωση χορήγησης άδειας ίδρυσης σε ιδιώτη μη φαρμακοποιό (μειοψ.). Επίσης, δεν παραβιάζεται η προστατευόμενη από το άρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος επαγγελματική ελευθερία των ήδη κατόχων αδειών ίδρυσης φαρμακείου, οι οποίοι χάνουν απλώς την αποκλειστικότητα ως αδειούχοι ίδρυσης φαρμακείου, χωρίς να υφίστανται περαιτέρω νομοθετικούς περιορισμούς. Τέλος, η αρχή της ασφάλειας δικαίου δεν κωλύει το νομοθέτη να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα συμφέροντα. Σελ. 542.

Απορριπτέα η αίτηση ακυρώσεως του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου κατά του ΠΔ 64/2018, καθώς οι προσβαλλόμενες ρυθμίσεις του περί παροχής άδειας λειτουργίας φαρμακείου σε μη φαρμακοποιούς και εμπορικές εταιρείες κείνται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρ. 64 παρ. 1 περ. α΄ Ν 4509/2017. Με τις επίμαχες ρυθμίσεις, επιδιώκεται η άρση αδικαιολόγητων εμποδίων στην επιχειρηματική ελευθερία, χωρίς να διακυβεύεται η συνταγματική υποχρέωση προστασίας της δημόσιας υγείας, εφόσον όλες οι υπηρεσίες που αφορούν σε διάθεση φαρμάκων παρέχονται από και με προσωπική ευθύνη επιστήμονα φαρμακοποιού, ο οποίος κατέχει υποχρεωτικά το 1/3 του εταιρικού κεφαλαίου της ΕΠΕ, στη μορφή της οποίας λειτουργεί υποχρεωτικά το φαρμακείο σε περίπτωση χορήγησης άδειας ίδρυσης σε ιδιώτη μη φαρμακοποιό, ποσοστό επαρκές για τη διασφάλιση της επαγγελματικής του ανεξαρτησίας έναντι του αδειούχου – μη φαρμακοποιού. Σελ. 543.

Απορριπτέα η αίτηση ακύρωσης κατά του υπ’ αριθ. 64/2018 ΠΔ, καθώς το ασυμβίβαστο της ιδιότητας εταίρου σε εταιρία εκμετάλλευσης φαρμακείου αφενός και φαρμακαποθήκης αφετέρου δεν καταλαμβάνει τα φαρμακεία που λειτουργούσαν υπό μορφή προσωπικών εταιρειών υπό το καθεστώς του άρ. 6 Ν 328/1976, όπως ήταν τα φαρμακεία των αιτουσών. Η εξουσιοδοτική διάταξη του άρ. 64 Ν 4509/2017 δεν αντίκειται στα άρ. 5 παρ. 1, 17 και 25 παρ. 1 Σ, καθώς εξυπηρετεί τον σκοπό της αποφυγής εξάρτησης των φαρμακείων από οικονομικά συμφέροντα που συνδέονται με το χονδρεμπόριο των φαρμακευτικών προϊόντων, καθόσον η εξάρτηση αυτή δημιουργεί στρεβλώσεις στη λιανική διάθεση φαρμάκων, με τον εντεύθεν κίνδυνο βλάβης της ανθρώπινης υγείας. Οι περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας δεν αποτελούν το μοναδικό τρόπο προστασίας της δημόσιας υγείας, συνεπώς δεν παρεμποδίζεται ο νομοθέτης να τους καταργεί, προβλέποντας παράλληλα ορισμένα αντισταθμίσματα για την προστασία της τελευταίας (μειοψ.). Σελ. 543.

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Οι αρχές της αποτελεσματικότητας και της φορολογικής ουδετερότητας αντιτίθενται στην πρακτική κράτους μέλους που συνίσταται στον υπολογισμό των τόκων επί του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ που παρακρατήθηκε από το εν λόγω κράτος μέλος πέραν μιας εύλογης προθεσμίας με επιτόκιο που αντιστοιχεί στο βασικό επιτόκιο της εθνικής κεντρικής τράπεζας, όταν, αφενός, το επιτόκιο αυτό είναι χαμηλότερο από εκείνο το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει ο υποκείμενος στον φόρο και, αφετέρου, οι τόκοι επί των συγκεκριμένων πιστωτικών υπολοίπων ΦΠΑ τρέχουν σε δεδομένη περίοδο υποβολής δήλωσης, χωρίς να επιβάλλεται τόκος προκειμένου να αποζημιωθεί ο υποκείμενος στον φόρο για τη νομισματική υποτίμηση που επήλθε κατά το διάστημα που μεσολάβησε από το πέρας της εν λόγω περιόδου υποβολής δήλωσης μέχρι την πραγματική καταβολή των τόκων αυτών. Δεν αντιτίθενται όμως σε πρακτική κράτους μέλους όταν, πρώτον, η καταβολή τόκων υπερημερίας εξαρτάται από την υποβολή ειδικής αίτησης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι τόκοι αυτοί επιβάλλονται αυτεπαγγέλτως, και, δεύτερον, οι τόκοι αυτοί επιβάλλονται από τη λήξη της προθεσμίας 30 ή 45 ημερών εντός της οποίας η διοίκηση οφείλει να διεκπεραιώσει την αίτηση αυτή, και όχι από την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να υφίσταται το πιστωτικό υπόλοιπο. Σελ. 456.

Απορριπτέα η αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του ΔΕφΠειρ, με την οποία απερρίφθη προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά πράξης απορριπτικής της επιφύλαξής της στη δήλωση ειδικού φόρου ακινήτων νομικών προσώπων, διότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Η αναδρομική κατάργηση με το άρ. 57 Ν 3842/2010 της εξαίρεσης από τον φόρο του άρ. 15 παρ. 2 γ΄ Ν 3091/2002 είναι επιτρεπτή κατά το άρ. 78 παρ. 2 Σ. Ο εν λόγω φόρος δεν αντίκειται στο άρ. 4 παρ. 5 Σ, διότι επιδιώκει τον επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος της πάταξης της φοροαποφυγής και οι κατ’ αρχήν υπόχρεοι στην καταβολή του δύνανται να απαλλαγούν ευχερώς από αυτόν παρέχοντας στις φορολογικές αρχές τις «πληροφορίες» που απαιτεί ο νόμος, ήτοι προβαίνοντας στην «αποκάλυψη» των «πραγματικών» ιδιοκτητών των φορολογητέων ακινήτων. Ούτε η αναδρομική εφαρμογή του αντίκειται στα άρ. 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 Σ ενόψει του ως άνω επιτακτικού σκοπού. Σελ. 541.

Δεκτή προσφυγή ανωνύμου εταιρείας κατά οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, εισαχθείσας στο ΣτΕ κατ’ άρ. 1 παρ. 1 Ν 3900/2010, λόγω κατά χρόνο αναρμοδιότητας της φορολογικής αρχής να προβεί σε έλεγχο της επίδικης χρήσης βάσει των άρ. 5 και 6 παρ. 1 της Α.Υ.Ο. 1159/2011. Η ανάθεση σε ιδιώτες ελεγκτικών καθηκόντων είναι σύμφωνη με τα άρ. 26 παρ. 4 και 78 Σ, εφόσον αυτοί δεν υποκαθιστούν τον έλεγχο της φορολογικής διοίκησης και προβλέπεται δυνατότητα επανελέγχου εκ μέρους της. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν συντέμνουν τον χρόνο παραγραφής, αλλά εισάγουν περίπτωση περαίωσης των φορολογικών υποθέσεων μετά την πάροδο 18 μηνών από την έκδοση έκθεσης συμμόρφωσης, τυχόν δε αναδρομική ανατροπή των αποτελεσμάτων της συντελεσθείσας περαίωσης αντιβαίνει στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (μειοψ.). Σελ. 545.

Απορριπτέα η αίτηση αναίρεσης της ΑΑΔΕ κατά απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατ’ αποδοχή προσφυγής ακύρωσε τη σιωπηρή απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού τέλων χαρτοσήμου, καθώς ορθώς το Εφετείο υπέλαβε ότι η αξίωση του Δημοσίου είχε υποπέσει σε δεκαετή παραγραφή. Η αξίωση επιβολής του οφειλόμενου τέλους χαρτοσήμου παραγράφεται, ελλείψει ειδικών διατάξεων, κατ’ αρχήν εντός πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννάται η υποχρέωση καταβολής του και κατ’ εξαίρεση εντός δεκαετίας κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρ. 84 παρ. 4 ΚΦΕ, με την αυτή αφετηρία (μειοψ.). Σελ. 546.

Αναιρετέα η απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη προσφυγή πρώην προέδρου ήδη υπό εκκαθάριση ΑΒΕΕ κατά της σιωπηρής απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής του κατά πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρων, καθώς το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την προσφυγή λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Όπως προκύπτει από τα άρ. 50 παρ. 7 και 63 παρ. 1 ΚΦΔ, ο αναιρεσείων ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος καθίσταται προσωπικώς και αλληλεγγύως υπεύθυνος για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων της επίμαχης εταιρείας και νομιμοποιείται να ασκήσει ατομικώς την εν λόγω προσφυγή, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογεί και έννομο συμφέρον κατ’ άρ. 64 παρ. 1 περ. α΄ ΚΔΔ. Σελ. 546.

COVID – 19

Απορριπτέες ως αβάσιμες οι αιτήσεις αναστολής των μέτρων περιορισμού της μετάδοσης του COVID-19, δεδομένου ότι εν προκειμένω οι κίνδυνοι για τη ζωή και την υγεία των πολιτών υπερισχύουν των περιορισμών της προσωπικής ελευθερίας. Σε περίπτωση αναστολής των μέτρων, η κυκλοφορία των πολιτών θα αυξανόταν με αποτέλεσμα να αυξηθεί και ο κίνδυνος διασποράς του ιού, κορεσμού των υπηρεσιών υγείας και θανάτου πολλών ανθρώπων. Οι επίμαχοι περιορισμοί της οικονομικής ελευθερίας και της ελευθερίας μετακίνησης παρίστανται δικαιολογημένοι, διότι τα επίμαχα μέτρα έχουν προσωρινή μόνο ισχύ, περιλαμβάνουν πολλές εξαιρέσεις όσον αφορά την απαγόρευση εξόδου από την κατοικία και σε κάθε περίπτωση, κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο της επιβολής κυρώσεων για τυχόν παραβάσεις, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα εμπλεκόμενα ατομικά συμφέροντα. Σελ. 512.

Ο νόμος, με τον οποίο παρατάθηκε η κατάσταση εκτάκτου υγειονομικής ανάγκης, είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, εκτός από ορισμένες διατάξεις των άρ. 11 και 13. Το άρ. 11 του εν λόγω νόμου, βάσει του οποίου επιτρέπεται η συλλογή, η επεξεργασία και η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω πληροφοριακού συστήματος προκειμένου να ιχνηλατηθούν φορείς του Covid-19 και οι επαφές τους, παραβιάζει το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Η αντισυνταγματικότητα των παρ. Ι-ΙΙΙ του άρ. 11 αφορά τόσο στα δεδομένα, τα οποία απαιτούνται για την ταυτοποίηση των φορέων και των επαφών τους, όσο και στα δεδομένα υγείας, εφόσον η επεξεργασία τους θα λαμβάνει χώρα χωρίς τη συγκατάθεση των υποκειμένων τους. Η παρ. V, η οποία προβλέπει ότι η έκδοση του διατάγματος, που θα ρυθμίζει τα ως άνω ζητήματα, θα συνοδεύεται από τη σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής για την Προστασία των Δεδομένων, αντίκειται στα άρ. 13 και 21 του Συντάγματος, βάσει των οποίων δεν επιτρέπεται η άσκηση της εξουσίας του Πρωθυπουργού, κατά την έκδοση διαταγμάτων, να εξαρτάται από την έγκριση άλλης αρχής. Αντίθετη στην ατομική ελευθερία κρίθηκε και η διάταξη του άρ. 13 βάσει της οποίας το καθεστώς έκτακτης ανάγκης παρατείνεται μέχρι την 1η Ιουνίου 2020. Αντίθετα, διαπιστώθηκε ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης σε περίπτωση προσβολής της δημόσιας υγείας δεν παραβιάζουν την αρχή της ισότητας. Το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης δεν προσβάλλει την ελευθερία κίνησης, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και τη συλλογική έκφραση ιδεών, των άρ. 2, 4 και 11 Σ, δεδομένης της ανάγκης για αντιμετώπιση του υγειονομικού κινδύνου. Σελ. 513.

Απορριπτέα η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία επεδιώκετο να διαταχθεί από την Εθνική Αρχή Φαρμάκων η άμεση χορήγηση του φαρμάκου Plaquenil σε συμπτωματικούς ασθενείς Covid-19, χωρίς την εισαγωγή τους σε νοσοκομείο και πριν την εμφάνιση σοβαρών αναπνευστικών προβλημάτων. Ο Πρωθυπουργός εξέδωσε διάταγμα, το οποίο επέτρεπε τη συνταγογράφηση της ουσίας που περιλαμβάνεται στο φάρμακο Plaquenil σε ασθενείς με Covid-19, στο πλαίσιο της νοσοκομειακής περίθαλψης, υπ’ ευθύνη του θεράποντος ιατρού, ο οποίος και το συνταγογραφεί, και σύμφωνα με τις υποδείξεις του Συμβουλίου για τη Δημόσια Υγεία, καθώς δεν υπάρχουν ακόμη ασφαλή πορίσματα για την αποτελεσματικότητα του εν λόγω φαρμάκου ως προς την ως άνω ασθένεια. Η νομοθετική αυτή επιλογή δεν συνιστά σημαντική προσβολή του δικαιώματος στη ζωή ή του δικαιώματος να λαμβάνει ελευθέρα τη βουλήσει ο καθένας την κατάλληλη θεραπεία και φροντίδα, κατόπιν ιατρικής εκτιμήσεως. Η απαγόρευση εξαγωγής της εν λόγω ουσίας, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι εθνικές ανάγκες για χορήγηση του εν λόγω φαρμάκου συνιστά αναλογικό μέτρο, ενώ η μη λήψη μέτρων από τη Κυβέρνηση για τη δημιουργία αποθέματος δεν συνιστά παράνομη παράλειψη. Σελ. 513.

Απορριπτέα η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ανθρωπιστικών οργανώσεων, με την οποία επιδιώκετο ενόψει της πανδημίας του COVID-19 η εξασφάλιση στέγης και η διανομή μασκών σε αστέγους και τους συνοδούς τους καθώς και σε πρόσωπα των οποίων η αίτηση για χορήγηση ασύλου έχει απορριφθεί, καθώς δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος προκειμένου να διατάξει τα αιτούμενα μέτρα ο δικαστής. Το κλείσιμο των συλλογικών δομών φιλοξενίας και η μη επίταξη δωματίων ξενοδοχείων δεν συνιστούν παράβαση του δικαιώματος στη ζωή και στη προστασία της ατομικής υγείας των προσώπων χωρίς μόνιμη στέγη, καθώς τα ήδη ληφθέντα μέτρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ανεπαρκή. Η Διοίκηση δεσμεύτηκε ότι θα αυξήσει τις παρεχόμενες κατοικίες, ενώ ταυτόχρονα παραμένει υπεύθυνη για την τήρηση των συνθηκών υγιεινής στα κέντρα στέγασης, καθώς και για την εφαρμογή συστήματος ιχνηλάτησης κρουσμάτων πάντα σύμφωνα με τις υποδείξεις του Συμβουλίου για τη Δημόσια Υγεία. Όσον αφορά στην αξιοπρέπεια των αστέγων και το γεγονός ότι ενδέχεται να υποστούν ποινές φυλάκισης λόγω αδυναμίας συμμόρφωσης με τις οδηγίες για παραμονή στην κατοικία, το δικαστήριο τονίζει το μεμονωμένο των περιπτώσεων αυτών και την ανάγκη να διασφαλιστεί η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων. Σελ. 513.

Γνωμοδοτείται ότι επιτρέπεται η τροποποίηση της σύμβασης σίτισης των φοιτητών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, καθώς η μείωση του αριθμού των προσερχόμενων σιτιζόμενων φοιτητών, κατά τη διάρκεια ισχύος των υγειονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση του Covid-19, αποτελεί νόμιμο δικαιολογητικό λόγο τροποποίησης για όσο χρόνο συνεχίζεται η απαγόρευση της εκπαιδευτικής λειτουργίας του Πανεπιστημίου δια της φυσικής παρουσίας των φοιτητών. Πρόκειται για τροποποίηση σύμφωνη με το άρ. 132 παρ. 1 περ. γ΄ του Ν 4412/2016, καθώς οι προσερχόμενοι για σίτιση φοιτητές μειώθηκαν λόγω των εξαιρετικών μέτρων, η δε τροποποίηση της σύμβασης δεν αλλοιώνει την συνολική φύση αυτής, η οποία κατ’ αντικείμενο και είδος παραμένει ίδια, και δεν τίθεται καν ζήτημα υπέρβασης του 50% της αξίας της σύμβασης, αφού με την τροποποίηση επέρχεται μείωση και όχι αύξηση του οικονομικού αντικειμένου. Περαιτέρω τροποποίησή της από το Πανεπιστήμιο είναι δυνατή ανάλογα με την αύξηση του αριθμού των προσερχόμενων φοιτητών. Σελ. 554.

Απορριπτέα η αίτηση αναστολής ΚΥΑ, με την οποία επιβλήθηκε για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας προσωρινή απαγόρευση της τελέσεως κάθε είδους λειτουργιών και ιεροπραξιών στους θρησκευτικούς χώρους λατρείας, λόγω συνδρομής επιτακτικών λόγων δημοσίου συμφέροντος κατά άρ. 52 παρ. 6 εδ. β΄ ΠΔ 18/1989. Δεδομένων του προσωρινού χαρακτήρα, της εύλογης διάρκειας των ληφθέντων περιοριστικών μέτρων και της αδυναμίας, κατά την κοινή πείρα, λήψης έτερων μέτρων για την αποτελεσματική προφύλαξη της δημόσιας υγείας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή της αίτησης θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια των αιτούντων. Οι λόγοι, που προβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως, περί παραβίασης των άρ. 3, 13, 25 Σ, 9 ΕΣΔΑ και 10 ΧΘΔΕΕ λόγω των ρυθμίσεων της ΚΥΑ δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι. Σελ. 546.